3 ποιήματα | Ευθύμης Λέντζας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

lentzas

Σήμερα ξύπνησα στην ομίχλη –
γυμνόκλαδος πόνος.
Παράξενη βροχή: από τον ουρανό
στο κόκκαλο∙ μια μουσική σε πτώση.
Να περνάει ψυχρός ο κίνδυνος: από
τις φυλλωσιές στο σώμα.
Αβέβαιος σηκώθηκα πάλι.
Σίγουρο το δέρμα που συγκίνησα, με
χείλια τραύματα: σωθικά του αλκοόλ.
Ματάκια μου που δεν σας πίστεψα∙
αύριο πώς θα σωθώ;

***

Η φριχτή φορεσιά – το σώμα μου,
άυπνο ανάμεσα σε τόσα βλέμματα.
Άοσμα χέρια μικρών αγαλμάτων.
Η πρώτη νύχτα στη θάλασσα,
μια παράξενη Πέμπτη με στήθη θαύματα∙
δανεικός ουρανός για τα τυχαία μάτια μου.
Αδύνατον να σηκωθώ από τέτοιο θάνατο.

***

Πρωινό στο μπαλκόνι κι η Λάρισα
απέραντη όπως το σώμα της γυναίκας
που αγαπώ, πριν ξετυλίξει η μέρα τα
στολίδια της – χαμόγελο σβηστό σαν
αποτσίγαρο βρεγμένο μοναξιά.
Είναι σκληρή η ψιχάλα, διώχνει τα
αδέσποτα σκυλιά, σμίγει το φόβο,
σφίγγει τα ανυπεράσπιστα οστά μου.

View original post

Αλέξης Τραϊανός (20/10/1944-7/5/1980), Τρία ποιήματα

ΥΔΡΙΑ

Σου έδινα συνέχεια σου έδινα
Και συ έπαιρνες συνέχεια έπαιρνες
Και δεν ήξερες πως παίρνεις
Δεν ήξερες κι ούτε ποτέ θα ξέρεις
Πώς η ψιχάλα γίνεται βροχή
Κατακλυσμός η βροχή κι ύστερα θύελλα
Και μένεις γυμνός δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι
Δίχως φωτιά δίχως βοήθεια
Στην τέλεια εγκατάλειψη στην πλήρη ερημιά
Όπως αδειάζει μια κάμαρα σαν αφαιρέσεις
Έναν πίνακα ή κάποιον καθρέφτη
Κάτι δικό σου τέλος πάντων
Αναπόσπαστο με τον εαυτό σου
Που σ’ όριζε να υπάρχεις δεμένος μαζί του
Και τώρα μόνο να θυμάσαι ξέρεις
Τώρα που λιγοστεύει η βροχή πάνω απ’ την πόλη
Και ξημερώνει πάλι όπως αύριο όπως χτες
Στα προπύλαια τούτης της μέρας παρατημένος
Θα σε θυμάμαι
Όπως το τελευταίο όνειρο τον τελευταίο λυγμό
Με μιαν υδρία ποιήματα κάθε πρωί

*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες” (1973).

*

ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Νύχτα της Τετάρτης 29 του Γενάρη 1974

1.

Κι έπειτα ήρθες να που έπρεπε βέβαια να ’ρθεις
Αγάλι σέρνοντας τη φρίκη μιας πληγής παντοτινής
Μέσα στο πιο αποτρόπαιου τέλους τον κρότο
Στο μαύρο αδιέξοδο στην άβυσσο του νου

Να που έπρεπε την καρδιά σου κομμάτια να ’βλεπα
Κάτω από ’να ξεθωριασμένο πράσινο κοστούμι
Τυπικό και άψογο σ’ ένα λευκό τραπεζομάντιλο σκυμμένο

Πέρασαν τόσα χρόνια πέρασε ο καιρός
Πλυμένο κίτρινο παλιό το φως
Έπεφτε πάνω σου σαν τίποτα και σαν ανυπαρξία

*Από τη συλλογή “Η κλεψύδρα με τις στάχτες” (1975).

*

ΟΠΩΣ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Στον Γιώργο Κάτο

Όπως τα δέντρα
Όπως τα δέντρα μαζεύοντας τη νύχτα μέσα τους
Όπως τα δέντρα έζησε
Τρέμει και βήχει

Κουράστηκε ο άνεμος να περνά στο πρόσωπό του
Σκουριασμένα φύλλα
Την ερημιά

Πέφτουν όλα σ’ ένα μεγάλο φλιτζάνι καφέ
Το κόκκινο της καρδιάς και το μεγάλο γαλάζιο
Πέφτουν και πίνει την ίδια κόκκινη καρδιά του
Και για κανέναν πια δεν είναι
Υποθετικά υπάρχει
Τρέμει
Και πότε πότε τραντάζεται από ’να σπασμένο βήχα

*Από τη συλλογή “Η κλεψύδρα με τις στάχτες” (1975).

