Τόνια Τσαρούχα, Καλοκαίρι ή Μες στη Μεσόγειο

Vincent Van Gogh, Βάζο με δεκαπέντε Ηλιοτρόπια

Λατρεύω τα ηλιοτρόπια του τρελού της Αρλ
στο μυαλό μου φέρνουν θλιμμένα τρυφερά παιδιά
που κάθε δεκαπενταύγουστο
γίνονται σκαντζόχοιροι

ω, σύννεφο
πέρασε τόσος καιρός
είναι σαν μπαίνω σε μια θάλασσα
και να μην τη βρίσκω ούτε πολύ ζεστή ούτε πολύ κρύα

δεν κρατώ την ανάμνηση σαν κάρβουνο που καίει
την κρατώ σαν άρπα με χορδές βροχής

κι όμως, μαύρο αηδόνι
εξακολουθώ να ψηλαφίζω την απόσταση
ανάμεσα στην ανάστερη αδιαφορία
και στην προσμονή

ω, σπηλιάδα και πεταλίδα και πεύκο
θα μπορούσαμε να κάνουμε καλοκαίρι
και χωρίς τα αλογάκια της Παναγίας
κάνουν τα στραβά μάτια σ’ αυτήν την έκπαγλη φρίκη
/παρά θιν αλός/

και προπαντός στην αμέτρητη απόσταση
ανάμεσα στον ουρανό και μια καρδιά
που σταμάτησε…

/στ’ ανοιχτά των Οινουσσών
μια πλαστική βάρκα
αναποδογυρίζει/

Δημήτρης Μπαλτάς, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΑΡΩΜΑ

Το άρωμά σου με μέθυσε,
ευωδιαστό, υποσχόμενο
τον έρωτα.
Το μύριζα αχόρταγα
προσπαθώντας έτσι
να σε πλησιάσω περισσότερο.
Νόμιζα ότι το βλέπω
μπροστά μου να ξετυλίγεται
και να σε αγκαλιάζει.
Το ζήλευα.
Άγγιζε το κορμί σου
δίνοντάς του
μια σαγηνευτική οσμή
και λάμψη.
Λάτρευα να το μυρίζω
όσο ήθελα να κατακτήσω
και τη θέση του.
Όσο ήθελα κι αυτό,
για το οποίο
τίποτα δεν έκανα,
τίποτα δεν τόλμησα.
Αλλά το άφησα να ξεθυμαίνει
με την ώρα του
ώσπου κι αυτό έφυγε
μαζί του και εσύ.

*

ΑΓΑΠΗ ΑΠΑΝΕΜΗ

Και τώρα που φθάσαμε στο τέλος,
τα γλυκόπικρα αισθήματα ετελεύτησαν
και η αγάπη μας έπλευσε στου Αχέροντα
τα πλωτά σοκάκια,
τι άλλο θες να πω ;
Τι έμεινε που δεν ειπώθηκε ακόμη
μεταξύ εμού και της ανύπαρκτης ύπαρξής σου
στον άπλετο χώρο καρδιάς ανυπεράσπιστης;
Τα όπλα μπήκαν στις θήκες τους,
τα στρατεύματα αναπαύονται,
τα καράβια πιάσανε λιμάνι απάνεμο.
Έτσι και η αγάπη μας έληξε απάνεμη.

*Από τη συλλογή “Το όνομα του έρωτα”, εκδ. Αποστακτήριο, 2022.

Ζωή Καραπατάκη, Όλα καλά

Το χτύπημα του μεταλλικού μάνταλου της πόρτας
εξαιτίας του αέρα
τη στιγμή που τα δύο μισάνοιχτα
ξύλινα φύλλα της με τα καφασωτά
πλησιάζουν μεταξύ τους
είναι ο αγαπημένος μου ήχος
Όχι μόνο δεν μ’ ενοχλεί
μες τη μεσημεριάτικη ησυχία
αλλά είναι και ο δείκτης
ότι όλα πάνε καλά
Ότι υπάρχει μια τάξη πραγμάτων που δεν χάθηκε

