Η πρωινή εφημερίδα μού υπόσχεται Μία λοξή κάπως σιωπή δίπλα στο ανοιγμένο σου Παράθυρο, το από έξω Μουτζουρωμένο πάντοτε Με το αποτύπωμα του μελανού αέρα.
Κούπες καφέ, ξερός καπνός, ένα βραχνό μουρμουρητό σου Χάσαμε Την ικανότητα να ξεδιαλύνουμε πού πάνε οι στάχτες Πώς εξαντλούν την άχνη τους, τι χρησιμεύουν Στον ανεξάντλητο των πρωινών μας κόσμο.
*
Η ΛΑΜΠΑ
“Είμαι γριά τυφλή απ’ το ένα μάτι”, μου φώναξε από το απέναντι μπαλκόνι “κι ούτε τ’ αυτιά μου με βοηθάνε. Καλημέρα”.
Κι ύστερα, κάθε ένα βράδυ, το φως του μπαλκονιού ανάβει, αργά.
Έτσι συμβαίνει στο έρεβος του κρεβατιού μου εγώ χαζολογώντας νερά ν’ ακούω από μακριά, βαθιά σαν νύχτα, να σκίζονται από ένα σίγουρο καράβι. Νερά που αφρίζουνε στο γλυκερό έρημο βράδυ, και λέω η λάμπα της θα φταίει που μαζεύονται πίσω από το κλειστό μου τζάμι.
Πάλι μετά, ώρα προτού χαράξει, σηκώνεται ανελλιπώς και μου τη σβήνει. Κι ο ήχος σταματάει κι αυτός.
*
ΦΩΝΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΣΤΗ
Ένας παλιάτσος στην αδειανή γωνιά του δρόμου βγάζει και βγάζει απ’ την τσέπη το μαντήλι με τους κόμπους του και το περνάει τριφτά πάνω από τις μπογιές στο πρόσωπό του, μα εκείνες επιμένουν
−Εκ γενετής κλόουν λοιπόν!
Ποιος το ’πε αυτό; Θυμώνοντας τραβάει κάτω απ’ τη γλώσσα του μι’ αστραφτερή μακριά καρφίτσα, που τη φυλάει για έκτακτες περιπτώσεις, και σπάζει ένα-ένα τα μπαλόνια του
*
ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΕΤΑΞΤΕ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΣΑΣ
Είναι η ώρα του ανέγνοιαστου στον ήλιο. Ποιητές πετάξτε τα χαρτιά σας! Ένα, δυο, εκατοντάδες στον αέρα Χαρτιά, της διαρκώς σκυφτής σας λιτανείας Για μιαν ανίατη πληγή. Χαρτιά, ανέμυαλα να προσγειώνονται Στο πάτωμα που τρίζει ερημία· Ας δικαιώσετε λοιπόν τους αναστεναγμούς του! Στο δρόμο βγείτε Την τύχη ακολουθήστε Ανοίγοντας πρώτη φορά τα μάτια Ώστε να δούν αυτά Τα πόσα ανείδωτα, Τα δίχως ανταπόκριση στον έρωτά τους, που περάσαν Χρυσά του Δεκεμβρίου πρωινά. Ποιητές πετάξτε τα χαρτιά Μ’ ωραίους αυτοσχεδιασμούς στον άφρονα αιθέρα Ποιητές όλους τους δρόμους περπατήστε Μ’ ωραία πυξίδα την καρδιά της ποίησης που γεννιέται Και που ’ναι η πάντα ανεξάντλητη ποτέ αδραγμένη Η για-όλα-αυτά θριαμβεύτρια, η τόσο φευγαλέα Η διάφανη ομορφιά.