Sine Lege, Ζητείται ποιητής

παλιοθήλυκο εσύ αντίφα*

όλοι οι ποιητές περπατούν σκυφτοί
το κεφάλι τους γέρνει μπροστά
οι ώμοι τους θα ξεκολλήσουν θαρρείς από το σώμα τους
λες και παλεύουν να φυλακίσουν το μέλλον
να το προλάβουν
να το κάνουν όμορφο
για να μας το παραδώσουν
οι ποιητές μας είναι οι προπομποί μας
η πατησίων μας φάνηκε εξωτική κι απόψε
χώρος διακίνησης ναρκωτικών προστατευόμενος από την αστυνομία
έτσι έγραφε
υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία*
είπε ο ποιητής
και κάποιος δάκρυσε
ο φόβος του θανάτου είναι η έμπνευση
μόνο ο έρωτας και η ποίηση νικούν το θάνατο
αν ξαναγινόμουν δεκαπέντε
θα άκουγα μόνο χιπ χοπ
εσύ;
δώστε μου έναν ευθυτενή ποιητή!

*στίχοι του γιάννη πατίλη

*Από τη συλλογή “π”, εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Δημήτρης Γλυφός, ποιήματα

το

γίνε
σαν ποτέ
δική μου

το πλήρωσαν
όσοι δεν έζησαν στο σώμα τους
το τρέμουλο ενός ρήματος πριν την καληνύχτα

σ’ αγαπώ

αυτή η εξορία
όλων των κτητικών αντωνυμιών

είναι ήσυχα
τόσο ήσυχα
ούτε η νύχτα ακούγεται
που πέφτει

σε κάθε λέξη που ψιθύρισα
από την αρχή ώς το τέλος εκείνης της νύχτας
της κάθε
της μιας
οι τόνοι χαράχτηκαν κάθετα στα ζυγωματικά σου
αστέρια σε ελεύθερη πτώση
πνιγμός
και οι καταλήξεις ακούμπησαν ελαφρά στον λαιμό σου
αχνόβροχο

από τότε
δεν μετριέμαι σε μέρες
σε νύχτες μετριέμαι
και μόνο σε όσες
άφησαν ένα μικρό στεναγμό
αυτόν που σου προσάπτω
αυτόν που ξέρει πως δεν θα δημιουργήσει τον κόσμο
αλλά ξέρει πως θα τον τον διαλύσει
μεμιάς

αναπνέω
απαρηγόρητα

*Από τη συλλογή “Υπήρξαμε”, Εκδόσεις Σμίλη, Οκτώβριος 2021.

Γεώργιος Ελευθ. Καραγιάννης, Ναυαγισμένος

Alexandros Dalkos, Castaway

Θάλασσα τα μάτια σου
μπαίνω μέσα τους λαθρεπιβάτης
και ταξιδεύω.

Αλλά όπως πλέω
στου ονείρου μου τ’ ανοιχτά
σβήνουν άξαφνα οι φάροι μου
και νιώθω χαμένος.

Στην άκρη της κόγχης
το δάκρυ μου απαρηγόρητο
που μπέρδεψα το δρόμο.

Ξέρω πια
πως όλα τέλειωσαν.
Εξόκειλε το καράβι μου
στην πιο άγνωστη αμμουδιά
κι εγώ ναυαγισμένος.

6/5/2022

Alda Merini, Η αλεπού και η αυλαία / la volpe e il sipario

[Δεν έχω ανάγκη από χρήματα]

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που πυρακτώνει το βάρος των λέξεων
“υ ξυπνά τι? εκκινήσεις και βγάζει καινούργια χρώματα.

LA VOLPE Ε IL SIPARIO
[Non ho bisogno di denaro]

Io non ho bisogno di denaro.
Ho bisogno di sentimenti
di parole, di parole scelte sapientemente,
di fiori, detti pensieri,
di rose, dette presenze,
di sogni, che abitino gli alberi,
di canzoni che faccian danzarle statue,
di stelle che mormorino aU’orecchio degli amanti.
Ho bisogno di poesia,
questa magia che brucia le pesantezza delle paroll
che risveglia le emozioni e da colori nuovi.

13.10.2008

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

“Dada” – Λογοτεχνική και καλλιτεχνική συλλογή

Διεύθυνση: Tristan Tzara, Τεύχος 6 “Δελτίο Dada “, χωρίς όνομα εκδότη, Παρίσι, χ.χ. [Φεβρουάριος 1920].

Τεύχος που δημοσιεύθηκε με την ευκαιρία της εκδήλωσης Dada της 5ης Φεβρουαρίου 1920 στο Salon des Indépendants και περιέχει το πρόγραμμα των αναγνώσεων των μανιφέστων του Francis Picabia, Georges Ribemont-Dessaignes, André Breton, Paul Dermée, Paul Éluard, Louis Aragon και Tristan Tzara.

Το κείμενο αποτελείται από αποσπάσματα των μανιφέστων, των αφορισμών, έναν κατάλογο με 76 ονόματα των μελών της ομάδας, διαφημίσεις για τα βιβλία και τα περιοδικά τους, την ανακοίνωση της δεύτερης εκδήλωσης του Χρυσού Τμήματος στγν γκαλερί La Boétie, στις 2 Μαρτίου κλπ

*Πηγή: Υπερρεαλιστική Ομάδα Αθήνας.

