Gregory Corso (1930-2001), Για τον Μάιλς

Ο Gregory Corso στο “The Seven Arts Coffee Gallery”, New York City, 1959

Ο ήχος σου αψεγάδιαστος
αγνός και ολοκληρωμένος
ιερός
σχεδόν βαθυστόχαστος

Ο ήχος είναι ο ήχος σου
αληθινός και από μέσα σου
μια ομολογία
αισθαντική και όμορφη

Ποιητή που ο ήχος σου παίχτηκε
χάθηκε ή ηχογραφήθηκε
μα ακούστηκε
θυμάμαι εκείνη τη νύχτα το ’54 στο Open Door
όταν εσύ και το πουλί
εκτελούσατε στις πέντε το πρωί κάποια εκπληκτική
ωστόσο αδιανόητη παρτιτούρα.

*Από το βιβλίο «Ποιήματα για την τζαζ» (δίγλωσση -ελληνικά και αγγλική- έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.

«Μαύρες Ρίζες» – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΕΜΠΕΛΗ*

Το βιβλίο, για το οποίο σήμερα γίνεται λόγος εδώ και κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις «Στοχαστής», μου κράτησε συντροφιά αρκετές μέρες του Φλεβάρη (περίοδο, συμπτωματικά, κατά την οποία η Αμερική γιόρταζε το Black History Month) και το διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον, ομολογουμένως. Κι εκείνος που έκανε τη μετάφραση και την ανθολόγηση αυτής της συλλογής, όπου παρουσιάζονται δεκαοχτώ Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου, δεν είναι άλλος απ’ το Νίκο Λάιο, κοινωνικό ανθρωπολόγο, με τον οποίο είχα ήδη συζητήσει κάποια πράγματα που μπορείτε να διαβάσετε κι εσείς σ’ αυτήν την ανάρτηση.

Παρά το ότι όμως, είχε αναφερθεί στις επιλογές του τότε, το πόσο βαθιά βούτηξε – ή να γράψω καλύτερα έσκαψε;- στην ελληνική γλώσσα, για να διαλέξει μία μία τις κατάλληλες λέξεις, ώστε να μεταφράσει αυτά τα ποιήματα, δε μπορούσα να το φανταστώ. Το μεράκι κι η αφοσίωση του, εύκολα συνάγονται πάντως, απ’ το αποτέλεσμα. Και τι κέρδος για ‘μας που διαβάζουμε αυτό το βιβλίο, το να θυμόμαστε λέξεις που τείνουν να εκλείψουν, το να ψάχνουμε τη σημασία άλλων… Πρωτίστως βέβαια κι απείρως σημαντικότερο, είναι το ότι τον δικαιώνει αυτή η στάση του. Ο μόχθος του αποδίδει επειδή δε μεταφράζει απλώς, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα γήινη, ιδιωματική, μεστή, με μελωδικότητα, αλλά εξοικειώνοντας μας έτσι και με το ύφος των εκπροσώπων μιας εποχής που τόσα κοσμοϊστορικά γεγονότα και τόσα κοινωνικά κινήματα την καθόρισαν. Μας κάνει ν’ «ακούμε» τη φωνή τους, γυρίζοντας μας πίσω στο χρόνο και ρίχνοντας μια σημαντικότατη γέφυρα, έτσι, διαλεκτικής θα έλεγα, επικοινωνίας, με το παρόν που βρίθει συγκρούσεων και διλημμάτων.

Στο σημείωμα του μεταφραστή που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου, εξηγεί μεταξύ άλλων, με ποιο τρόπο δούλεψε: «κοιτάξαμε να αξιολογήσουμε άντρες και γυναίκες, χωρίς φιλτραρίσματα στη βάση ιδεολογικών ή άλλων πεποιθήσεων. Όπου στάθηκε δυνατό, προτιμήσαμε ποιήματα μικρά σε έκταση, κάνοντας χώρο για περισσότερους ποιητές και ποιήτριες, οπτικές και θέματα.

