Κλείτος Κύρου, Δύο ποιήματα

ΥΠΟ ΤΗ ΕΠΗΡΕΙΑΝ

Συμπεριφερόμαστε
Υπό την επήρειαν
Παντός επιστητού

Της μέθης φερ’ ειπείν
Βρασμού ψυχής
Διαττόντων στίχων

Και οπωσδήποτε
Υπό την επήρειαν
Ερώτων γεγονότων
Χρωμάτων και αρωμάτων

Ή όποιων προτροπών

Είναι ο λόγος
που υπό την επήρειαν του μέλλοντος
Αναπολούμε το παρελθόν

*

ΣΧΟΛΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

Η εξόρυξη λέξεων
Πάντα
Πιό δύσκολη
Κι από εκείνη
Των διαμαντιών

Ακόμα δυσκολότερο
Το συνταίριασμά τους

Αντ’ αυτών
Παντομίμες μειδιάματα
Τα σπάνια ευρήματα
Δεν εντοπίζονται
Υποκλίσεις ψελλίσματα
Επακριβώς
Δεν περιγράφονται

Απλώς καταγράφονται

*Τα πήραμε από το βιβλίο “εν όλω – Συγκομιδή 1943-1997”, εκδ. Άγρα, 2006.

Maria Luisa Spaziani, Με κατεβασμένη αυλαία

Όταν σε αγαπούσα ονειρευόμουν τα όνειρά σου.
Κοιτούσα τα υπνωμένα βλέφαρα,
τις βλεφαρίδες μ’ ένα ελαφρύ πετάρισμα.
Καμιά φορά
είναι με κατεβασμένη αυλαία που ξετυλίγεται
με ηθοποιούς πρωτάκουστους και φωταψίες
– το θάμα.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΗΡΑΚΛΗΣ 1908

Από όλες τις συμφορές
στο βραχύ πέρασμά μου,
θα μείνουν ανεξίτηλες δύο
μέσα στην καρδιά μου.
Των γυναικών τα ψύχη,
ραπίσματα σφοδρά!
Ο κακοδαίμων Γηραιός,
ήττες, μιζέρια, καταχνιά.

*

ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ

Ο τόπος έχει δάση, ρυάκια από βουνά,
νησιά γαλαζοπράσινα, ασπροντυμένα,
με ήλιο , με σιωπή, με νέφη ομονοούν,
ο εκνεφίας την θέλξη εκστασιάζει!

Απόκληροι σοφών τον τόπο αμαυρώνουν.
Θεσσαλονίκη την ομορφιά σου
δεν έθιξαν ίβηρες, ετρούσκοι, φλαμανδοί,
γραικύλοι – καραμάν αλήδες στην ασχημία σε κατέδωσαν.

Η Έλευση της Γυναίκας στη Γραφή

Παρουσίαση, ερμηνεία και ανάλυση της ποιητικής ανθολογίας «Ηρωικά Κορίτσια» της Μαρίας Ταταράκη. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό Οδός Πανός (έτος 37o, τχ. 180 Οκτώβριος – Δεκέµβριος 2018).

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ανθολογία «Ηρωικά Κορίτσια» δεν πρόκειται για μια έκδοση απάντων, ή για το επόμενο βιβλίο στη σειρά διαφόρων άλλων που έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Είναι το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Ταταράκη που κυκλοφορεί ποτέ. Και αυτό γίνεται σχεδόν 7 χρόνια μετά τον θάνατό της. Ελάχιστες τέτοιες περιπτώσεις έχουμε στην παγκόσμια λογοτεχνία, με πιο γνωστό παράδειγμα ίσως την περίπτωση της Emily Dickinson.

Εμένα μου έλαχε η ευθύνη να αναλάβω μετά τον θάνατο της μητέρας μου να εκδώσω το έργο της. Η Μαρία αυτοκτόνησε πριν από οχτώ χρόνια. Τα συρτάρια της, τα τετράδιά της και τα περιθώρια των σελίδων των βιβλίων της, ήταν γεμάτα από ποιήματα. Όλα σχεδόν ανέκδοτα, εκτός από ελάχιστα που είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες ή μοιραστεί χέρι με χέρι σε διαδηλώσεις. Τα συγκέντρωσα, τα δακτυλογράφησα, τα ξεδιάλεξα. Συγγραφικό υλικό τριών δεκαετιών που έφτανε για πλήθος συλλογών.

Κάποια από τα ποιήματα αυτά είχαν χαρακτήρα ελεγειακό και μιλούσανε για κορίτσια ηρωικά και πένθιμα. Έπλεξα ένα στεφάνι με αυτά τα άνθη και σας το προσφέρω. Μην νομίσετε όμως σε καμιά περίπτωση ότι πρόκειται για κάποιο μνημόσυνο. Οι λέξεις της Μαρίας Ταταράκη είναι ένα κάλεσμα για εξέγερση και για έναν βαθύ και συγκλονιστικό αναστοχασμό της ύπαρξής μας.

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Το ποιητικό έργο της Μαρίας Ταταράκη ήταν μέχρι πολύ πρόσφατα εντελώς άγνωστο. Όχι μόνο στους λογοτεχνικούς κύκλους και στο αναγνωστικό κοινό, αλλά ακόμα και στους φίλους της. Οι ελάχιστες φορές, οι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, που η Μαρία είχε δημοσιεύσει κάτι, ήταν σε εφημερίδες της Αριστεράς, με αφορμή κυρίως κάποια μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση των εκπαιδευτικών. Το ποιητικό της Σύμπαν ωστόσο ξεπερνάει κατά πολύ τον πολιτικό και εργασιακό της χώρο.

Η Μαρία Ταταράκη, δεν αποφάσισε να στραφεί στην ποίηση μετά από κάποια μεγάλη απογοήτευση, προσωπικής, επαγγελματικής ή ιδεολογικής φύσεως. Δεν άρχισε να γράφει ξαφνικά το 1997 (που είναι η ημερομηνία δημοσίευσης στην εφημερίδα «Η Εποχή» του πρώτου κειμένου της ανθολογίας αυτής, του «Άει Ρόζα Λούξεμπουργκ»). Και σε καμία περίπτωση, το έργο της δεν εξαντλείται σε αυτήν εδώ την ανθολογία.

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» είναι μια επιλογή ποιημάτων της Μαρίας Ταταράκη με βάση ορισμένα συγκεκριμένα κριτήρια τα οποία θα αναλύσουμε παρακάτω. Είναι καλό όμως να γνωρίζουμε εκ των προτέρων, ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο που έγραφε ποίηση σε όλη τη διάρκειά της ενήλικης ζωής του. Και που δεν δημοσίευσε ποτέ σχεδόν τίποτα. Σας παραθέτω εδώ, για παράδειγμα, ένα ποίημα που έγραψε η Μαρία στις αρχές της δεκαετίας του 80:

τώρα εγώ κατοικώ εν γαλήνη στην κρυστάλλινη σπηλιά μου
φορώ το πέπλο μου
χορεύω χορό παράνοιας
βρίσκομαι κατ’ ουσίαν μετ’ εμαυτής
τρώω τα νύχια μου
φρικιώ
σκίζομαι σαν μάνα να γεννήσω βρυκόλακες
συνομιλώ με τη σελήνη
λαχταρώ ένα χάδι ανθρώπινο
τώρα εγώ σιωπώ
εκστασιάζομαι
γίνομαι μεταξοσκώληκας
κάνω ψυχανάληση
τώρα εγώ δεν έχω μνήμη σαν πεταλούδα
τώρα εγώ κατεβαίνω στα τάρταρα
τώρα εγώ έχω αποκλειστεί
βγάζω τη γλώσσα μου στις χυδαίες γλώσσες της γης
αυτοσαρκάζομαι (!)
τώρα εγώ χαϊδεύω στοργικά τα μαλιά μου
τώρα εγώ παίζω με τη φωτιά
μισιέμαι θανάσιμα με τις σειρήνες του κόσμου
τώρα εγώ μεταλαμβάνω (σ.μ. πεοθηλάζω)
τώρα νανουρίζω στο κόρφο μου το παιδί μου
τώρα ρουφώ ενα ζεστό νες με γάλα
βάφω τις βλεφαρίδες μου
καμαρώνω τα όμορφα στήθια μου
τώρα θυμάμαι τον φίλο μου τον πέτρο και δακρύζω
τώρα δεν μπορώ να κάνω πίσω γιατί θα γίνω στήλη άλατος

Και άλλο ένα ποίημα της ίδιας περιόδου:

δεν πονώ. δεν ουρλιάζω
δεν πονώ
το μηδέν
το απόλυτο μηδέν
η καρδιά, τα μάτια, το αίμα
το αίμα
μια οπτασία, ένα φάντασμα, ένας βρυκόλακας
μεταλλάξεις
χορός χρωμάτων και φως
άπειρο φως
κάτω απ το φως μιας λάμπας 60 κεριών
πως χώθηκες έτσι μέχρι τον εγκέφαλο
μέσα σε τούτο το κενό
θυμάσαι μήπως ποιοι δολοφόνησαν τον caspar
απ’ την αρχή ως το τέλος μια απόγνωση. δεν νομίζεις
Ή
πως θα μπορούσα να ξεπλύνω
αυτόν τον γκρίζο λεκέ
στο κέντρο του σύμπαντος;

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» καλύπτουν την περίοδο 1997 – 2010, δεν εξαντλούν όμως το εύρος της ποιητικής παραγωγής της Μαρίας εκείνο το διάστημα. Για παράδειγμα, μεταξύ 2005 με 2009, έγραψε μια ωραιότατη σειρά ποιημάτων, σημειώσεων και χαϊκού, ημερολογιακού και αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Πολλά από αυτά έχουν να κάνουν με την ψυχική νόσο (με την οποία η Μαρία Ταταράκη έδωσε σκληρή μάχη για 15 χρόνια). Εδώ είναι ένα από αυτά τα ποιήματα, γραμμένο στις 2 Δεκεμβρίου 2005:

~ ~ ~ έχω την τιμή να νοσώ ψυχικά.
Ή θάπρεπε να ξεχάσω τους σκοτωμένους φίλους
μου στο δάσος με τα κυκλάμινα και τις λέξεις
να χαζεύω εκεί στα βασίλεια των ανθρωπο-
φάγων με τη λάμψη στα μάτια, βουλιμικά θαρρείς,
το ψυχορράγημα του σφαγίου.
να υποπτεύομαι την ηδονή,
την μετριοπάθεια,
την πικροδάφνη στα μάτια μιας Πέτρας,
το σινεμά και τους μυρτώους έρωτες
που μέσα του ευδοκιμούν.
Θα πρεπε να προσπερνώ αδιάφορα
χρυσοκοντυλλένια χειρόγραφα διότι είναι
της δικαιοδοσίας των αρμοδίων φιλο-
λόγων κι εκτός διδακτέας εξάλλου
να μην είναι ούτε μια νύχτα με φεγγάρι
να μαρέσει γιατί πάντα φοβόμουνα τα
πλάσματά της
θα πρεπε πάντα διαχυτικός, ατακαδόρος
και ξύπνιος να τρέχω λόγου χάριν στο σφύριγμα
του κέρδους και να λέω στην ικεσία πως
έχω εγώ τα δικά μου σπαρτά.

~ . ~ . ~ φιγούρες πλώρης, να απορώ, α, αυτοί
οι ακίνητοι οι μέτριοι κι ο βραχνός
προφήτης να υπομένει με το
φέρσιμο των ανέμων και των δέντρων
της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Ή θα πρεπε, εγώ ο υγιής, να περνώ ήσυχες
νύχτες, γνωρίζοντας ότι ο πάσχων της αρμοδιότητός
μου έχει υποχρεωθεί να περιφέρεται μ ένα
κουτί στα χέρια, τι τα θέλουμε εμείς
τα ηλεκτροσόκ ας βυθίσουμε την τρέλλα
στη δική μας τρέλλα.
Μην αποσύρεσαι, να λεγα στον τρελλό
της επικράτειας μου, σε χρειάζομαι
να σκιάζω τους τολμηρούς.
Αλλά μόνο έτσι σε χρειάζομαι σαν
γυμνό κερί που έλιωσε ερήμην μου.
Εγώ, τί, εγώ σε συνταγογραφούσα.
Σου ανέθετα χρέη γραμματέως στο σχολείο μου
Σου έκανα διάλογο αντίστασης και προοπτικής
… Ας πήγαινες διακοπές κι εσύ
το καλοκαίρι όπως και κάθε
εχέφρων αδειούχος.

Θα αναρωτιέται ίσως κανείς γιατί δεν εμφανίστηκε στα γράμματα νωρίτερα η Μαρία Ταταράκη. Δεν ήθελε; Δεν την ενδιέφερε να δημοσιευτεί; Υπάρχει ένα τετράδιό της με ποιήματα από το 1984, που μαρτυρά το αντίθετο. Το τετράδιο αυτό έχει ένα σχόλιο επάνω από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο:

«Μαρία Ταταράκη

ευγενικά αισθήματα κι ευαισθησία
που και που μερικοί καλοί στίχοι
θέλει όμως πολλή εξάσκηση στο γράψιμο,
γιατί μόνο με έρωτα δε γίνεται το ποίημα.»

Γνωρίζοντας τα αυστηρά κριτήρια του Ντίνου, το σχόλιο αυτό σε μια 25χρονη ποιήτρια, δεν φαντάζει και τόσο κακό. Και σίγουρα το ποιητικό της έργο από εκεί κι έπειτα δεν χτίστηκε μόνο πάνω σε ερωτική θεματολογία. Η αλήθεια είναι ότι από το 1987 μέχρι και το 1995 έχουμε ένα μικρό κενό, αν όχι στην παραγωγή ποιητικού έργου, τότε σίγουρα στην προσπάθειά της Μαρίας να το επικοινωνήσει με άλλους.

Ήταν τότε που γεννήθηκα εγώ, που η Μαρία παντρεύτηκε και παράλληλα ξεκίνησε να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση ως καθηγήτρια φιλόλογος. Είναι γενικά καλό, όταν ασχολούμαστε με μια εργαζόμενη γυναίκα, που γράφει ποίηση, πριν κάνουμε τις υποθέσεις μας για το έργο της, να λαμβάνουμε υπόψιν και τις οικονομικές, εργασιακές και οικογενειακές συνθήκες της ζωής της.

Η Μαρία επέλεξε να γίνει μητέρα μου κατ’ αρχάς, και να τιμήσει αυτό τον ρόλο, όπως επέλεξε επίσης να υπηρετήσει το λειτούργημα της δασκάλας στα σχολεία. Εκεί λοιπόν επικέντρωσε τις δημιουργικές της δυνάμεις για 25 χρόνια, παρά στην προώθηση του ονόματός της και του ποιητικού της έργου. Ωστόσο δεν σταμάτησε στιγμή να μελετά, να γράφει και να εργάζεται σκληρά πάνω στον λόγο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 90 η Μαρία γνώρισε τον Μάριο Μαρκίδη, ο οποίος ήταν ψυχίατρός της και του οποίου το λογοτεχνικό έργο εκτιμούσε ιδιαίτερα, όντας η ίδια και φανατική αναγνώστρια του περιοδικού Σημειώσεις. Έχω επίσης αλληλογραφία της από το 2004 με τον παππού μου Κάρολο Τσίζεκ και την τότε σύζυγο του, Μαρία Καραγιάννη, οι οποίοι σχολιάζουν αναλυτικά ορισμένα ποιήματα που τους είχε στείλει η μητέρα μου.

Τα αναφέρω όλα αυτά, γιατί θεωρώ ότι έχουμε μπροστά μας το έργο μιας εξαιρετικής ποιήτριας. Η οποία, αν και πολύ διακριτική, δεν ήταν κρυψίνους, από ό,τι φανερώνεται. Και με ενδιαφέρουν οι λόγοι για τους οποίους, ένα τέτοιο έργο, όσο η δημιουργός του ακόμα ήταν εν ζωή, αντιμετωπίστηκε κυρίως με συγκατάβαση, αυστηρότητα ή αδιαφορία. Πώς το χάσαμε; Πώς μας διέφυγε;

Τα πράγματα άλλαξαν λίγο μετά τον θάνατο της Μαρίας, το 2010. Κάποια από τα τελευταία ποιήματά της, που τα είχα στείλει στον Κάρολο Τσίζεκ και τη Μαρία Καραγιάννη, εκτιμήθηκαν πολύ. Ο Κάρολος με τη Μαριέττα αφιερώσανε μερόνυχτα στο να τα επιμεληθούν, και να τα στείλουνε στον Γιώργο Κορδομενίδη, ο οποίος τα εξέδωσε στο περιοδικό Εντευκτήριο το 2012. Με το έργο της Μαρίας ασχολήθηκαν επίσης με θέρμη και μεράκι η Μαίρη Κλιγκάτση, ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Τάσος Σαγρής, η Σίσσυ Δουτσίου, η Μελίτα Κάραλη και άλλοι, και ενδιαφέρθηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να δημοσιεύσουν ή να διαδώσουν το υλικό της.

Το 2017 αγκάλιασαν την ποίηση της Μαρίας Ταταράκη οι συνεργατικές Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Θέλω να ευχαριστήσω τον Χρήστο Μανούκα και τα υπόλοιπα παιδιά που πήρανε πάνω τους αφιλοκερδώς και με αυταπάρνηση την έκδοση αυτής της ανθολογίας και που επιτέλους δώσανε σε μια λαμπρή ποιητική φωνή το κατάλληλο βήμα για να ακουστεί.

