Θεόδωρος Ντόρρος, Κρεατινά φαινόμενα σπουδαιότητας

Τα μάτια δείχνουνε πολύ τη φυλαγμένη θέληση
που αναπαύεται στο ζεσταμένο το κορμί,
ολοκάθαρα.
για κάτι έτοιμη.

Δεν είν’ ο τόπος που πηδά.

Τα ρούχα φρέσκα,
κρύβουν τη σάρκα που ‘χει συναίσθηση της ξυπνημένης
κατοχής της,
σα να ‘ναι προέκταση του κεφαλιού.

Γι’ αυτούς,
οι μηχανές παίρνουν ψυχή,
ανθρώποι χάνουν τα δικά τους,
γίνονται όλα σα δοσμένα στη ζωή τους,
όπως τους δόθηκε το σώμα τους.
Και όλα λειτουργούνε σαν αυτό,
κρυμμένα να μη φαίνονται οι ασχήμιες.
Αυτές δεν πρέπει ν’ αναφέρονται.
Κι από τον ίδιο να ξεχνιώνται.
Σαν το σώμα του.
Φροντίδες σ’ ορισμένες ώρες.
Κι όταν χαθούνε όλα,
δεν πρέπει να του φέρνουν λύπη,
όπως δεν τον λυγίζει ταπεινά ο θάνατος.

Είν’ η “α ξ ί ω σ η”
το μόνο που κρατάει στη ζωή τέτοιους ανθρώπους
που ‘χει η πάστα τους ξαναγίνει από το χρήμα.

Παρμένες όλες τους οι άλλες ιδιότητες

*Από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου “Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005.

Ερίνα Χαραλάμπους, Τρία ποιήματα

ΧΙΙΙ

Της μητέρας μου

Πέφτω στα πόδια σου
ανοίγω τα σκέλια σου
την τραχηλική σου τομή να αγγίξω
να κοινωνήσω τη γέννα σου θέλω
κι εσύ να με τυλίγεις στα σπάργανα
και με βαφτίζεις θέλεις
δεν θέλεις
σιωπή

XIV

Σημεία απόστροφα, υπό διαστολή
υπό διάλυση κυρίως περιβάλλουν
την έντονη ή άτονη φωνή σου –
ορίζεσαι ωστόσο απ’ τις εγκλίσεις
όλου του κόσμου τις συμβάσεις
τις διαθέσεις του λυγμού
που ατελεύτητα την απαλείφουν
ανηλεώς και κεκλιμένα την εκφέρουν
διά και προ παντός
εντός

XIV

ό,τι διαβάζεις
μάταιος κόπος
χαμένος χρόνος
κανένα κόμμα
ούτε ένα στίγμα
σημείο στίξης
κανένα ποίημα
δεν είναι άξιο
πώς να σταθεί
υπό το ύψος
των περιστάσεων
της ειρωνείας
της φωνής μου

*Από τη συλλογή “Ταυ – Είκοσι οκτώ ριπές και ένα πολεμικό ανακοινωθέν”, Εκδόσεις Θράκα, Απρίλιος 2022.

Dilshad Abdullah, Δύο ποιήματα 

ΜΙΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
 
Μαζεύει τα πεσμένα φύλλα στον κήπο.
Για λίγες στιγμές τα κοιτάζει, η ζωή τους είναι σύντομη.
Έπειτα τα θάβει σε ένα λάκκο.
Θυμάται τους νεκρούς, πόσο άχαρα τοποθετούνται στον τάφο.
Μέσα στα μπλεγμένα κλαδιά της ροδιάς μπροστά του,
το κελάηδημα ενός κοινού φλώρου
τον επαναφέρει στη γη σαν να παρηγορεί την καρδιά με το κελάηδημά του.
Για λίγες στιγμές
ρίχνει το θάνατο στο λάκκο της λήθης.
Κι αυτός έχει σαπίσει εδώ και καιρό.