Το σφύριγμα του αέρα που περνά ανάμεσα
μαζί με τον κρότο του μετάλλου που δονείται
με καθησυχάζουν
Καμμιά φορά οι ήχοι αυτοί
δυναμώνουν κι άλλο
αλλά και πάλι δεν μ’ ενοχλούν
Σα να μου λένε
ότι κανένα κακό
δεν συμβαίνει σ ‘ αυτόν τον κόσμο
Σα να μου λένε
Ησύχασε
μόνο ο αέρας είναι που φυσάει
τίποτ’ άλλο

Τόσο αγαπημένος ήχος

Λίνα Βαταντζή, A New Life Schedule, now / Ένα Νέο Πρόγραμμα Ζωής, τώρα

Farewell
my little one and ignorant.
Teaching is Learning –
You should have realised it,
by now.

Liberation
Enslavement
The unique passage to knowledge
demands for
union in communion.
The voice of teaching is kindness,
the hoarse noise of doubt,
the tender song of achievement.

Hard was my course
and still
filled with notes of
Innocence.

Oh, bittersweet farewell.
Teaching is Learning –

How can I impose a fullstop?

My life,
just learning now.

*

Ένα Νέο Πρόγραμμα Ζωής, τώρα

Σε αποχαιρετώ
τρυφερό μου και αδαές.
Η Διδασκαλία είναι Μάθηση –
Θα έπρεπε να το έχεις κατανοήσει
έως τώρα.

Απελευθέρωση
Σκλαβιά
Το μοναδικό πέρασμα προς τη γνώση
απαιτεί
ενότητα στην επικοινωνία.
Η φωνή της διδασκαλίας είναι η ευγένεια,
ο βραχνός θόρυβος της αμφιβολίας,
το τρυφερό τραγούδι της επίτευξης.

Δύσκολη ήταν η πορεία μου
κι ωστόσο
ήταν πλήρης από νότες
Αθωότητας.

Ω, γλυκόπικρος αποχαιρετισμός.
Η Διδασκαλία είναι Μάθηση –

Πώς μπορώ να επιβάλλω μια τελεία;

Η ζωή μου,
μόνο μάθηση τώρα.

Irwin Allen Ginsberg, Ο θλιμμένος μου εαυτός

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτηρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –
τα κτήριά μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
– από κάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
πέρα μακριά –
πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –
– ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατή μου αιωνιότητα –
το ζήτημα είναι άπιαστο.
Θλιμμένος,
παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
συλλογισμένος,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιός νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένος
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν …
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
… κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτήρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –
για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
αμπαζούρ της διανόησης –
Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις –
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο
στην γαλήνη
του νεκροκρέβατου ή του βουνού
που κάποτε αντίκρισα
ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί…

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στον τόμο “Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2007, σε εισαγωγή, επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά.

Μιχάλης Βάκρινος, Οίδημα

Έλα να πιούμε απόψε ένα ποτό
Οφείλουμε να την τελειώσουμε τη νύχτα.

Θαμποί αρχίζουν να φαίνονται οι θαμώνες
όσο εγώ θα υπολογίζω τα τσιγάρα
προτού σου πω τι με πονάει, τι μ’ενοχλεί
θα την τελειώσουμε τη νύχτα σε μια μπάρα.

Ανακριβείς, όχι ανειλικρινείς
ίσως ξεφύγουν δύο λόγια σαν ξυράφια.
Έπειτα πάλι επιστρέφουμε στα ίδια.
Πολιτική, λόγια για εκείνη την αγάπη που μας πάγωσε
και τώρα επιμένει στο ποτήρι.

Προσωρινή μου εξωστρέφεια εσύ,
προσπάθησε αυτό το οίδημα να κρύψεις
που τρώει και με μολύνει τόσα χρόνια.
Καν’το να φαίνεται/ σαν κόκκος άμμου σε έρημο.

Έλα λοιπόν να πιούμε ακόμη ενα ποτό.
Τόσους πολλούς βυθούς συναναστράφηκα
που έγιναν όλα μια επιφάνεια,
που αργά, πολύ αργά… απομακρύνεται.

