Ρω Νικολάου, ’Ολα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός

Photo is by David Peat. An Eye on the Street (Comforting Arm), Glasgow 1968

Στο βάθρο ανέβηκε
κι επωάζει τις φράσεις του

αίμα δεν τρέχει
μόνο γυάλινες, χρωματιστές χάντρες

κλείνει τ’ αφτιά του ο αέρας
κλείνει τ΄αφτιά της η νεραντζιά
κλείνει τ’ αφτιά της η βροχούλα

απλώνουν το χέρι οι ιθαγενείς
με τ’ άλλο προσφέρουν
τα χρυσά τους νομίσματα
κλεμμένα απ’ την καλή τους ώρα

ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
“η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωριζει
η έρημος που μας καταπίνει”

Roberto Garcia de Mesa, Ποιήματα

Μερικές φορές, το μουρμουρητό της λύπης μεταμορφώνεται σε φτεροκόπημα πεταλούδας.

Γεννιόμαστε δίχως να χάσουμε ούτε μια μάχη, κι εδώ, στον κόσμο, αποτυγχάνουμε σε όλες.

Όταν επιλέγεις να γράφεις, να ξαναγράφεις ό,τι ονειρεύτηκες, ό,τι έχασες, ό,τι το ανεπανόρθωτο, ζεις τη μεγαλύτερη δυστυχία που μπορεί να ζηλέψει άνθρωπος.

*

Καθένας απ’ όταν γεννιέται, κουβαλά ένα μικρό κομμάτι της ανθρώπινης τραγωδίας.

Ερημιά κρύβεται κάτω από τα ρούχα. Όταν γδύνομαι λοιπόν, δείχνω την ερημιά μου. Όταν ερημώνω με κάποιον άλλο, νιώθουμε πως μαζί βγαίνουμε έξω απ’ τον χάρτη της καταστροφής.

Η ρήξη δεν είναι ελευθερία παρά δέσμευση με την κριτική επίγνωση των πραγμάτων.

*Από το βιβλίο “Τα απόμακρα σώματα”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2019. Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.

Λεονάρδος Π. Χατζηανδρέου, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΑΥΓΟ

Αμυδρό μειδίαμα
στο μισόφωτο
χαράζει γλυκά
το κέλυφος της νύχτας
στο τέλειο σχήμα
του αυγού της ζωής

αχνά τα χρώματα
και η φωνή
νότα χαμηλή
της πρώτης αχτίδας·
αργόσυρτο
ξεμούδιασμα πρωινού.

Ας περιμένουν λίγο
η εγερτήρια σάλπιγγα
και τ’ άλογα
ανυπόμονα στον στάβλο
με τα καινούργια πέταλα
και τη χαίτη χτενισμένη.

Αποζητά τις στιγμές της
η γέννηση
πριν τον αγώνα.

*

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΝΩΕ

Οι ιδέες ριπές
μαστιγώνουν τον νου.
Οι λέξεις χαλάζι.
Πλημμυρίδα
οι νεόφερτες προσδοκίες.

Πνίγεται η σκέψη
στα κύματα των λογισμών
και εσύ
ακόμη αναζητάς
την κιβωτό σου.

*

Η ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ ΣΟΥ

Πολιορκημένος
αμήχανα αντικρίζεις
την πύλη της εξόδου.
Αναποφάσιστος
δίχως επίγνωση
πως οι περιπλανήσεις
μέσα στα τείχη
θα αναλώνουν την ορμή
και των ερώτων οι κορφές
τα οχυρά θα έχουν για σκιά τους.

*Από τη συλλογή «Το κοσμικό αυγό», Εκδόσεις «Στοχαστής» 2021.

Ορχάν Βελί Κανίκ (1914-1950), Δύο ποιήματα

ΛΕΞΕΙΣ

Έχεις μια ομορφιά
μέσα στον καθρέφτη,
άλλη στο κρεβάτι.
Αγνόησε όσους ψιθυρίζουν
ντύσου
βάλε το κραγιόν σου.
Έλα
να τους εκνευρίσουμε
στο καφενείο
την ώρα του περιπάτου.
Άσ’ τους ν’ αναρωτιούνται
είσαι φίλη μου
δεν είσαι;

*

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ

Είναι, κάθε μέρα, η θάλασσα τόσο όμορφη όσο αυτή;
Μοιάζει ο ουρανός έτσι όπως αυτός όλη την ώρα;
Αυτό το έπιπλο, αυτά τα παράθυρα,
είναι πάντα όμορφα όπως τώρα;
Όχι,
ορκίζομαι στον Θεό
υπάρχει κάτι παράξενο που συμβαίνει.

*Απόδοση απ’ τ’ αγγλικά: Σ.Θ.

