Val Grey, Η κόρη της μάχης

Ήθελα απλώς να σε αγκαλιάσω,
να νιώσω την θέρμη της Γκρίζας πέτρας
Καμένη σαν από τον ήλιο γεννημένη
εναπόθεσα τα χείλη μου πάνω της

και η μυρωδιά της σάρκας με συνεπήρε
η οσμή αυτή η παντοτινή
κυρίευσε την πλάση μου όλη

Στο ταξίδι στην άκρη του νου
Στον εαυτό που δεν βρίσκεται εδώ
Σε εκείνον που ζει παρατηρώντας
Στην στιγμή που διαρκεί αιώνες

αυτήν την απουσία την ενδόμυχη αναμένω

στον βωμό της απώλειάς μου εκεί

ο εαυτος προσμένει την σχισμή

Καθορισμένη
Χαρτογραφημένη
από την ίριδα στο μάτι σφηνωμένη
παραμένει υπενθύμιση
στο κορίτσι που θρηνεί στον πόλεμο
την χαμένη μητέρα Όλων.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://vallgrey.com/
2022/05/02/i_kori/

Γιώργης Παυλόπουλος, Το βαγόνι 

Κοιμάμαι μεσημέρι με τη Ρέα.

Κάποιος βγαίνει από τις πικροδάφνες
σκύβει και τη φιλεί στα χείλη
τα φύλλα τρέμουνε με τον αέρα
Ρέα, έλα να πάμε στο νερό της ψιθυρίζει.

Εκείνη μισοξυπνάει χαμογελώντας
διστάζει καθώς κοιτάζουνται στα μάτια.
Ωστόσο ξετυλίγει τον ίσκιο της προσεχτικά
γύρω από το κορμί μου –
το χέρι της αποτραβιέται
κι αφήνει λίγο φως μες στο δικό μου.

Κοιμάται και μας βλέπει
ξέρω του λέει πως μας βλέπεις
ενώ με δείχνει πλάι της
ήσυχα πλαγιασμένον στο χορτάρι.

Θέλει να φύγουνε μαζί
να πάνε για παιχνίδια στο νερό
μα δεν αποφασίζει και φοβάται.
Φοβάται σάμπως να έχουν πέσει
κι οι δυο στου ύπνου μου το δίχτυ
και δεν μπορούν τώρα να ξεφύγουν.

Εγώ δε βλέπω τίποτε απ΄ όλα τούτα
μήτε κοιμάμαι με τη Ρέα.
Φαντάζομαι μονάχα πράγματα
που θα μπορούσε να ονειρευτεί εκείνη
ταξιδεύοντας ακόμη στον ύπνο μου
σ’ ένα βαγόνι με φαντάρους
καθώς μας παίρνουν ολοένα για τον πόλεμο.

*Από τη συλλογή “Το σακί”. Εμείς το πήραμε από το συλλογικό τόμο “Γιώργης Παυλόπουλος – Ποιήματα 1943-2008”, Εκδόσεις Κίχλη, Ιούνιος 2017.

Gregory Corso, Πεπρωμένο

Παραδίδουν το θείο διάταγμα
χωρίς καθυστέρηση
Και απαλλαγμένοι από τον φόβο
κράτησης
και με τον Πέτασο
δοσμένο απ’ τον Θεό, το Κηρύκειο και τα πέδιλα τα φτερωτά *
μαντατοφόροι σαν κεραυνοί
απρόσκοπτοι κινούνται ανάμεσα στα δικαστήρια
του χώρου και του χρόνου.

Το αγγελιοφόρο πνεύμα
με ανθρώπινη σάρκα
ανατίθεται σε μια ακέραιη,
αυτόνομη, πολύπλευρη
απόλυτα ποιητική ύπαρξη
κατά την παραμονή του εν ζωή.

