Νίκη Κωνσταντοπούλου, Δύο ποιήματα

ΑΛΟΓΟ ΚΟΥΡΣΑΣ

Είμαι πάλι στο σημείο εκκίνησης
περιμένοντας το πυρ για να χυθώ
σαν άλογο κούρσας
πίσω από σένα να τρέξω.

Είμαι πάλι στο σημείο μηδέν
μετρώ τα δρομολόγιά μου
τα χιλόμετρα που φόρεσα
στα κουρασμένα μου πόδια

Σαν θεατής ψυχρός
περιμένοντας τη νίκη σίγουρος
κοιτούσες από μακριά
τη λεπτή μου φιγούρα.

Με σένα έμαθα να δρασκελίζω
χαράδρες, ρήγματα και γκρεμούς
Εσύ ακίνητος τραβούσες φωτογραφίες
και πόνταρες στοιχήματα

*

[ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ]

στέκεται μέρες τώρα
στη μέση του δρόμου
τα αυτοκίνητα τον προσπερνούν
οι άνθρωποι περνούν απο δίπλα του ξυστά
ακουμπάνε τον ώμο τους
κι αμέσως τινάζουν το παλτό τους
τα περιστέρια δεν τον πλησιάζουν ούτε για λίγα ψίχουλα
τα παιδιά τον κοιτάζουν με περιέργεια
μέχρι οι μανάδες να τα απομακρύνουν γρήγορα

Τέτοια συντονισμένη αδιαφορία
θα ζήλευε και ο διάβολος.

*Από τη συλλογή “Εγώ απέναντι”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Ντίνα Γεωργαντοπούλου, Περιμένω

Περιμένω.
Δε μιλώ.
Δεν αγγίζω.
Περιμένω τη βροχή.
Μια γραμμή κόκκινη
σχεδόν / πολύ.
Νύχτα ορίζεται.
Στερούμαι.
Κοιταζόμαστε στα μάτια
έρωτας / θάνατος.
Στερούμαι
την πιθανότητα αλήθειας.
Θυμάμαι να νιώσω.
Περιμένω.

*Από τη συλλογή “Απροσποίητα”, εκδ. Βακχικόν, 2017.

Antonin Artaud, Μαύρος κήπος

Κυλήστε τ΄ουρανού ποτάμια στα μαύρα πέταλά μας.
Έχουν γεμίσει οι ίσκιοι τη γη που μας αντέχει.
Τους δρόμους μας ανοίξτε στα φορτωμένα των
αστεριών σας κάρρα.

Φωτίστε μας, συνοδέψτε μας με τις φάλαγγές σας,
με τις αργυρές σας λεγεώνες, στην οδό της
θνητότητας
που την περπατάμε στης νυχτός το κέντρο.
Έτσι μιλάει ο κήπος στο χείλος της παλίρροιας.
Το δε ψυχρό των αγίων σας κιόνων μέταλλο,

ώ μίσχοι, έχει ήδη δονηθεί. Ιδού η νύχτα που
προσφέρει
το συμπάντειο των κεράτινων πυλών της κλειδί
στων απελευθερωμένων ψυχών τις εκπορεύσεις

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Αντώνης Τσόκος, Μαρία

Αυτή η Μαρία δεν έζησε ποτέ.
Μπήκε σε γλάστρα
και σκεπάστηκε με χώμα.
Την πότιζαν με ανάμα
μέθυσοι ιερείς.
Έμπηζαν κεριά
σε κάθε της βλαστό.
Τα μάτια της
κοκκινόμαυρα φιτίλια
καψαλισμένα ευχές
τρεμόπαιζαν μέχρι θανάτου.
Απ’ τα άκρα της
στράγγιζε το αίμα
που η μοίρα
της είχε υποσχεθεί.
Αυτή η Μαρία
έζησε όσο ζει μια προσευχή.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2019.

Ζωή Καραπατάκη, Χαϊκού

Ι

Πώς μουσκεύτηκε
το επανωφόρι της –
άνοιξης μπόρα

ΙΙ

Τραβάει κουπί
και κοιτάει μακριά –
μόνο γαλήνη

ΙΙΙ

Πετάνε ψηλά
ψαλιδίζουνε το μπλε
τα χελιδόνια

IV

Ο Μάης φυσά
το ζεστό αεράκι
μες στο δωμάτιο

V

Μικρά βατράχια
κοάζουν ασύστολα
που να κοιμηθείς!