Δεν το θεωρώ τυχαίο που τελικά έγινε έτσι η πρώτη δημοσίευση του έργου της Μαρίας, από έναν εκδοτικό οίκο που διέπεται από πνεύμα αλληλεγγύης και αυτοδιαχείρισης, όπου δεν υπάρχει καμία σχέση μισθωτής εργασίας-εξάρτησης, κάθε μέλος είναι ισότιμο με τα άλλα, εφαρμόζεται άμεση δημοκρατία σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται μέσω της Γενικής Συνέλευσης των εργαζομένων.

Ίσως οι λέξεις της Μαρίας Ταταράκη, οι οποίες κατοικούνε στην κόψη της Ουτοπίας, να περιμένανε ένα τέτοιο ουτοπικό εγχείρημα, όπως οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, να ωριμάσει, για να μπορέσουνε και αυτές να τυπωθούνε στο χαρτί.

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΙΤΛΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ
Τα κριτήρια λοιπόν με τα οποία επιλέχθησαν τα ποιήματα που απαρτίζουν την παρούσα ανθολογία είναι τα εξής.

Στο επίκεντρο κάθε ποιήματος βρίσκεται κάποιος γυναικείος χαρακτήρας (από την ιστορία, την ελληνική μυθολογία ή τον κοινωνικό κύκλο της ποιήτριας).
Τα ποιήματα της ανθολογίας είναι ελεγείες (με την έννοια του θρηνητικού και στοχαστικού ποιήματος που ο όρος αυτός απέκτησε στην αγγλική λογοτεχνία μετά τον 16ο αιώνα).
Ο τίτλος «Ηρωικά Κορίτσια» προέρχεται από στίχο της ποιήτριας που λέει:

«Ηρωικά Κορίτσια οι λέξεις μου
τραβούν ολόισια στον κίνδυνο
τω όντι αγαπημένα από αγαπημένους.»

Εδώ η ποιήτρια χρησιμοποιεί ως αναφορά τα τελευταία λόγια της Ισμήνης στην αδερφή της Αντιγόνη, την ώρα που η Αντιγόνη φεύγει για να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, αψηφώντας το διάταγμα του Κρέοντα και πενθώντας παραβατικά. Σε ένα άλλο ποίημα, το «Κατά Συνθήκην Λέξεις», η ποιήτρια κάνει απευθείας αναφορά στην Αντιγόνη, με τον στίχο:

«Κι εσύ μια πέτρα ή μια σιωπή εκεί
μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη.»

Ο στίχος «μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη» συνοψίζει κατά τη γνώμη μου το μεδούλι της έμβιας ύλης και των ανθρώπινων αγώνων. Αν τον αντιπαραβάλλουμε με τους στίχους από το λιανοτράγουδο «Κουβέντα με ένα Λουλούδι» του Γιάννη Ρίτσου μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τί εννοεί η Μαρία. Ότι καθετί το όμορφο γεννιέται στις ρωγμές του κατεστημένου. Ότι ο δρόμος της εξέλιξης εμποδιζόταν πάντα από τεκτονικές πλάκες απάθειας. Ότι η ζωή πάντα ήταν – και δεν μπορεί να είναι άλλο από – παραβατική.

Το κυκλάμινο είναι μια Αντιγόνη, που γεννήθηκε στη ρωγμή ενός βράχου, παραβιάζοντας τη ρητή εντολή του κόσμου των πιθανοτήτων. Έτσι, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που στη σημερινή Ευρώπη η απολυταρχία των τραπεζών συνθλίβει τις δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας. Στο ερώτημα επανάσταση ή αυτοκτονία η φύση απάντησε αιώνες πριν με το λουλούδι. Είναι σαν να μας λέει εδώ η ποιήτρια: ανθίστε σαν την Αντιγόνη και η ζωή θα βρει τον δρόμο της.

ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΑΤΑΡΑΚΗ

Σε ένα άλλο ποίημα, η Μαρία λέει: «Κορίτσια οι λέξεις μου». Δεν υπάρχει πιο φεμινιστικός στίχος από αυτόν. Με αυτό τον στίχο το γυναικείο σώμα συγχωνεύεται με την ίδια τη γραφή. Η Ταταράκη συγχωνεύει τον εαυτό της με το έργο της, επιδιώκοντας έτσι την ενότητα με τον κόσμο. Γιατί το πρώτο υποκείμενο στον κόσμο είναι η μητέρα. Η πρώτη μαθητεία στη γλώσσα γίνεται αρχικά μέσα από το σώμα της μητέρας και έπειτα μέσα από το νόμο του πατέρα – του κόσμου δηλαδή των ενηλίκων που δίνει περισσότερη εξουσία στους άνδρες, παρά στις γυναίκες. Η Ταταράκη επεκτείνεται στο παρελθόν και στα βάθη της προοιδιπόδειας ομιλίας και με αυτό τον τρόπο αντιστέκεται στην φαύλη πρακτική της πατριαρχίας, δηλαδή της ψυχικής βίας που προσπαθεί να πείσει πάνω από τον μισό ανθρώπινο πληθυσμό του πλανήτη ότι είναι λιγότερο έξυπνες και ότι οφείλουν να είναι υποταγμένες.

Σύμφωνα με τη Marianne DeKoven, μπορούμε να διακρίνουμε δύο γλώσσες: τη συμβατική, πατριαρχική ομιλία μας και μια πειραματική, αντιπατριαρχική. Η πρώτη εξυμνεί το θρίαμβο του αρσενικού έναντι του θηλυκού, του μεταοιδιπόδειου έναντι του προοιδιπόδειου, του λεξικού του πατέρα έναντι του σώματος της μητέρας, του νοήματος έναντι των πραγμάτων, της γραμμικότητας έναντι του πολυδιάστατου – με δυο λόγια του σημαινόμενου έναντι του σημαίνοντος.

Απορρίπτοντας λοιπόν την καταπιεστική πατριαρχική γλώσσα, τοποθετώντας τον εαυτό της στην ψυχοκοινωνική θέση των γυναικών, αγαπώντας το παιχνίδι του σημαίνοντος, η Ταταράκη επανακτά επίσης το σώμα της μητέρας.

Η ίδια έχει γράψει ότι «η ποίηση είναι γένους θηλυκού». Μια ισχυρή διατύπωση, με την οποία κάποιοι ίσως διαφωνήσουν, ως προς την καθολικότητά της, αλλά η οποία σίγουρα ισχύει όσον αφορά συγκεκριμένα την ποίηση της Μαρίας Ταταράκη. Χαρακτηριστική είναι η επιλογή της να παρουσιάζει ξαναγραμμένες, εκθηλυμένες εκδοχές των κλασικών και των χριστιανικών μύθων, με έναν τρόπο που φέρνει στο νου τo έργο «Αντάρτισσες» (Les Guerilleres) της γαλλίδας φεμινίστριας συγγραφέως Monique Wittig.

Στα «Ηρωικά Κορίτσια», βλέπουμε την ανάδειξη μιας γλώσσας «κοντά στο γυναικείο σώμα», μιας σωματοποίησης της Ελληνικής γλώσσας, που συνδέεται με τη φωνή και το σώμα της μητέρας, και αφήνει την «αγριότητα» του ασυνειδήτου να αναδυθεί και να υπερισχύσει της εξημερωμένης λογικής του υπερεγώ ή του Νόμου.

Τα «Ηρωικά Κορίτσια» είναι εξ’ ορισμού παραβατικές υπάρξεις, είναι αντάρτισσες Αντιγόνες και η γλώσσα τους είναι γλώσσα παραβατική, αντιεξουσιαστική και αντιπατριαρχική.

Έτσι η Μαρία Ταταράκη, ως ποιήτρια αλλά και ως διανοήτρια, συναντάει την παράδοση των Γαλλίδων συγγραφέων που αναδείχτηκαν ως πρότυπα στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν μια νέα γλώσσα προκειμένου να μιλήσουν για το γυναικείο σώμα και να τη συγχωνεύσουν με μια ριζοσπαστική, γυναικοκεντρική πολιτική. Συγγραφείς όπως η Monique Wittig, η Helene Cixous και η Luce Irigaray.

Η Irigaray ισχυρίζεται ότι η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του γυναικείου ερωτισμού αναγκαστικά συνεπάγεται την παραδοχή μιας ιδιαιτερότητας στη σχέση των γυναικών με τη γλώσσα. Σε αντίθεση με τη λογική του «φαλλικού» λόγου – ο οποίος χαρακτηρίζεται από γραμμικότητα, συγκρότηση, βεβαιότητα υπεροχής, αυθεντίας και πάνω απ’ όλα ενότητας -, ο φεμινιστικός λόγος πρέπει να αγωνιστεί για να μιλήσει διαφορετικά.

