Roberto Fernández Retamar, Μακάριοι οι ισορροπημένοι

Μακάριοι οι ισορροπημένοι, εκείνα τα παράξενα όντα.
Εκείνοι που δεν είχαν μια μάνα τρελή, έναν πατέρα μεθύστακα,
ένα γιο εγκληματία,
Ένα σπίτι πουθενά, μια άγνωστη αρρώστια,
Εκείνοι που ψήθηκαν από έναν παράφορο έρωτα,
Εκείνοι που έζησαν τα δεκαεφτά πρόσωπα του χαμόγελου και κάτι παραπάνω.
Οι γεμάτοι παπούτσια, οι αρχάγγελλοι με καπέλο,
Οι ευχαριστημένοι, οι χοντροί, οι χαριτωμένοι,
Οι τραλαλά και οι οπαδοί τους, εκείνοι που γιατί όχι, οι “παρακαλώ περάστε”,
Εκείνοι που κερδίζουν, εκείνοι που αγαπιώνται ίσαμε τη λαβή,
Οι φλαουτίστες που συνοδεύονται από ποντικούς,
Οι πωλητές και οι αγοραστές τους,
Οι καβαλιέροι ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες,
Οι άντρες που είναι ντυμένοι με βροντές και οι γυναίκες με αστροπελέκια,
Οι λεπτοί, οι μυαλωμένοι, οι φίνοι,
Οι αγαπητοί, οι γλυκοί, οι βρώσιμοι και οι πόσιμοι.
Μακάρια τα πουλιά, η κοπριά, οι πέτρες.
.
Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν
Και μας ξαναφτιάχνουν, τους πιο τρελούς κι απ’ τις μανάδες τους,
πιο μεθύστακες κι από τους πατεράδες τους
Κι ακόμα πιο εγκληματίες κι απ’ τους γιους τους,
Και πιο ψημένους από παράφορους έρωτες.
Ας τους κρατήσουν τη θέση τους στην κόλαση, και φτάνει.
.
*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

Joy Harjo, Ίσως ο κόσμος τελειώνει εδώ

Ο κόσμος ξεκινά σ’ ένα τραπέζι στην κουζίνα. Ό,τι και να γίνει, για να ζήσουμε πρέπει να τρώμε.

Τα δώρα της γης έρχονται και προετοιμάζονται, τοποθετούνται στο τραπέζι. Έτσι γίνεται από τη στιγμή της δημιουργίας, και έτσι θα συνεχιστεί.

Διώχνουμε τα κοτόπουλα και τους σκύλους μακριά. Τα παιδιά βγάζουνε τα δόντια τους στις γωνίες. Γδέρνουνε τα γόνατά τους από κάτω.

Εδώ τα παιδιά μαθαίνου τι σημαίνει άνθρωπος. Δημιουργούμε άνδρες, δημιουργούμε γυναίκες.

Στο τραπέζι αυτό κουτσομπολεύουμε, ανακαλούμε εχθρούς και τα φαντάσματα των εραστών.

Τα όνειρά μας πίνουνε καφέ μαζί μας καθώς τυλίγουνε τα χέρια τους γύρω απ’ τα παιδιά μας. Περιγελούν μαζί μας τους κακομοίρικους ξεπεσμένους μας εαυτούς κι όπως τους ξαναβρίσκουμε και πάλι στο τραπέζι.

Το τραπέζι έχει υπάρξει σπίτι μέσα στη βροχή, ομπρέλα για τον ήλιο.

Πόλεμοι ξεκίνησαν και τελείωσαν στο τραπέζι αυτό. Μέρος για να κρυφτείς μέσα στη σκιά του τρόμου. Μέρος για να εορτάσεις τη νίκη την τρομερή.

Γεννήσαμε σ’ ετούτο το τραπέζι και προετοιμάσαμε τους γονείς μας ώστε να τους θάψουμε εδώ.

Στο τραπέζι τραγουδάμε με θλίψη, με χαρά. Προσευχόμαστε για το μαρτύριο και τη μεταμέλεια. Αποδίδουμε ευχαριστίες.