Περιοριστήκαμε, ακόμα, σε ποιητές και ποιήτριες που βοηθάνε μιαν ιδέα «γενιάς», «φουρνιάς» του Μεσοπολέμου, με κριτήριο την «ποιητική» ηλικία πιο πολύ, παρά τη φυσική…» Έτσι, βρήκα ποιήματα που περίμενα όπως αυτά των: Λάνγκστον Χιουζ, της Ανν Σπένσερ, κ.α. Έχοντας διαβάσει μάλιστα, ορισμένα, όπως αυτά του Κάουντέη Κάλλεν στο πρωτότυπο (μου έρχονται στο νου, πάντως κι άλλα, όπως το «Quashie to Buccra» του Κλωντ Μακ Κέϋ που έχει ανάλογες ιδιαιτερότητες με το «Ο Γέρο-Ρήγας Μπάμπακας» του Στέρλινγκ ‘Αλλεν Μπράουν), έχω και μια ιδέα, του πόσο δύσκολο ήταν το έργο του.

Ο Στέλιος Ελληνιάδης, με τη σειρά του, σε μια εξαιρετικά εμπεριστατωμένη εισαγωγή, μας θυμίζει ποιες ήταν οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της εποχής για τους μαύρους, πόσες διακρίσεις αντιμετώπιζαν καθημερινά και σε πόσα επίπεδα έπρεπε ν’ αγωνιστούν για να πετύχουν τις όποιες αλλαγές συντελέστηκαν, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι και στις μέρες μας δεν αντιμετωπίζονται συχνότατα ως υποδεέστεροι, ως πολίτες β’ κατηγορίας (και μόνο τα περιστατικά όπου υφίστανται αλόγιστη αστυνομική βία ν’ ανακαλέσουμε, με πιο πρόσφατη την υπόθεση Τζορτζ Φλόιντ, αρκεί).

Μιας και υπάρχει εδώ στο blog πάντως, απόσπασμα απ’ το σπουδαίο κείμενο του Γουίλιαμ Έντουαρντ Μπέρχαρν Ντυ Μπουά, «Strivings of the Negro People», στο οποίο περιέγραφε τι σήμαινε για ‘κείνον να ορίζεται ως ..πρόβλημα εξαιτίας του χρώματος του δέρματός του κι αναγνώριζε την υπαρκτή διττότητα του να είναι Αμερικανός Νέγρος (η λέξη δεν είχε τότε τις σημερινές απαξιωτικές συνδηλώσεις, κάτι που εξηγεί κι ο Λάιος με άλλη αφορμή στο βιβλίο), θα σας προτείνω να το διαβάσετε επικουρικά. Αναλύει άλλωστε τις υπαρκτές προκλήσεις μιας ολόκληρης εποχής, απ’ την οπτική εκείνων που πρωτίστως τις βίωναν.

Και συνεχίζοντας, θ’ αναφέρω ότι βρήκα πολύ χρήσιμη – κι όχι απλά λογικά αναμενόμενη-, την επιλογή του κυρίου Ελληνιάδη, ν’ αναλύσει τη σχέση της τζαζ μουσικής και περισσότερο αυτής των μπλουζ, με την λογοτεχνική παραγωγή (αρκετά άλλωστε απ’ τα ποιήματα της συλλογής, έχουν μελοποιηθεί και τόνισε κι ο μεταφραστής της στην κουβέντα μας, αυτή τη σύνδεση). Κι ενώ θα μπορούσα να παραθέσω περισσότερα από ένα αποσπάσματα, θα περιοριστώ εσκεμμένα σ’ αυτές τις λίγες γραμμές όπου η ουσία συμπυκνώνεται σ’ ένα συμπέρασμα και μια σχεδόν ρητορική, ερώτηση: «όποιο ήχο που έχει παγκόσμια διάχυση κι αν σηκώσεις στην Αμερική θα βρεις από κάτω μία μαύρη ρίζα. Ή, όπως μας το έθεσε ένα απόγευμα την άνοιξη του 1990, πίνοντας καφέ στο Σύνταγμα, ο μεγάλος σαξοφωνίστας Άρτσι Σεπ, «πώς θα ήταν ο κόσμος αν δεν υπήρχαν οι μαύροι;»