Αύριο δεν θα θυμάμαι τι πληρώσαμε.
Για τα ποτά.
Και για αυτό, το σάπιο δόντι της ανάμνησης,
που με πονά και άφησα πάνω του αλκοόλ να το μουδιάσει.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Ι (Iota Horologii b)

Ιαγουάρος μαύρος, κόκκινος ιβίσκος,
ψηλά ιρόκο, ιριδίζων ίντιγκο παντού.
Τι λες; Αρκεί ο ιμπρεσιονισμός;

Ινκόγκνιτο πλέουν οι ιθαγένειες
κι ο ιησουιτισμός σαν ιγκουάνα αλλάζει.

Ένα ιγκλού χρειάζομαι για να κρυφτώ
στήνουν ικρίωμα τα ιερατεία.
Διάολε, παίξτε μια ιρλανδέζικη μπαλάντα!

Ίκαρε, τα φτερά σου δώσε:
Μην κυλιστώ στην τόση ιλύ των ιμπεριαλιστών,
στους ίσκιους της ιντελιγκέντσια…

Ζαλίστηκα απ’ τα ιλουστρασιόν τα ίματζ,
ίνσταγκραμ, ίντερνετ, όλα μαζί,
ιλαροτραγωδία ο κόσμος.

Μας τέλειωσαν οι ιδεολόγοι
όχι η ιδιοτέλεια.

Άπιαστη η ίαση,
μα η ιατρικοποίηση καλά κρατεί.
Στα ιδρύματα θαμμένες ιδιωτικότητες.
Κι ο όρκος του Ιπποκράτη, πατημένος.

Χωράει ο ιδρώτας του Ίμερου σε μέτρο ιαμβικό;

Το ιδεόγραμμά σου ψάχνω στην Ιαπωνία
Πολλά τα ιψενικά τα τρίγωνα…
Μια ιδεοληψία ο έρωτας;
Κάτι σα βλάβη στον ινιακό λοβό;

Ένα ξανθό Ιούλιο προσδοκώ,
με καρτεράει ο ιδιοφυής Ιούδας,
κι άλλο δεν έχω από ιώδιο.

Έλα Ιππότη, μην αργείς.
Φάνηκε ήδη ο ιοβόλος όφις…

*Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή “Αλφαβητάρι των Παθών – Αλχημικοί αλγόριθμοι” που κυκλοφόρησε το 2020 απ’ τις εκδόσεις “Ελευθερουδάκης”.

Στέλιος Ροΐδης, Νυχτερινά αγάλματα

Άνοδος δεν μας απόμεινε
ποιο είναι το έλεός σου Ντόμινε—
Το κατάφωτο και η σκεπή και τα μάτια σου παιδικά
νυχιές στον τοίχο στο παλιό ξενοδοχείο, όμορφα τραγούδια
αστεία σε μια εκκωφαντική μετακύλιση στο κενό
έχεις μπερδέψει το προσωπό σου με το παρόν σου, είπε
και πάλι είπε, ποιος θα είσαι αύριο, μπορείς να ανοιγοκλείσεις
κάθε πόρτα για να ακούσω ότι είσαι εδώ, μπορείς να θαυμάσεις
τον καθρέπτη αλλά ακόμα δεν μπορείς να δεις το πρόσωπο που είναι πίσω
από αυτόν, κάπου υπάρχει ένα μεγάλο σπίτι έξω από τον χρόνο, και έξω από
το σπίτι υπάρχει ένα θέατρο ανοικτό, που δείχνει τι διαδραματίζεται στο σπίτι
αυτό, σου κλείνουν τα μάτια σου πριν μπεις, σου ανοίγουν τα μάτια σου μόνο
αφού βγεις, δεν είδες τίποτα στα αλήθεια, και όμως γνωρίζεις πως
είδες καθετί, ύστερα στο βάθος του δρόμου, και αφού αποφύγεις καθετί
περαστικό από αυτήν την ζωή, βρίσκεις πάλι ένα κατάφωτο και μια σκεπή,
μια άθραυστη υαλοκατασκευή, σε οδηγεί εκεί πάνω, προχωράς σαν την γάτα μόνος
στην σκεπή, και τίποτα πια δεν σε ενοχλεί, ειρήνη επικρατεί και το ξέρεις
ανάμεσα στις άλλες γάτες, κάτω από το στομάχι τους που γουργουρίζει, μέσα
στο θέατρο, έκθαμπο πέφτει της νύχτας το φως.

