Βάλια Γκέντσου, Τρία ποιήματα

ΔΕΙΛΙΝΕΣ ΣΚΙΕΣ

Ο κήπος μοσχοβολά ανάσες
κομμάτια σώματα σκύβουν στην πόρτα
αγγίζουν το ρόπτρο μαλακά
ακουμπούν με δισταγμό στα σκαλοπάτια
τις ελάχιστες στιγμές

Θα γεράσω σκεπτόμενη

*

ΑΙΧΜΗΡΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

Συμβαίνει έστω νωρίς
να μαζεύω μία μία τις καρφίτσες απ’ το πάτωμα
με την ίδια κίνηση που το μυαλό τινάζει
από πάνω του έστω αργά
κάθε λέξη που στην άκρη της
μια στάλα αίμα
τρέχει

*

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΛΙΑΣ

Κλεφτές ματιές πίσω απ’ την κουρτίνα
Το ραδιόφωνο κολλημένο στις ειδήσεις
Στην ταράτσα λιάζονταν χαρές
μικρομεσαίες
Σοκολάτα έλιωνε στα δάχτυλα

Το σπίτι στενό ζαχαρένια καλύβα
δύσκολο να χωρέσει το περισσότερο
Η διάθεση άντε να τελειώνουμε
να φύγουμε επιτέλους αποδώ
Στάχτες παντού

Η βόλτα στο πάρκο το μόνο καθαρό σημείο

*Από τη συλλογή “Παραμύθια ανάποδα”, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2020.

Ζωή Καραπατάκη, Στην ηχήεσσα θάλασσα κοντά

Εκεί, που το κύμα σπάει
και τα άσπρα θραύσματά του πετούν ανάλαφρα
-κάτι ανάμεσα σε νερό κι αέρα-
κι αφρός λευκός τελικά γίνονται
μα με τ’ αλάτι το θαλερό ζωσμένος
Εκεί, στο τοπίο τ’ αμμουδερό
που δείχνει να ‘ναι σε κίνηση αργή
απ‘ των κυμάτων τις ωθήσεις τις επίμονες
Εκεί, σαν πλοίο που το σύρανε
οι συντρόφοι τ’ Οδυσσέα
μετά από ταξίδι μακρινό
θα σταθώ
και θ ‘ αφήσω τα δάκρυα να στάξουν
ώσπου να σμίξουνε με τ’ αλμυρά νερά

Ό,τι έκανε κι ο Οδυσσέας δηλαδή
όταν έφτανε στο πουθενά

Σοφία Περδίκη, Δύο ποιήματα

Έργο Σοφίας Περδίκη

Η ΟΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΗ

Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή
βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα
το κρατάς σαν μωρό
σφιχτά κι απαλά
μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε
στους οφθαλμούς
τρυγούν τα δάχτυλα, την εσωτερική τους πλευρά
μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου
φευγαλέα η ματιά
μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις
όπως όταν η φλέβα φουσκώνει
το αίμα κυλά
τι τένοντας, τι τέντωμα
να σκάσει πάει η κρούστα
και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η δερμάτινη μνήμη.

*

Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ

Η Ευκάλυπτη ζούσε στα δάση.
Είχε ξεφύγει
σε ηλικία ανήλικη
από το παρτέρι με τ’ άλλα
καλλωπιστικά φυτά.

Μια μέρα που την πότιζαν οξέα
για δυναμωτικά, ένιωσε
στα πόδια της ν’ ανοίγει το δέρμα
η φλούδα της να σκάει
στα πλευρά
οι γεωπόνοι είκαζαν πώς ήταν
έγκαυμα
δεν πρόσεξαν τα νεογέννητα φτερά.

Μετά, στο πρόσωπό της
παρατηρήθηκε η μετάλλαξη.
Την τύλιξαν με τουλπάνια
εμποτισμένα
να μπολιάσει, είπαν, με πειθαρχία
όμως ή θεραπεία μάταιη.

Οι ρόζοι γίναν μάτια
είδανε πέρα από τα σύρματα
στο στόμα σχηματίστηκε σάρκα
αντιμίλησε στην οικογένεια
αμφισβήτησε όλα τα ποώδη
την ορτανσία, τα καλοκουρεμένα πάρκα.

Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή
η κεκαλυμμένη
με μια ομορφιά πρωτόγνωρη.
Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει, τη μορφή.
Η ανάσα της λένε πώς θεραπεύει.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog/2020/09/%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B7/

Στον αστερισμό του φυλετικού χρωμοσώματος Χ

Μαριάννα Πλιάκου, «Χ»

Εκδόσεις Βακχικόν.