Η λαϊκή, ανεπιτήδευτη ποίηση των μπλουζ με τη λιτότητα των εκφραστικών της μέσων, την υποβλητική επαναληπτικότητα και το σπαρακτικό – συχνά – ρυθμό της, ήταν επόμενο να επηρεάσει τους δημιουργούς του Μεσοπολέμου. Όπως έχει σχολιάσει, μάλιστα, ο Έρικ Τζ. Χομπσμπομ στο βιβλίο του «Η σκηνή της τζαζ» («Εξάντας», 1988): «Η αντίληψη για τη ζωή που εκφράζουν τα μπλουζ είναι ώριμη, ειλικρινής, χωρίς αυταπάτες και υποκρισία και γι’ αυτό η ποίηση τους θυμίζει τόσο συχνά τους στίχους του Μπρεχτ, ο οποίος έχει κι αυτός εμπνευστεί από την αμεσότητα του λαϊκού τραγουδιού…»

Αυτές οι εκλεκτικές συγγένειες, δε μπορούν λοιπόν, θεωρώ, να αποδοθούν στα ελληνικά, με μια γλώσσα ανάρμοστα σύγχρονη. Τα ποιήματα που κουβαλούν μνήμες δουλείας, κάματου, τρόμου, φρίκης, αλλά και φλογερής αντίστασης, ακόμη ακόμη και αισθήματα μεγάλης ψυχικής ανάτασης – πότε με όχημα ντοπιολαλιές του Νότου και πότε με τη μητροπολιτική αργκό -, δε θα μπορούσαν να τύχουν μοντέρνας μετάφρασης και να παρουσιαστούν έτσι, αναπόφευκτα, αποκαθαρμένα κατά κάποιο τρόπο, απ’ το ιστορικό τους παρελθόν και τις ιδεολογικόπολιτικές τους φορτίσεις. Εξάλλου, τα νοήματά τους είναι σημερινά κι αυτό είναι που μετράει περισσότερο. Ψάχνουμε κι εμείς τη θέση μας στον κόσμο, μ’ έναν παρόμοιο τρόπο, με τους δημιουργούς της συλλογής. Μοιραζόμαστε κοινές αγωνίες, διαχειριζόμαστε ποικίλες ματαιώσεις, κρατάμε ψηλά, μα καθημερινή προσπάθεια, λάβαρα ελπίδων. Σπουδαία δουλειά έκανε λοιπόν, απ’ αυτή την άποψη, με την ανθολόγηση και τη μετάφρασή του ο Λάιος και πολύ χαίρομαι, που κυκλοφορεί ένα τέτοιο βιβλίο στη χώρα μας.

Ξεχώρισα πολλά ποιήματα, ειν’ η αλήθεια, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, όπως το «Φλάμπουρο» της Τζέσση Ρέντμον Φώσετ, τα «Άσπρα πράγματα» της Ανν Σπένσερ, το «Σαν πρέπει να πεθάνουμε» και το «Λυντσάρισμα» του Κλωντ Μακ Κέϋ, το «Πορτραίτο» της Ανίτα Σκοτ Κόλμαν, το «Χαιρετισμό στη σημαία» και την «Εναποθήκευση» της Έστερ Πόπελ Σω, το «Μέρα και Νύχτα» του Λούις Γράντισον Αλεξάντερ, το «Γεροί άντρες» και το «Ο Γέρο-Λεμ» του Στέρλινγκ ‘Αλλεν Μπράουν, το «Ανάμεσα στον κόσμο και σε μένα» του Ρίτσαρντ Ράϊτ, κ.α. Ίσως, άλλη στιγμή, να επανέλθω, δημοσιεύοντας κάποιο απ’ αυτά που δεν αναφέρω.

Ο μεταφραστής της συλλογής, έχει φροντίσει επίσης, ώστε να υπάρχουν τα βιογραφικά όλων των δημιουργών, βαλμένα μάλιστα, πριν απ’ τα ποιήματά τους, κι έχει παραθέσει σημειώσεις με τη μορφή υποσέλιδων παραπομπών όπου χρειάζονταν, ώστε όλα μας να καταλαβαίνουμε τα σημασιολογικά φορτία συγκεκριμένων λέξεων και να μας είναι σαφείς οι μεταφραστικές του επιλογές.

Έτσι, σε δεύτερο επίπεδο, διαπιστώνουμε και το ρόλο που έπαιξαν περιοδικά όπως το «The Crisis» της διαφυλετικής συλλογικότητας NAACP (National Association for the Advancement of Colored People), συσπειρώνοντας διανοητές και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών.