Δίστομο | Γιώργος Πρεβεδουράκης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΤΕ ΤΟΝ ΧΟΛΑΡΓΟ

Έχω ένα μυαλό που ατρόφησε

από την χρόνια καλοπέραση

στις εφεδρείες

τα σπλάχνα μου σάπισαν

στις κίτρινες τέντες

συχνάζω στη λέσχη

απόστρατων σιτιστών

κοτζάμ λεκανοπέδιο

εγκλωβισμένο στο ασανσέρ

την ώρα που οι θυρωροί

κι οι πυροσβέστες σχολάνε

στοιβάζοντας τσόφλια

στην αιώρα της πιλοτής

βαφτίζω κατόπιν προτροπής

το κλούβιο αυγό

των καιρών μου          μελάτο

λέω τα χρώματα ασήκωτα

και το βάρος θολό

την άδεια για περίπτερο

την έχω μοσχοπουλήσει

είναι κι η μελαγχολία μου άκρως συμβολική

χρήσιμη

καθώς οδοντική κλωστή

για τους κοπτήρες των φυτοφάγων

κάτι Δευτέρες καθαρές

και κάτι μαύρες Παρασκευές

είναι που γίνομαι κανονικός

ωτακουστής ή αν προτιμάτε ματάκιας

τα φώτα ομίχλης βλέπω ν’ ανάβετε

μη τύχει και συγκρουστούν οι γειτονιές

μετωπικά        κι έχουμε άλλα

βαθειά μες στο αυθαίρετο δώμα

οι παιδικές μου πρωτομαγιές

πλάθουν ανέμελες πλαστελίνες φωσφόρου

πνίξε τη μπουκιά σου

να τελειώνουμε          ο ήλιος

παραμένει πλάσμα φασματικό

αδύνατο να διανεμηθεί στον…

View original post 164 more words

Vaggim, Τρελός λαγός

Ήρθε του Σαχτούρη ο τρελός λαγός.
Στο κλουβί μου μπαίνει.
Του ‘πα μην το κάνει
του τρελού λαγού.
Δεν καταλαβαίνει.
Μου ‘πε πως φοβάται την αποκριά.
Και τους κρότους τρέμει.
Μου ‘πε να πετάξω όλα τα κλειδιά.
Στο κλουβί θα μένει.
Αχ, πόσο λυπάμαι ,
βρε τρελέ λαγέ.
Βγες.
Μην μας πικραίνεις.
Βγες.
Και σάλτο δώσε. Πέτα αετέ.
Στο κλουβί μην μένεις!!
Η αποκριά σου, ψεύτικη θαρρώ…
Ποίημα που ξεφτάει.
Βγάλε αυτή τη μάσκα…
Γίνε στον καιρό, σκέψη που γυρνάει!!
Για κλουβί δεν είσαι
βρε τρελέ λαγέ.
Κάγκελα μη φτιαχνεις.
Σπασ’ τα και ξοδέψου
τρέξε άμοιρε!!!
Τρέξε…
….και θα μάθεις
πως φτερά όποιος έχει,
πόδια ή ψυχή
στο κλουβί δεν μένει,
γιατί αν λουφάξει και κουρνιάσει εκεί
ποια ζωή προσμένει;

Με άκουσε επιτέλους ο τρελός λαγός,
πήδηξε…
Εχάθη..
Μα τα βήματά του τ’ άφησε σωρό
κάποιος
να
τα
μάθει…

*Από εδώ: https://losinnuendos.com/2022/05/08/τρελοσ-λαγοσ/

Γρηγόρης Σακαλής, Γαλήνη ψυχής

Σ΄ένα ξέφωτο
περπατώντας μέσα
στο δάσος, βρέθηκα
είχε ένα ρυάκι
που έτρεχε
σε μια μικρή κατηφοριά
και έφτιαχνε
μια λιμνούλα
ήταν κάτι εξωτικό
πουλιά κελαηδούσαν
κάθισα κάτω
ξάπλωσα στο χόρτο
έκλεισα τα μάτια
και χάθηκα
δεν ξέρω πόσο
μία ώρα
ή ένα αιώνα
όταν ξύπνησα
ήταν νύχτα
ξαστεριά
τ΄αστέρια έλαμπαν
και η ψυχή μου
είχε γαληνέψει.

Μάριος Χάκκας, Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις

Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις
με τις καμπύλες των λόφων στα μάτια
κι ήρθα προς τους ανθρώπους
με τις σωστές λέξεις στο στόμα
και την ελεύθερη κίνηση των χεριών.
Κατέληξα με μια τσάντα
που επαλήθευε το νόμο της βαρύτητας
στην ατέλειωτη άσφαλτο
πληρώνοντας φόρους και διαπύλια
φθείροντας την ακμή μου
ανάμεσα σε πλαστικά γιασεμιά
γδέρνοντας το λαιμό μου στους τοίχους
μ’ ένα μπρελόκ που τα κλειδιά του
δεν ταίριαζαν σε καμιά ανθρώπινη πόρτα.