*

ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
 
Δεν γνωρίζω τον ασθενή δίπλα μου, αλλά νιώθω φιλία.
Δεν γνωρίζω τον γιατρό μας, αλλά νιώθω αγάπη.
Η νοσοκόμα έρχεται συχνά να μετρήσει την πίεση και το σάκχαρό μας.
Μας βάζει τον ορό, και μας κάνει την ένεση που πονάει σαν τσίμπημα σκορπιού.
Αλλά νιώθω καλοσύνη.
Σαν να είμαι μέσα στην οικογένειά μου, έρχονται να με βοηθήσουν.
Τα φάρμακα και το απολυμαντικό κάνουν δυσάρεστη τη μυρωδιά του θαλάμου, οι λεκέδες στους τοίχους
είναι τα ίχνη των ασθενών που ήταν εδώ πριν από εμάς.
Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτούς, παρόλα αυτά νιώθω σιγουριά.
Σαν να μας παρηγορούν, μας λέγουν, κι εμείς ήμασταν εδώ για λίγο και φύγαμε.
Αλλά δεν ξέρουμε πού πήγαν; Έγιναν καλά ή πέθαναν;
Η αμφιβολία, σαν επιδημία, αρχικά εξαπλώνεται από μια ψευδαίσθηση της οποίας η πηγή είναι άγνωστη.
Σε ένα ανοιγοκλείσιμο ματιού, βυθίζει τα πάντα σε κατάσταση ανησυχίας.
Αμφιβάλλει για τη ματαιότητα του φαρμάκου.
Για τη διάρκεια της παραμονής, για την ικανότητα του γιατρού και για τη δύναμη του σώματος να αντισταθεί.
Τα συναισθήματα που έρχονται απ’ έξω και για λίγο γαλήνη προσφέρουν.
Όμως έπειτα, οι άσκοπες σκέψεις τα διαλύουν.
Η ζωή έχει απομακρυνθεί τόσο που τα ίχνη της μοιάζουν με λεκέδες στους τοίχους.
Με λίγη ταραχή, η αμφιβολία ξεσπά.

*Στους πρόποδες των αρχαίων βουνών του Κουρδιστάν, στην ιστορική πόλη του Ερμπίλ, το 1956 γεννήθηκε ένας άνθρωπος που αργότερα έγινε ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της σύγχρονης κουρδικής λογοτεχνίας. Ο Dilshad Abdullah, μετην πένα του, έχει αφήσει το αποτύπωμά του βαθιά στην ποιητική παράδοση του λαού του. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, άρχισε να υφαίνει τον πλούσιο ιστό του κουρδικού πολιτισμού με τις λέξεις του. Το σύνολο του έργου του – 23 ποιητικές συλλογές και 6 βιβλία δοκιμίων – αποτελεί θησαυρό της κουρδικής λογοτεχνικής κληρονομιάς. Κάθε στίχος του είναι σαν μια κλωστή που συνδέει το παρελθόν με το παρόν, την παράδοση με τη σύγχρονη πραγματικότητα του κουρδικού λαού. Η φωνή του Abdullah δεν περιορίζεται μόνο στα σύνορα της χώρας του. Τα ποιήματά του έχουνμεταφραστεί στα αραβικά, τα περσικά και τα σουηδικά, ταξιδεύοντας πέρα από τα βουνά τουΚουρδιστάν και μεταφέροντας τους παλμούςτης καρδιάς και της ψυχής του λαού του σε μακρινές ακτές. Μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να ζει και να γράφει στην πόλη του (Ερμπίλ)…


**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.
 

Αλίκη Καμπέρη, Τρία ποιήματα

OPUS DEI

“Για να γράψει μια γυναίκα
πρέπει να έχει λεφτά κι ένα δικό της δωμάτιο”
V. WOOLF
Ένα δικό της δωμάτιο

Η καλλιπλόκαμη νεράιδα Καλυψώ
κάλεσε τον Ερμή
πάραυτα στο νησί της.

“Βοηθήστε με, ω θεοί,
να φύγει ο Οδυσσέας
κι ο θρήνος του μαζί”.

