Γιάννης Χαιρέτης, Δύο ποιήματα

Η ΠΟΛΗ

Περιπλανώμενος
στην ερημιά
της εγκαταλειμένης πόλης
θωρώ τη λήθη
με το σάβανό της
να σκεπάζει
καθ’ έργο του ανθρώπου.
Όλα τριγύρω μου
χαλάσματα και όρνεα
που κράζουνε τρομαχτικά’
κι ο Άρχων της φθοράς
την εφιαλτική σκιά του
έχει απλώσει
πάνω απ’ τα παιδιά του.
Μονάχα εκεί,
στην κεντρική πλατεία
-σύμβολο μίσους-
ορθώνεται
φρικτή
η φυλακή.

*

ΚΥΚΛΟΣ

Αναθυμούμενος
Τα χρώματα της νιότης
έδεσα
της μοναξιάς μου τη θελιά,
στα κέρατα
των περασμένων Χρόνων.

Έτσι με βρήκε -γερασμένο-
το πρωί
μ’ ένα παλιό καντήλι,
αναμμένο
να φωτίζει το παρόν
κι ένα μικρό θυμό
να ξαγρυπνά
στην πόρτα της ψυχής μου.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος των απολάψεων”, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Δεκέμβρης 1992.

Percy Bysshe Shelley (4/8/1792 – 8/7/1822), Από το βιβλίο “Περί ζωής: Διακήρυξη Δικαιωμάτων / Αλάστωρ ή Το Πνεύμα της Μοναξιάς”

Όπως κάποιος που σε ασημένιο όραμα μετεωρίζεται
Υπακούοντας στην σαρωτική κίνηση των ανέμων των δυσωδών
Από τα υπέροχα σύννεφα επάνω, τόσο γρήγορα
Κατά μήκος των σκοτεινών και ταραγμένων νερών γοργοδιάβαινε
Η βάρκα.― Ένας ανεμοστρόβιλος την παράσερνε συνεχώς,
Με βίαιες ριπές και δύναμη επιταχυντική,
Μέσα από τους χιονισμένους σκοπέλους της θάλασσας της ερεθισμένης.
Τα κύματα υψώνονταν. Ολοένα και υψηλότερα
Οι άγριοι λαιμοί τους σφάδαζαν κάτω από της τρικυμίας το μαστίγιο
Όπως ερπετά που πασχίζουνε σαν τα αδράχνουνε τα όρνια.
Ήρεμος και χαρούμενος μέσα στον πόλεμο τον τρομακτικό
Των κυμάτων που συντρίβονταν μεταξύ τους και όπως χτυπούσαν
Έπεφταν, και την μαύρη πλημμύρα που ακολουθούσε του ανεμοστρόβιλου
Την σκοτεινή πορεία την καταστροφική, καθόταν:
Σάμπως οι διάνοιές τους να ευθύνονταν
Που ορίστηκαν για να τον οδηγήσουνε στο φως
Των ματιών των αγαπημένων, ο Ποιητής καθότανε
Κρατώντας το πηδάλιο σταθερό. Το βράδυ ήρθε,
Οι αχτίδες του ηλιοβασιλέματος κρεμούσανε τις ιριδωτές τους αποχρώσεις
Ψηλά ανάμεσα στους ασταθείς από σταγόνες θόλους
Που περιέβαλαν το μονοπάτι του στα ανοιχτά˙
Το λυκόφως, ανεβαίνοντας αργά από την ανατολή,
Συνέπλεκε τις πλεξούδες του σε σκοτεινότερα στεφάνια
Επάνω από την ξάστερη πρόσοψη και τα ακτινοβόλα μάτια της ημέρας˙
Η νύχτα ακολούθησε, ενδεδυμένη αστέρια. Σε κάθε πλευρά,
Ακόμα τρομακτικότερα τα πολυάριθμα ρέματα
Της φουσκοθαλασσιάς, σε πόλεμο αμοιβαίο,
Εφόρμησαν με μαύρη αναταραχή όλο κεραυνούς, σαν για να περιγελάσουν
Τον γαλήνιο ουρανό, τον διάστικτο. Η μικρή βάρκα
Ακόμα πήγαινε μπροστά στην καταιγίδα˙ ακόμα πήγαινε, όπως ο αφρός
Καθοδικά στον απόκρημνο καταρράκτη παγερού ποταμού˙
Πότε σταματώντας στο χείλος του κύματος του σπαραγμένου˙
Πότε φεύγοντας μακριά πίσω από τον εκρηγνυόμενο σωρό
Που έπεφτε, τον ωκεανό συνταράσσοντας. Με ασφάλεια πήγαινε―
Λες και εκείνη η εύθραυστη και χαραμισμένη ανθρώπινη μορφή,
Θεός των στοιχείων.

*”Περί ζωής: Διακήρυξη Δικαιωμάτων / Αλάστωρ ή Το Πνεύμα της Μοναξιάς”, εκδ. Bibliotheque, 2020. Μετάφραση: Γ. Μπλάνας & Χ. Αγγελακόπουλος.