Ίσως ο κόσμος τελειώσει στο τραπέζι της κουζίνας ενόσω εμείς γελάμε και κλαίμε, τρώγοντας την τελευταία γλυκιά μπουκιά.

*Από τη συλλογή “How we Became Human”, W.W. Norton & Company 2009. Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος.

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Με τα τουβλάκια τ’ ουρανού

Σπασμένα της ψυχής μου τα κόκαλα
κι έρχονται μυρμηγκάκια και με γιατρεύουν
στο μοναστήρι της μοναξιάς μου.

Στην μοναξιά μπορεί να βρείτε ίχνη μνήμης.
Έτσι τα σύνορά σας θα επεκταθούν
και ο ισχνός σας ο παράδεισος θα δυναμώσει.

Βροχή και βράχια και λουλούδια ορειβάτες
και λεπτομέρειες που μας διαφεύγουν,
όπως η αόρατη υποκρισία.

Οι αγαθοί έχουν χαθεί
σαν λουλουδάκια κάτω από ξερόφυλλα,
όμως με μια γαλήνη συγκινητική.

Σύκα και ρόδια που αθώα προκαλούν
καθώς μας δείχνουν τα δοντάκια τους
μ’ ένα φιλήδονο χαμόγελο χαμού.

Σκίουρε, κρύψε και για μένα ένα καρύδι.
Σκαντζόχοιρε, μάζεψε και για μένα λίγες ρόγες.
Παίρνω το τρένο κι έρχομαι κοντά σας.

Αλλαγές που συντείνουν στην ακαταστασία,
εκτροχιάζουν την ύπαρξή μου,
εκεί στα χωράφια της Πλατανόβρυσης.

Μικρόψυχοι κι αλεπουδιάρηδες
με την υποκρισία τους με κοροϊδεύουν,
όμως εγώ με τα τουβλάκια τ’ ουρανού κτίζω μια πολιτεία.

Δράμα, 9 και 11 Σεπτέμβρη 2019

Shpetim Selmani, Δύο ποιήματα

Βαλκάνια

Τα Βαλκάνια είναι σφαγείο
γεμάτο βαριεστημένα μοσχάρια.
Το αίμα είναι νεκρό και ξέρουμε καλά
πόσο σημαντικοί είναι οι σφαγιασμένοι.
Τα Βαλκάνια είναι πατρίδα των παραμορφωμένων
ανθρώπων, ο εθνικισμός
είναι ο άρτος ο επιούσιος,
ευλογημένος απ’ τους προγόνους.
Τα Βαλκάνια δεν μπορούν να υπάρξουν
χωρίς τις σφαίρες, τις σφαγές, τα αντιπυραυλικά συστήματα,
χωρίς τα ακρωτηριασμένα χέρια και πόδια,
χωρίς τις ξεριζωμένες καρδιές.
Είναι εκ φύσεως τόπος εγκλημάτων,
γενοκτονιών και πραξικοπημάτων.
Για τα Βαλκάνια η ελευθερία είναι προσβολή,
Η ισότητα άξια περιφρόνησης, μόνο το μαχαίρι
και όσοι το χειρίζονται και χαίρουν εμπιστοσύνης.
Τα Βαλκάνια αντιστρατεύονται τους αιώνες,
τα μωρά και το χαμόγελο της φυλλωσιάς.
Τα Βαλκάνια είναι ένας τρελός αγώνας δρόμου
ανάμεσα στους κακότυχους και τους εξαθλιωμένους,
κερδίζει όμως πάντα κάποιος τρίτος.
Τα Βαλκάνια είναι δηλητήριο στα χέρια εκείνων
που αναθεματίζουν τον ήλιο, στα χέρια των θρήσκων υποκριτών.
Δεν υπάρχει ούτε Παράδεισος ούτε Κόλαση
στα Βαλκάνια, η ενοχή ευδοκιμεί
περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο αμάρτημα.