*

ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ

Νιώθω
ηρεμία
όταν
σε αισθάνομαι

Θα μείνεις
για πάντα;

Θα μείνω

*

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα ρούχα
χάδι
παρηγορητικό
απαλό
μόνιμο

Άνοιξη

Το παλτό
κρεμασμένο
ανακουφισμένο
που δεν με περιέχει

*Από τη συλλογή “Το υλικό δεν ευθύνεται μα της πτώσης το ύψος”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Ηλίας Μέλιος, Δύο ποιήματα με μετάφραση

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

ένα παιδάκι ποτίζει τον κήπο δίχως τον χρόνο οι δείχτες
όλος ο κόσμος ένας κήπος τα δάχτυλα οι αριθμοί
ένα φάρμακο είναι λίγο ένα ποτάμι ίδιο το φαρμάκι
ο καιρός είναι ο κήπος ένα νέρινο ρολόι
ένα μπουκάλι άδειο από τα δάχτυλα

*

LET US STAND ARIGHT

a little child waters the garden
clock hands without time
the whole world is a garden
the fingers, the numbers
one medicine is not enough
bitterness as a river
time is the garden, a watery clock
a bottle empty of fingers

*

ΨΥΧΗ ΜΕ ΨΥΧΗ

το εντός μου θηρίο
αιχμάλωτο
με υπηρετεί δίχως αντίρρηση και σχόλια περιττά
ευσεβώς
γυμνώνοντας τις αμαρτίες μου
ξεσκίζει
με επιτηδειότητα μονομάχου
την ψεύτικη ελευθερία μου
και μου προσφέρει δωρεάν με ευλάβεια
μια νύχτα υγρή – μια κούπα κρασί
με την ψυχή του

*

SOUL TO SOUL

the beast inside me
captive
serves me without qualms and useless remarks
respectfully
baring my sins
like an expert gladiator
tears apart
my fake freedom
and piously offers me
a wet night – a glass of wine
from the soul

Ελάχιστα για τα ‘Λαϊκά Μανιφέστα’, του Λώρενς Φερλινγκέτι

Λώρενς Φερλινγκέτι.[1] Ένας ποιητής – πιθανόν – πλήρως αγνοημένος από την ελληνική κριτική, όπως αρκετοί από τους αντίστοιχους ομότεχνούς του, που μαζί τους συγκαταλέγεται σ’ αυτό που θα ονομάζαμε Ποίηση και όχι ποίηση. Συγκρουσιακή κατεύθυνση, ανανεωτική απεύθυνση, πειραματική διάθεση, κυκλοθυμική παρατήρηση και κριτική, μετασχηματιστική γραφή όλα αυτά αποτελούν ορισμένα από τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της υβριδικής ποιητικής του μεγάλου beat ποιητή.[2]

Η ποίηση του Φερλινγκέτι διακρίνεται από μια εσωτερικότητα, είναι ένα διάγραμμα αναζήτησης, μια χαραγμένη πορεία ανίχνευσης των είναι που συναντά και στοχάζεται. Ωστόσο, αυτή η εσωτερικότητα συμβαδίζει με την εξωστρέφεια, δεν εγκλωβίζεται στο ατομικό και την εγωπάθεια, αλλά είναι εστιασμένη στο συλλογικό και την εξωτερικότητα του κόσμου: «η μοντέρνα ποίηση είναι πεζή/μα λέει πολλά».

Ο Φερλινγκέτι δεν ήταν απλώς ένας ονειροπόλος γραφιάς, ένας ενορατικός flâneur, ένας ελπιδοφόρος της ρήξης, ένας πολυσύνθετος κόσμος. Απεναντίας, στον Φερλινγκέτι βρίσκει κανείς κάτι πολύ πιο ουσιαστικό (τόσο για την ποιητική τέχνη όσο και για την ίδια τη ζωή). Δεν έδωσε όραμα στην ποίηση, αλλά ποίηση στο όραμα. Κατέδειξε με έναν πολύ εύσχημο και ιδιαίτερο τρόπο το πιο συγκρουσιακό ίσως αίτημα: την ποιητικοποίηση της ζωής (μας). Ο Φερλινγκέτι εργάστηκε για την αποδοχή της αντίληψης ότι η ποίηση δεν είναι μια εργαστηριακή διαδικασία και λειτουργία, μια μυστική και ελιτίστικη τελετουργία – ενδεχομένως ούτε καν τελετουργία. Η σύνδεση της ποίησης με τη ζωή δεν είναι παρά η επανασύσταση της τελευταίας με τρόπο φυσικό, απλό και κατά μία έννοια λογικό:

Δεν είναι ώρα να κρύβεται ο καλλιτέχνης
πάνω, πέρα, πίσω απ’ τις σκηνές,
αδιάφορος, μασουλώντας τα νύχια του,
καθοριζόμενος από το υπαρκτό.
Δεν είναι ώρα για τα μικρά φιλολογικά παιχνίδια μας,
ούτε για παράνοιες και υποχονδρίες,
για φόβους κι απαλλαγές.
Ώρα για αγάπη και φως είναι τώρα.
Έχουμε δει τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς μας
τσακισμένα από τη βαρεμάρα σε ποιητικές εκδηλώσεις.
Η ποίηση δεν είναι μια κρυφή κοινωνία ούτε εκκλησία.
Λέξεις κρυφές και ψαλμοί ας μένουν πια (σελ. 12)

Ποιητής όχι του λαού αλλά λαϊκός ποιητής, ο Φερλινγκέτι μετασχηματίζει την κατεστημένη οπτική για την ποίηση, αρθρώνει έναν αποδομητικό αντίλογο στην παρακμή που μαστίζει την εν λόγω τέχνη – κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει και στις μέρες μας. Για τον Φερλινγκέτι η ποίηση δεν είναι μόνο ό,τι παράγει ο ποιητής, αλλά και ο ίδιος ο ποιητής. Υπό αυτή την έννοια, εντοπίζεται στον Φερλινγκέτι η ανάγκη, η ελπίδα, αλλά και η αδιάκοπη προσπάθεια για τόνωση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ της ζωής και της ποίησης. Η ποίηση δεν είναι κατοχή και εφησυχασμός αλλά ένταση, αλληλεπίδραση και κίνηση, η γραφή δεν είναι στασίδι και ύπνωση αλλά διακίνηση και συνομιλία, ο λόγος δεν είναι ησυχαστήριο και πολύ περισσότερο νεκροταφεία αλλά ανανεωτικός θόρυβος και εξέγερση:

Ποιητές, κατεβείτε
για άλλη μια φορά στο δρόμο του κόσμου
κι ανοίξτε μάτια και μυαλά
με την παλιά οραματική έκλαμψη,
καθαρίστε το λαρύγγι σας και βγάλτε –
η ποίηση είναι νεκρή – μια αχανή, ζωντανή ποίηση
με φοβερά μάτια και βουβαλίσια δύναμη.
Μην περιμένετε την επανάσταση
ή μήπως θα γίνει δίχως εσάς.
Πάψτε να μουρμουρίζετε και μιλήστε
με μια ορθάνοιχτη ποίηση,
μ’ ένα “δημόσιο πρόσωπο”,
σε άλλα υποκειμενικά επίπεδα
ή άλλα ανατρεπτικά επίπεδα
κι έναν χρονομέτρη στο εσωτερικό αυτί
να χτυπά κάτω από το πρόσωπο.
Γι’ αυτόν το γλυκό σας εαυτό μονάχα τραγουδήστε,
αρθρώστε ακόμη το Λαϊκό Κόσμο –
Ποίηση: ο κοινός φορέας
για την προώθηση του λαού
σε τόπους υψηλότερους
απ’ αυτούς που κατορθώνει οποιοδήποτε άλλο μέσο (σελ. 13-14).

Αυτό που ελκύει τον αναγνώστη και αυτό που τον απωθεί στην ποιητική του Λώρενς Φερλινγκέτι είναι κοινό: είναι ο τρόπος που εννοεί την ποίηση. Η  ποίηση όχι ως μαγεία αλλά ως (πρωτοποριακή) δράση, όχι ως ιεραρχικό σύστημα εξουσίας αλλά ως ένα πεδίο ανοικτό, όχι ως ομάδα επίλεκτων και εκλεκτών αλλά ως συνήθειες, ερεθίσματα και αντιπαραθέσεις, όχι ως μηχανή καθολικοποίησης νοημάτων και ομοιογενοποίησης επιτελεστικοτήτων αλλά ως ένα χώρος διαφοράς, ως ένα μείγμα συγκρούσεων το αποτέλεσμα των οποίων δίνει πνοή και – ρεαλιστική – κίνηση στη σκέψη και την πράξη (αν όντως υφίσταται τούτος ο διαχωρισμός).