Τόλης Νικηφόρου, Επιστροφή στους κήπους του παραδείσου

το φύλλο της οξυάς
έχει μια μοναδική αγνότητα
καθώς καθρεφτίζει
χωρίς περιστροφές
μια ζωή ταγμένη προς τα πάνω
οι φλέβες που δέχτηκαν τη βροχή και τον ήλιο
διαγράφουν μια πορεία ξεκάθαρη
κι ένα θάνατο όρθιο
έλα λοιπόν
μαζί να οδοιπορήσουμε
έλα να βρούμε την υφή των δέντρων
να μάθουμε το νόημα του μύθου
και μη διστάσεις
θάνατος είναι ο δισταγμός
προφέροντας τη λέξη ελευθερία
ν’ αποκρυπτογραφήσουμε τα μυστικά του κήπου

*Από τη συλλογή «Τα αναρχικά», Θεσσαλονίκη 1979.

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/07/epistrofi-stous-kipous-to-paradeisou/

Κατερίνα Φλωρά, Του αγνώστου δρόμου

Αναζητώντας των απαντήσεων την ασφάλεια
ξεπρόβαλαν συνεχή ερωτηματικά
που απαντήσεις γύρευαν για να αμφιβάλλουν πάλι

Ο γνώριμος δρόμος φαντάζει σταθερός στης σιγουριάς του το πέπλο.
Δίχως εκπλήξεις, ανιαρός κάποτε·
μα οικείος κι ασφαλής, ίσιος μπροστά μας

Ο άγνωστος, πλανευτής, ανοίκειος και μυστήριος, άλλης ομορφιάς παιδί.
Με χαλίκια ειν στρωμένος με πετράδια ονειρεμένος

Βασίλης Βασιλειάδης, Ο νους με κοιτάζει στα μάτια

Ο νους με κοιτάζει στα μάτια,
να φυλαγεσαι, μου λέει,
από τους Ενικούς
και την Τάξη,
Και οι δύο είναι έμπυοι,
μέσα τους εκκολάπτεται
το βήμα της χήνας,
γι’ αυτό
δεν είναι τυχαίο
που ποινικοποιούν τήν καταγωγή σου,
από την παραλογία τής Αβεβαιότητας,
την Αταξία την ακαταμάχητη
και την φυσική αναζήτηση της Μοιρασιάς,
Σε αυτό τό ναρκοπέδιο,
ακόμη κι αν είσαι βετεράνος
μπορείς να ανατιναχθείς,
αλλά καλύτερα να διαμελιστείς
αβέβαιος,
άτακτος
και μοιρασμένος,
παρά
να γλύφεις τις πληγές σου,
με το Εγώ και τις αλαζονείες τών Βεβαιότητων σου,
να κάθονται απέναντι
και να σε χλευάζουν
για το πόσο ανεπίτρεπτο μαλάκιο
υπήρξες,
ασπόνδυλος,
κανακάρης των ισσοροπιών,
ακυρίευτος από τις συρράξεις.

*Από την ενότητα “Χωρίς επιδότηση αποπεράτωση συνειρμών”.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Με γέλασαν τα πουλιά

Οι μικρές φωλιές γέμισαν
τις λεύκες με φωνούλες
οι δρόμοι ανοίγονται
μπροστά μας σαν γενναία ψεύδη
/τίποτε άλλο μη ζητήσεις
μια βακτηρία που βγήκε
από της γης το χωνευτήρι
να σε στηρίζει
και κλείσε τα μάτια γερά
το απομεσήμερο∙

/μπροστά στη λεκάνη
τρίβει με το μαχαίρι
μία στοίβα πατάτες
τα πόδια της ζαρωμένα και αδύνατα
τ’ άφησε ο καύσωνας
και φέτος∙ όπως έκλεινε τα μάτια
να παραστήσει το λόγο
κόπηκε στη χούφτα∙
όλο χώμα και αίμα στη λεκάνη
πλήγωσε το γεύμα μας
η φευγαλέα σκέψη
της μάνας

Γιάννης Ρηγόπουλος (1952-2017), Δύο ποιήματα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Είχε Πανσέληνο ή περίπου
και σαν άδειασαν βιαστικά η σκηνή και οι κερκίδες
με κάλεσες να απολογηθώ.

Σ’ ακολούθησα από τον Ορχομενό στην Επίδαυρο
κουρελής εγώ
μισός βουνήσιος και μισός θαλασσινός
ζητιανεύοντας
μια νύχτα μες στα μάτια σου να γίνω γλάρος
ικετεύοντας
να κάψεις μες στις φλέβες μου τα ξωτικά.

Το γέλιο σου έσμιξε με την πέτρα
Κι είδα πως ανεβαίνουνε στους ουρανούς τα δαιμόνια.