Αθήνα, 2021

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη*

Το «Χ» της Μαριάννας Πλιάκου ξενίζει και από τον τίτλο και από τις αφιερώσεις της συγγραφέως του γιατί μας εισαγάγει κατ’ ευθείαν στο κυρίως θέμα. Τουτέστιν στο φυλετικό χρωμόσωμα ‘Χ’ που αφορά, για τους μη έχοντες τις ανάλογες ειδικές γνώσεις στην επιστήμη της γενετικής, την κληρονομικότητα και το φύλο του ατόμου, αλλά την ίδια στιγμή και τις σχέσεις, εν προκειμένω, την ανθρώπινη εμπειρία από την ένωση με το θήλυ φύλο. Για την Jane λοιπόν και στον Νικόλα τους είναι αφιερωμένη ετούτη η έκδοση. Στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή όλα τα παραπάνω εμπλέκονται, συναλλάσσονται και συναινούν με το απομονωμένο νησί Γκέρνσι (Guernsey) το οποίο μαζί με τα άλλα τρία κατοικημένα, τα Χερμ, Τζετού και Λίχου, βρίσκονται μέσα στα στενά της Μάγχης.

Από το πρώτο, ήδη, ποίημα της συλλογής (‘ΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΜΕΝΩ’), ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός του γεωγραφικού τοπίου στο οποίο διαβιεί η ποιήτρια και στο οποίο κατά κύριο λόγο αναφέρονται οι στίχοι των ποιημάτων της:

«είναι στη μέση του πουθενά./ Ο ουρανός του/τετράδιο μιλιμετρέ/ ευθείες αεροπλάνων που διασταυρώνονται./ Ουρανός–Σημείο-Χ./Και Γη-Χ./ Αποδημητικά πουλιά σταματούν εδώ/πριν συνεχίσουν για άλλα γεωγραφικά πλάτη./Το ίδιο και εμείς.

Νησί καταφύγιο/Ανάμεσα/σε τούτο και εκείνο,/στο σημείο Χ/που μπασταρδεύονται οι πορείες μας/και ομοιοκαταληκτούμε.».

Στο βιβλίο, ακολουθούν οι ειδικότερες και απαραίτητες γνώσεις και ποιητικές επεξηγήσεις που αφορούν τον γεωγραφικό ιστό και τους ανθρώπους του νησιού, όχι μόνο τους παρόντες αλλά και όσους πέρασαν από εκεί και έζησαν για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα απολαμβάνοντας την ηρεμία της φύσης του. Στα μέρη του έζησε μεταξύ των άλλων και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Συγκεκριμένα στην Οικία Ωτβίλ, από το 1856 έως το 1870. Μάλιστα, στην οικία αυτή ο μεγάλος συγγραφέας έγραψε πολλά από τα αριστουργήματά του, όπως: ΄Οι Άθλιοι΄ (1862), ΄Οι Εργάτες της Θάλασσας΄ (1866), ΄Ο Άνθρωπος που γελά΄ (1869), την ποιητική συλλογή ‘Ο Θρύλος των Αιώνων’ (1859), και άλλα. Η Πλιάκου δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη ούτε και ασυγκίνητη σε εκείνο το ιστορικό κτίριο με τους σπουδαίους κήπους και αναφέρεται σε κάποιες λεπτομέρειες του βίου του εκεί, όταν εκείνος βρισκόταν στο νησί αλλά είχε το νου του αλλού, ατενίζοντας απέναντι, στις Γαλλικές ακτές. Το ποίημα ‘ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ HUGO’, με απλούς αφηγηματικούς τόνους μας υπενθυμίζει:

«Ο Hugo έζησε 15 χρόνια/εξόριστος εδώ./Πούλησε τις Ενατενίσεις και/αγόρασε το σπίτι/στο οποίο θα έγραφε τους Άθλιους./Με θέα το λιμάνι/και προοπτική τις κοντινές γαλλικές ακτές/κάθε πρωί θα δούλευε στο γραφείο του -/το ένα πόδι εδώ, το άλλο εκεί.

Η απόσταση/κράτησε το Παρίσι/ατόφιο μέσα του.

Η απόσταση/ σκιά που φωτίζει/καθώς τόσοι πλενόμαστε/στο φώσφορό της/Προσευχή/με βλέμμα καθένας/στη δική του φωτεινή πόλη».