Γιάννης Υφαντής, Στίχοι

Ι
Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι
ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου
έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο
την ασημένια λάμψη απ’ τ΄άγγιγμά του σε μια κρύα πηγή

ΙΙ
Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών’
κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα
έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.

ΙΙΙ
Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού
ωψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας
η μια στην άλλη λόγια δροσερά
σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.

*Από τη συλλογή “Μανθρασπέντα” (εκδ. Τραμ, 1977) στον συλλογικό τόμο ¨Οι μεταμορφώσεις του μηδενός”, εκδ. Bibliotheque, 2019.

Έφυγε από τη ζωή ο Αντώνης Ζέρβας

Μὲ βαρειὰ καρδιά, κάθομαι νὰ γράψω γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ σημάδεψε ὄχι μόνο τὴν ζωή μου -αὐτὸ στὸ κάτω-κάτω δὲν πολυενδιαφέρει- ἀλλὰ τὰ πνευματικά μας πράγματα, μ᾿ ἕναν τρόπο ποὺ ἐλάχιστα γίνεται κατανοητὸς σήμερα.
Ἐὰν οἱ ὑποθέσεις τοῦ πνεύματος συνεχίσουν νὰ ἀπασχολοῦν τοὺς ἀνθρώπους τοῦ μέλλοντος -πρᾶγμα διόλου εὐνόητο καὶ αὐτονόητο- τότε θὰ σκύψουν ἐνδεχομένως πάνω στὰ πνευματικὰ πεπραγμένα τοῦ Ἀντώνη Ζέρβα, καὶ θὰ τοῦ ἀποδώσουν τὶς ὀφειλόμενες τιμὲς ποὺ ἡ συνωμοσία τῶν πνευματικῶν μετριοτήτων τοῦ ἀρνήθηκε.
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας, ὁ ποιητής, ὁ μεταφραστής, ὁ δοκιμιογράφος, ὁ κριτικός, ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν, ἀνῆκε στὴν γενιὰ τῶν Ἑλλήνων ποὺ διαμόρφωσαν τὸ πνευματικό τους πρόσωπο σὲ συνάφεια μὲ τὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς Δύσης, εὐρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικάνικης, τὸν ὁποῖο γνώρισαν εἰς βάθος καὶ μὲ τὸν ὁποῖο συνωμίλησαν ἐν πολλοῖς ὡς ἴσοι πρὸς ἴσον. Ὁ Κωστῆς Παπαγιώργης, μὲ τὸν ὁποῖο συμπορεύτηκε ὁ Ζέρβας, μὲ ὅλα τὰ σκαμπανεβάσματα ποὺ συνεπάγεται ἡ γειτνίαση ἐξ ὁρισμοῦ «δύσκολων», «ἐκρηκτικῶν» χαρακτήρων, διεκδικητῶν τῆς πνευματικῆς / μορφωτικῆς ἀριστείας, δίνει τὸ στίγμα τοῦ τί δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ ὀλιγάριθμη, «εὐρωσπουδαγμένη» γενιά: «Μάλιστα ξέρουμε πολλοὺς ξενοσπουδασμένους ποὺ προτιμοῦν νὰ συνδιαλέγονται γαλλιστὶ ἢ ἀγγλιστὶ καὶ νὰ θεωροῦν τὴν Ἑλλάδα χεσμένο τόπο…».