Γενικά, η έκδοση που σχεδίασε ο Λουκάς Αξελός, είναι πολύ προσεγμένη και χάρηκα που παρατήρησα τα μικρά κοσμήματα στους αριθμούς των σελίδων και κάτω απ’ τα ονόματα των συγγραφέων. Το εξώφυλλο επιμελήθηκε η Χριστίνα Ανδρέου και τις τυπογραφικές διορθώσεις έκανε η Δάφνη Ανδρέου.

Στο βιβλίο παρουσιάζονται κατά σειρά ποιήματα των: Τζόρτζιας Ντάγκλας Τζόνσον, Τζέσσης Ρέντμον Φώσετ, Ανν Σπένσερ, Έφι Λη Νιούσαμ, Κλωντ Μακ Κέϋ, Αννίτας Σκοτ Κόλμαν, Τζην Τούμερ, Έστερ Πόπελ Σω, Λούις Γκράντισον Αλεξάντερ, Στέρλινγκ Άλλεν Μπράουν, Λάνγκστον Χιουζ, Γκουέντολιν Μπεννέτας Μπέννετ, Άρνα Γουέντελ Μπόντομ, Κάουντεη Κάλλεν, Φρανκ Μάρσαλ Ντέηβις, Έλλην Τζόνσον, Ρίτσαρντ Ράϊτ, Μέης Βιρτζίνια Κάουντερυ.

Και αντί επιλόγου, θα σας αφήσω με λίγες γραμμές απ’ το ποίημα «Μαύρα χέρια έχω δει» του Ρίτσαρντ Ράϊτ:

«Είμαι μαύρος κι έχω μαύρα χέρια δει, μιλιούνια και μιλιούνια

από δαύτα,

Από μιλιούνια μάλλινους σωρούς και φανελένιους μικρούλια

μαύρα δάχτυλα έχουν απλώσει ανάστατα και πεινασμένα,

ν’ αρπάξουν τη ζωή…»

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο της Αικατερίνης Τεμπέλη εδώ: https://aikaterinitempeli.wordpress.com/2022/03/02/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%B5%CF%82-%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CF%86%CF%81/?fbclid=IwAR1jYkVtLLu5JzFyf_hF9fURyVndolLJka4R33n325eWH1-6V_x501qh3wk

Πάνος Κυπαρίσσης, Οκτώ μικρά ποιήματα

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΟΛΗΣ

Μια σταγόνα φως
ανοίγει μες στη νύχτα

Κι αυτό δεν είναι απειλή

*

ΤΕΤΟΙΑ ΚΟΙΤΗ ΚΟΙΤΩ

Οι φωλιές
δένονται με χορτάρια μεταξωτά

Τι να ξέρουν άραγε τα πουλιά
Και μαλακώνουν το μαξιλάρι;

*

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Κάποτε η γλώσσα
είναι επινόηση φυγής κάποτε εξουσίας

Τη γλώσσα του θανάτου δεν έμαθες
ποτέ να στρατηγείς

*

ΓΕΝΙΑ ΜΟΥ ΒΙΑΣΤΙΚΗ

Βλάστησε πλάι στ’ άροτρο και στο ζυγό
και φεύγει μ’ ό,τι πήρε κι έφερε
σε φέρετρο ψηφιακό

*

Η ΕΥΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Όσο κι αν στην τεθλασμένης επιμένεις
όση ζωή στα γόνατα να ζητιανεύεις
στο ίδιο σημείο θα βρεθείς

*

ΑΥΤΟΥΡΓΟΙ

Οι νεκροί έχουν στέρεες απαντήσεις

Τη σκανδάλη
την πτώση
το μέσα σκοτάδι
την αδιαφορία επούλωσης
των αποσιωπητικών

*

ΘΑΝΑΤΟΣ

Λάμπει αυτός όσο το φως
κι αθέατος σε συντροφεύει

Αθέατος και σε θηρεύει

*

ΜΙΚΡΗ ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

Θα μου χυθεί η ψυχή μέσα στη νύχτα
φωσφορίζοντας σιωπές και φωνούλες
που μάζευα

*Από τη συλλογή “Μαύρο βαμβάκι”, Εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2009.