Δεν χτυπάει τις πόρτες
ή τα κουδούνια
ή τα τηλέφωνα
Όταν το αγγελιοφόρο πνεύμα
έρχεται στην πόρτα σου
παρότι κλειδωμένη
θα μπει σαν μούσα ηλεκτρική
να παραδώσει μήνυνμα

Δεν υπήρξε μαρτυρία
ανά τους αιώνες
πως ένα αγγελιοφόρο πνεύμα
σκόνταψε ποτέ μες στο σκοτάδι

*Φτερωτά πέδιλα (talaria): τα σανδάλια που φορούσε ο Ερμής για να μπορεί να πετά και να μεταφέρει άμεσα τις παραγγελίες του Δία. Κηρύκειο: είναι το έμβλημα του θεού Ερμή και συμβολίζει την ομόνοια. Αποτελείται απο μια λεπτή ράβδο γύρω από την οποία είναι τυλιγμένα δύο φίδια. Πέτασος: δερμάτινο, πλατύγυρο καπέλο στην αρχαία Ελλάδα, το οποίο φορούσαν συνήθως οι έφηβοι. Στην τέχνη συναντάται συχνά ως το καπέλο που φορά ο θεός Ερμής.

**Το ποίημα αυτό, με τον αγγλικό τίτλο “Destiny” είναι από τη συλλογή “The Vestal Lady on Brattle and other poems” εκδ. R.Brukenfeld, Cambridge, MA. Δημοσιεύτηκε σε μετάφραση Λαμπριάνας Οικονόμου, στο περιοδικό “Ποιητικά”, τεύχος 24.

Γ.Δ. Σέρμυντ, Τρία ποιήματα

ΟΙ ΚΑΒΟΙ

Είναι φορές που οι κάβοι σπάνε
κι άλλες που λύνονται νωχελικά.
Τα πλοία τότε ταξιδεύουν.
Τα λιμάνια μένουν άδεια.

Και ήταν εκείνη η φορά
που ο κάβος ξήλωσε τη δέστρα
και την προβλήτα γκρέμισε μεμιάς

και πλοίο άλλο δεν σταμάτησε
ποτέ
να ταξιδεύει.

*

Η ΑΓΚΥΡΑ

Κρέμεται από το σώμα μου
μια σκουριασμένη άγκυρα
που με κρατάει χρόνια δώ
σε τούτο τον απάγκιο όρμο
της Ιθάκης σας.

Βυθίζεται στ΄ απαγορευτικά
μα ύστερα λεν ταξίδια στάζει
και μόνο εγώ μπορώ να δω
πως πνίγεται και κλαίει.

*

ΣΤΗΝ ΚΟΥΠΑΣΤΗ

Καμιά φορά, μια ανεμόσκαλα
κρεμασμένη στα έξαλα ενός γκαζάδικου
εκλιπαρεί την παραμονεύουσα Χάρυβδη
για μια συμφορά χειρότερη
από τη νοσταλγία.

*Από τη συλλογή “υγροί μετεωρίτες”, εκδ. πρότζεκτ ερσίλια, Απρίλιος 2021.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Η ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ ΑΡΓΕΙ

Τώρα δεν έχω μνήμη
μόνο φαγωμένα χέρια
δυο πεταλούδες μάτια
και αυτοπυρπόληση

Τι στο καλό συμβαίνει;
ποιος τιθασεύσει ποιητές
με ενήλικο μαστίγιο;
Γιατί δε νομίζω βέβαια
πως ακόμη ωρίμασα
απλώς κάνα δυο φωτιές
πρόσθεσα στο ποίημα
για τα απαραίτητα εφέ

*

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Άμα προκαλέσεις την Ποίηση
κάτσε να την κανακέψεις

Νόμιζες πως θα γλυτώσεις
απ’ τον ιδρώτα της συντριβής;
Οι στίχοι είναι πρόκες λέξεων
που αναπνέουν τα μεσάνυχτα
το πρωί στραβώνουν – όλες

Κι άμα μπορέσεις να ξυπνήσεις
ένα ωραίο τρικάβαλο μηχανάκι
εσύ, εγώ και το φρέσκο ποίημα

Απομένει να βρεις τον τίτλο
για να με αποκαθηλώσεις

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, Εκδόσεις ‘στίξις’, 2018.

