Αλκιβιάδης Μαλλίδης, Δύο ποιήματα

ΩΔΗ ΠΡΩΤΗ

Είμαι όλος το σώμα σου
Το κοραλλένιο φιλί σου όλος
Είμαι το στόμα που φίλησες
Κι έγινε στόμα σου

Είμαι τα πόδια που άνοιξα
Με ένα φύλο που πια άλλαξε
Κι έγινε μια ρωγμάτωση σάρκινη

Είμαι μια πένθιμη καρδιά που άνοιξες
Και πια δεν γνωρίζει
Για ποιον χτυπάει

Είμαι το σκοτάδι των ματιών σου
Που στην άβυσσο με έριξαν
Και με κατέσπειραν ρίζα
Που φυτρώνει στο αίμα σου

Είμαι όλος το σώμα σου
Ένας λάγνος καταραμένος ήλιος
Που εκνπνέει
Την ώρα της δόξας του

*

ΩΔΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ

Είμαι όλος τα μάτια σου
Η σκοτεινότητα και το ανίσκιωτο

Είμαι το απόμακρο βλέμμα
Που καθώς έχει αποκοπεί από την καρδιά σου
Δεν μπορώ να εξακριβώσω
Αν έχει σώσει εντός του λίγη αγάπη
Ή αν έχει μόνο την ανειρήνευτη περιφρόνηση
Ενός λαβωμένου θηρίου

Είμαι όλος τα μάτια σου
Η εμμονική όραση προς το πρόσωπό σου
Που στέκεται εμπρός μου σαν τείχος απελπιστικό
Για να μη μάθω ποτέ
Αν έχει δάκρυα αυτό το θανατερό κοίταγμα
Αν αυτή η πάμψυχρη ομορφιά έχει καλοσύνη

*Από τη συλλογή “Το σώμα σου”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2019.

Χρίστος Κασσιανής, Ξανά

Σχέδιο: Clifford Harper

Έπεσε το σύννεφο βαρύ στο μέτωπο,
σκόρπισε το γέλιο του
στις ματωμένες μας παλάμες,
γέμισε με όρκους θύμησες
τα πεζοδρόμια που βαδίσαμε
και κοίταξε κατάματα
τα κοκκινισμένα μας μάτια.
Έγινε βροχή.

Σκορπίσαμε.
Σε άδειες Κυριακές και με λειψές τις μνήμες.
Αδειάσαμε, άγγελοι του πουθενά.
Υπάρχουν κι άλλες ώρες
που θα μπορούσατε να ζήσετε.
Μες στις ζωές των άλλων προσώπων.

Φεύγουν οι μέρες όπως έφυγαν και οι μνήμες.
Περιμένουμε γιορτές που θ’ αργήσουν,
κι οι μέρες της οργής δεν περιμένουν.
Ανυπόμονες στέκουν στις γωνιές των δρόμων,
ανυπόμονα γυρεύουν το ξημέρωμα της λύπης.

Δηλώνουμε τις ημέρες που χάθηκαν.
Δεν είχαμε καιρό ν΄ αποτινάξουμε τα λάθη.
Στρώσαμε το σεντόνι της ερημιάς μας
επάνω σου μοναξιά, επάνω σου ανάξιε καιρέ,
Στο σώμα των ερώτων που κοιμήθηκαν.

Ποιος θα βρει τα ίχνη που έχουν πια χαθεί;
Κανένας. Όλοι μας φύγαμε.
Γελούμε με τους πόνους και αποχαιρετούμε.
Χάθηκε το λιμάνι κι όμως περιμένουμε.
Σαν από πάντα, στεκόμαστε
στα λάθη, στα πάθη, στους έρωτες.
Και πάνω απ’ όλα η ζωή που περιμέναμε.
Άδικος κόπος η αναμονή.

Δεν είμαστε σταθμοί,
ούτε ουραγοί των αναμνήσεων.
Καβαλάρηδες του φόβου,
ανυπόταχτοι της ήττας,
δεν γίναμε.

Αν περιμένεις να χαθείς, εκεί θα βρεθείς,
να χαθείς για πάντα.

Ένα πάντα, βρίσκεται πάντα, δίπλα στο πουθενά.
Από το πουθενά, πάντα ξεκινά ένα καράβι:
Το έρημο καράβι που πάει στο πουθενά.