*Από τα “Ποιήματα”, Εκδόσεις , Κέδρος, 1978.
**Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2022/05/05/stathika-stis-daidalodeis-poleis-marios-chakkas/

3 ποιήματα | Ευθύμης Λέντζας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

lentzas

Σήμερα ξύπνησα στην ομίχλη –
γυμνόκλαδος πόνος.
Παράξενη βροχή: από τον ουρανό
στο κόκκαλο∙ μια μουσική σε πτώση.
Να περνάει ψυχρός ο κίνδυνος: από
τις φυλλωσιές στο σώμα.
Αβέβαιος σηκώθηκα πάλι.
Σίγουρο το δέρμα που συγκίνησα, με
χείλια τραύματα: σωθικά του αλκοόλ.
Ματάκια μου που δεν σας πίστεψα∙
αύριο πώς θα σωθώ;

***

Η φριχτή φορεσιά – το σώμα μου,
άυπνο ανάμεσα σε τόσα βλέμματα.
Άοσμα χέρια μικρών αγαλμάτων.
Η πρώτη νύχτα στη θάλασσα,
μια παράξενη Πέμπτη με στήθη θαύματα∙
δανεικός ουρανός για τα τυχαία μάτια μου.
Αδύνατον να σηκωθώ από τέτοιο θάνατο.

***

Πρωινό στο μπαλκόνι κι η Λάρισα
απέραντη όπως το σώμα της γυναίκας
που αγαπώ, πριν ξετυλίξει η μέρα τα
στολίδια της – χαμόγελο σβηστό σαν
αποτσίγαρο βρεγμένο μοναξιά.
Είναι σκληρή η ψιχάλα, διώχνει τα
αδέσποτα σκυλιά, σμίγει το φόβο,
σφίγγει τα ανυπεράσπιστα οστά μου.

View original post

Αλέξης Τραϊανός (20/10/1944-7/5/1980), Τρία ποιήματα

ΥΔΡΙΑ

Σου έδινα συνέχεια σου έδινα
Και συ έπαιρνες συνέχεια έπαιρνες
Και δεν ήξερες πως παίρνεις
Δεν ήξερες κι ούτε ποτέ θα ξέρεις
Πώς η ψιχάλα γίνεται βροχή
Κατακλυσμός η βροχή κι ύστερα θύελλα
Και μένεις γυμνός δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι
Δίχως φωτιά δίχως βοήθεια
Στην τέλεια εγκατάλειψη στην πλήρη ερημιά
Όπως αδειάζει μια κάμαρα σαν αφαιρέσεις
Έναν πίνακα ή κάποιον καθρέφτη
Κάτι δικό σου τέλος πάντων
Αναπόσπαστο με τον εαυτό σου
Που σ’ όριζε να υπάρχεις δεμένος μαζί του
Και τώρα μόνο να θυμάσαι ξέρεις
Τώρα που λιγοστεύει η βροχή πάνω απ’ την πόλη
Και ξημερώνει πάλι όπως αύριο όπως χτες
Στα προπύλαια τούτης της μέρας παρατημένος
Θα σε θυμάμαι
Όπως το τελευταίο όνειρο τον τελευταίο λυγμό
Με μιαν υδρία ποιήματα κάθε πρωί

*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες” (1973).

*

ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Νύχτα της Τετάρτης 29 του Γενάρη 1974

1.

Κι έπειτα ήρθες να που έπρεπε βέβαια να ’ρθεις
Αγάλι σέρνοντας τη φρίκη μιας πληγής παντοτινής
Μέσα στο πιο αποτρόπαιου τέλους τον κρότο
Στο μαύρο αδιέξοδο στην άβυσσο του νου

Να που έπρεπε την καρδιά σου κομμάτια να ’βλεπα
Κάτω από ’να ξεθωριασμένο πράσινο κοστούμι
Τυπικό και άψογο σ’ ένα λευκό τραπεζομάντιλο σκυμμένο

Πέρασαν τόσα χρόνια πέρασε ο καιρός
Πλυμένο κίτρινο παλιό το φως
Έπεφτε πάνω σου σαν τίποτα και σαν ανυπαρξία

*Από τη συλλογή “Η κλεψύδρα με τις στάχτες” (1975).

*

ΟΠΩΣ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Στον Γιώργο Κάτο

Όπως τα δέντρα
Όπως τα δέντρα μαζεύοντας τη νύχτα μέσα τους
Όπως τα δέντρα έζησε
Τρέμει και βήχει

Κουράστηκε ο άνεμος να περνά στο πρόσωπό του
Σκουριασμένα φύλλα
Την ερημιά

Πέφτουν όλα σ’ ένα μεγάλο φλιτζάνι καφέ
Το κόκκινο της καρδιάς και το μεγάλο γαλάζιο
Πέφτουν και πίνει την ίδια κόκκινη καρδιά του
Και για κανέναν πια δεν είναι
Υποθετικά υπάρχει
Τρέμει
Και πότε πότε τραντάζεται από ’να σπασμένο βήχα

*Από τη συλλογή “Η κλεψύδρα με τις στάχτες” (1975).