Δημήτρης Χαλαζωνίτης, Από τις “Σφαίρες”

1
Μια σφαίρα λέει πάντα αλήθεια

2
Η συγχώρεση είναι συναλλαγή
μεταξύ Θεού και Ανθρώπου.
Ο δήμιος κανονίζει μόνο τη συνάντηση.

3
Ψέμα σε αγκαλιά
ή σφαίρα του Εγώ.

4
Κυνηγώντας τον ψίθυρο των αιώνων
ποτέ δεν άκουσε
της επιθυμίας το ουρλιαχτό.

5
Στον απόηχο των πρότερων έντιμων βίων
πάντα θα λείπουν τραγούδια.

6
Φτερά ο Έρωτας.
Φτερά και το αεροπλάνο.
Άλλη η πτήση.
Ίδια η συντριβή.

7
Ξεπέφτει ο νους
στο κράσπεδο της ασφαλούς
συνύπαρξης

8
Επειδή το ξημέρωμα έρχεται
έτοιμο να συγχωρέσει
ο Εγωισμός συνεχίζεται.

9
Δεν γράφω λοιπόν για να δεις το αόρατο.
Γράφω για να δεις το υπαρκτό
Αυτό που κανείς δεν θέλει να αντικρύσει.

10
Όχι ουρανός.
Μα η απεριόριστη δυνατότητα
ενός σύννεφου

*”Σφαίρες”, Εκδόσεις Θεμέλιο, 2011.

Francis Picabia, Από το “Μοναχικό ευνούχο”

Artwork: Francis Picabia

Ας δοκιμάσουμε την ώρα τούτη
Στο αλφάβητο ιδιωτική περιοχή κυνηγίου
Της σκιάς αργά
Στ’ αληθινά λίρες στερλίνες
Κάτω από παρθενικό λουδοβίκειο κου κου
Που φτιάχνει συζυγική στέγη υπό βροχή
Αλλά γελώντας πιο δυνατά ο καφές
Είναι στα εφτά χιλόμετρα πρωτεύουσα
Το μικρό τσακάλι της αρλούμπας
Μεθυσμένοι από αλκοόλ αριστοκράτης
Εν μέσω γυναικών συντρόφων
Με τα τρυφερά τους στόματα κονδυλοφόρους
Φωτογραφεί το μάτι του έρωτα
Αρχαία γαρνιτούρα φωτισμένη μαύρο
Ποδήλατο ο ορίζοντας προς
Ετικέτα υγιές το μέσα
Κοράκι μεγάλο ενός έγκυος είναι
Η Κοινωνία των Εθνών
Γκαμήλα ενός ή
Στα μπαχαρικά εφιαλτικός ντ’ Ανούντσιο
Θεωρώ το αμερικανικό είδος
Χαλκός σκευοθήκης μία
Υπέρμετρα χρήσιμη
;;;;;;;;;Τί όμως
Άκου τη Γη πλάι πλάι
Η προσευχή με τη βιβλιοθήκη από δέρας λιονταριού
Στολισμένη με σουτάζ αποστολών
Ηδυπάθεια για να εκτρέπει την ολική επωδό
Φωνή μονότονη υπουργού
Πίπα ρεβόρβερ γλουτοί γυμνοί συνεχίστε
Θα καταλάβετε αξιολύπητοι καβαλιέροι
Προτιμώ έναν κομμωτή κρεμασμένο στον τοίχο
Να χορεύει σαν φτερό
Στις παρειές μου επάνω
Γελούν λάμπες ανάλαφρες
Παραλυσία μοσκίτο
Λέει μανικιουρίστας καταλαμβάνει την τράπεζα
Σαράντα και τριάντα τού
…………………………………………………….

*“Μοναχικός ευνούχος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018. Μετάφραση: Ανδρέας Νεοφυτίδης.