Στράτος Κοσσιώρης, Τέσσερα ποιήματα

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ

Οι άνθρωποι γύρω μου
κλειστά παραθυρόφυλλα
ερειπωμένων σπιτιών
Κάποτε τρίζουν
στο άξαφνο πέρασμα του ανέμου
κι έπειτα, για πάντα, σιωπούν.

*Από τη συλλογή “Ύστατος Καπνός”

*

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’60

Θαρρείς πως ανήκε σε μιαν άλλη εποχή
κυκλοφορούσε ατημέλητος
-εκτοπισμένος από την ίδια τη ζωή-
μ’ ένα τσιγάρο μόνιμα στο χέρι.
Είχε μακριά μαύρα λιγδωμένα μαλλιά
φόραγε γυαλιά μυωπίας και μόλις που έσερνε
σκυφτός
τα λιωμένα του σανδάλια.
Τον λυπόμουν μα τον απέφευγα
όποτε τύχαινε να τον συναντήσω στον δρόμο.
Μικρός τότε
τον παρακολουθούσα πίσω από το τζάμι
να περιφέρεται στη γειτονιά
ώσπου μια μέρα χάθηκε εντελώς.
Τα χρόνια πέρασαν
όμως συχνά διαισθάνομαι
πως και για μένα ένα κρυφό ναυάγιο
-που στοίχειωσε τα παιδικά μου μάτια-
αρχίζει ν’ αχνοφέγγει στον ορίζοντα
και κατακλύζει τη σκέψη μου ξανά
ο χαμένος της δεκαετίας του ’60.
Θα του χάριζα τώρα
απλόχερα τη φιλία μου
αν τον έβλεπα να ξεπροβάλλει από μια γωνιά.

*Από τη συλλογή “τα κάρβουνα”

*

ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ

Μεταξουργείο,
με τα παρηκμασμένα πορνεία
τους Ασιάτες μετανάστες
και τις άξεστες κωλόγριες.
Αμετανόητος
ακολουθώ τα μονοπάτια σου
που όλα οδηγούν
στο αδιέξοδο.
Καθώς με ξεπλένει
με τις λιγοστές σταγόνες
πού τις απόμειναν
η τελευταία νεροποντή.

*Από τη συλλογή “Ακόμα λίγα κάρβουνα”

*

ΕΡΜΙΟΝΗ ΜΟΥΣΕΛΙΜΗ

Ένα μεγάλο όστρακο που κλείνει ανεπαίσθητα…
Παλεύω με την κατάθλιψη για χρόνια.
Μην απορείς πώς βρέθηκες εδώ
Κάτω απ’ τον ήλιο του καλοκαιριού
Απεγνωσμένα ψάχνοντας κοχύλια και κροκάλες.
Πάνω στην καυτή κίτρινη άμμο
Σπειροειδείς έλικες, σχήματα γεωμετρικά περίτεχνα
Σαν μικρά κενοτάφια διάσπαρτα ριγμένα.
Κι η γεύση της αρμύρας.
Μην απορείς πώς βρέθηκες εδώ.
Το μαύρο λιθάρι θυμήσου
Στην ακροθαλασσιά
Που έσυρες με όλη σου τη δύναμη
Κι ένιωσες τα νοήματα να μυρμηγκιάζουν το κορμί σου.
Όπως όταν ανακαλύπτεις ξαφνικά ζωή
που κρύβεται κάτω απ’ τον βράχο.
Εμείς οι ξεγραμμένοι
το άλας είμαστε
της γης.

*Από τη συλλογή “Η μόνη αθανασία”

**Τα ποιήματα αυτά συμπεριλαμβάνονται στη συγκεντρωτική έκδοση “Η μόνη αθανασία, Ποιήματα 2006-2021”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2021.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Δύο ποιήματα

ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

… Φυσάει κάποτε η νιότη τους κατά δω
σαλεύοντας τις φυλλωσιές της ερημιάς μας
κόβει στα δυο το σύγχρονο λιοπύρι
η μακρινή τους νιότη μουσική που δεν τελειώνει
παλικαριά που κυματίζει τώρα στα καινούργια στήθη

*Από τη συλλογή “Στοιχεία βιογραφίας” (1962).

ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ ’89

Οικολογική αποτέφρωση
φρονημάτων

-έστω λοιπόν
ας ολοκληρωθεί το μάταιο

να επιστρέψει το λευκό στο χαρτί
να επιστρέψει το χαρτί στο δέντρο
να ανεβεί ψηλά
καπνός
η ψυχή

*Από την ενότητα “Εγγενής μεροληψία”.

**Από το συγκεντρωτικό τόμο “Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ποιήματα (1962-2018)”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2020.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Η Οδύσσεια του Αμίρ 

Με λένε Αμίρ.
Ανέμελος ζούσα
σε μια μικρή γειτονιά.
Είχα μια όμορφη οικογένεια
και φίλους καλούς.
Μέχρι που ήχησαν
πολέμου τύμπανα.
Με λένε Αμίρ.
Είδα το σπίτι μου σε ερείπια
κι έφυγα μακριά.
Το πλοίο της νέας μου ζωής
δεν είχε όνομα.
Με λένε Αμίρ
και ψάχνω λίγα ψίχουλα ζωής,
μα θέλουν πίσω να με στείλουν
με μια σπρωξιά να μπω ξανά
στην φρίκη του πολέμου.
Με λένε Αμίρ.
Η μητέρα μου χάθηκε στον πόλεμο
κι η αδερφή μου πνίγηκε στο Αιγαίο.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ

Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια
της βυσσινιάς, σάβανα λευκά
για βασίλισσες, για παιδιά.

Άλλος παγώνει στην Κολιμά
κι άλλος φλέγεται κάτω
από τον Ήλιο του Σατανά.

Μες στις καρδούλες
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.

Κι όλο πέφτει χιόνι
Στους κήπους στις αυλές,
νέα κορμιά
για τους εμπόρους,
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.

Κυρίες, κύριοι
γδυθείτε, από το μέσα ψύχος
κανένα ρούχο δεν σας ζεσταίνει.

Κυλήστε ωραία έλκυθρα
Στην χιονοθύελλα της αγάπης μου.

*

ΚΑΡΦΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ

Έρχεται στιγμή που είναι υψωμένο το λεπίδι
Λάμποντας από τα σωθικά ώς το κρανίο
Ευτυχισμένος ο θνητός
γυρίζει στον δημιουργό του

Κύριε, του λέει, κόψε κι άλλο από το σαράκι
Αφαίρεσε το σάπιο ξύλο
Μη λυπηθείς μάτια ωραία, χείλη αιρετικά
Κνήμες αγαλμάτων
Ναό του χυμένου αίματος μην υπολογίσεις
από την τάξη των επιπλωμένων.

Μάστορα θάνατε,
τί δύναται το σώμα μη ρωτήσεις.
Με μια πνοή καρφί να μην αφήσεις.

Ελαφρύ το κρεβατάκι της σάρκας, ξυλουργέ μου!

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας – Σεράτια Μαρκένσες, Τρία ποιήματα

LACANDONA

φύγε
να δούμε τι θα καταλάβεις

φύγε
χωρίς άγχος

έτσι κι αλλιώς
αποκλείεται να σε βγάλουν υπέρβαρη στο check-in
με τόσα κενά στις αποσκευές σου

“μέσα υπάρχει το όχι
έξω κοχλάζει το ναι”

Ν. Καρούζος

εσύ πάντως
χαμπάρι δεν πήρες

μέσα-έξω

Ο ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ έΜΠΩΡ

οφείλει να το γνωρίζει
κάθε μελλοντικός αγοραστής
που τη βλέπει στη βιτρίνα
και δακρύζει

ο αισθητήρας της
δεν αντιλαμβάνεται
όλα τα χρώματα
εντελώς σωστά
(ιδίως τις αποχρώσεις του κόκκινου)

και το κλείστρο τηε
αργεί ν’ ανταποκριθεί
στις απότομες αλλαγές του φωτός

αν μιλάμε βέβαια για την canon fx2

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερα σονέτα – για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα), Θεσσαλονίκη 2006.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ενοράσεις του καιρού μου