Ίσως, κατά μία έννοια, οι κάτοικοι του νησιού να είναι όλοι προσωρινοί και «…Αποδημητικά πουλιά σταματούν εδώ/πριν συνεχίσουν για άλλα γεωγραφικά πλάτη./Το ίδιο και εμείς…», όπως δηλώνει στο προαναφερόμενο ποίημά της. Η ίδια, για την ώρα, ζει εδώ με την σύντροφό της όπως διαβάζω σε σχετική ιστοσελίδα και τον Νικόλα τους, πριν αποφασίσουν να μετεγκατασταθούν σε άλλα αγαπημένα τους μέρη. Στη συλλογή φυσικά δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν τα κάστρα, τα λιβάδια που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα, τα μικρά λιμανάκια με τα καράβια τους, κάποια οχυρωματικά έργα που σημάδεψαν το παρελθόν, λίγα εστιατόρια και ξενώνες, με κουλτούρα εκκρεμές ανάμεσα στις δύο χώρες ένθεν κακείθεν, τουτέστιν τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ένα «νησί από νωρίς/σημείο διεκδίκησης/μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας… Νησί εκκρεμές/ μετρονόμος/που σταμάτησε/και ξεκουράζεται/στη μέση».

Οι ποιητικές εικόνες των ποιημάτων της, οι άφθονες παραλίες κυριολεκτικοί πίνακες ζωγραφικής, αφού εδώ, «…ο ήλιος δεν βιάζεται να δύσει/καθώς πίνουμε καφέ από το θερμός./ Πολύ βαθιά μέσα/η υποψία ενός πλοίου/διασχίζει τη Μάγχη». Οι ιστορικές αναφορές αφθονούν με πληθώρα στοιχείων άγνωστων κατά κανόνα στους περισσότερους εξ’ ημών. Παντού όμως, καταλήγουν στην επιθυμητή και διαφαινόμενη ένωση των ανθρώπων, γιατί όπως προτάσσει τους στίχους «…οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε /μια θέση/στη ζωή/ των άλλων…» του Τάσου Λειβαδίτη στο δικό της ποίημα ‘Nexus’, έτσι και τούτο το νησί τώρα, μας λέει «… ήταν κάποτε δύο νησιά./Το μικρό, βόρειο κομμάτι/συνδέονταν με το νότιο με/μια γέφυρα, the Bridge/ ώσπου κάποια στιγμή/ γέμισαν το κενό με πέτρες και τούβλα/φτιάχνοντας αναχώματα και κανάλια/ώστε σήμερα/ελάχιστα να θυμίζουν την παλαιότερη διαίρεση./ Γιατί/πάντα αποζητούμε την ένωση./Αυτή μας φέρνει στη ζωή, μέχρι/να ξεχωρίσουμε απ’ τη μάνα μας/και ψάχνουμε από τότε/νέο ομφάλιο λώρο/προς κάτι μεγαλύτερο από εμάς»!

Η ποιήτρια δείχνει την ευγνωμοσύνη της για την παραμονή και φιλοξενία της σε εκείνο το απομονωμένο μέρος της Μάγχης, αλλά παράλληλα θυμάται τη χώρα της έστω και μέσα από αφηγήσεις ή αναφορές άλλων. Έτσι αρέσκεται στο άκουσμα των αγγλικών λέξεων ‘antidote’, ‘epidermis’, και ‘microscope’ από την προσωπική της γιατρό, αλλά όπως υπερθεματίζει στο ‘THESAURUS’, «… Τέτοιες στιγμές νιώθω ότι/αν φωνάξω/Psyche, Anthropos, Cosmos / κάποιοι/θα με καταλάβουν./Αυτοί/που ξέρουν πως/η Ψυχή, και ο Άνθρωπος και ο Κόσμος/έχουν/ παντού/την ίδια/γεύση», φέρνοντας στο προσκήνιο τις έννοιες της πολυπολιτισμικότητας με την συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών από τη μια μεριά της παγκοσμιοποίησης, της οικουμενικότητας και της αποδοχής, της κατανόησης και ανοχής των ιδιαιτεροτήτων και της κουλτούρας ενός εκάστου. Του άλλου!

