Nina Zivancevic, QUaRaNtaine

I saw myself shaking in the street
I saw a man taking 2 meters of distance from me as he crossed the street
I went back to my room and started reading the Decameron*

Βλέπω τον εαυτό μου να τρέμει στο δρόμο
Βλέπω έναν άντρα να παίρνει δύο μέτρα απόσταση από μένα καθώς διασχίζει το δρόμο
Πήγα πίσω στο δωμάτιό μου κι άρχισα να διαβάζω το Δεκαήμερον

*Εννοεί το Δεκαήμερον του Βοκκάκιου.

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

Η ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

Η υστεροφημία παφλασμός
κύμα που σκάει
στις ακρογιαλιές του αγνώστου
με αδέξια σχηματισμένα κρόσια
ρυάκια με ερωτηματικά
στον ίσαλο του καραβιού
πλέει σαν φάντασμα
προς το νησί των κρεμασμένων

ΔΕ ΘΑ ΠΕΣΩ ΜΑΧΟΜΕΝΟΣ

Στο μετερίζι της διαιώνισης
δεν θα πέσω
ηρωικά μαχόμενος
υπέρ απίστων
και λοξών φαλάγγων
με τσιτάτα του τίποτα

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

LIBERTA O MORTE

Αντάρα θλίψη χαμός
ραγισμένα στομάχια άδεια
πείνα δαιμονοσμένη
χάσκουσα η πείνα πληγή
άσκεπος βρόγχος θανατερός
ανέστιας ζωής αθλίας

παρηκασμένη πόρνη
χώρα μου πικρή

ΠΟΛΗ ΝΕΚΡΗ

Πόλη νεκρή
οι δρόμοι κόκκινοι
λευκή σιωπή

μαβής ουρανός
μαύρος ο φόβος
σπίτια σταχτιά

πόσα χρώματα
ο θάνατος έχει!

ΔΟΥΝΑΙ ΚΑΙ ΛΑΒΕΙΝ

Στο στήθος της μέσα πουλιά γεννήθηκαν
πρώτα πεινασμένα την καρδιά τσιμπολογούν
χορτάτα μετά της τιτιβίζουν τραγούδια εύμολπα

σκοπιμότητας αλισβερίσι’ η αγνότητα έπεται
σε διαδοχή αέναη μια ακολουθία αχώριστη
αναρωτιέται
θυμώνει το αίμα το αίμα χαίρεται

μια θάλασσα φουρτουνιασμένη
το δούναι και λαβείν

*Από τη συλλογή “Μικρές ταριχεύσεις”, Εκδόσεις ΑΩ, 2021.

Μνήμη Τάσου Δενέγρη (πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 2009) – Τρία ποιήματα 

ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Αυτά τα πρόσωπα που διασταυρώνονται
Τι να γυρεύουν περπατώντας
Στα πέτρινα τα πεζοδρόμια
Την ώρα που τα φώτα παρουσιάζουν όπλα.
Σφιγμένα μέσα στα δόντια τους
Πρόσωπα από σκόνη
Πρόσωπα από λάβδανο
Πρόσωπα δίχως όνομα
Τυφλά πρόσωπα που σεργιανίζετε
Πρόσωπα δίχως πρόσωπο
Πρόσωπα από χαρτοσακούλα.

Σεπτέμβριος 1953

VITAMIN C

Νέα μορφή τα μάτια σου πολλαπλασιάζουν κρίνα
σώμα δεμένο με τη μοίρα μου
κορμί εναλλασσόμενο φρούτο
ανεμοδείχτης στην πράσινη στέγη μου
όλο μου το αίμα τ’ αφιερώνω στα χείλη σου
και τα δυο μου μπράτσα να κλείνουν
το μαλακό σου τοπίο
Τα όνειρά μου έχουν το ύψος της πυραμίδας
Κι ο αίθριος ουρανός είν’ ατελεύτητος.

Φεβρουάριος 1954

ΖΥΡΙΧΗ

Ο ήλιος είναι άρρωστος και το ποτάμι ακίνητο
Γέροι με διάφανα κόκκαλα περπατούν στις πέτρινες γέφυρες
Η πόλη είν’ αδειανή και δεν υπάρχει κανείς να συλλαβίσει τ’ όνομά της.

Απρίλιος 1956

Δημήτρης Λεοντζάκος, Πέντε ποιήματα

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Το παρόν, το διαφεύγον
σώμα της φωνής του.

Το μόνο, το μονό.

Πρόσωπο της διχασμένης
-το διπλό της-

ύπαρξής του

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΦΟΡΙΑ

Η ηλιθιότητα
περισσότερο απ’ την ευφυΐα.

Στην απόλυτη ευγλωττία
της γραφής.

Στην αδιέξοδη, στην ανείπωτη
φρίκη ταιριάζει.

ALMA MATTER

Στων νεκρών τη χώρα
η ώρα δεν χωρά τα δώρα.