VI

Μα ξεμυτίζει!
είν’ το νέο χορτάρι –
ανοιξιάτικο

VII

Οι παπαρούνες
κοκκινίσανε τη γη

VIII

Στητή προχωρεί
Τρεμουλιάζουν οι λεύκες
στο πέρασμά της

Federico Garcia Lorca, Χρώματα

Επάνω απ’ το Παρίσι το φεγγάρι
μενεξεδιά τα χρώματά του έχει
που κιτρινίζουν και χλωμιάζουν όμως
επάνω από τις πεθαμένες πόλεις.

Υπάρχει κι ένα πράσινο φεγγάρι
και σ’ όλους μέσα θα το δεις τους θρύλους-
σαν της αράχνης τον ιστό φεγγάρι,
σαν πετροβολημένη τζαμαρία’
στη μοναξιά και στις ερήμους όλες
βαθύ είναι και σταλάζει μαύρο αίμα.

Μα τι τα θεις! Το λευκό φεγγάρι…
αυτό φεγγάρι αληθινό είναι μόνο
και λάμπει μοναχά μες στη γαλήνη
σε όλα τα κοιμητήρια των χωριών μας!

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Roberto Juarroz, Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα
Γιατί είν’ αντίστροφη η μέτρηση
Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Δύο ποιήματα

ΜΟΝΟΣΑΝΔΑΛΟΣ

Ο θόρυβος μιας μικρής πυγολαμπίδας
το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει
Από έλλειψη πίστης στην απώλεια
ίσως από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος
Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
να βει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια
π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει

Πώς ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται

*

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ

Μας περιμένουν ώρες οι νεκροί στα ξύλινα κρεβάτια
με το χαμόγελο του λύκου Τη δαντέλα της φωτιάς
Απέριττοι Αυτάρκεις στη ζέση του εσχάτου ασπασμού
Την προδοσία σαν άχνη ξεφυσούν απ’ τα ρουθούνια

Λάζαροι πλαστικοί μ’ ένα κουμπί στα χείλη αιωρούνται
ραμμένο νήμα σ’ αυταπάτες Ξηλώσανε οι λέξεις

Άδικα οι προδότες δεν αναστήθηκαν στη γη

*Από τη συλλογή “Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν”, Εκδόσεις Σμίλη, 2019.

Xavier Villaurrutia, Σονέτο αφιερωμένο στο ρόδι

Την ολοσκότεινη ο έρωτάς μου προσεγγίζει
κηρύθρα που εντός της μιαν ενσαρκωμένη
σκιά κρύβει και που ερμητικό ένα ρόδι μένει,
το κοίλο τοίχωμά της πάντα να σκαλίζει.

Τον εαυτό μου εκεί κοιτώ να διυλίζει
τη δίψα του σιωπώντας που ‘ναι ξαναμμένη
και ακόρεστη, και τη φυλάω παγωμένη,
στο μέλλον μήπως θέλω να με ανακουφίζει.

Μπορεί ένα στόμα αλλότριο, ένα στόμα ξένο
να εμφανιστεί αύριο μες στον πόνο μου τον κρύφιο
και το αίμα μου να συναντήσει-χορτασμένο-,

τη σάρκα μου σκληρή και κρύα σαν καμίνι’
και μέσα μου στυφή μια γεύση, σαν ζωύφιο
τη δίψα της με τη δικιά μου ν’ αποσβήνει.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

ΑΓΙΟΙ

δε θα ξεχαστούν ποτέ
τα λερωμένα όμορφα
πρόσωπα τους
οι γεμάτες αγωνία
ματιές
τα αιωρούμενα χέρια
και οι φωνές τους
καθώς καιγόντουσαν:

«πάρτε μας γρήγορα από εδώ!
Αυτός ο κόσμος είναι
για τους πετυχημένους!»

*

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

«δε μου βγαίνει πια»
του είπε
εκείνος πήγε να τρελαθεί
εκείνη έκλεισε το τηλέφωνο
εκείνος θυμήθηκε τις στιγμές τους
εκείνη μπήκε στο μπάνιο
εκείνος έπινε όλο το βράδυ

όλα τα άνθη
οι μέλισσες
οι θηλιές
τα κλειδιά
του κόσμου εισέβαλαν στο κεφάλι του
ούρλιαξε μα η πόλη είχε
ήδη κοιμηθεί

το επόμενο πρωί
οι φωνές του μανάβη τον ξύπνησαν
σηκώθηκε
πλύθηκε
έγραψε άλλο ένα ποίημα
δάκρυσε λίγο
και η μικρή ιστορία
αυτού του κόσμου
συνεχιζόταν

*Από τη συλλογή «Αντιηρωικό», 2016.