Κοινοποιώ τον οίκτο μου απόψε
γι’ αυτούς που αρνήθηκαν τον πλούτο των προγόνων τους
κι άρχισαν να διαλογίζονται πάνω από άψυχα κορμιά
στοιβάζοντας ενοχές
και τα κρυφά τους χάχανα
Κοινοποιώ τον εμετό που έκανα πάνω στο
πορφυρό ιμάτιο του ψηφιδωτού βασιλιά
πάνω στις κρυφές πανουργίες, τις αποπλανήσεις,
το μολυσμένο αίμα
Κοινοποιώ τη λύπη μπροστά στα άδεια βλέμματα
στα σώματα που δεν γρηγορούν
στα χέρια τα ξερά που δεν σφίγγουν
στην πρώτη χειραψία
Κοινοποιώ τη θλίψη του πολέμου
κι εκείνη την άχαρη ειρήνη
που δεν μου δίνει τίποτε να κοινοποιήσω
το διαλυμένο χέρι που εξέχει κάτω από το σεντόνι
τις απαγγελίες των χιμπατζήδων
μαζί με
τη δημοσίευση του φίλου μου που πήγε στην Αλάσκα
το κρασί που ήπια στα γενέθλια
το φόρεμα που φόρεσα στα γενέθλια
τον κρυφό μου πόθο
την άρνηση
τον βιασμό μου
Κοινοποιώ την ήττα μου απόψε
τη ρητή λέξη
τη μία
την ποίηση
που γράφω στα πλήκτρα χτυπώντας σαν
σεβαστιανό σόλο
Κοινοποιώ εμένα κι εσένα
το ψεύτικο φως που ρίχνει τις σκιές τους
στη σπηλιά μας
τις φωνές τους στ’ αυτιά μας
τα λόγια τους και τα δικά μας
τη ματαίωση κοινοποιώ
και την απελευθέρωση
από τα αόρατα δεσμά μου

Γιάννης Λειβαδάς, Άκρα

[Εκδοχή τρίτη]

Το αύριο είναι κάτι με το οποίο

σκουπίζω τα χέρια μου.

Περιπλανώμενη αδελφική καρδιοσύνη,

αυτή η διάσειση η κουβέντα

πέφτει κάποιες στιγμές προξενώντας

μια βαθιά θλίψη που είναι άλαλη,

αυτή που από καιρό έχει λείψει –

σαν οι νεκροί ξέρουν

κι οι ζωντανοί δεν μπορούν

σ’ έναν κόσμο χωρίς επιφάνεια που μοιάζει

τόσο, όσο δεν είναι παρά μια εικόνα,

σε μια αγιογραφία παραξενιάς.

Οι νεκροί μιλούν ασταμάτητα

σαν παρενέργεια μιας αγάπης μέσα μας.

Των νεκρών τα λόγια μας

στα μαύρα περπατώντας

που τα νομίζεις ακόμη

παντελόνι και σακάκι

με της απλής λογικής το σκοινί

και το σαπούνι.

Είσαι η αλήθεια που γράφεται καθώς

παύει να ισχύει κι αντηχεί,

με το λευκό της γάντι αφήνει

μελανιές στου ουρανού το κρέας

νυχιές που οργώνουν

μια εφήμερη καλλιέργεια:

οργή σφυγμοί και σιγανές ρυτίδες,

απομεινάρια είναι οι αιώνες κι αυτή

είναι η αλήθεια γιατί

το σύμπαν διοικείται

μέσα απ’ ένα μουντό καφενείο –

η εποχή με πεθαίνει γιατί έχω ψυχή

για σώμα και για σώμα

δεν υπάρχουν άλλες θέσεις·

και τι ευτυχία να ακούω

καπνίζοντας το καρμικό τσιγάρο μου

βρισιές       κατάρες        ματαιότητες

συριγμούς υπογραφών, αφιερώσεων,

ταχυτήτων που επιτρέπουν

σε κάποιον να παρατηρεί τα διατηρητέα

της λογικής αποξένωσης.

Γδύνομαι και βλέπω να με καλύπτει

μια ψυχή ειμαρμένη

πρέπει να δείχνω φυσιολογικός:

χτυπούν την πόρτα μου χαράματα ανοίγω κι εμφανίζεται

μία στοά από κίονες που οδηγεί

σ’ ένα φως ελεγειακό –

είναι μονάχα μια ζωή καρτεσιανή·

βάζω τα χέρια μου στη φωτιά

που ανάβει η τριβή της ανεξαρτησίας μου

αυτός ο άνθρωπος υποτίθεται

αυτή η ποίηση πωλείται.

Μαχαπαλίκα Μαργκ, Βομβάη 1990