Και η χαρά ηχεί παράταιρα
ο Πλάτων σιωπά στον οισοφάγο.

Κατηφόρα ο Φαίδων απόψε
κατάφορα το δάκρυ ζεστό θηλάζοντας.

Ο θάνατος θερμός και νήπιος
στο μαγουλάκι.

ΚΥΡΙΑ ALMA Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ

Στην ποίηση υπάρχει κάτι σαν ένας ορίζοντας.

Μια γραμμή διαχωριστική σαν γράμμα
Απ’ όπου ανατέλλει στο φως σαν λάθος άλμα.

Σαν κλάμα ένα διεστραμμένο χρώμα.

Πάνω και κάτω απ΄ την οποία
όλα είναι δράμα.

ΑΦΟΥ

Ο θάνατος δεν είναι το χειρότερο.

Πόσο δε μάλλον δεν είναι χειρόγραφος.

Ούτε βέβαια είναι χειρόγραφο.

Ο θάνατος είναι άγνωστος.

*Από τη συλλογή “Περπατώντας / μερικά ποιήματα για το τίποτα”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Οκτώβριος 2020.

Kenneth Rexroth, Πεσμένα φύλλα και πρώιμο χιόνι

Στα χρόνια που θα έρθουν θα πουν,
“Πέφτουν σαν τα φύλλα
Το φθινόπωρο του 1939″.
Ο Νοέμβριος ήρθε στο δάσος,
Στα λιβάδια όπου μαζέψαμε τα χρυσάνθεμα.
Τα χρόνια χάνονται με τον λευκό πάγο
Στην καφετιά κύπερη στους ομιχλώδεις λειμώνες
Όπου οι πατημασιές των ελαφιών είναι μαύρες το πρωί.
Τα σχήματα του πάγου στις σκιές’
Αναμαλλιασμένοι σφένδαμοι αφήνουν απομεινάρια στο νερό’
Βαθύ χρυσαφί ηλιοβασίλεμα λαμποκοπά στο συρρικνωμένο ρυάκι.
Γλαρωμένη πέστροφα κινείται μέσα από στήλες του καφέ και του χρυσού.
Τα κίτρινα φύλλα του σφένδαμου στροβιλίζονται,
Τα εντυπωσιακά φύλλα της λεύκας,
Η ελιά, με την απαλή σκλήθρα,
Η άλικη κρανιά,
Η πιο σπαρακτική απ’ όλες.
Το απόγευμα λεπτές λωρίδες από σύννεφα
Κινούνται πάνω απ’ τα βουνά’
Τα σύννεφα της καταιγίδας τα ακολουθούν’
Ψιλόβροχο πέφτει χωρίς άνεμο.
Το δάσος είναι γεμάτο με υγρή ηχηρή σιωπή.
Όταν η βροχή σταματά τα σύννεφα
Κολλούν στα βράχια και στους καταρράκτες.
Το απόβραδο ο άνεμος αλλάζει’
Χιόνι πέφτει το ηλιοβασίλεμα.
Στεκόμαστε στο χιονισμένο λυκόφως
Και κοιτάμε το φεγγάρι να αναδύεται μέσα από το άνοιγμα ενός σύννεφου.
Ανάμεσα στα μαύρα πεύκα απλώνονται στενές λωρίδες φεγγαρόφωτου,
Λαμποκοπούν με το αιωρούμενο χιόνι.
Μια κουκουβάγια κλαίει στο σκοτάδι.
Το φεγγάρι έχει τη λάμψη ενός παγετώνα.

*Εδώ ο ποιητής διαβάζει το ποίημα αυτό: https://www.poetryfoundation.org/play/76506

**Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.

Χρίστος Κασσιανής, Παράλληλοι έρωτες

Τότε,
χωρίς να το πολυσκεφτεί,
ξεδιψά από το άδειο κύπελο
δαγκώνει την εσάρπα της
που είχε φανταστεί μπλε με πορτοκαλί σκιές,
που νόμιζε πως της χάρισε
ο φευγάτος εραστής της
και βγαίνει βόλτα
στην έκταση του μικρού της δωματίου,
κατευθύνεται στο μπαρ για τη νυχτερινή της διασκέδαση
-ενώ ξημερώνει-
και πιάνει να γράψει το γράμμα της ζωής της,
αφιερωμένο στον εαυτό της, χωρίς παραλήπτη,
τακτοποιεί ξυπόλητη τα λιγοστά της βιβλία
και σφίγγει την καρέκλα της στον τοίχο
με τη φωτογραφία της χαμένης άνοιξης

Ύστερα γυρίζει να σε κοιτάξει,
με το τσιγάρο στα χείλη,
το ξανασκέφτεται (δεν καπνίζει βλέπεις)
ούτε κι εσύ είσαι εκεί,
να της χαρίσεις το χαμόγελό σου,
το χάδι μιας αγκαλιάς.
Είναι αργά το βράδυ,
κι οι δυό σας χαμένοι στην ονειροπόληση,
του μετέωρου έρωτά σας,
που δεν σας συνάντησε,
στις παράλληλες γραμμές σας.