Αλέξανδρος Ίσαρης,  Κ. Π. Καβάφης

Ά, να, ήρθες πάλι εσύ με την αόριστη γοητεία
Μέσα στον ύπνο μου ολοζώντανος
Για να ταράξεις αυτή την ξεχασμένη μνήμη.
Το πρόσωπό σου κομμάτι ωχρό
Μέσα στο μωβ της νύχτας και τα δάχτυλα πάνω στο πρόσωπό μου.
Στεκόμασταν ανάμεσα σε γη και ουρανό
Κι ήταν τα σύννεφα βαριά
Φοβόμουν πως θα βρέξει
Πως δεν θα δυνηθώ να σε κρατήσω.

Όμως το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα
Και μπήκαμε στο καφενείο που πηγαίναμε μαζί.
Με τύλιξε η ευωδία των σωμάτων
Και με τη θέρμη των για μια στιγμή έρχονταν
Αισθήματα, λέξεις, αγγίγματα στην πλάτη
Στους γοφούς, στα στήθη τα ιδρωμένα
Βλέμματα που έλαμπαν στους καθρέφτες.
“Φαίνεσαι κουρασμένος” παρατήρησα, κι έγειρε στο πλάι.
“Υπέφερα πολύ”, απάντησε. “Αυτό ουδείς το ενθυμείται”.

Οι πρώτες σταγόνες τρύπησαν τη μορφή του
Που έλιωσε στην υγρασία.
Ο αέρας σκόρπισε τη φωνή του
Κι έμεινε μόνο το ψεύδισμα πάνω στο νερό.
“Επέστρεφε”, ψιθύρισα, “επέστρεφε και παίρνε με
Αγαπημένε ποιητή. Δεν ξέρω τι να κάνω
Σ’ αυτή την ερημιά
Όπου μόνο η θάλασσα ακούγεται
Ό άνεμος και τα πουλιά
Που με περιτριγυρίζουν.
Επέστρεφε και παίρνε με
Όταν το σώμα ενθυμείται
Και η ψυχή επιθυμεί
Του μνήματος τη θεία ησυχία.

Ο κόσμος βούλιαξε στο πένθος
Μαύρα κοράκια σπρώχνονται
Στην πόρτα του αιώνα.
Επέστρεφε και παίρνε με
Εσύ ξέρεις τι θα πει ορφάνια”.

Κατερίνα Ζησάκη, Aπό την “πτέρυγα τρελλών”

I
να γελάσω τόσο
που ν’ αλλάξω σχήμα

II
θα πάρω τ’ όνομά μου απ’ το Αυτονόητο
θα με λένε Ανόητο

IV
ό,τι είδα
μεγάλη πέτρα
που εξαϋλώνεται
ό,τι κι αν βρίσκω
η επιμονή μου
αρκείται στο φως

*Από τη συλλογή “χωρίς εαυτό”, Εκδόσεις Έρμα.

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, Ωδή Εικοστή Ένατη

Τι βρήκα στην κοιλάδα της κοιλιάς σου;
Τι βρήκα στην κοιλάδα των μηρών σου;

Βρήκα το τριανταφυλλένιο σώμα σου λυπημένο
Σε ένα ατακτοποίητο κρεβάτι
Ημιάγρυπνο σε μια αγκαλιά γυμνή

Βρήκα το ξεθωριασμένο ρολόι της καρδιάς σου
Να δείχνει μία ώρα πίσω
Κάτι θαυματουργό που δεν πρόλαβε να συμβεί

Βρήκα τους τρεμάμενους ίσκιους μιας παλαιάς αγάπης
Σαν αράχνη να πλέκει
Έναν μακρύ ιστό προσόμοιο με αγχόνη

Σε βρήκα κατάχλομη με μάτια κατακόκκινα
Να τρέχεις μέσα στα άναστρα δάση
Στα νυχτερινά χώματα που έσμιξαν οι σάρκες

Σε βρήκα να ξεκαρδίζεσαι πίσω από ένα ηλιοτρόπιο
Σε μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από καιρό
Ξεχασμένη πια χαρά και ηδονή

Σε βρήκα να μου κρύβεσαι μουτρωμένη
Γεμάτη θυμό που σε αγάπησα χωρίς σύμπνοια
Ήδη απούσα και αποσυρμένη από τη ζωή μου

*Από τη συλλογή “Το σώμα σου”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2019.