*

Μια μέρα θα μείνουμε άναυδοι,
Μια μέρα θα μείνουμε σιωπηλοί,
Θα μουτρώσουμε και θ’΄αγριευτούμε από
Κάτι που περιφέρεται μέσα μας,
Μια μέρα θα πικραθούμε,
Μετρώντας εκείνους που στράφηκαν εναντίον μας.
Μετρώντας εκείνους που πήραν το μέρος μας,
Συνειδητοποιώντας ότι το μέτρημα δεν έχει νόημα.
Μια μέρα θα γίνουμε φίλοι,
Μια μέρα θ’ αναζητήσουμε τον εχθρό μας
Με το δέντρο της συγχώρεσης στο ένα χέρι,
Μια μέρα θα τα παίξουμε όλα για όλα,
Όλη η αγάπη των παλαιών καιρών και
Των καιρών που θα ‘έρθουν θα γίνει
Δική. Μας, χωρίς καμία εξαίρεση,
Μια μέρα θα μας εγκαταλείψουν
Τα λόγια, όλα όσα έχουμε ανάγκη,
Και θα καταλάβουμε καλά τη σημασία
Της ανθρώπινης ύπαρξης
Μια μέρα θα ξαπλώσουμε
Δείχνοντας τον απλό μας στον ήλιο*
Όπως τα μωρά όταν ξυπνούν.

*σύμφωνα με τον βάρος Φουέντες

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 32, Χειμώνας-Άνοιξη 2025. Μετάφραση: Βίκτωρας Ηλιόπουλος.

Beatriz Nascimento, Έξι ποιήματα

ΓΥΝΑΙΚΑ ΟΡΘΙΑ
[10.02.19909]

Εδώ και πόσο καιρό υπάρχω στο χρόνο;
Μόνο τόσα χρόνια; Αδύνατον
Πόσες χρονολογίες έχουν σημαδέψει τον κορμί μου.
Αμέτρητες…
Αλλιώς προς τι όλη αυτή η έκφραση
Η αίσθηση του μη προβλέψιμου. Σωματίδια που εκρήγνυνται
Σίγουρα δεν ήξερα, όπως ξέρω τώρα ν’ αναγνωρίζω
Χρειάστηκε να νιώσω πολλά
Ν΄ αποκτήσω όπλα, για να σταθώ όρθια.

*

ΑΝΟΙΓΜΑ Ι
[12.08.1988]

Θέλω
Να αποβάλω κάθε σύνδρομο
Κάθε εμφάνιση που δεν με αντιπροσωπεύει
Κάθε εναπομείναντα δεσμό με το μισητό παρελθόν

Θέλω
Παλάμη γυμνή και πράσινη
Κληρονομιά που καλλιέργησα
Θέλω να συνοψίσω σε ένα μόνο
Όλα τα όνειρα που γέννησε η φαντασία μου.

*

ΕΝΑ ΠΡΟΤΡΕΤΟ
[1988]

Ένα πορτρέτο,
Ένας καθρέφτης.
Ένα πρόσωπο
Άλλο πρόσωπο.
Πόσες όψεις της εαυτής μέσα στην ίδια εαυτή;

*

ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΣΣΑ
[1985]

Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται το σύμπαν, είμαι ένα αναπόσπαστο άτομο
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιούνται τα πάντα, είμαι μια οντότητα
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται ο έρωτας, είμαι η αγαπημένη
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται η αρμονία, είμαι η ισορροπία
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται ο ήχος, είμαι η μουσική
Ως προς το φωτεινό σημείο όπου γεννιέται η θερμότητα, είμαι η ζωή

*

ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΜΠΛΟΥΖ
[17.02.1990]

Γη γαλάζια
Ουρανός σκοτεινός
Φαντάσματα διασχίζουν τους δρόμους
Όπως κι εγώ, άλλο ένα φάντασμα γυμνό
Που πήρε να περπατά

Πιο ψάχνω;
Σε ποιο σώμα θέλω να βρεθώ;
Σε ποιο κρεβάτι θα ξεκουραστεί το ανήσυχο μου πνεύμα;
Στις νότες του ήλιου και στον ρυθμό των μπλουζ