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας, στὶς ἀνέκδοτες ἀκόμα Ὑποθῆκες ἀπὸ τὸ τελευταῖο κρεββάτι τῆς ζωῆς, περιγράφει τὸ ἦθος καὶ τὴν συμπεριφορὰ αὐτῆς τῆς «μικρῆς» γενιᾶς:
«Παρίσι, 17 χρονῶν, μὲ τὸν Κωστῆ, τὸν Νίκο, τὸν Λάκη, τὸν Ζιαμπάκα καὶ μὲ τὸν Στυλιανὸ ἀργότερα ἀλλὰ καὶ μερικοὺς  ἄλλους ποῦ καὶ ποῦ, τοῦ ἰδίου φυράματος, ἐγκρατεῖς φιλολόγους καὶ ἔντιμους, μαζὶ μὲ τὴν ἄσβεστη φιλοσοφικὴ φλόγα τοῦ πιτσιρικᾶ Μαρσέλου, σὺν τὴ μορφὴ τοῦ λεπτότατου Κώστα Ζαφειρόπουλου, ἀπὸ τοὺς λίγους ποὺ ἔνοιωθαν.
Ἤμασταν ὑπερόπτες, περιφρονητικοί, ὀξύθυμοι. Ἕτοιμοι νὰ ἀλληλοσφαχτοῦμε καὶ νὰ ξαναφιληθοῦμε. Δὲν δεχόμασταν ἐπαίνους καὶ καλὰ λόγια. Δὲν ἤμασταν τῆς πιάτσας, ἀλλὰ τῆς ἄκρης καὶ τῶν ἄκρων. Καγχάζαμε μὲ τοὺς τίτλους «ποιητὴς» καὶ «φιλόσοφος».
«Μετρᾶμε καὶ μαλώνουμε», ἔλεγε ὁ Κωστῆς. […]
Ὑπερόπτες, ὀξύθυμοι, περιφρονητικοί!
Ὅλο τὸ ἑλληνοευρωπαϊκὸ μάθημα σχεδὸν στὸ πρωτότυπο! Αusgezeichnet! Δὲν διαβάζαμε σελίδες, μελετούσαμε βιβλία.
Πιὸ Γάλλοι ἀπὸ τοὺς Γάλλους, πιὸ Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες.»
Ἡ μέριμνα γιὰ τὴν πορεία, πολιτική, πολιτισμική, πνευματική, τῆς Ἑλλάδας καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἡ ἔγνοια τοῦ «τί σημαίνει σήμερα νὰ εἶσαι Ἕλληνας καὶ νὰ ἐκφράζεσαι στὰ ἑλληνικὰ» συνώδευσε τὸν Ἀντώνη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς νιότης του μέχρι τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς του. Σπούδασε Κοινωνιολογία τῆς Λογοτεχνίας στὸ Παρίσι καὶ Ἀγγλικὴ Φιλολογία στὸ Λονδίνο καὶ ἀφέθηκε στὴν γοητεία τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἔζρα Πάουντ, ποὺ δὲν θά ᾿ταν ὑπερβολὴ νὰ ποῦμε πὼς οἱ λογαριασμοὶ μαζί του ποτὲ δὲν ἔκλεισαν, ἔτσι ὅπως στοίχειωσε τὴν πνευματική του ζωή.
Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿80, μετὰ τὴν στρατιωτική του θητεία ὡς Στρατιωτικοῦ Διερμηνέως Γαλλικῆς (Βολαὶ Μάχης Ἁρμάτων ΑΜΧ – 30 τοῦ Γαλλικοῦ Ἐπιτελείου, στὴν ἁπλὴ καθαρεύουσα, Σχολὴ Πολέμου, «τὸ μεγάλο μου καμάρι», ὅπως περηφανευόταν), συνεργάστηκε ὑπὸ τὴν διεύθυνση τοῦ Περικλῆ Νεάρχου, γιὰ τὴν διαμόρφωση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ  Πολιτιστικοῦ Κέντρου Δελφῶν. Δὲν μπόρεσε κι ἐκεῖ νὰ στεριώσῃ καὶ ξαναπῆρε τὸν δρόμο τῆς ξενιτειᾶς.