[1] Η έκδοση που ακολουθεί το κείμενο είναι η εξής: Φερλινγκέτι, Λ. (1988). Λαϊκά Μανιφέστα (Γ. Μπλάνας, Μτφρ.). Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
[2] Αν και ο ίδιος αρνήθηκε κάποτε αυτόν τον χαρακτηρισμό (βλ. Φερλινγκέτι, 1988: 41-46).

Μιχάλης Κατσιγιάννης

*Το κείμενο δημοσιεύεται στο https://artinvivo.gr

Νίκος Σφαμένος, τα ποιήματα των σχολείων

μικρό φθινοπωρινό
η μέρα κολλάει
στο πολύχρωμο παράθυρο
της τάξης
προσπαθεί να τραγουδήσει
ασφυκτιά
ένα γαλάζιο πουλί την αρπάζει
και χάνεται μαζί της
ο μαθητής
βγαίνοντας έξω
κοιτάζει τον ουρανό
απλώνει τα χέρια του
στις στάλες της βροχής
μελωδίες που δεν άκουσε
ποτέ κανένας
την ώρα που ο δάσκαλος
βρίσκει στην άκρη
μια μικρή υδρόγειο σφαίρα
τη στριφογυρίζει
Γαλλική Πολυνησία
Βόρεια Θάλασσα
Μιανμάρ
βάζει τα χέρια του πάνω στην έδρα
και κλείνει τα μάτια

Γρηγόρης Σακαλής, Τι θα πει

Πώς μπορεί κανείς
να μετρήσει την αγάπη
με τι μέτρο
άλλος θα πει
αληθινή ή ψεύτικη
άλλος θα πει
λίγη ή πολλή
κι άλλος άλλα
μα μόνο
όποιος αγαπά
πραγματικά
κι όποιος δέχεται
την αγάπη
ξέρει την θέρμη
που νιώθει,
το φτερούγισμα
της καρδιάς του,
ξέρει τι θα πει αγάπη.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Shavi guli

Σ΄αυτά τα τρένα συμφώνων
που τα διατρέχουν Σβάνοι, Μιγγρελοί, Λαζοί.
-μ’ άγριες μπαρουτοκαπνισμένες γενειάδες,
πότε με κοφτερά μαχαίρια έτοιμοι για πόλεμο
και πότε με χαμόγελα άπιαστης ευτυχίας
πρόθυμοι να πατήσουν κατακόκκινα σταφύλια,
μουρμουρίζοντας καντάδες για τις αγαπημένες τους
και να καλοδεχτούν τους ξένους-
μπήκα χωρίς φόβο.

Από βαγόνι σε βαγόνι ταξιδεύει ο νους
-θα χρειαστείς το Χρυσόμαλλο Δέρας,
τα πόδια μου για να πετάξουν θέλουν χιλιάδες πεταλούδες,
σμήνη ολόκληρα χελιδονιών και γλάρων,
να μη στερήσουμε το σύμπαν απ΄ τις διαφυγές του.
Το σώμα πίσω, στην Ηπείρου,
μετέωρο έμεινε μες στις σκιές, στην πίσσα της ασφάλτου,
ν’ αποφεύγει τις δεσμεύσεις των ρημάτων.
Τι που κοχλάζουν ανυπόμονα οι λέξεις;
Χείλη σφιχτά κλεισμένα εδώ.

Άφησα τα μάτια μου να κλαίνε
με τις μητέρες που κάτω
απ’ τα τσαντόρ, τα χιτζάμπ, τις μπούρκες,
θρηνούν πεθαμένα παιδιά και χαμένους συγγενείς
-η θάλασσά μας νεκρούς σπαρμένη-
με τις γυναίκες που τις θέρισαν φονιάδες,
σφαγμένες, πυροβολημένες, πνιγμένες,
όλες τους,
με ‘κείνες που εκπορνεύονται δεμένες με τα μάγια…
Τα χέρια μου -γροθιές σφιγμένες- μαζί τους
-χέρια κουρασμένα απ’ τ’ αντισηπτικά
που βάφω μωβ τα νύχια τους
γιατί δεν σταματώ ν’ αντιστέκομαι!-
χέρια αχρείαστα ίσως
γι’ αγκαλιές που ακύρωσε (;) ο χρόνος.
Ποιος ξέρει…