«Αν δεν επινοήσουμε μια γλώσσα, αν δεν βρούμε τη γλώσσα του, το σώμα μας θα διαθέτει πολύ λίγες χειρονομίες για να συνοδεύσει την ιστορία του», λέει η Irigaray. Η σιωπή δεν είναι λύση για τις γυναίκες.

Στο δοκίμιο «La Jeune Nee [Η νεογέννητη γυναίκα ή Η ξαναγεννημένη γυναίκα], η Helene Cixous λέει πως «Γράφοντας τον εαυτό της η γυναίκα θα γυρίσει σ’ αυτό το σώμα το οποίο κατά το μεγαλύτερο μέρος της έχει αφαιρεθεί. Λογοκρίνοντας το σώμα, λογοκρίνουμε την ίδια στιγμή την αναπνοή και την ομιλία.»

Η Cixous ασχολήθηκε επισταμένως με την εγγραφή του γυναικείου σώματος και της γυναικείας διαφοράς στη γλώσσα και στο κείμενο. Δημιουργεί μια γραφή που καλεί σε επιστροφή στη «Σκοτεινή ήπειρο» της γυναικείας σεξουαλικότητας. Μια ουτοπική επιστροφή στη φαντασιακή προοιδιπόδεια τάξη μέσα από την ανάμνηση του σώματος της μητέρας που μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια γραφή σωματική, αίροντας κάθε απαγόρευση και καταργώντας το Νόμο του Πατέρα. Είναι η «έλευση της γυναίκας στη γραφή» που δημιουργεί τα «sexts», δηλαδή τα κείμενα που συνδέονται με την ερωτική επιθυμία και το φύλο.

Η Μαρία Ταταράκη, στο ποίημα «Αγχιβασίης Αμυθήτου, Γόνιμος Γραμμή», μιλάει για αυτήν ακριβώς την έλευση. Μας λέει την ιστορία της Χριστίνας, μιας δασκάλας τεχνικών εκπαιδευτηρίων που δίδαξε στην άγονη γραμμή των συνοικιών που βρίσκονται κάτω από την Αχαρνών. Η Χριστίνα λάτρεψε τους μαθητές της και στην «κόψη της ουτοπίας», στη «συνουσία» που ήταν η μεταξύ τους σχέση, γεννήθηκε η ψυχή των πραγμάτων κι η φωτεινή ιστορία του ανθρώπου. «Εξαιτίας ενός έρωτα που σκάβει το πρόσωπο».

Η ποιήτρια μας λέει πως η ψυχή της Χριστίνας ήταν «Ελευσία» και πως μάλιστα η Χριστίνα παραστάθηκε στη γέννηση του Απόλλωνος, παρηγορώντας τη μάνα του, τη Λητώ, στις ωδίνες της. Αποκαλεί την Χριστίνα «Ειλειθυία», Μεγάλη Ερωτική.

Η Ειλειθυία, ή Ελευθώ, ήταν η θεά της γέννησης και των πόνων του τοκετού. Βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν και ν’ αντέχουν τους πόνους της γέννας. Κατά την αρχαία παράδοση το όνομα αυτό οφείλεται σε ικετευτική κραυγή των επιτόκων: «Ελθέ!», «Ελθέ!» με την οποία καλούσαν τη θεά σε βοήθεια.

Από εκεί βγαίνει ετυμολογικά και η λέξη ελευθερία. Βλέπουμε δηλαδή ότι μέσα από το ποίημα αυτό, η Μαρία Ταταράκη «εκμαιεύει» την έννοια της ελευθερίας μέσα από την έλευση της γυναίκας στη γραφή. Μέσω της επινόησης δηλαδή μιας γλώσσας του γυναικείου σώματος, που επιτρέπει σε πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο στις συνειδήσεις των ανθρώπων να απεγκλωβιστούν από λανθάνουσες πατριαρχικές και φασιστικές αντιλήψεις και να ξαναγεννηθούν στο ουτοπικό φως του μέλλοντος.

«Αλλά την ώρα την πολυάνθεμο, τη δενδρώτιδα ώρα, θα φανεί στο
φως αρτιωμένος ο Ορφέας.
Γιατί τη νεράιδα που παραστάθηκε στη γέννησή του, οι παλαιοί
την είπαν Ελευθώ – Ένα όνειρο στα κύματα της μοίρας-
Κορίτσι που φύλαξες το μυστικό σου στα χίλια χρώματα των πέπλων
σου.
Για να σωθεί το αίνιγμα, για να μην απομαγευθεί η πλάση.»

Ξεκινώντας λοιπόν από την έκκληση των Γαλλίδων φεμινιστριών συγγραφέων για την επινόηση μιας γλώσσας του γυναικείου σώματος, βλέπουμε τη Μαρία Ταταράκη να φτάνει τελικά στο να υπηρετεί και το όραμα του κινήματος του υπερρεαλισμού για επαναμάγεμα του κόσμου μέσω της δημιουργίας του νέου μύθου.

Απορρέει από αυτή την αναπάντεχη σύγκλιση ότι η κριτική της πατριαρχίας που κάνει ο φεμινισμός και η κριτική του καπιταλισμού που κάνει ο υπερρεαλισμός (μέσα από τη στενή σχέση του με τον μαρξισμό) κάποτε αναπόφευκτα συναντιούνται.

Ο υπερρεαλισμός είναι απαραίτητος σε μια κοινωνία όπου δεν θέλουμε να ξαναϋπάρξουν Άουσβιτς, Νταχάου και Μπέργκεν-Μπέλσεν. Σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος δεν θα αναχθεί ξανά σε αριθμό. Σε μια τέτοια κοινωνία, είναι απαραίτητο το επαναμάγεμα του κόσμου που αποπειράται ο υπερρεαλισμός.

Και για να γίνει αυτό σήμερα, στον 21ο αιώνα, τον χωρίς συλλογικά οράματα, είναι απαραίτητη η δημιουργία του νέου μύθου – η διάσωση του μύθου από τη ναζιστική κηλίδα, με το ουτοπικό φως του μέλλοντος. Όπως λέει ο Michael Löwy, ο υπερρεαλισμός είναι το ακονισμένο στιλέτο που επιτρέπει να κόψουμε τα νήματα του αριθμητικού ιστού της αράχνης, του πνεύματος του ορθολογιστικού απολογισμού κερδών και απωλειών.

Στην κόψη αυτού του στιλέτου κατοικεί η ποίηση της Μαρίας Ταταράκη, κι εκεί μας καλεί να ζήσουμε: στην κόψη της Ουτοπίας.

ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ

Τα Ηρωικά Κορίτσια είναι οι εξεγερμένες υπάρξεις και τα εκστατικά υποκείμενα μιας τέτοιας μετα-καπιταλιστικής πραγματικότητας. Η έλευση της γυναίκας στην γραφή αναπόφευκτα ανατρέπει το κυρίαρχο αφήγημα του δυτικού πολιτισμού και μπορεί να επιφέρει θεμελιώδεις αλλαγές στην παιδεία και στην παθιασμένη με τα όπλα μαζικής καταστροφής κουλτούρα μας. Αν τα όρια της γλώσσας μας ορίζουν τα όρια του κόσμου μας και όσα ξέρουμε είναι αυτά για τα οποία έχουμε λέξεις, τότε μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Γιατί είναι μια γλώσσα που δεν φοβάται να θέσει ερωτήματα όπως: με ποιο τρόπο η ακεραιότητα αντιμετωπίζει την καταπίεση; Τι κάνει η τιμιότητα όταν έρχεται αντιμέτωπη με την προσβολή; Με ποιον τρόπο η αρετή αντιμετωπίζει την ωμή επιβολή δύναμης;

Μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα, είναι μια γλώσσα που μαρτυρά την ομορφιά που υπάρχει στο να φλέγεσαι για δικαιοσύνη. Γιατί είναι μια γλώσσα που αποκαλύπτει ότι «είμαι αυτός που είμαι επειδή κάποιος με αγάπησε». Και η δικαιοσύνη, κατά τον Αφροαμερικανό φιλόσοφο Cornel West, είναι η όψη της αγάπης στον δημόσιο βίο.

Γιατί είναι μια γλώσσα που καθιστά σαφές ότι η κατάσταση της αλήθειας είναι να επιτρέπει στον πόνο να μιλήσει. Και δεν επιτρέπει η γλώσσα αυτή να μιλάμε περί αλήθειας, χωρίς να εστιάσουμε σε αυτούς που, όπως λέει ο Malkolm X, «ζούνε την κόλαση».

Μια γλώσσα κοντά στο γυναικείο σώμα, είναι μια γλώσσα τρυφερότητας. Αν η δικαιοσύνη είναι η όψη της αγάπης στον δημόσιο βίο, η τρυφερότητα είναι η όψη της αγάπης στον ιδιωτικό μας βίο.