Ἕναν ἄνθρωπο τέτοιας ἰδιοσυγκρασίας καὶ πνευματικῆς συγκρότησης -ἀπὸ τοὺς λίγους γνῶστες εἰς βάθος τῆς ἑλληνικῆς, εὐρωπαϊκῆς καὶ ἀμερικάνικης γραμματειακῆς παράδοσης- εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ ἑλλαδικὴ μιζέρια τὸν ἀπόδιωχνε, καὶ ἡ εὐρωπαϊκὴ γραφειοκρατία τῶν Βρυξελλῶν, ὅπου ἐργάσθηκε ἀπὸ τὸ 1984 ὣς τὸ 2015 στὸ μεταφραστικὸ τμῆμα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς καὶ Κοινωνικῆς Ἐπιτροπῆς, μόλις ποὺ τὸν ἀνεχόταν.
Στὶς Βρυξέλλες, συνέβαλε, στὸ μέρος καὶ στὸ μέτρο ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσε, «ἐκτὸς τοῦ τεράστιου τρέχοντος ἔργου», στὴν μετάφραση τοῦ «τεράστιο[υ] εὐρωπαϊκ[οῦ] κεκτημένο[υ]». «Ἡράκλειος  Ἆθλος,  ποτὲ δὲν ἀναγνωρίσθηκε», σημειώνει. Ἡ μεταφραστική του ἐνασχόληση τὸν ἔφερε σὲ σύγκρουση καὶ μὲ τὶς ρωμαίικες μεταπολιτευτικὲς παθογένειες ποὺ κατατρύχουν μέχρι σήμερα τὴν πνευματική μας ζωή: «Στὴ Μεταπολίτευση ἔπεσε τὸ χρέος τοῦ ἀπαραίτητου ἐκσυγχρονισμοῦ. Τί συνέβη εἶναι τὸ ἐρώτημα! Ἔπρεπε νὰ σβήσει τὸ φάντασμα τοῦ παρελθόντος ἀδιακρίτως, ἔπρεπε ὅλα νὰ γίνουν δημοτικὴ γιὰ νὰ προοδεύσουμε καὶ νὰ γίνουμε δίκαιοι, νὰ ἄρουμε τὴν ἀντιδραστικὴ διάκριση ἐγγράμματου καὶ λαοῦ. Δημοκρατικὴ παιδεία καὶ ψωμί! Οἱ ἐγγράμματοι ἦταν δεξιοὶ καὶ ἀπεχθεῖς. Ὄφειλαν νὰ παραδοθοῦν μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες. Σπουδαῖες προσωπικότητες, ἀλλὰ φασίστες λόγῳ ἀντιπροοδευτισμοῦ. Σεβάσου ὅμως, ἀντὶ νὰ συνθηματολογεῖς. Σεβάσου!»
Στὶς Βρυξέλλες βίωσε καὶ τὴν διάψευση τοῦ ντεγκωλικοῦ του ὁράματος τῆς εὐρωπαϊκῆς αὐτοδυναμίας, καὶ εἶδε νὰ ἐπελαύνῃ, μὲ τὸ ὄχημα τῶν νέων τεχνολογιῶν καὶ τῆς καθισοπεδωτικῆς διαδικτύωσης, ἡ πραγμοποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θρίαμβος τῆς ἑνιαίας σκέψης, τὸ «παγκόσμιο Ντουμπάι», ποὺ δὲν ἔπαψε νὰ ἐλεεινολογῇ μέσα ἀπ᾿ τὰ γραπτά του.
Ὁ Ἀντώνης Ζέρβας στάθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους ἱππότες τοῦ πνεύματος, μὲ τὴν ματιά του στραμμένη στὰ μεγάλα πνευματικὰ μεγέθη τοῦ 19ου καὶ 20οῦ αἰῶνα, καὶ ταυτόχρονα μὲ πίστη κι ἀφοσίωση «στὸ σόι, στὴ γλώσσα, στὴ φυλή.»