Σε παρελθόντα γαλήνια
Σε μέλλοντα σφραγισμένο
Σε μανιασμένη σιωπή

*

ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ

Οι μοιραίες περιστάσεις
Δεν είναι πάντοτε μοιραίες
Προκύπτουν μοιραία όπως μοιραία προέκυπταν
Μες στους δαίδαλους της ζωής
Οι μοιραίες περιστάσεις
Δεν είναι πάντοτε μοιραίες
Μέσα μας

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 33, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2025. Μετάφραση: Σπύρος Πρατίλας.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Τρία ποιήματα

Ο νεκρός

Τον μεταφέραμε με τη βροχή
Το κεφάλι γερμένο στο πλάι
Τυλιγμένο με το πουκάμισο του Λούη.
Του ανοίξαμε την μπλούζα
Στεγνώσαμε τις κάλτσες του
Τη λασπωμένη του φανέλα·
Του φορέσαμε τα γυαλιά του.
Το σώμα του έτρεμε
Όλη τη νύχτα κατακίτρινο
Τα μάτια του γυάλιζαν
Όπως των αγαλμάτων·
Τα δάχτυλά του γροθιές.
Όταν ξημέρωσε
Τον τράνταξε ένα γέλιο
Τόσο δυνατό και συνεχές
Που μας ανάγκασε
Να εγκαταλείψουμε
Έντρομοι το σπίτι.

*

Κομμαγηνή

Να δίνεις το πρόσωπό σου στη φωτιά
Ν’ αγκαλιάζεις τους αγγέλους που
Πέφτουν απ’ την οροφή που υποχώρησε
Να πιπιλίζεις τα όνειρα
Να φιλάς τα μάρμαρα, τα μαχαίρια
Στην άκρη του σχοινιού
Πριν πέσεις στο κενό
Να φωνάζεις φωνές ανομολόγητες.
Ν’ απλώνεις το μάγουλό σου στον Ιούδα που
Έφτασε με το τρένο απ΄ την Κομμαγηνή
Ψιθυρίζοντας είναι ώρα
Είναι ώρα
Μην καθυστερείς.

*

Οι εφήμεροι

Σήμερα συνάντησα ανθρώπους
Που θ’ αναχωρούσαν για ταξίδι.

Τα μάτια τους ήταν αδειανά
Και στο μισό του προσώπου τους
Κατέβαινε ένα μπλε ηλεκτρικό αίμα.
Έκοβαν αφηρημένοι τα δάχτυλα των παιδιών
Τακτοποιούσαν τις αποσκευές τους
Κι ύστερα πηδούσαν ένας ένας
Στο νερό
Γυαλίζοντας σαν αποχαιρετισμοί.

*Από τη συλλογή “Όμιλος Φίλων Θαλασσής Ο Ισορροπιστής”, Αθήνα, Απρίλιος 1976 (με την εκδοτική επιμέλεια της “Λέσχης”).

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Η αδελφή μου ως Μπέλα Χαντίντ

Μαλλιά, κάποτε τράβηξα αυτά τα μαλλιά.
Στήθος, γοφοί, δάχτυλα, γόνατα,

μπράτσα,

κάποτε αγκάλιασα αυτά τα μπράτσα
κι έπειτα τα διέλυσα σε ξερόκλαδα.

[Η αδελφή δεν είναι προέκταση του εαυτού]

Παίζαμε γεμάτες φθόνο ώσπου να πέσει το σκοτάδι.
Στον κήπο η κούνια λικνίζεται ακόμη,
ένα καλούπι απ’ όπου ξεπηδούν
καταραμένες νύμφες σε ασημένιο δάσος
–τώρα μαζεύονται γύρω απ’ τη λίμνη στη σκιά της μητέρας

[Η αδελφή μου δεν είναι προέκταση του εαυτού]

Εδώ όποια κολυμπάει στα βαθιά βυθίζεται,
όπως η κωπηλάτισσα που διασχίζει
τον ωκεανό με σφιγμένα τα χείλη.
Εδώ πάντοτε πρέπει κάτι να θυσιάζεις
να δίνεις το ψωμί σου στα κοράκια
να έχεις βέλη έτοιμα έξω από τη φαρέτρα.