«…Ο γρανίτης επιμένει κάτω/από τα βότσαλα./Οι αιχμηρές γωνίες/καμουφλαρισμένες από/την απαλή στρογγυλάδα/θα τραυματίσουν/τον ανύποπτο επισκέπτη…», γράφει στο ποίημά της που φέρει τον τίτλο ‘ΠΑΡΑΛΙΑ PEMBROKE, ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ’, με την ελπίδα της οι απόψεις, οι βαθύτερες σκέψεις και οι συμπεριφορές των ανθρώπων να μην επιμένουν όπως ο γρανίτης κάτω από τα βότσαλα και τραυματίσουν τις ψυχές των άλλων ανθρώπων. Η συλλογή της ετούτη, όπως εξομολογείται η ίδια, έχει σκοπό να «…χαρτογραφήσει καταστάσεις του είναι και να συνδέσει το τοπικό με το οικουμενικό και το προσωπικό με το συλλογικό…».

Η Μαριάννα Πλιάκου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1976. Σπούδασε Ιστορία, Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία και Ψυχολογία. Ζει κι εργάζεται στο νησί Γκέρνσι (Guernsey). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές ‘Σιωπή’ (εκδόσεις Πολύτροπον 2015) και ‘2017’ (εκδόσεις Κύφαντα, 2019). Τώρα επιστρέφει στην επικαιρότητα με τη νέα της ποιητική συλλογή ‘Χ’ που μόλις κυκλοφόρησε από τις φιλόξενες Εκδόσεις Βακχικόν.

*Από εδώ: https://www.fractalart.gr/x-marianna-pliakoy/

Stéphen Moysan, Δύο ποιήματα

LA POESIE

L’instant en sa présence
A des allures d’éternité

Passionnément intense
On se doit de l’honorer
Elle est la quintessence
Sacrée des sens éclairés
Intime du grand silence
Elle sait le faire parler

Η ΠΟΙΗΣΗ
Η στιγμή στην παρουσία της
Μοιάζει με την αιωνιότητα

Παθιασμένα έντονη
Έχουμε χρέος να την τιμήσουμε
Είναι η πεμπτουσία

*

LA MASTURBATION

La masturbation
Provoque de l’amnésie
Et je ne sais plus quoi d’autres.

Ce monde fait de nous des putes
Nous feront de ce monde
Un bordel !

Sur Terre fleurissent les enfers
Et la mauvaise herbe
Repousse toujours.

Ο ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΣ
Προκαλεί αμνησία
Και δεν ξέρω τι άλλο.

Αυτός ο κόσμος μας κάνει πόρνες
Θα κάνουμε αυτόν τον κόσμο
Ενα μπορντέλο !

Στη Γη ανθίζει η κόλαση
Και τα ζιζάνια
Ξαναδυναμώνουν πάντα.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://www.eternels-eclairs.fr/so-subversif-poesie-poemes-stephen-moysan.php

**Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Heinrich Vogeler (1872 -1942) ~ Will, etching 1921

ΥΨΩΘΗΚΑΜΕ ΞΑΝΑ

Υψωθήκαμε ξανά.
Με τη ματιά του ήλιου σηκωθήκαμε
Από τον βράχο τον στερνό
Και με το φύσημα του ανέμου
μικρές φωτιές αγγίζουν βλέφαρα
μέσα σε διάφανο βλέμμα

Υψωθήκαμε ξανά.
Για να μαλακώσουν τα χείλη,
να ποτιστούνε έρωτα∙
αυτός τώρα,
προσωρινός ζωοδότης

*

ΤΗ ΒΡΟΧΕΡΗ ΕΚΕΙΝΗ ΝΥΧΤΑ

Τη νύχτα που έβρεχε ασταμάτητα,
βυθιζόταν στα νερά κι ανέβαινε μια ανηφόρα,
αντίθετα στα ποτάμια που σχημάτιζε η μαινόμενη βροχή
μέχρι που έφτασε, με κοφτή υγρή αναπνοή
στην πόρτα που δέχτηκε τον νυχτερινό επισκέπτη.

Στα χέρια που αφέθηκε να τον απαλλάξουν
από τα μουσκεμένα ρούχα,
σε μια φωνή που ζέσταινε το υγρό του πρόσωπο,
ακαριαία αφή δαχτύλων στα βρόχινα μαλλιά.

Τη νύχτα που παρέδωσε τη λειψή του φωτιά
στην αγκαλιά του νερού και της στοργής της.

Στη λάμψη των ματιών της,
αποκοιμήθηκε στο πάτωμα των συννέφων

Jessie Redmon Fauset (1882-1961), Θραύσμα

Πότισε η ανάσα της ζωής τις λίγες κείνες μέρες τις μουντές
Και πάλι όλο που ‘χαμε, να τι –
Κάνα χαμόγελο αστραπή, κάνα άγγιγμα χεριών κι αλαργευτά
Κάνα έτσι σβέλτο, φευγαλέο φιλί.