Γιώργος Μπλάνας, από τη “Συμπαγνία” 

ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΗΣ 28ΗΣ ΜΑΪΟΥ του έτους 1943 και ενώ τρεις κατοχικοί στρατοί, υποστηριζόμενοι από το αναπόφευκτο αρπακτικό της προδοσίας, εργάζονταν εντατικά για τη μετατροπή της Ελλάδας σε ένα ακόμα ζωντανό μουσείο ανθρώπινης αθλιότητας ―αν υποτεθεί πως δεν ήταν ήδη τέτοιο, με αποκλειστική ευθύνη της ιθαγενούς δικτατορίας της 4ης Αυγούστου― η οικιακή βοηθός Καλή Μωραΐτη, το γένος Λαγού, ετών 22 και ήδη από πενταετίας μητέρα ενός ανησυχητικά μελαγχολικού κοριτσιού, συνάντησε στην πιο δύσβατη περιοχή της μικρής, αλλά ανεπαρκώς εξερευνημένης, καρδιάς της την επιβεβαίωση μιας οδυνηρής υποψίας, που τη συνόδευε από παιδί: ο θεός ήταν εντελώς ανήμπορος μπροστά στη συμπαιγνία των ανθρώπων με τον θάνατο.

*“Συμπαγνία”, εκδ. Κοβάλτιο, 2020.

Παρασκίβα Ζώγου, Ποιήματα χωρίς τίτλο

Ι.

Είναι νύχτα τώρα εκεί που κάποτε ήταν μέρα γλυκιά.
Τώρα θλιβερά βυθισμένη στην τέφρα, τη σιωπή
και την πένθιμη εικόνα τη φθινοπωρινή.
Τούτος ο χρόνος δεν ήταν για εμάς τους δυο.
Τώρα έρχονται νύχτες άγρυπνες και πικρές
μέσα στις οποίες εγώ, η Πληγωμένη,
θ’ ασκούμαι στο να λέω σιγοψιθυρίζοντας το όνομά Σου.
Αύριο θα βρέξει, το ξέρω…
και θα ‘σαι Συ η βροχή των δακρύων μου που θα με καθάρει
από τις σκόνες των καλοκαιριών μου.
Κι Εσύ πάλι θα ‘σαι, τα χέρια σου, τα χάδια από τα χείλη και τη
γλώσσα σου
που θα μου φέρουν το ρίγος στις ξεκούρδιστες τώρα χορδές της
ανάσας μου.
Και θα ‘μαστε πάντα εμείς χωρίς εμάς
μέσα στ’ απέραντο Φθινόπωρο της θλίψης που βάλθηκε
να μας ενταφιάσει τα όνειρα.

ΙΙ.
Σαν ονειρεύομαι τις νύχτες λυπημένη στο σκότος
Φως ιλαρό, στην ψυχή μου έρχεσαι, ίχνος απαλό!
Αόρατο φως, ακουμπάς την ζεστή σου δίνη στο έσω μου
Γέρνεις το όμορφο μειδίαμά σου στο πρόσωπό μου
Ακουμπώ τα εξαίσια όρη, τα τρυφερά, τα βελούδινα
Πάνω στο στήθος σου τα ρωγοβυζιά μου, φως με φως
Ω! ό,τι έχω να σου πω, στην ακροστιχίδα μου δες το…

Miroslav Holub, Άνθρωπος βρίζει τη θάλασσα

Κάποιος
σκαρφάλωσε στην κορυφή του βράχου
και άρχισε να βρίζει τη θάλασσα.

Ανόητο νερό, βλακώδες γκαστρωμένο νερό
νωθρό γλοιώδες αντίγραφο του ουρανού
πλανόδιο απ’ τον ήλιο ώς το φεγγάρι
γύφτε τοκογλύφε αχιβάδων
ταύρε νερουλέ ωρυόμενε
που θρέφεις τα βράχια με το αίμα σου
αυτοκτόνα ρομφαία
σπασμένη κομματάκια ώς τον γκρεμό
ύδρα που κάνεις τη νύχτα υδρόλυση,
που ξεφυσάς νέφη σιωπής αλμύρας
απλώνοντας φτερά από ζελατίνη
μάταια μάταια
γοργώ που μασουλάς το κορμί σου

νερό πλατυκέφαλο αλόγιστο νερό-

Έτσι έβριζε τη θάλασσα για κάμποση ώρα
κι εκείνη έγλειφε στην αμουδιά τα ίχνη
των ποδιών του
σαν πληγωμένο σκυλί.

Ύστερα ο καλός σου κατέβηκε από τον βράχο
και χάιδεψε
τον μικρούτσικο αχανή σφοδρό καθρέφτη
της θάλασσσας.

Έτσι, νερό, της είπε
Και ξαναπήρε το δρόμο του.

*Μετάφραση: Στρατής Χαβιαράς. Δημοσιεύτηκε στα “Ποιητικά”.