στο ίνστανγκραμ στο τουίτερ απ΄ τον σταθμό του μετρό στο σπίτι καθώς περνώ την εξώπορτα εδώ και χρόνια περιμένουν να γίνω δεκαοχτώ με τα μάτια τους με τ΄ αυτοκίνητά τους με τα παιδιά τους στο πίσω κάθισμα στο άδειο πάρκινγκ τα βήματά τους αντηχούν σαν από εκατοντάδες σώματα με τη γλώσσα έξω με τα δόντια τους ν’ αστράφτουν σαν μύγες αφού πληρώσω και βγω απ’ το ταξί τους μέχρι το μπάνιο μέχρι το ασανσέρ μπορεί ακόμα κι όταν πεθάνω και βγω απ’ το πιτσιλωτό μου σώμα
θα γυρίσω το κεφάλι και θα τους δω να στέκονται με το ’να χέρι ξαναμμένοι θα κρατύν τα αχαμνά τους με τ’ άλλο θα προσπαθούν ν’ αγγίξουν τα μαλλιά μου.
*Από την Ανθολογία “Αραβίδες ντίβες”, έκδοση Τεφλόν / Αρχείο 71, 2021. Μετάφραση: Πίτερ, Ράνια, Ελένη.
**Η Safia Elhillo είναι Σουδανοαμερικανή ποιήτρια και έχει παρουσιάσει έργα της σε αρκετές χώρες. Γεννήθηκε το 1990 στο Rockville του Maryland των ΗΠΑ.
Την είδε που έστριβε στην γωνία. Μόλις είχαν φιληθεί και αυτή βρήκε στα κρυφά την ευκαιρία να αγοράσει ένα ψημένο καλαμπόκι διευρύνοντας με άμυλο και αλάτι τον γευστικό της ορίζοντα.
Ν. Μάκρη, Αύγουστος 2017
*
ΦΩΤΙΑ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ
Αναμαλλιασμένα σύννεφα μπερδεύονται γύρω από τα βουνά. Το άγγιγμά τους, έντονη ανατριχίλα, σαν μαύρα μαλλιά που απλωμένα σε ανδρικό στήθος οδηγούν σε οξείς σπασμούς.
Σε κεραυνούς που βάζουν φωτιά στο μαύρο δάσος λαμπαδιάζοντάς το.
Αθήνα, Ιούλιος 2018
*
ΟΛΑ ΚΑΠΟΤΕ
Όλα κάποτε, ακόμα και τα καύσιμα της αγάπης, όλα, τέλος πάντων, τελειώνουν. Σαν τα καράβια που βυθίζονται χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να δικαιολογηθούν που άφησαν ημιτελή την ρότα προορισμού τους.
Ν. Μάκρη, Αύγουστος 2013
*Από την ενότητα “Ψημένο καλαμπόκι” που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή “Το σθένος των λέξεων”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, 2020.
Pistol shots ring out in the barroom night Enter Patty Valentine from the upper hall. She sees the bartender in a pool of blood, Cries out, “My god, they killed them all!” Here comes the story of the Hurricane, The man the authorities came to blame For somethin’ that he never done. Put in a prison cell, but one time he could-a been The champion of the world.
Three bodies lyin’ there does Patty see And another man named Bello, movin’ around mysteriously. “I didn’t do it,” he says, and he throws up his hands “I was only robbin’ the register, I hope you understand.” “I saw them leavin’,” he says, and he stops “One of us had better call up the cops.” And so Patty calls the cops And they arrive on the scene with their red lights flashin’ In the hot New Jersey night.
Meanwhile, far away in another part of town Rubin Carter and a couple of friends are drivin’ around. Number one contender for the middleweight crown Had no idea what kinda shit was about to go down When a cop pulled him over to the side of the road Just like the time before and the time before that. In Paterson that’s just the way things go. If you’re black you might as well not show up on the street ‘less you wanna draw the heat.
Alfred Bello had a partner and he had a rap for the cops. Him and Arthur Dexter Bradley were just out prowlin’ around He said, “I saw two men runnin’ out, they looked like middleweights They jumped into a white car with out-of-state plates.” And Miss Patty Valentine just nodded her head. Cop said, “Wait a minute, boys, this ones not dead!” So they took him to the infirmary And though this man could hardly see They told him that he could identify the guilty men.