*Από τη συλλογή “ύποπτοι σαν την Αλήθεια”, Αθήνα 2022.

Λίνα Βαταντζή, Επανακτούμε φωνή

Πιο ηχηρά από αμόνι
ταλανίζεται
η εποχή μας από την εποχή τους.
Ρέει η αδικία,
σφυροκοπά –

χωρίς φωνή
καμία καταβολή

Πιο βουερά από καταρράκτη
απαιτεί η ζωή
να ροβολούμε πλαγιές
να αμυνόμαστε με τους ασκούς
του δίκιου μας.

Θεόδωρος Μπασιάκος (1963 – 2020), Ποιήματα

ΖΕ ΣΟΥΪ ΑΡΑΠΗΣ

Και δεν μπορώ ν’ ανασάνω
μ’ αυτό το γόνατο του μπάτσου στο σβέρκο μου
δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τα δακρυγόνα στις πλατείες και τους δρόμους δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τ’ αποκαΐδια των δασών μας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τα σκουπίδια του πολιτισμού σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τους νόμους της οικονομίας σας και τους νόμους της δικαιοσύνης σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τον παραλογισμό της λογικής σας, (δε πά’ να βαστά κι’ απ’ την ιδιαίτερη πατρίδα μου όπως καυχιόνται μερικοί ηλίθιοι… δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ την σκατίλα της ιδιαίτερης πατρίδας μου) δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ την ασχήμια, την κακογουστιά της κοινωνίας του θεάματός σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τις στερήσεις και τους αποκλεισμούς της καταναλωτικής κοινωνίας σας δεν μπορώ ν’ ανασάνω απ’ τις ανέσεις σας και τον εφησυχασμό σας και τα εθελόδουλά σας ήθη κι’ έθιμα… Ζε σουΐ αράπης.

*Από την Μικρή ανθολογία για την δολοφονία του George Floyd στο ιστολόγιο Ποιητικό Σταυροδρόμι

*

Η ΚΗΔΕΙΑ

Αγόρι, κορίτσι.
Δώστε –
Στο κορίτσι μια κούκλα.
Στο αγόρι φτυαράκι.
Η κούκλα ξεχαρβαλωμένη να ‘ναι, νεκρή.
Τ’ αγόρι θα σκάψει με το φτυαράκι του λάκκο
ένα λάκκο μικρό, τόσο δα, για την κούκλα της φίλης του.
Δώστε –
Και στον Ούζο, τον χαζό μας, ένα καπέλο
καπέλο να ‘χει ο χαζός μας, να το βγάλει καθώς περνά η κηδεία.

*

ΦΟΥΤΜΠΩΛ

Το κρανίο μου παίζουν κλωτσοσκούφι
Στρατηγοί Vs Μπίζνεσμεν.
Γ κ ο ο ο ο ό λ !
Ζήτω! Σεισμός στην εξέδρα
Διαμαρτυρίες, ήτανε οφσάϊντ
Πουλημένος ο ρέφερυ.
Εγώ τώρα πάλι – άουτ!
το κρανίο μου στου διαόλου τη μάνα.
“- Να ζει κανείς ή να μη ζει;” αναρωτιέται ο Αμλετάκος
τραβώντας να μαζέψει τη μπάλλα.
Αν κάνει καλά τη δουλειά του ο σπόρος, μπράβο, κονόμησε χαρτζιλικάκι.

*

ΠΟΛΕΜΟΣ

Χαλασμένη γειτονιά είναι οι στίχοι μου.
Στα χαλάσματα των στίχων μου, πιτσιρικάδες βγήκαν
και παίζουν –
πόλεμο
έναν
πόλεμο αφελή
όμως
καθαρό
παλικαρίσιο
έναν
πόλεμο χωρίς
υποκρισίες
μήτε τις προστυχιές
του
πόλεμου
των μεγάλων.

*Από τον ‘Πόλεμο’ φυλλάδιο με ποιήματα, που κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα, εκτός εμπορίου, το 2007.

**Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν εδώ: https://daphnechronopoulou.blogspot.com/2020/07/rip_20.html και εδώ: https://logotexniaskepsi.wordpress.com

Γεωργία Διάκου, Δύο ποιήματα

θέμα πρώτο

σκυλάκια κι ασφόδελοι
λουλούδια αγαπητά
των έρημων περιοχών
του χωριού οι κουρτίνες
και τα μεσημεριανά μαζέματα
η κοιλιά σου χώμα του σώματος
καλλιέργεια της εξέλιξης
σφήνα του Δαιδάλου
ήλιος πέταγμα
μια Κυριακή που μετράει
τα παιδιά της
στη Νέα Υόρκη
ήταν όμορφη
με τα παράσημα
της γενιάς
που άκουγε πανκ
στα πρωινά δημητριακά της
και εσύ μια από αυτές
που ήθελε να μεγαλώσει
ως κηπουρός
κατάλαβες
πώς προηγείται η σπορά
της όψης.

*

θέμα δεύτερο

εγώ και η μητέρα μου στο ντουλάπι
με όλα τα μαλλιά
πλεγμένα σε κοτσίδες
“Κόψ’ τα” μου λέει
και η γλώσσα της σκληραίνει
άμμος απλώθηκε στα πιάτα
σκεπαστήκαμε ησύχως

όταν μας ανακάλυψαν
σε αρχαιολογική ανασκαφή
μας ταξινόμησαν
στα είδη οικιακής αγάπης
η επιγραφή μας στην αποθήκη
έγραφε: αδελφές ψυχές / κομμάτι μιας σύνθεσης

*Από τη συλλογή “αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία”, εκδ. Θράκα, 2022.

Νίκος Καρούζος, Βαθμίδες

1.
Ἤτανε ὅλο τὸ πρωῒ σημαιοστολισμένο
καὶ τραγουδοῦσα.
Ὁλοένα ἔρχονται πιὰ
σὰν ἀπὸ ἀνώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια νὰ βρῶ τὴν αἴθουσα
πρέπει νὰ μιλήσω σὲ τόσους
φίλους με τὰ αἰώνια τώρα μάτια.
Κινεῖται ὁ δρόμος πρὸς τὸ μεσημέρι.

2.
Ἂν εἴδατε τὴ μοναξιὰ ποτὲ πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι
νὰ σᾶς ἀπειλεῖ
μ᾿ ἕνα μαχαίρι σιωπὴ
ποὺ ἀργὰ θὰ σχίσει τὸ δικὀ σας στῆθος
ὅπως φάντασμα τὴν πόρτα περνᾷ
μὲ γελαστὰ τὰ ἐξογκωμένα μῆλα
καὶ νὰ στέκει-
θὰ μὲ ἀγαπήσετε, εἶναι γυμνὸ
σαρώθηκε αὐτὸ τὸ μεσημέρι.

3.
Ὅλα κοστίζουν ἕνα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τὸν ἔρωτα κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὄνειρα
ἔλα στὴν κάτω γειτονιὰ καὶ πές: Κορόνα γράμματα
ἐκεῖ ποὺ χάνεται ἡ ψυχὴ νὰ βυθιστεῖς.
Θέλω ν᾿ ἀκούσεις τὸ μεγάλο μυστικὸ
γιὰ πάντα πέφτει ὁ καρπὸς ἀπ᾿ τὸ δέντρο.
Ἐντούτοις ἐκεῖ ποὺ χάνεται ὁ δρόμος
νὰ τραβήξεις.
Ὅ,τι νὰ σὲ καλέσει
δὲν εἶναι γιὰ ἐπιστροφὴ
τὰ δάκρυα κι ὁ πόνος κοφτερὸς
εἶναι μέσ᾿ στὸ παιχνίδι.
Ὅποιες φωνὲς ἀκούσεις μὴ σὲ παρασύρουν
σφάξε τὴ μιὰ ὀμορφιὰ νὰ πιεῖ τὸ αἷμα ἡ ἄλλη.
Κορόνα γράμματα νὰ παίξεις
τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια
μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο.