Και η ανθολογία της Μαριάς Ταταράκη, είναι μια απόπειρα να αποκτήσει ξανά η ελληνική γλώσσα την Στρατευμένη Τρυφερότητα, την Ανατρεπτική Γλυκύτητα και τη Ριζοσπαστική Ευγένεια που είχε η φωνή του Γιάννη Ρίτσου, του Μάνου Χατζηδάκι, του Μάνου Κατράκη, της Ρόζας Εσκενάζυ, της Φλέρυς Νταντωνάκη, της Σωτηρίας Μπέλλου, της Μαρίας Δημητριάδη, η φωνή των πολιτικών κρατούμενων όταν τραγουδούσαν στα ξερονήσια και τις φυλακές και οι φωνές των νέων όταν ανέτρεπαν μια δικτατορία.

Τρυφερότητα, γλυκύτητα, ευγένεια. Αυτές είναι οι πρώτες ύλες της ριζοσπαστικής μας ανάλυσης του νεοφιλελευθερισμού, του μεγάλου κεφαλαίου και της σύγχρονης πλουτοκρατίας.

Ανατρεπτική γλυκύτητα είναι η εύψυχη μουσική, η εύψυχη αλληλεπίδραση, είναι το να μοιραζόμαστε μια καταπραϋντική γλυκύτητα μπροστά στην απειλή της καταστροφής που έρχεται καταπάνω μας. Είναι το να ονειρευόμαστε αλληλουχίες, να συμπονούμε αλαφροϊσκιωτους, να δακρύζουμε και να αρτιωνόμαστε «κατά τον τρόπο των κυκλαμίνων», όπως λέει η ποιήτρια. «Σθεναρά. Εξαίσια. Απρόβλεπτα».

Με τον τρόπο αυτό στον Επιτάφιο του Ρίτσου ο θρήνος της μάνας του νεκρού νεαρού στην διαδήλωση των καπνεργατών μετουσιώνεται σε κάλεσμα για ξεσηκωμό, και ο γιος της ανασταίνεται μέσα στις φλέβες όλων.

«Γλυκέ μου, ἐσὺ δέ χάθηκες, μέσα στὶς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στὶς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.»

*Το κείμενο το πήραμε από εδώ: https://cizek.wordpress.com/

Blaise Cendrars, Είσαι πιο όμορφη από τον ουρανό και τη θάλασσα

Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις
Άφησε τη γυναίκα σου άφησε το παιδί σου
Άφησε τον φίλο σου άφησε τη φιλενάδα σου
Άφησε την ερωμένη σου άφησε τον ερωμένο σου
Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις
Ο κόσμος είναι γεμάτος με νέγρους και με νέγρες
Γυναίκες άντρες άντρες γυναίκες
Δες όλα τα ωραία καταστήματα
Εκείνη την άμαξα εκείνον τον άντρα εκείνη τη γυναίκα εκείνη την άμαξα
Και όλα τα ωραία εμπορεύματα
Υπάρχει ο αέρας υπάρχει ο άνεμος
Τα βουνά το νερό ο ουρανός η γη
Τα παιδιά τα ζώα
Τα φυτά και το κάρβουνο
Μάθε να πουλάς να αγοράζεις να ξαναπουλάς
Πάρε δώσε πάρε δώσε
Όταν αγαπάς πρέπει να ξέρεις
Να τραγουδάς να τρέχεις να τρως να πίνεις
Να σφυρίζεις
Και να μαθαίνεις να δουλεύεις
Όταν αγαπάς πρέπει να φεύγεις
Μην δακρύζεις χαμογελώντας
Μην φωλιάζεις σε δυο στήθια
Ανάπνεε περπατά φύγε άντε
Κάνω μπάνιο και κοιτάζω
Βλέπω το στόμα που γνωρίζω
Το χέρι το πόδι Το το μάτι
Κάνω μπάνιο και κοιτάζω
Όλος ο κόσμος βρίσκεται διαρκώς εκεί
Η ζωή γεμάτη με πράγματα εκπληκτικά
Βγαίνω από το φαρμακείο
Μόλις κατέβηκα από τη ζυγαριά
Είμαι 80 κιλά
Σ’ αγαπώ.

*Από το βιβλίο “Blaise Cendrars, 26 ποιήματα και μια συνέντευξη”. Προλεγόμενα-ανθολόγηση-σημειώσεις: Γιάννης Λειβαδάς. Μετάφραση: Κλείτος Κύρου, Ναυσικά Αθανασίου, Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Κουκούτσι, 2019.

Στέλιος Ροΐδης, Το χαμένο δαχτυλίδι

Και πρέπει να περιμένουμε τους άλλους, και πρέπει να πάμε εκεί
που οι άλλοι βρίσκονται, που διατηρούν την εικόνα μας αναλλοίωτη,
που ακούγεται ακόμη η γνωστή προτροπή, μέσα στην αιώνια νύχτα,
και τα χέρια περιγράφουνε πράξεις και λέξεις και μέρη, και οι μισο-
κοιμισμένοι με την πρησμένη τους όψη περιμένουν το τέλος της
λαίλαπας αυτής, για να κοιμηθούν ήσυχοι, και να υποσχεθούν τον κόσμο
ο ένας στον άλλον, να υποσχεθούν το υπέροχο θήραμα, και την σφραγίδα
της μεγάλης πληγής στην οποιαδήποτε χαρά τους, σαν κάτι αδιάφορο.
Νέες διασυνδέσεις θα προκύψουν τότε, πράγματα μύχια, που κανείς
δεν προέβλεψε καν ότι υπάρχουν. Ανίσχυρες αντιδράσεις και αμήχανες
σιωπές, θα ετεροκαθορίζουν τον χρόνο, και οι ερωτήσεις θα δίνουν
και θα παίρνουνε. Άνθρωποι μόνοι, θα ορμάνε πάνω σε άλλους μόνους
ανθρώπους, χωρίς να επιδιώκουν καμιάς μορφής αποτελέσματα, θα
τους τραβάνε από το χέρι και θα τους σπρώχνουν να τους δείξουνε
το μέρος εκείνο που κάποτε όλοι μισήσανε. Και κανείς, μα κανείς,
δεν θα καταλάβει τότε την τόση αγάπη. Σαν εκθέματα μιας διαδικασίας
που τελεί πλέον υπό διαρκή αναβολή, οι άνθρωποι θα αγκαλιαστούνε,
και θα αρνηθούνε, από μέσα τους και με μανία, οποιαδήποτε άλλη τους
πράξη. Βυθισμένοι στην θέση της πράξης αυτής, και υπό τους ήχους μιας
μακρινής προτροπής, ύστερα οι άνθρωποι σύμφωνοι σε αυτό, και ήσυχοι,
εκεί που τίποτα ακόμη δεν εμφανίστηκε, θα εξαφανιστούνε.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Η γενιά μου *