Four in the mornin’ and they haul Rubin in, Take him to the hospital and they bring him upstairs. The wounded man looks up through his one dyin’ eye Says, “What’d you bring him in here for? He ain’t the guy!” Yes, here’s the story of the Hurricane, The man the authorities came to blame For somethin’ that he never done. Put in a prison cell, but one time he could-a been The champion of the world.
Four months later, the ghettos are in flame, Rubins in South America, fightin’ for his name While Arthur Dexter Bradley’s still in the robbery game And the cops are puttin’ the screws to him, lookin’ for somebody to blame. “Remember that murder that happened in a bar? Remember you said you saw the getaway car? You think you’d like to play ball with the law? Think it might-a been that fighter that you saw runnin’ that night? Don’t forget that you are white.”
Arthur Dexter Bradley said, “I’m really not sure.” Cops said, “A poor boy like you could use a break We got you for the motel job and were talkin’ to your friend Bello Now you don’t wan’ta have to go back to jail, be a nice fellow. You’ll be doin’ society a favor. That son-of-a-bitch is brave and gettin’ braver. We want to put his ass in stir We want to pin this triple-murder on him He ain’t no Gentleman Jim.
Rubin could take a man out with just one punch But he never did like to talk about it all that much. “It’s my work,” he’d say, “and I do it for pay. And when its over I’d just as soon go on my way Up to some paradise Where the trout streams flow and the air is nice And ride a horse along a trail.” But then they took him to the jailhouse Where they try to turn a man into a mouse.
All of Rubin’s cards were marked in advance The trial was a pig-circus, he never had a chance. The judge made Rubin’s witnesses drunkards from the slums To the white folks who watched he was a revolutionary bum And to the black folks he was just a crazy nigger. No one doubted that he pulled the trigger. And though they could not produce the gun, The D.A. said he was the one who did the deed And the all-white jury agreed.
Rubin Carter was falsely tried. The crime was murder one, guess who testified? Bello and Bradley and they both baldly lied And the newspapers, they all went along for the ride. How can the life of such a man Be in the palm of some fool’s hand? To see him obviously framed Couldn’t help but make me feel ashamed to live in a land Where justice is a game.
Now all the criminals in their coats and their ties Are free to drink martinis and watch the sun rise While Rubin sits like Buddha in a ten-foot cell An innocent man in a living hell. That’s the story of the Hurricane, But it won’t be over ’till they clear his name And give him back the time he’s done. Put in a prison cell, but one time he could-a been The champion of the world.
Οι πιστολιές ακούστηκαν μες στη νύχτα από το μπαρ Η Patty Valentine κατεβαίνει από το πάνω χολ. Και βλέπει τον μπάρμαν μέσα σε μια λίμνη αίματος, Φωνάζει, ”Θεέ μου, τους σκότωσαν όλους!” Και από αυτό το σημείο αρχίζει η ιστορία του ”Τυφώνα”, Του άντρα που οι αρχές κατηγορούν Για κάτι που δεν είχε διαπράξει. Και τον έκλεισαν σ’ ένα κελί, Έναν άντρα που θα μπορούσε να είχε γίνει Ο πρωταθλητής του κόσμου.
Η Patty είδε τρία πτώματα να κείτονται εκεί κάτω Και έναν άντρα που τον φωνάζανε Bello, Να κινείται εκεί γύρω μυστηριωδώς. Της είπε ”Δεν είμαι αυτός που το έκανε”, Και σήκωσε τα χέρια του ”Εγώ μόνο λήστεψα το ταμείο, ελπίζω να καταλαβαίνετε.” ”Τους είδα να φεύγουν” της είπε, Και εκεί για λίγο σταματά να μιλά ‘Ενας από εμάς πρέπει να καλέσει τους αστυνομικούς.” Και έτσι η Patty καλεί τους αστυνομικούς Και φτάνουν στην σκηνή του εγκλήματος Με τα κόκκινα φώτα τους να αναβοσβήνουν Μέσα στη ζεστή νύχτα του New Jersey.