Άδειος εδρεύει, μάταιος θάνατος στα διάμεσα τα χρόνια!
Πια άλλο δεν έχουμε εγώ κι εσύ
Από δάκρυα παγωμένα, λόγια πνιχτά κι αλαργευτά
Καμιά που ίσα προλάβαμε κραυγή!

*Από την Ανθολογία “Μαύρες Ρίζες – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου”, Εκδόσεις ‘Στοχαστής”, Φθινόπωρο 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση: Νίκος Λάιος.

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, Δύο ποιήματα

Φώτο: Ειρηναίος Μαράκης

Πώς να μιλήσω σ’ ένα πλήθος
που δεν μ΄ αναγνωρίζει;
Πώς να σταθώ κόντρα στον άνεμο
όταν σαν σκιά και μόνο σαν σκιά
με προσδιρίζουν τα πρόσωπα;
Πώς ο λαός πορεύεται σε ξέφωτο;
Αρκεί η πρώτη σπίθα, αυτό το “τσαφ”;
Η λάμψη που επιπλέει μες στα νερά του βλέμματος
για ν’ αρχίσει ξανά να κυλά η ρόδα της ιστορίας;

*

ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ

Και συ
ενώ η μπόρα βρυχάται στον ουρανό
με το δισάκι σου στον ώμο
οργώνεις το σώμα μιας ταλαίπωρης χώρας
Για κάποιες σκιές-δροσουλίτες που σου φωνάζουν
Για ένα παραμύθι που δεν τέλειωσε
Για ιστορίες με ήρωες που μυρίζουν θυμάρι και μπαρούτι
Για το χαμένο νήμα που ψάχνεις πάλι να βρεις να μας τραβήξει απ’ το πηγάδι
Και οι συνομώτες ορκίστηκαν “μέχρι τέλους”

*Από τη συλλογή “Χυμένο κόκκινο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τρία ποιήματα

ΣΚΕΨΕΙΣ ΗΛΙΟΚΥΜΜΑΤΑ

Σκέψεις ηλιοκύμματα
Ξεσηκώνουν σάλο
Τα πρόσωπα της νύχτας φωτίζονται
Κουρσεύουν κάστρα
Και τυφλωμένες μελαγχολίες
Στις χαραγματιές του χρόνου

*

Η ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΑΠΑΤΗΜΕΝΗ

Η αθωότητα πεθαίνει απατημένη
Τα σύγχρονα κώνεια καταβροχθίζονται
Σε στενωπούς καταστημάτων
Σωριάζονται με ενδοφλέβιες εμπορικότητας

*

ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΕΥΣΕΙ

Αγωνιούμε να συνταιριάξουμε το χρόνο
Ελπίζουμε να καλοκαιρεύσει
Να πλεύσουν σε μια κατεύθυνση
Τα καράβια
Να κυριεύσουμε τις αισθήσεις
Νησιά απάτητα
Με άγνωστα ονόματα

Θωμάς-Γεράσιμος Αγγελίδης, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΠΥΡΕΤΟ

Εσύ ντύνεσαι την καθημερινή χαρά
και εγώ τσουβάλι κενό θα νικήσω
σχεδόν εξαντλημένος, ένα κομμάτι μουσικής
που χάρισες στο σκοτάδι
Απόψε δεν θα χτυπηθώ με τα ποιήματα
ελίσσομαι στους βράχους της καρδιάς σου
ορμητικά!

Γρατζουνισμένη αγάπη…

*

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ

Σ’ έχω χάσει…
δεν ήταν πόλη αυτή, ήταν κρατήρας και σ’ έκαιγε.
Φοβάμαι τα κεφαλαία “Σ”ίγμα
κι αυτήν την πάντα ατράνταχτη λογική σου,
που μου αρπάζει τις λιακάδες.
Σε άφησαν οριστικά!
Και συ σαν κουρνιαγμένος αναστεναγμός να φυσάει,
Στ’ αυτιά των ειδικών απεγνωσμένα.
Η άνοιξη μου χτυπά επίμονα την πόρτα
Και πνίγομαι και φοβάμαι
ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ “Σ”ΙΓΜΑ…

*Από τη συλλογή “Αεράκια φαρμάκια”, Εκδόσεις Εκάτη, 2021.