Κλωνάρι αγράμπελη
το κορμάκι σου
ριγούσε στα δάχτυλα του τραγοπόδαρου
καθώς οι νεράιδες τέλειωναν τον καλαματιανό

Τότε ήταν που θυμήθηκα
τον πρόγονό μου τον φονιά
και βάλθηκα να χαλάσω την παράσταση.

Στις αρχαίες τραγωδίες δεν βρέχει.

*

ΔΩΔΕΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Δώδεκα νύχτες χόρευε στην κάμαρά του
ανάλαφρη σαν φεγγαροαχτίδα.
Εκείνος έπινε πλάι στα εικονίσματα
και κρατούσε τον ρυθμό
χοπ, χοπ, χοπ.
Όταν του είπε, πάει, φεύγω το πρωί
έβαλε φωτιά στα θυμιατά
και στη στολή που ‘χε ράψει, του γαμπρού.

Θανάσης Πάνου, Δύο ποιήματα

ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΦΡΟΝ

Υπάρχουν τόσα που επιπλέουν και συμπίπτουν.
Ένα κύμα γεμάτο σκουπίδια η δημοκρατία και η
επανάσταση,
η Ελένη και η Μαρία Αντουανέτα, ο Ροβεσπιέρος
και οι Άθεοι,
οι Γιρονδίνοι και οι εκάστοτε μετριοπαθείς,
οι προφητείες του Νοστράδαμου και του Ησαΐα
και μέσα στο μπλε της θάλασσας,
στο άσπρο των αφρών της ασφόδελο,
οι Ιακωβίνοι πιο κόκκινοι από τους κόκκινους,
και η λαιμητόμος να ανεβοκατεβαίνει
με το μονότονο με χρηματοδότηση γδούπο,
που τόσο το αίμα τον όχλο συνεπαίρνει.

Και τώρα, στων γηρατειών την κλίνη
μιας Καλυψώς τα πύρινα φιλιά
μιας Κίρκης την πυρωμένη αγκάλη
και τα νάζια της μικρούλας Βαγγελιώς
σκέπτεται μονάχα,
κι ολούθε δάκρυα νοσταλγούν.

*

ΧΩΜΑΤΙΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Όταν γεννάς ζωή,
όταν θάβεις με θάνατο τον θάνατο
και όταν μέσα σου γεννάς
και θάβεις-θάβεις και γεννάς,
σε αυτό το άπειρο θαύμα της φύσης
μέσα στο σώμα της,
κι εσύ και εγώ αντισώματα πολεμιστές, κύτταρα
συμμετοχής,
δύτες και εγώ κι εσύ
στην ίδια φύση του έρωτα και του θανάτου,
θεοί θνησιγενείς,
γόνοι πράξεων ασυντέλεστων
που στεφανώνουν τον έρωτα και τον θάνατο,
και εσύ και εγώ,
χωμάτινα παιχνίδια είμαστε,
στο χέρι βρέφους ιερού
που αρνείται να ενηλικιωθεί.

*Από τη συλλογή “Ο φάλτσος κότσυφας”, εκδ. Εξιτήριον.

Keoparetse Kgositsile, Τσαρλς Μίνγκους

Δικός μου ο θάνατος μέσα στις νότες
δική μου η πορεία χρεώσου εσύ το μονοπάτι
Τσαρλς
τα βαθουλωμένα μάτια της αγρυπνίας μού υπόσχονται αγιοσύνη
όμως σιχαίνομαι να παραμένω άγιος ενώ εσύ αγαπούσες τα σκυλιά
και έρπουμε και έρπουμε και όλοι μαζί σου κλαίμε
γιατί επόνεσες πολύ για την πουτάνα μνήμη
και γέμισε το ποτήρι σου
είναι ωραία όταν βρέχει και δεν υπάρχει θάνατος
μετάλλικα σαξόφωνα σε σιγοντάρουν μακρινά
ωραία να πουλάς τις νότες σου για μνήμη
και είναι η λήθη μια στιγμή που πάγωσε και μένει
κι είμαστε εμείς μία στιγμή που ακίνητη σωπαίνει
Τσαρλς
γεμίζω και εγώ το ποτήρι μου
το θέμα είναι ποιος από τους δυο
θα μας λυγίσει πρώτος.

*Από τη συλλογή “Spirits Unchained”, Broadise Press 1969. Μετάφραση: Χρ. Αγγελακόπουλος.

Καίσαρ Εμμανουήλ, Νυχτερινή φαντασίωση

Φώτο: Κωνσταντίνος Βολανάκης Καράβι στο φως του φεγγαριού (Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου).

Νύχθ’ υπό λυγαίαν
ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε,
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν
πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων.
Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο,
ο Χάρος,
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη
από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη.
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε,
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων,
να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο
πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.

Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες
κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό
εμηνύσαν
πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα,
καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,

σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα
μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων:
πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν,
καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.

Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης
οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:

εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι,
λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα
άνθη.

Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη
κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων,
και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος,
στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!

Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους:
Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες,
δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του
στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.

Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!)
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων,
αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.

Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του,
κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα–
μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!