Λίλλυ Ιουνίου, λίγο πριν τελειώσουν οι ανάσες του κόσμου

Photo: Enzo Dinolfo

λίγο πριν τελειώσουν οι ανάσες του κόσμου
θα καθήσω δίπλα σου
με τρόπο απλό
και λευκό
σαν ποιητές
θα μοιραστούμε
τον σπασμένο μας ύπνο
τα βαριά μας χείλη
ψελλίζοντας
όσα η εποχή δεν επιτρέπει

E.E. Cummings, ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή

ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή στα μικρά
πουλιά που ‘ναι τα μυστικά της ζωής
ό,τι κι αν τραγουδούν είναι καλύτερο απ’ το να γνωρίζεις
κι αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να τ’ ακούσουν οι άνθρωποι
είναι γέροι

ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο
κι άφοβο και διψασμένο κι εύπλαστο
ακόμη κι αν είναι κυριακή ας έχω άδικο
γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι

κι ας μην κάνω εγώ τίποτα χρήσιμο
κι ας αγαπώ εσένα περισσότερο κι από αληθινά
δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος τόσο ανόητος που
να μην μπορεί να
τραβήξει όλο τον ουρανό πάνω του μ’ ένα χαμόγελο

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/05/e-e-cummings/ (Δεν αναφέρεται μεταφραστής/τρια).

Popi Aroniada, Termites dance

…I am cold
while around me
flames dance
instead of pain
the tooth is missing
it lies opposite
on the demolished roof
together with more
baby-teeth
the lye on the hair
turns termites into ashes
termites that carry
full moon buttons
seal holes
by stopping cries
mint dries up
a memory of green
soap in the eyes
from washing a child
while the waiting
for a resurrection
floods the eyes
I sewed up the womb
I sew on the pockets
every small opening
for the heirs to find
something to burry
I am cold
while all around me
flames dance

*From the collection “Roke”. Translation from the Greek: Katerina Anghelaki-Rook.

Χρήστος Ντάντος, Αντινανούρισμα

…και το βάρος του Άτλαντα πούπουλο
θα καθίσει στους ώμους μας

Στην Δώρα πάλι

Μην εγκαταλειφθείς.
Την πόρα μην ανοίξεις στον ύπνο.
Θα χιονίσει κι εδώ γαλάζιες νιφάδες.
Φλοίδα τη φλοίδα θα ξεφτίσει ο ουρανός.
Θα ξεμυτίσει το κρυμμένο στο τέλος.
Μείνε μαζί μου να το δεις.

Περνούν γαλαζοκότσυφες, χαλκοκουρούνες.
Πλημμύρα αλκυονίδων νιφάδων καταφτάνει.
Ξετρελαμένα τα χέρια σου θα πιάνουν
την ολιστική βαφή, θ’ αλείφονται
του ουρανού την ορμόνη.
Θα βγάζεις την κομμένη γλώσσα
και πετιμέζι θα γεμίζει και λουλάκι το στόμα.
Μονομιάς σου λέω οι άφτρες θα χαθούν.
Στα άγρια βουνά τα δηλητηριώδη λόγια.
Εδώ που έφτασες μην εγκαταλειφθείς…

Και τι είναι λίγη στέρηση ακόμη σκοταδιού
για ένα δίκροκο σιέλ κουκούλι.
Βελούδο του ύπνου κρίμα από τώρα να καταδεχτείς.
Στην αποστήθιση του κόσμου γιατί να εξεταστείς
εδώ που έφτασες.

Μπλε και στις εφτά αποχρώσεις του αναλυμένο
αντίκρισες ποτέ σου;
Ξεδιπλωμένους τους εφτά ουρανούς και τις εφτά
σημασίες ευανάγνωστες να καταυγάζουν είδες;
Πόσο στο πρόσωπο εσένανε θα φέρνει όταν
η φοβερή εφτάριγη σημαία τραβηχτεί;

Μα κοίτα τώρα. Με γαλαζόπετρα κιόλας ραντίζει.
Ο περονόσπορος των άλλων ματιών θα προληφθεί.
Μεθυστικός ο γαλανίτης τους θα στάξει
θ’ αποστάξει στο μέγα της ψυχής το σπήλαιο.
Καλειδοσκόπιο για μας γιγάντιο μπλε
και μ’ απειράριθμες του απόρρητου ειδώλου μας
τις ανακλάσεις, μα όπου να ‘ναι θα ανοίξει.
Μείνε λοιπόν -ορίστε μισανοίγει- μείνε…

Μόνος δεν το φορτώνομαι -στο λέω-
τέτοιο διαβόητο χρώμα.

*Από τη συλλογή “Ο Σκιέρ των Σκιών”, εκδ. Οροπέδιο, 2008.