Η αδελφή μου κόβει ένα κομμάτι δέρμα
και το αφήνει δωρεά πάνω σε αρχαία ρίζα.

Σε αυτό το δάσος δεν χορτάσαμε ποτέ,
μονάχα ψάχναμε γλυκά
σαν άγρια σκυλιά στις παρυφές του.

[η αδελφή μου δεν είναι προέκταση του εαυτού μου]

φωτογραφίζεις κι εσύ το πρόσωπό σου
όταν κλαις
ή μήπως τα δικά σου δάκρυα
δεν γίνονται ποτέ μαργαριτάρια;

*Δημοσιεύτηκε στο “Τεφλόν”, τεύχος 33, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2025.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Ας γίνουμε ο λόγος που θα έχουν να ανησυχούν

Ας γίνουμε ο λόγος που θα έχουν να ανησυχούν.
Το ξάφνιασμα στην σιωπηλή τους λαίλαπα.
Η ορμή, που σκίζει τα στήθη
και εκφράζεται χείμαρρος μετά από αναβροχιά.
Πρέπει η ποίηση να γίνει πάλι απειλή.
Να ζωγραφιστεί πάλι στα χείλη του Εργάτη.
Να σταθεί πλάι στον απλό
και καθημερινό πόνο και αγωνία.
Το ασυμβίβαστο της ζωής των μποέμ,
ας γίνει ξανά το τραγούδι
στο γλέντι και στον χορό των κολασμένων.
Το απρόβλεπτο της παρόρμησης,
της γενιάς των μπιτ,
ας βγεί ξανά από τα καλογυαλισμένα βιβλιοπωλεία.
Ας αφήσουν πίσω τους βαλσαμωμένους
με τα σαρκοβόρα εγώ τους,
που ευλογούν τα γένια, τα κασκόλ και τις τραγιάσκες τους.
Ας απλωθούν στον δρόμο με κινήματα ρευστά, ειλικρινά και φρέσκα.
Για αυτό γράψε και εσύ,
άπλωσε την καρδιά και το μυαλό στο τραπέζι.
Πιάσε μολύβι και άστα να φαγωθούν μεταξύ τους.
Ποτέ δεν κατάφεραν να υποτάξουν
κάτι που δεν μπόρεσαν ποτέ να ελέγξουν.

Ευγενία Βάγια, Από το “η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”

Ωραία εργασία η τεμπελιά!

Τα πρωινά μου αρέσει να παρακοιμάμαι. Δικαιολογούμαι στον εαυτό μου, λέγοντας ότι
δεν πρόκειται για τεμπελιά αλλά για εργασία, αφού δεν υποδύομαι την χαλαρή αθωότητα
ενός θεατή αλλά τον ζήλο στα όρια της ζήλιας, ενός σκηνοθέτη – ενός θεωρητικού της σκηνοθεσίας: παραμονεύω, να δω ως τι θα εμφανιστεί αυτό που πρόκειται να εμφανιστεί,
σε ποια μεταμόρφωση θα υποβληθεί το μήνυμα προκειμένου να μου παρασταθεί.

Όπως ένας ηθοποιός ντύνεται ένα αστραπιαίο κοστούμι, προσδένεται σε ένα άρμα για να
μεταφερθεί, μπαίνει στο πετσί ενός άλλου όντος, παρουσιάζει από τα βάθη της ύλης τις
δυνατότητες μιας άλλης γλώσσας, το μήνυμα χρησιμοποιεί τη μεταμφίεση, αλλάζει κώδικα.
Η μικρή σκηνή των ονείρων είναι κλειστή σε όσους προβαίνουν ωμοί, με την χυδαιότητα
της αληθείας τους. «Εδώ όλοι υποδυόμαστε» είναι γραμμένο πάνω πάνω.