Μιχαήλ Μήτρας, Χρονογραφία

εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
αυτό που συμβαίνει
τώρα

Κατερίνα Φλωρά, Φυγόκεντρος ύπαρξη

Photo: Grete Stern

Το ένα κομμάτι είναι εδώ
τ’ άλλο το βρίσκω παρακεί
γνώριμο, οικείο, μακρινό
συνάμα όλα τούτα.

Το σύνολο διαλύεται αναζητώντας κάτι πιο πολύ,
κόστος βαρύ.

Σαν το ξανασυναντώ,
αντάμωσης ξάφνιασμα
να ενωθεί το προσκαλώ
στου κέντρου μου τη συνοχή.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Παραδίνομαι πάλι στο σύμπαν μου

Τούμπα
οδός Σικίνου και Νηρέως γωνία
έφηβος
στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
δεκαπέντε χρονών
ερωτευμένος με τον κόσμο μου
που κάλλιστα απαρτίζεται από έναν εωθινό καφέ
δυο μάτια που εσωκλείουν έναν γαλαξία
και δυο μεγάλα ακουστικά
σαν των αεροπόρων.

Και χάνομαι
μ’ έναν μεγάλο δίσκο βινυλίου μπροστά μου
που κυλάει κάτω απ’ τη βελόνα του πικάπ
απλώνοντας ο χρόνος τις φτερούγες του
σμήνος να γίνονται της ώρας τα λεπτά
από πεταλούδες πολύχρωμες
κι η ψυχή μου ένα σπαθί Κατάνα
που κόβει βεβαιότητες.

Και πετώ
πετώ
με στίχους ποιήματα
και ποιήματα στίχους
με κιθάρες εξάχορδες
φυσαρμόνικες
τύμπανα
με μπαλάντες
και κάντρι
και φολκ
και μπλουζ χρωματισμένα
με τις φωνές του Ντύλαν
του Μόρισον
και της Μπαέζ
σαν αύρα να ξεχύνονται
κι ύστερα να σκάνε σαν βόμβες στο δωμάτιο.

Κι όλα
μα όλα
τα βλέπω και τα νιώθω διαφορετικά
με πρωτόγνωρο τρόπο
σκιές
αρχέτυπα
και μεταφυσικούς χαρακτήρες
κόσμους αόρατους να υψώνονται στον αέρα
με τείχη από απαστράπτοντα περάσματα
λυπημένους ανθρώπους
παλιάτσους
και ληστές
να εκτροχιάζονται εντελώς
πασχίζοντας ν’ αντικρίσουν το φεγγάρι
μέσα απ’ τον υπόνομο.

Κι είναι ο στίχος
«σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει»
που όλα
τα πάντα
με μια απλή αντιστροφή τα μεταφέρει στο παρόν
κλείνοντάς μου το μάτι
πιάνοντας απ’ την αιφνίδια λάμψη του βλέμματός μου
ότι πιάνω εγώ
κι όχι μου λέει
το στοίχημα δεν είναι η ταχύτητα
όχι πια ο χρόνος είναι ένα αεροπλάνο τζετ
όχι πια ζήσε γρήγορα και πέθανε νέος
τώρα το κόλπο
το στρατήγημα
είναι να πιάνεις τα ογδόντα
και να ζεις στα ογδόντα με το πάθος των δεκαπέντε
στέλνοντας στον αγύριστο το τραγικό
και την απόγνωση.

Κι ύστερα νιώθω τον τυφώνα Ρούμπιν Κάρτερ
να βγαίνει απ’ τη φυλακή
τον Άλλεν Γκίσμπεργκ να τραγουδάει με την Ταίηλορ
κάνοντας στράκες με τα δάχτυλα
και να’ ρχονται άγγελοι εξάγγελοι
ο Τζαίημς Ντιν
η Βίβιαν Λι
η Ντίκινσον κι ο Κέρουακ
η Βιρτζίνια Γουλφ μαζί με τον Μπράντο
σ’ εκείνο το δωμάτιο της Τούμπας
του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
λουσμένοι στα γέλια
με το διαβατήριο της διάρκειας
και μ’ ένα μπουκάλι ρούμι
κι ο Τζόνι κι η Τζίνα
να χορεύουν βαλς ως το ξημέρωμα
σ’ εκείνο το δωμάτιο που θα γίνει πάλι ονειρεμένο
όταν ξανά θα στήσουμε οδοφράγματα
καμωμένα από άγρια τριαντάφυλλα
θα χουχουλιάζει η πλάση
και θα’ ναι κάθε χάραμα
άναμμα ενός κεριού του Γκέρχαρντ Ρίχτερ.