Εντωμεταξύ, μακριά σ’ ένα άλλο μέρος της πόλης Ο Rubin Carter μαζί με μερικούς φίλους του Κάνουν βόλτα με το αυτοκίνητό τους. Ο νούμερο ένα για τη διεκδίκηση του στέμματος Της πυγμαχίας στην κατηγορία των μεσαίων βαρών Δεν του περνούσε ποτέ από το μυαλό του Σε τι σκατά θα έπεφτε Όταν ένας αστυνομικός τον σταμάτησε Στην άκρη του δρόμου Όπως πολλές φορές πριν και πολλές φορές πιο πριν Στο Paterson έτσι γίνονται τα πράγματα Εάν είσαι μαύρος καλύτερα να μην βγαίνεις στους δρόμους Εκτός κι αν θέλεις να τραβήξεις πάνω σου την καταστροφή.
Ο Alfred Bello είχε ένα συνέταιρο Που κουβέντιαζε με τους αστυνομικούς Αυτός και ο Arthur Dexter Bradley ήταν έξω και τριγύριζαν Αυτός είπε στους αστυνομικούς ”Είδα δύο άντρες Που έμοιαζαν σαν πυγμάχοι μεσαίων βαρών Μπήκαν σ΄ ένα λευκό αμάξι που είχε Πινακίδες εκτός πολιτείας.” Και η δεσποινίς Patty Valentine έγνεψε Καταφατικά το κεφάλι της. Ο αστυνομικός είπε ”Για σταθείτε μια στιγμή παιδιά, Αυτός εδώ δεν έχει ακόμα πεθάνει!” Και έτσι τον πήγαν στο νοσοκομείο Ακόμα κι αν αυτός ο άντρας δεν μπορούσε να δει Του ζήτησαν να αναγνωρίσει τον ένοχο.
Στις τέσσερις το πρωί έπιασαν τον Rubin, Τον οδήγησαν στο νοσοκομείο και τον ανέβασαν πάνω. Ο πληγωμένος τον κοιτά με το πεθαμένο ένα μάτι του Και λέει ”Γιατί μου τον κουβαλήσαατε αυτόν; ”Δεν ήταν αυτός που με πυροβόλησε” Ναι, αυτή είναι η ιστορία του ”Τυφώνα” Του άντρα που οι αρχές κατηγορούν Για κάτι που δεν είχε διαπράξει. Και τον έκλεισαν σ’ ένα κελί, Έναν άντρα που θα μπορούσε να είχε γίνει Ο πρωταθλητής του κόσμου.
Τέσσερις μήνες αργότερα, και το γκέτο καίγεται Ο Rubin είναι στη Νότιο Αμερική Και αγωνίζεται για τ’ όνομά του Ο Arthur Dexter Bradley είναι ακόμα μες στις ληστείες Και οι αστυνομικοί τον πιέζουν, Ψάχνοντας κάποιον για να κατηγορήσουν Του λένε ”Θυμάσαι τους φόνους στο μπαρ; Θυμάσαι το αμάξι με το οποίο ξέφυγαν οι δολοφόνοι; Νομίζεις ότι μπορείς να παίξεις με το Νόμο; Σκέψου ότι ήταν ένας πυγμάχος Που ξέφυγε εκείνη τη νύχτα; Μην ξεχνάς ότι είσαι λευκός.”