Η σκέψη ταξιδεύει με τον τρόπο των ονείρων, αλλά με μια βιασύνη που δεν μου αφήνει
περιθώρια ανάλυσης διέρχεται από τα τοιχώματα χιλιάδων κυττάρων. Κάθε κύτταρο κι
ένα σύνορο. Κάθε σύνορο κι ένα επεισόδιο μεταγραφής. Το σώμα μου απαρτίζεται από
άπειρα συμβάντα σε άπειρα φυλάκια, που αδυνατώ να παρακολουθήσω. Ούτως ή άλλως,
δεν φτάνουν όλες οι σκέψεις στο προσκήνιο. Κατά χιλιάδες αποτυγχάνουν στη μεταγραφή,
απορρίπτονται και περιστρέφονται σε αραιή τροχιά, αναμένοντας στην καθημερινή
αναμόχλευση, μια ευκαιρία ακόμη.

Ο επιστήμονας εαυτός περιστρεφόμενος αργά μέσα στον κάδο των ονείρων επιθυμεί να
τσακώσει τον ποιητή στα πράσα τη στιγμή που θα φοράει την αναπεπταμένη μπέρτα του
για να φανερωθεί. Και είναι αυτή η αποστολή που με παρα-κρατάει δέσμια της θαλπωρής
των σκεπασμάτων, μέχρι να σκάσει επείγον μήνυμα από την ουροδόχο. Σπάσαν τα
φράγματα κι ο κόσμος όπου να ‘ναι πλημμυρίζει, old chum!

Αναρωτιέμαι, ποια είναι η αξία των σκέψεων αν δεν τις διατυπώνει κανείς…

*

Δενδρίτες Χ

Ό,τι αγαπώ είναι εύθραυστο, τις ώρες της αγρύπνιας μπορεί να σπάσει μέσα σε μια κακόβουλη παλάμη. Κι αντίθετα, ό,τι μισώ αυτές τις ώρες ατσαλώνεται. Ω, μακάρι να τους φοβόμουν τους αγαπημένους μου όπως φοβάμαι τον αδίστακτο εχθρό. Θα ήταν πολύ καλύτερα, πολύ καλύτερα για όλους. Θα πίστευα τυφλά στη δύναμή τους, στην ατρωσία τους, στην ανέλπιστη τύχη που τους γλιτώνει πάντα από τους εφιάλτες μου. Κι εκείνοι θα απαλλάσσονταν έτσι απ’ τις ανησυχίες μου. Οι αδυναμίες τους δεν θα μου τρώγαν την ψυχή, τα λεπτά τους ραγίσματα δεν θα τα πρόσεχα καν. Ο φόβος είναι μια πίστη από ατσάλι. Τους αγαπώ και γκρεμίζονται οι πύργοι μου κάθε φορά που σκοντάφτουν. Κάθε φορά που σκοντάφτουν ψάχνουν τα μάτια μου.

Λυπάμαι που οι γυναίκες αναγκάζονται να αγαπούν με τρόπο τόσο εξουθενωτικό. Σαν να σου χαρίζουν ένα χωράφι αλλά ταυτόχρονα σε πυροβολούν στα πόδια και δεν καταφέρνεις να διανύσεις πάνω από δεκαπέντε μέτρα μέσα στις ξαφνιασμένες παπαρούνες.

Νύχια, μαλλιά κανείς; Είμαι ένας αρχαίος μηχανισμός που συνεχίζει να παράγει μαλλιά και νύχια ενώ η ζωή τού παραγγέλνει ανάπαυλα.

Στη ζώνη της βολής μου δεν γράφω, δεν μου περνάει απ’ το μυαλό. Πιο πολύ ταυτίζομαι με το καλαμάρι που απομυζά μικρές απολαύσεις στη λάσπη του βυθού. Ούτε που υποψιάζομαι τι μπορεί να κατασκευάσει η φαντασία. Η γέφυρα Ρίου – Αντίρριου μου είναι το ίδιο αυτονόητη με την οροσειρά της Πίνδου. Η πίστη είναι μια σκαλωσιά εκεί που δεν θυμάσαι τι ήταν πριν. Πάνω της στήνεται μια παράσταση με αγγέλους που πηγαινοέρχονται. Δεν ενδιαφέρει ούτε η αποστολή τους, ούτε η χρησιμότητά τους, μόνο η σπουδή τους.