Η γενιά μου στάζει ιδρώτα παλεύοντας με την αϋπνία πριν καν γεννηθεί
κυνηγάει το επίδομα θέρμανσης, ρεύματος, στέγασης, νερού, ύπαρξης κι ανάσας καίει τα μάτια της στις οθόνες και στα διαφημιστικά ρούχων
και εντολών διαδικασίας κι επιτέλεσης
ψάχνει να βρει στα σόσιαλ μίντια τρόπους διαφυγής
κρεμάει το απεγνωσμένο σώμα της στους δρόμους
σέρνεται διαλυμένη σε χώρους εργασίας, πίεσης και στρες
κάνει σχέσεις χωρίς να εμπιστεύεται κανέναν
έχει μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, στέκεται άνετα μέσα στα σκοτάδια,
ψάχνει στην πόλη να βρει απαντήσεις σε ερωτήσεις που έχουν πια περάσει
νεκροί γύρω της άγγελοι από μακρινούς τόπους μέσα σε πλατείες κι ερήμους
μέσα σε μουσικές από αυτοκίνητα, σειρήνες, τρένα, κόρνες, λεωφορεία
και την άσφαλτο που καίγεται, τον πακιστανό που κουβαλάει το καρότσι με τα χαρτόκουτα στις τέσσερις το πρωί και τα σπινθηροβόλα μάτια του άστεγου που κατουράει στο πλάι του δρόμου δίπλα στο πολυτελές ξενοδοχείο
τελειωμένη από τα πανεπιστήμια που γεμίσαν φρουρούς του πολέμου,
φτύνει τον κόρφο της με τσάκρα και ωτοασπίδες για τις ουτοπίες, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον
είχε κάποτε όνειρα που πριν ακόμα τα ονειρευτεί ήταν ήδη καταραμένα
όνειρα να κάνει έρωτα ελεύθερα, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, χωρίς περιορισμούς και ανατροπές και κατακλυσμούς και βιασμούς και νεροποντές, όνειρα, όνειρα
που τώρα ανταλλάσσει με ναρκωτικά,
υποψιάζεται ότι θα πεινάσει με στερημένη φαντασία από τα δέκα της χρόνια,
κουβαλάει εφιάλτες στην πλάτη σαν τον Σίσυφο από την Ομόνοια ως την Πλατεία Αμερικής,
πηδάει χωρίς αλεξίπτωτα από ταράτσες, ψάχνει τον χαμένο της χρόνο, τη χαμένη της νιότη στις πονεμένες πλάτες της, λίγο μετά αφού τελειώσει τα τριάντα χωρίς να έχει φτάσει στον αρχηγό της πίστας
σφραγίζει τους χειμώνες που στερήθηκε τη ζέστη και ανοίγει τα καλοκαίρια από τη Μάρνη ως την Αγία Παρασκευή, ζητιανεύει λίγη ηρεμία να κλέψει από τον θόρυβο με το στόμα στραβωμένο από τις εκρήξεις πείνας για κάτι άλλο μέσα στο στομάχι
και το φως της νύχτας που βγαίνει από τα τούνελς κάτω από τις γέφυρες δεν φτάνει να αλλάξει τη μυρωδιά του αλκοόλ έξω από φθηνά μαγαζιά που ατμίζουν σταθερούς ρυθμικούς τόνους
τικ τακ τικ τακ και είναι πρωί τικ τακ τικ τακ δεν το πρόλαβε έγινε μεσημέρι τικ τακ τικ τακ τι είναι το μεσημέρι τικ τακ τικ τακ νύχτωσε κι έγινε απόγευμα και ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα σαν την άμμο στα χέρια σε μία παραλία που μόνο θα ονειρευτεί
ψάχνει τρόπο να σταματήσει να μιλάει για δύο χιλιάδες θάνατο, βρίσκει μνήμες παιδικής ηλικίας, πλάκες για πόλεμο και πεζοδρόμια που την αντέχουν, αφήνει όνειρα έξω από τους σταθμούς του μετρό, ουρλιάζει για τους φυλακισμένους και σηκώνει κάγκελα
ανάβει τσιγάρα το ένα μετά το άλλο στις υπερθερμασμένες αποβάθρες του μετρό και δεν ξέρει πού πάει, κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό της, τρώει σούπα μού είπες σού είπα ξεχνάει τι της γίνεται και κάθε μέρα ξαναγεννιέται από το μηδέν μα είναι η ίδια και είναι σαν ρώσικη κούκλα που ξετρυπάει την καρδιά της για να μη την προλάβουν άλλοι
τρελή από φόβο και από πάθος για τη ζωή μα καταπιεσμένη ως την αυγή που δεν τη βλέπει ποτέ μέσα σε υπόγεια και τρύπες με καπνό και υγρασία, μυαλά που μειώνονται επίτηδες ένα προς μόνο για τρέλα μιλάει
στα ομιλούντα κεφάλια που μιλάνε για τον θεό κακαρίζουν σαν παλαβά με φυλλάδια φυτρωμένα στους κόρφους τους για το πώς πρέπει να ζει τη ζωή τη στιγμή που ο θεός δεν δονείται πια παρά μόνο σε γιγάντιες οθόνες νέον με διαφημίσεις για κάποιο προϊόν που όλοι ψωνίζουν μα κανένας δεν χρησιμοποιεί
περνάνε οι βεντάλιες, τα κοσμήματα, τα χαρτομάντιλα, τα χαρτάκια, τα φιλτράκια, τα αρωματικά στικς, τα κερασάκια σε τούρτες ανθρώπινες από άλλο κόσμο με βλέμμα κούρασης και θλίψης χαμογελάνε σε σύννεφα που κινούνται σε ρούχα οργανωμένα σε χρόνους ανοργάνωτους ενώ
μιλάει με γκρίκλις, χορεύει σε ρυθμούς άγνωστους βγαλμένους από τις ρίζες, τις φύτρες και το άνοιγμα των νυχιών της σε στάση άμυνα-επίθεση-άμυνα, περνάνε μπατσικά τα αγοράζει, τους ανταλλάσσει, τα μυαλά της χάνει ενόσω
μία μεταφυσική χροιά υπάρχει στα νεκρά βλέμματα ανάμεσα στις συζητήσεις για το τίποτα, στον θόρυβο κάποιων παιδιών που ήταν αυτή και είναι ακόμα εκεί που για κάποιο λόγο όλοι βλέπουν φαντάσματα από την Κίνα και είναι σαν ρομπότ που απενεργοποιήθηκαν λίγο πριν απορροφηθούν τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους από τις υπερφωτισμένες οθόνες
και βρέχει, είναι όξινα και η βροχή σκαλίζει τις λακκούβες της ενήλικης ακμής στο πρόσωπο
σκλάβα της συνήθειας και του σεξ χωρίς ανταπόκριση περιφέρεται ακατάπαυστα μέσα στην υγρασία και στο καυσαέριο και αναπνέει το σκοτάδι, μελετάει για τι και πώς ο κόσμος θα καταστραφεί όχι σε είκοσι χρόνια μα σε ένα δευτερόλεπτο
τινάζει ένα κομμάτι της, πλήθος υπερενέργειας, τις βιταμίνες του, τα μούσκουλα, τα κολγκέιτ πλαστά χαμόγελα, τους ιδανικούς σκελετούς του, τα μακροχρόνια κέρδη του, τα στιλπνά καθαρά μαλλιά του, τα υγιή ζώα και πρωινά του και τα καλοκαμωμένα νύχια του, ενώ κρύβει μέσα στην κινόα και στο αβοκάντο τα αντικαταθλιπτικά του
και τσιρίζουν περιπολικά όχι για τη γυναίκα που σκοτώθηκε, μα για τον μετανάστη που άραζε σε μία γωνία και περίμενε τον φίλο του
από τα υπόγεια γκαρίζουν άνθρωποι στοιβαγμένοι χωρίς χαρτιά και ζόμπι περιφέρονται στον δρόμο και τους κυνηγάνε να τους φάνε, με μηχανάκια και ταξί που αναμασούνε τη χαρά από τα δημόσια μέρη της συνήθειας
κερνάει θρησκοληπτικές αγάπες στα κέντρα τέχνης μεθυσμένη, η γενιά μου, στο πάτωμα μίας σχολής για πισινούς και προφήτες που δεν ξέρουν από μουσική και μαγειρική και κάνουν στροφές γύρω από τον εαυτό τους φασκιωμένοι με το εγώ τους και την ασυναρτησία τους
στα λεωφορεία τους έχουν ζώα σκοτωμένα που μυρίζουν στις σακούλες τους, σκυλιά με κομμένη την ουρά, που φοράνε τα ρολόγια τους ανάποδα, τρέχουν να προλάβαινουν ούτε κι αυτοί δεν ξέρουν τι, μαθαίνουν άλλες γλώσσες, βρίζουν και μιλάνε πρόστυχα, κόβουν τις φλέβες τους στα ψέματα για να το κάνουν τατουάζ
γενιά εξορισμένη από σπίτια που ανεβάζουν τα νοίκια οι νοικοκύρηδες άνθρωποι με τις λιωμένες ψυχές στα χέρια, ανήθικοι σε έναν κόσμο ηθικό για τα μάτια του μόνο, ακούνε τις γυναίκες που δολοφονούνται από τους άνδρες τους στα διπλανά δωμάτια
την ανέγερση στρατιών πάμφωτου και αιώνιου πολέμου του Χρόνου που τελειώνει συνεχώς και ξαναρχίζει στα δελτία ειδήσεων που γεράσανε, στις τράπεζες που δεν καίγονται ποτέ γιατί είναι η απόλυτη πραγματικότητα, στις γέφυρες από όπου δεν θα πέσει κανείς, γιατί πρέπει να κάνουμε ησυχία, όλοι κοιμούνται,
πίνει μπίρες στο τελευταίο μαγαζί, σπάει ποτήρια και τρώει πίτες από το βρώμικο πάτωμα που το έχουν ακούσει χιλιάδες και ονειρεύεται μέσα από σάπια ρετρό ηλεκτρονική μουσική και σειρήνες
ξεχνάει τα ανοιχτά παράθυρα δίχως δροσιά στο δωματιάκι στη Βικτώρια, τη χτυπάει μόνο το ρεύμα μα δεν έχει να το πληρώσει
περιφέρεται και τραγουδάει στη λεωφόρο εκείνη γεμάτη αφροέλληνες και κινέζους
δίνει το φιλί της αγρύπνιας σε παράδεισο και κόλαση, άγρυπνη πίσω από ένα ψιλικατζίδικο γεμάτο λευκά λαμπάκια, ενσάρκωση μίας γριάς γυναίκας που κάνει καφέ στο μπρίκι στα εβδομήντα και αντί για ζάχαρη αφήνει στην κούπα της δάκρυα
στα εικοσιπέντε της σχίζει τον λαιμό της σε μία φοιτητική γκαρσονιέρα στη θεσσαλονίκη, την ξυλοκοπάνε μέχρι θανάτου λόγω παραξενιάς μέρα μεσημέρι και τραβάνε με τα κινητά τους το θέαμα και οι μέρες περνάνε με φωτογραφίες στις εφαρμογές
η μία γυναίκα πέφτει μετά την άλλη σε σπίτια που δεν ανοίγουν ποτέ παραέξω, τα εγκλήματα καθαρίζονται με ακριβά καθαριστικά κι αυτές βυθίζονται στη μοναξιά, χάνονται στα σκατά που έχουν γεμίσει ποτάμια ολόκληρα γύρω με ιερά γέλια να πέφτουν από ένα αόρατο κοινό που έχει ξεχάσει να νιώσει κάτι άλλο πέρα από το πετσί του που κι αυτό πέφτει σαν ψεύτικο κάθε αλλαγή εποχής φοράει μάσκα και κοστούμι ενοχής
και τα χρόνια δεν γυρίζουν χωρίς καύσιμα για να πάει μπροστά μεθυσμένη από το όλο και την ολοσχερή πραγματικότητα περιμένει τη σωτηρία από έξω
πιστεύει μόνο σε καθημερινές αναρτήσεις, η γενιά μου, και άστατες συζητήσεις παρακαλάει για λοβοτομή και θεραπεία, κάνει γιόγκα για να αυτοπροκαλέσει ιδιάζουσα αμνησία
διαμαρτύρεται σε ένα πινγκ πονγκ του παραλόγου που στάζει αίματα από τις ρόδες του και πηγαίνει από την Ευρώπη ως την Ανατολή και πάλι πίσω μπρος με το μπαλάκι βαρύ σαν τον πλανήτη που κοντεύει να σκάσει μεσάνυχτα στα εντόσθια μίας γάτας που σέρνει από το μπαλκόνι, ώσπου να την πατήσει ο κάγκουρας που τρέχει με εκατόν εβδομήντα στην Ιερά Οδό για να βρει το τελευταίο κομμάτι ζωής που έχει χάσει
ονειρεύεται τη γύμνια της ντυμένη με υποκρισία και το κεφάλι της ελεύθερο πρησμένο από την ατέλειωτη πληροφορία που αναπαράγεται και δεν χωνεύεται ποτέ ούτε τις νύχτες ούτε μετά τον θάνατο
τρώει άλλα χίλια χρόνια για προϊόν πρωινό