Έξω απ’ τα παράθυρα των βαγονιών
χρυσά στάχυα, ξαφνιασμένα άλογα,
γέλια κοριτσιών, μυρωδιά ψωμιού φρεσκοψημένο,
άγουρα καλοκαίρια και σκονισμένα μπλουζ
με προσπερνούν.
Βλοσυροί άγιοι-φυγάδες από μισογκρεμισμένα μοναστήρια,
ηλιοκαμένοι αγρότες με κρυστάλλινα ποτάμια στις πλάτες τους,
φαντάσματα πολεμιστών με το καινούριο αλφάβητο νωπό στις σέλες τους
κι εσύ, εσύ, εσύ…

Μια πρό(σ)κληση ανοιχτή
-πού να σου εσωκλείσω την καρδιά μου;

*Από τη συλλογή “Συναντήσεις με αγνώστους Μακριά απ’ την Κοιλάδα των Ρόδων”, εκδόσειςτωνάλλων, 2025.

Ada Limón, The Raincoat Το αδιάβροχο

When the doctor suggested surgery
and a brace for all my youngest years,
my parents scrambled to take me
to massage therapy, deep tissue work,
osteopathy, and soon my crooked spine
unspooled a bit, I could breathe again,
and move more in a body unclouded
by pain. My mom would tell me to sing
songs to her the whole forty-five-minute
drive to Middle Two Rock Road and forty-
five minutes back from physical therapy.
She’d say that even my voice sounded unfettered
by my spine afterward. So I sang and sang,
because I thought she liked it. I never
asked her what she gave up to drive me,
or how her day was before this chore. Today,
at her age, I was driving myself home from yet
another spine appointment, singing along
to some maudlin but solid song on the radio,
and I saw a mom take her raincoat off
and give it to her young daughter when
a storm took over the afternoon. My god,
I thought, my whole life I’ve been under her
raincoat thinking it was somehow a marvel
that I never got wet.

Όταν ο γιατρός πρότεινε χειρουργική επέμβαση
και στήριγμα για όλα τα νεανικά μου χρόνια,
οι γονείς μου έσπευσαν να με πάνε
σε θεραπεία με μασάζ, βαθιά εργασία ιστών,
οστεοπαθητική, και σύντομα η στραβή σπονδυλική μου στήλη
ξετύλιξε λίγο, μπορούσα να αναπνεύσω ξανά,
και να κινούμαι περισσότερο σε ένα σώμα χωρίς
πόνο. Η μαμά μου μου έλεγε να της τραγουδάω
άσματα καθ’ όλη τη διάρκεια της 45λεπτης
διαδρομής προς το Middle Two Rock Road και της 45λεπτης
διαδρομής επιστροφής από τη φυσιοθεραπεία.
Έλεγε ότι μετά η φωνή μου ακουγόταν απελευθερωμένη
από τη σπονδυλική μου στήλη. Έτσι τραγουδούσα και τραγουδούσα,
γιατί νόμιζα ότι της άρεσε. Ποτέ δεν
τη ρώτησα τι θυσίαζε για να με πάει,
ή πώς ήταν η μέρα της πριν από αυτή την αγγαρεία. Σήμερα,
στην ηλικία της, οδηγούσα μόνη μου προς το σπίτι μετά από
άλλη μια επίσκεψη για τη σπονδυλική στήλη, τραγουδώντας
ένα μελοδραματικό αλλά σταθερό τραγούδι στο ραδιόφωνο,
και είδα μια μαμά να βγάζει το αδιάβροχό της
και να το δίνει στη μικρή της κόρη όταν
μια καταιγίδα ξέσπασε το απόγευμα. Θεέ μου,
σκέφτηκα, όλη μου τη ζωή ήμουν κάτω από το αδιάβροχό της
νομίζοντας ότι ήταν κάπως θαυμαστό
που δεν βράχηκα ποτέ.

*Από τη συλλογή “The Carrying”, Milkweed Editions (2018). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.