Μένουν οι σκαλωσιές ατέλειωτες κι άφταστος ο ουρανός, τα δέντρα απογοήτευσαν τον ποιητή. Όμως τα πουλιά δίνουν μάχη για κάθε ταπεινό κλαρί πριν πέσει η νύχτα.

Αν μπορώ να ονομάσω αυτό που επιθυμώ, αν μπορώ να το δω και να το περιγράψω έτσι ώστε να εμφανιστεί στα μάτια των άλλων, είναι γιατί πιστεύω στην έλευσή του. Αύριο, μεθαύριο, κάποτε. Η έμπνευση είναι μια πίστη από μετάξι της αυγής.

Όταν παύεις να μνημονεύεις τις γεύσεις, εγκαταλείπεις έναν κήπο. Μαραίνονται οι ρόκες και τα λάπατα, ξεραίνονται οι βασιλικοί, σκουληκιάζει η αχλαδιά. Όλα τα ξεχνάς, τα παρατάς στη τύχη τους. Μόνο αρπάζεις το κοτόπουλο, του στρίβεις το λαρύγγι και το τρως.
Δεν θα κυνηγήσω ποτέ ξανά, δεν αξίζει. Θα επιστρέψω στη αυλή της παιδικής ηλικίας, θα σκαλίζω στο χώμα τις εντυπώσεις με ένα κλαδάκι. Δεν θα σηκώσω το κεφάλι. Όποιος περάσει και με ερωτευτεί.

*“Η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, Αθήνα 2023.

Γωγώ Πονηράκου, Ποιήματα

Αν ζούσε σήμερα η Κατερίνα

Θα έδειχνε την τέχνη του
να ανοίγεις το στόμα
εκτοξεύοντας πέτρες,
αναρχία, εξέγερση.
Αν ζούσε, θα έκανε
πάνω-κάτω την Πατησίων
Με ένα γαλάζιο νυχτικό και
ξεπλυμένο Πρόσωπο
από τα δάκρυα για την κατάντια μας
Θα έσπαγαν οι βιτρίνες
Με κάθε της στίχο
Θα φιμώνονταν οι φασίστες,
με κάθε νεύμα·
Τα κατακάθια θα βολεύονταν
μια χαρά
στον υπόνομο αντί για
τα εξουσιαστικά έδρανα
οι τιποτένιοι φονιάδες εύθραυστων
και θαρραλέων ψυχών
θα σάπιζαν φυλακισμένοι.
Αν ζούσε σήμερα η Κατερίνα,
η Αθήνα θα ήταν
μια πόλη
λυτρωμένη, οι υποκριτές
-όλοι-
θα κρύβονταν στις μισερές
τρύπες
ηττημένοι.

*

Δεκαπενταύγουστος στη Ρώμη

Άδεια Ρώμη
όπως
άδεια Αθήνα•
η χαρά των τουριστών.
Βαδίζουμε αργόσυρτα
στις όχθες του Τίβερη,
λιαζόμαστε
Ο ήλιος μας αποχαυνώνει
αγοράζουμε άχρηστα,
σημαντικά μικροπράγματα :
μαγνητάκια για το ψυγείο,
περικεφαλαία μπρελόκ,
σκαλισμένο Ινδιάνο σε ξύλο,
ολόφρεσκο tiramisu
φρέσκο το φιλί σου
(τράβα με ψηλά!)
αυτές είναι οι κατεψυγμένες
αναμνήσεις που έχω
από εσένα
μαζί με:
τα σκισμένα αεροπορικά
τα κουφέτα
από το πρώτο
μνημόσυνο
έμεινες
για πάντα
εικοσιτρία
κι εγώ
έγινα
μαμά.

*Από τη συλλογή “ΕΞΖΙΤ”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.