Οπότε, θέλω να σου πω κι ας είσαι κι άνδρας,
η γενιά μου είναι τρελή από τρελούς και τρελότερους
παράξενη, στη σκιά μίας μητέρας που υπέφερε
έχει σκοτώσει και σκοτώνεται
γελάει χωρίς χιούμορ
και γράφει απαισιότητες που εξαφανίζονται σε μία μέρα, η γενιά μου,
είναι σε σοβαρή κατάσταση με κρανίο που της το τρώνε συνεχώς τα σκουλήκια
πίνει τσιγάρα στριμμένα με σκόνη μητρικού γάλακτος και νυχτερίδας
πετάει το σώμα της στα γυμναστήρια ή στα νοσοκομεία για να της το φτιάξουν
ενώ χάνεται στην άβυσσο που δεν θα μάθει ποτέ τι είναι
γιατί ο θεός είναι νεκρός, προτιμάει να κλείνει τον εαυτό της σε δανεικά σπίτια
φουσκώνει τον αέρα της με κενά κι άλλα κενά όπου κενό κι αυτή
αφήνεται σε μία επανάσταση που μόνιμα εκκρεμεί και είναι στο παραλίγο
βήχει όλο το βράδυ δίπλα σε ένα μισοφαγωμένο τοίχο, κάτω από έναν μουχλιασμένο φωταγωγό, ακούει τις φωνές των γειτόνων, δεν ζει είναι σαν να έζησε, κάνει κάθε μέρα το ίδιο, επανάληψη στην επανάληψη, στην επανάληψη κι αυτό το σώμα είναι σε κώμα και δεν θα ξυπνήσει παρά μόνο με μία βόμβα στα πόδια που τρέχουν και τρέχουν μα δεν είναι ελεύθερα
δεν ξεφεύγουν ποτέ κι αυτή η πίστα είναι σαν να μην έχει αρχηγό, κι αυτά τα σκυλιά είναι μόνιμα με αφεντικό και δεν θα ξεφύγουν ποτέ από τους ιαχούς των ψυχών που εκτελούν κάθε μέρα, δεν θα ξεφύγουν ποτέ από τα αναπάντητα μηνύματα και τηλέφωνα, από τα μεταχειρισμένα έπιπλα, τα τσαλακωμένα σημειώματα στα σκουπίδια, τις κλαμμένες παραισθήσεις και φαντασιώσεις,
δεν είναι ασφαλής, δεν είναι ασφαλής αυτή η γενιά, σαν χαλασμένη σούπα που την πετάξανε στην τουαλέτα και τώρα μένει μόνο να της πατήσουν το καζανάκι
διαλύεται, ξεφεύγει, πάει πού αλλού στη θάλασσα, γίνεται ένα με την υπόλοιπη ψευδαίσθηση, αφήνει τη σάρκα της στη χημεία και μελετάει τα ατελείωτα χρονοχτυπήματα πάνω στα ιδρωμένα της ρούχα, πάνω στα σφαγιασμένα της ποιήματα που ξεχύνονται στους δρόμους σαν ορεκτικά για τους επισήμους
ξαπλώνει να ηρεμήσει σε μαξιλάρια από άχυρο βγαλμένα από ένα παραμύθι πλατφόρμας στην άκρη του σύμπαντος, γιατί έχουν προγραμματίσει πότε θα της πάρουν ακριβώς το κεφάλι και για πόσα πριν καν γεννηθεί
γιατί αυτή τη γενιά, τη δική μου γενιά
την ξεπούλησαν φθηνά πολύ
και της αρέσει να καταστρέφει τον εαυτό της και τους άλλους
στο όνομα μία ευγενικής αγίας εκδίκησης που δεν σχεδιάζει καν να πάρει
από τον σατιρικό θεό της ύπαρξής της.