Ο Arthur Dexter Bradley τους είπε ”Δεν είμαι σίγουρος” Όμως οι αστυνομικοί του απάντησαν ”Σ’ ένα φτωχό παιδί σαν και σένα μπορεί καμιά φορά να του τύχει μια ευκαιρία Σ’ έχουμε στο χέρι για τη ληστεία στο μπαρ Και μιλήσαμε και με τον φίλο σου τον Bello Αν δεν θες να γυρίσεις πίσω στη φυλακή, Γίνε καλός άνθρωπος Και θα κάνεις στην κοινωνία μια μεγάλη χάρη Αυτό το μαύρο σκυλί είναι γενναίο Και όλο γίνεται ακόμα πιο γενναίο Θέλουμε να ρίξουμε αυτήν την τριπλή δολοφονία πάνω του Δεν είναι δα και ο ”Λόρδος Τζιμ.”1
Ο Rubin μπορούσε να ρίξει κάτω έναν άντρα Με μόνο μια του γροθιά Αλλά ποτέ δεν του άρεσε να μιλά γι΄ αυτό. ”Είναι η δουλειά μου” έλεγε, ”και την κάνω για τα λεφτά Και όταν τελειώσω συνεχίζω το δρόμο μου Σ’ ένα παράδεισο Όπου οι πέστροφες κολυμπούν στα ρυάκια Και ο αέρας είναι καθαρός Και καβαλώ ένα άλογο σ’ ένα μονοπάτι.” Αλλά τον έκλεισαν στη φυλακή Όπου προσπάθησαν να κάνουν έναν άντρα ποντίκι.
Όλα τα χαρτιά του Rubin ήταν σημαδεμένα από την αρχή Η δίκη ήταν ένα τσίρκο για γουρούνια, Δεν του άφησαν ούτε μια ευκαιρία Ο δικαστής θεώρησε ότι οι μάρτυρες υπεράσπισης Του Rubin ήταν αλήτες μέθυσοι από τις τρώγλες Και για τους λευκούς που παρακολουθούσαν τη δίκη Ήταν ένας αλήτης επαναστάτης Και για τους μαύρους ήταν ένας τρελός νέγρος Ακόμα κι αν δεν μπόρεσαν να παρουσιάσουν το όπλο, Ο εισαγγελέας αποφάνθηκε ότι αυτός ήταν ο ένοχος Και οι ένορκοι που όλοι τους ήταν λευκοί συμφώνησαν.
Ο Rubin Carter καταδικάστηκε άδικα Για φόνο πρώτου βαθμού, φαντάζεστε ποιος κατέθεσε; Ο Bello και ο Bradley που και οι δυο τους Είπαν άσχημα ψέματα Και μαζί τους όλες οι εφημερίδες, που πήραν την σκυτάλη. Πως είναι δυνατόν η ζωή ενός τέτοιου ανθρώπου Να εξαρτάται από την παλάμη κάποιου ανόητου; Το να βλέπεις κάποιον τόσο φανερά Να τον καταδικάζουν άδικα Δεν μπορεί παρά να μου προκαλεί ντροπή Που ζω σε μια χώρα Όπου η δικαιοσύνη είναι μόνο για τα μάτια.
Τώρα όλοι οι εγκληματίες με τα σικ σακάκια και τις γραβάτες τους Είναι ελεύθεροι να γυρίζουν και να πίνουν το μαρτίνι τους Παρακολουθώντας την ανατολή του ήλιου Ενώ ο Rubin κάθεται σαν τον Βούδα Σ’ ένα κελί μήκους δέκα ποδιών Ένας αθώος άνθρωπος μες στη ζωντανή κόλαση. Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία του ”Τυφώνα”, Αλλά δεν θα τελειώσει τόσο εύκολα Μέχρι να καθαρίσει το όνομά του Και να του δοθεί πίσω ο χαμένος χρόνος του. Τον έκλεισαν σ’ ένα κελί, Αλλά κάποτε θα μπορούσε να είχε γίνει Ο πρωταθλητής του κόσμου.