Ἑπόμενο ἦταν νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν «προοδευτικὴ» διανόηση τὴν ἀποδοκιμασία καὶ τὴν ἀπομόνωση, βοηθούσης καὶ τῆς ἐκρηκτικῆς ἰδιοσυγκρασίας του, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἀριστοκρατικῆς στάσης ζωῆς: «Ἡ ἐπιτυχία εἶναι φροῦτο τῆς χυδαιοκρατίας. Ὁ ἀριστοκρατικὸς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ δὲν ὑποτάσσεται στὸ κοπάδι, δὲν ἐπιτυγχάνει.»
Ἔτσι, μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ μὲ τὴν νοσταλγία της νὰ τὸν συνέχῃ, ὁ Ἀντώνης Ζέρβας ἐργάστηκε, ἔκανε οἰκογένεια μὲ τὴν πρόωρα χαμένη ἀγαπημένη του Μαίρη, καὶ δημιούργησε τὸ ἐκτεταμένο ποιητικό, μεταφραστικὸ καὶ δοκιμιακό του ἔργο, μέρος τοῦ ὁποίου κατώρθωσε -λὲς καὶ προαισθανόταν πὼς τὸ τέλος πλησίαζε- νὰ τὸ δημοσιεύσῃ ἢ ἐπαναδημοσιεύσῃ, κυρίως μέσα ἀπὸ τὶς καλαίσθητες ἐκδόσεις τῆς Περισπωμένης τοῦ Σωτήρη Σελαβῆ.
Ἀπὸ τὸ σύνολο ἔργο του μπορεῖ κανεὶς νὰ ξεχωρίσῃ τὰ ποιητικὰ Ἡ Ἀνάσταση τῆς Κυρὰ Τσίνης (1983), Τὰ Ἄκτα: Τὸ ἔπος τῆς ὁμιλίας μας (1996) Μερησαήρ, Μερησαήρ. Εἱρμοὶ Νεκρώσιμοι (2013), τὶς μεταφράσεις Ἔζρα Πάουντ, Τὰ Ἄσματα τῆς Πίζας (1994, 2005), Τζὼν Μπέρρυμαν, Τὰ ὀνειρικὰ τραγούδια (2021), τὸ δοκιμιακὸ Μονοὶ λόγοι (2017) κ.ἄ.
Μὲ τὸν Ἀντώνη μποροῦσε κάποιος νὰ διαφωνῇ, ἀκόμα καὶ νὰ καβγαδίζῃ γιὰ μέρες, μῆνες, χρόνια, ὀφείλει ὅμως νὰ τοῦ ἀναγνωρίσῃ τὸ σωκρατικὸ «Οἶμαί τί σε λέγειν» καὶ νὰ παραδεχθῇ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ παρακάμπτῃ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ἕναν λόγο ὁ ὁποῖος ἐλάμπρυνε, μὲ τὴν δύναμη, τὴν διεισδυτικότητα, τὴν γνώση καὶ τὴν αἰσθαντικότητά του, τὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς λογοτεχνικῆς / γραμματειακῆς μας παράδοσης.
Ἡ κηδεία του θὰ γίνῃ τὴν Δευτέρα, 6 Ἰουνίου, ὥρα 13:00, στὸν ἱερὸ ναὸ Ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, καὶ ἀκολούθως ἡ σορός του θὰ μεταφερθῇ γιὰ νὰ ταφῇ στὸ νεκροταφεῖο Εὐπαλίου Δωρίδος. Στὴν σχεδὸν αἰωνόβια μητέρα του Εὐθυμία, στὸν ἀδελφό του Γιῶργο, στὶς ἀγαπημένες του κόρες Μιμὴ καὶ Τατίτα, στὰ ἐγγόνια του, στὴν σύντροφό του «στὸ τελευταῖο κρεββάτι τῆς ζωῆς» Τζούλη, τὰ πιὸ θερμά μας συλλυπητήρια. Καλὸ ταξίδι, ἀγαπημένε φίλε, καὶ καλὴ ἀντάμωση ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

Χρίστος Δάλκος, 3-6-2022