Φύση, ψυχή μου, μας γέλασαν οι εποχές. Γέμισε ο κόσμος χρηματοκιβώτια χτισμένα στη γη θησαυροφυλάκια ψυχοπαθών μέντιουμ, νταντάδων, χονδρεμπόρων
νομίσματα – θηρία που καραδοκούν έτοιμα να ρημάξουν τα ατίθασα παιδιά τ΄ανυποψίαστα παγώνια.
Κι εμείς εξόριστες φυλές πώς να μεμφθούμε, μας ρούφηξαν την βούληση με το «ουκ είδα άνθρωπον»… στρατιώτη, μητέρα και προφήτη στα σάπια λεφτά αφανισμένους
τρομάξαμε, πήγαμε και χαθήκαμε εις το διηνεκές.
Φύση, μακρινή μου αγάπη τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι.
*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, Εκδόσεις ‘Περισπωμένη”, 2017.
Κάποτε είχα ένα όνειρο. Όλη τη μέρα το κανάκευα και τα βράδια το φορούσα κατάσαρκα και περιπλανιόμουν στους δρόμους της πόλης. Το όνειρό μου ήταν πιο δυνατό από μένα Και όταν έσπαγα είχε τον τρόπο να με συναρμολογεί. Το όνειρό μου ήταν τόσο φωτεινό που μπορούσε να φωταγωγήσει όλους τους σκοτεινούς δρόμους. Όμως ένα βράδυ κάποιοι μου κόλλησαν ένα περίστροφο στον κρόταφο, ζητώντας ό,τι είχα. Κι εγώ, δεν είχα τίποτα. Μόνο το όνειρό μου. Τώρα τα βράδια, τριγυρνώ χωρίς τη φωτεινή ασπίδα μου στο δρόμο. Χημικός πόλεμος στο αίμα μου. Και όταν σπάω τα κομμάτια μου τα πετάει το σκουπιδιάρικο στη χωματερή.
*Από την Ανθολογία “Κυνικός υπερρελισμός”, Έκδοση “Ανέκδοτο”, 2019.
Κι έγινε σιωπή στους τοίχους στις πόρτες στο πάτωμα στο νερό στα λακκάκια του λαιμού Εκεί που κούρνιαζε όλη η θάλασσα. Πάρε μου την θλίψη από τα μεσημέρια. Κάποιος είπε: θα πεταχτώ έξω για τσιγάρα δε γύρισε ποτέ. Λοιπόν χωρίς να μου ανήκει ούτε ένα όνομα σε αυτό το σπίτι σκέφτηκα ότι μπορεί να έχω ημερομηνία ή μπορεί να είμαι η υγρασία στις γρατζουνιές του τοίχου αυτού που κάνει ησυχία και απορροφά όλες τις έκτακτες ανάγκες. Διάλλειμα δεν έχει αφού όνομα δεν έχουμε ούτε πρωινά μόνο ένα στριφτό τσιγάρο.
*Από τη συλλογή “Άφιλτρα”, Εκδάσεις Bibliotheque, 2021.
Ήταν μεσημέρι κι έπαιζε ακόμη με το ποτάμι ο ήλιος την έδενε από τα μαλλιά και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.
Έβλεπα πως ήμουν το ποτάμι αλλά γινόμουν άλογο κατεβαίνοντας αφρισμένο και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου αντιστεκότανε μαζεύοντας τη δύναμή της καθώς εμπαίναμε στους ίσκιους κάτω από τις ιτιές. Κι εγώ γελούσα και μη γελάς μού έλεγε μη γίνεσαι όνειρο, φοβάμαι σε φοβάμαι.
Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως μαύρο σαν ένα μελίσσι που μου έτρωγε τα μάτια.
*Από τη συλλογή “Το κατώγι”. Εμείς το πήραμε από το συλλογικό τόμο “Γιώργης Παυλόπουλος – Ποιήματα 1943-2008”, Εκδόσεις Κίχλη, Ιούνιος 2017.