Ιούλιος, 2022

*Σημείωμα για το φάντασμα τoυ Άλλεν Γκίνσμπεργκ

My generation*

My generation sweats while fighting with insomnia before she was even born
while hunting the allowance for heating, electricity, water, existence and breath
burning her eyes with the screens full of advertisements for clothes
following orders of process and complete
searching in the social media ways of escaping
hanging her desperate body in the streets
crawling broken in spaces of work, pressure and stress
making relationships without trusting anyone
having black circles under her eyes, standing comfortably into the darkness
searching in the city to find answers to questions that have already passed
around her are dead angels from faraway places in the squares and the deserts
in the music from the cars, sirens, trains, horns, buses
and the asphalt of the road that is burning, the Pakistani that carries the cart with the cardboard boxes at four in the morning and the sparkling eyes of a homeless that pees in the street nearby a luxurious hotel
finished by the universities that have been filled with guards of war
splitting on her bosom with the chakras and the earplugs for the utopias, the past, the present, the future
she had once dreams that before she had dreamt of them, they were already cursed
dreams to make love freely, under any circumstance, without restrictions and subversions, and floods and rapes and rains,
dreams, dreams
and now she exchanges them with drugs
suspecting that she will be hungry with her fantasy sterilized from her tenth year
carrying nightmares at her back like Sisyphus from Omonia to Amerikis Square
jumping without parachutes from terraces, searching for her lost time, her lost youth at her hurting backs, a bit after finishing her thirties without reaching to the grand master of the level
sealing the winters that she was deprived of the heat and opening the summers from Marni till the Agia Paraskevi, begging for some peace to steal from the noise with her mouth crooked from the hunger explosions for something else in her stomach
and the light of the night that comes from the tunnels under the bridges is not enough to change the odor of alcohol outside the cheap bars which are steaming stable rhythmical tones
tick tack tick tack tick tack and it is morning tick tack tick tack tick tack she missed it, it is afternoon, tick tack tick tack it is night and it is noon and the time passes by so quickly like the sand in your hands on the beach that she will only dream of
she searches the way to stop talking about two thousands death, she finds memories of her childhood, jokes about the war and pavements that can stand her, abandoning her dreams outside the metro stations, screaming for the prisoners while raising her bars
lighting cigarettes the one after the other in the overheating docks of the metro and she does not know where she goes, making circles around herself, eating soup, she told you, you told her, I have told you, she forgets what is going on with her and every day she reborns from zero but she is the same and she is like a Russian doll that breaks out her heart before the others catch up with her
crazy of fear and passion for life but oppressed till the dawn that she cannot ever see through the basements and the holes of smoke and humidity, brains that purposely are loosen up a bit, talking only about paranoia
to the talking heads that discuss about god like crazy chickens with planted brochures on their chests and tell her to how she is supposed to live her life, at the moment that god has stopped vibrating anymore, except only on the giant screens with neon advertisements for some product that everyone buys but no one uses
they are passing by the fans, the jewelry, the papers, the filters, the candle sticks, the cherries on the human cakes from another world with gazes full of fatigue, sorrow, smiling to clouds that are moving to organized clothes in disorganized places while
she is speaking in greeklish, dancing in unknown rhythms, taken out from her roots, the sprouts and the opening of her nails to position of defense-attack-defense, caps are passing by, she buys them, she sells them, she is losing her minds while
a metaphysical essence exists in the dead glances in between the conversations about nothing, to the noise of some children which she was her and she is still there for some reason, everyone sees ghosts from China and they are like robots that have been disabled for a bit, before their facial characteristics been absorbed by the over lighted screens
and it rains, it is acid and the rain carves the potholes of the adult acne on the face
slave of the routine and sex without correspondence, going around non-stop in the humidity and the gases, breathing the darkness, studying the whys and the hows of the world that will collapse in not twenty years but in one millisecond
a piece of her, the crowd of the hyper energy, tosses their vitamins, their muscles, their Colgate fake smiles, their ideal skeletons, their long-time earnings, their shiny, clean hair, their healthy animals and breakfasts and their very well made nails, while hiding inside them the quinoa, the avocado and their antidepressants
and the patrol cars screaming not for the woman that was killed, but for the immigrant that was hanging around a corner, waiting for his best friend
from the basements people are screaming one on to the other without papers and zombies walk around in the streets and are hunting them to eat them, with motorcycles or taxis that regurgitate happiness from the public spaces of habit
she is treating religious loving to the art centers, drunk, my generation, on the floors of a school for butts and prophets that do not know about music and cooking and they are dancing around their bodies enthralled with their ego and their total nonsense
in their buses they have animals killed that smell in their plastic bugs, dogs with their tails cut, wearing their watches upside down, running to catch something even they do not know, they are learning other languages, swearing and talking dirty, cut their wrists for fun just to make a tattoo
generation exiled from the houses that raise the rent and the house owners with their melting souls on their hands, immoral in a world which is moral only for its own eyes, listening to the women that are killed by their men in the rooms next door
the raising of the armies for the full of light and eternal war against Time that ends all the time and restarts at the news that have grown old, at the banks that are never being burnt, because they are the total reality, at the bridges where no one will fall from, because we have to be quiet, everyone is sleeping
drinking beers in the last bar, breaking glasses and eating pies from the dirty floor that thousands have listened to and dreaming through rotten retro electronic music and sirens
forgetting the open windows without coolness at the little room in Victoria, she is electrocuted but cannot pay the bill
she is tripping around and singing in the avenue that is full of afro-greeks and Chinese
gives her kiss of awakening to heaven and hell, awake at the back of a convenience store, full of white lights, incarnation of an old lady that boils coffee on the coffee pot at her seventies and instead of sugar she throws inside he cup just tears
at her twenty five she slits her throat in a student apartment in Thessaloniki, they are beaten her to death because of queerness in the morning street and they are shooting with their phones the spectacle and the days go by with photos in the applications
the one woman falls after the other in houses that are never open, the crimes are cleaned with expensive detergents and they are sunk in loneliness, lost in shit that have filled whole rivers around with sacred laughs falling from an invisible audience that has forgotten how to feel anything else beside its own flesh which, even that, falls fake after every seasonal change, wearing masks and costumes of guilt
and the years do not come back without fuel for her to evolve drunk from the whole and the wholesome reality, waiting for salvation from the outside
she believes only in everyday posts, my generation, and unstable conversations begging for lobotomy and therapy, doing yoga to cause herself idiosyncratic amnesia
protesting with an irrational ping pong that is dripping blood of its wheels and goes from Europe to East and back again with the ball heavy like the planet that almost explodes at midnight in the inwards of a cat that crawls from the balcony, till it will be massed by a stupid bloke that runs with one hundred and seventy per hour at Iera Odos, who tries to find his last piece of his lost life
dreaming of her naked body dressed with hypocrisy and her head swollen by the endless information that is reproduced and is never digested, not even during the nights, not even after death
eating another thousand of years for a productive breakfast
Therefore, I would like to tell you, even if you are a man
my generation is crazy from the crazier and the craziest
strange and queer in the shadow of a mother that suffered
she has killed and being killed
laughing without humor
and she writes obscurities that will disappear in a day, my generation,
she is in a serious condition with her skull being constantly eaten by worms
smoking twisted cigarettes with breast milk and bat
throwing her body in the gyms or in the hospitals to have it made
while getting lost in the abyss which will never be known to her
because God is dead, she prefers to hold herself closed in borrowed houses
filling her air with gaps and more gaps and where is a gap there is her
letting herself in a revolution that is permanently on the waiting and at the almost
coughing all night near to a half-eaten wall, under the moldy light fixture, listening to the voices of the neighbor
she pretends that she has lived, she does it every day, the same, repetition to the repetition, to the repetition and this body is in a comma and it will not wake up but only with a bomb at the feet that are running and running without being free
and they never let go from this level which does not have a master, and these dogs are always with their bosses and will never get away from the screaming of the souls that are ending day by day, they will never get away from the unanswered messages and calls, from the used furniture, the crumpled notes in the garbage, the crying illusions, the fantasies,
they are not safe, this generation is not safe, like an expired soup that has been thrown in the toilet and now waits for the cistern
melting, letting go, going elsewhere, where else, in the sea, becoming one with the rest of the illusion, letting her flesh in the alchemy, studying the endless timehits on her sweating clothes, on her sealed poems that are sluiced out in the streets like the appetizers for the VIPs
lying to calm down on pillows made of straw, taken from a fairytale platform on the edge of the universe, because they have prioritized when exactly they will take her head and how much, before she was even born
because this generation, my generation
has already been sold very cheaply
and it is very fond of destroying herself and the others
in the name of some holy polite revenge that she does not even plan to take
from the satirical god of her own existence.

July, 2022

*Note for the ghost of Allen Ginsberg.

**Η Αντιγόνη Ηλιάδη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1992 και ζει στην Αθήνα. Έχει μεταπτυχιακό στη Φιλοσοφία του ΑΠΘ και είναι τελειόφοιτη της σχολής Κινηματογράφου. Έχουν εκδοθεί τρία βιβλία της με διηγήματα –«Βενζίνη», Εκδόσεις Ένεκεν 2017, «Στον Καιρό των Ζωντανών», Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες 2019, «Αιωνίως Άνεργη», Εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι 2019. Διηγήματα, ποιήματα και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακά και έντυπα περιοδικά.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, Ποίηση

Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί η νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Μιχελουδάκη, “Συντηρητής ουράνιων τόξων”. Ποίηση καθηλωτική, με τον σύγχρονο άνθρωπο στο επίκεντρο. Λόγος καθαρός, λιτός, χωρίς φτιασίδια. Λέξεις που αποτυπώνουν την πραγματικότητα με μια ιδιότυπη εισχώρηση στον χώρο του φανταστικού.

Συντηρητής ουράνιων τόξων

στα χαρακώματα της παλάμης
μαίνεται πάλι ο εαυτός μου

δεν έχω μπαλώσει ακόμα το παρελθόν
και στο σκισμένο μέλλον έχει κρύο
ένα κρύο που δεν είναι τίποτα άλλο
πέρα από ένα νόμισμα
επαρκώς φαγωμένο κι από τις δυο του πλευρές
(δεν φτάνει ούτε για εισιτήρια)

Στο σχοινί που άλλοτε έδεναν τις προσευχές

εγώ απλώνω τους πνιγμούς μου:

ο άνεμος είναι το μόνο χειροπιαστό άπειρο

αφού κανείς δεν ξέρει πού θα τραυλίσει ο διάολος

και θα σου κάνει το βάσανο σάβανο

αν θες μυτερό ρουά στον θάνατο

να τα ’χεις καλά με τη γροθιά σου.

Ο Δημήτρης Μιχελουδάκης γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Έχει συνεργαστεί με διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Με το ψευδώνυμο Ε. Μύρων έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: « Γράμμα στην μητέρα», Εκδόσεις Αρμίδα (2019) και «Οριοβάτης», Εκδόσεις Αρμίδα (2021). Γράφει γιατί πιστεύει πως ποίηση και ζωή είναι ένα.

ΔΙΑΝΟΜΗ

ΣΙΜΟΣ ΑΧΙΛΛΕΑΣ «ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ»
Μαυροκορδάτου 9
ΤΗΛ. 210 3830491
Email: simosaxileas@yahoo.gr

ΤΖΑΝΑΚΑΚΗΣ Ε. «ΠΑΡ’ΗΜΙΝ»
Χαρ.Τρικούπη 11Α
ΤΗΛ. 210 3811201
Email: info@parimin.gr

ΤΣΙΓΑΡΙΔΑΣ
Μαυροκορδάτου 1-3
ΤΗΛ. 210 3822421
Email: orders.mavro@tsigaridasbooks.gr

Νίκος Σφαμένος, Τέσσερα ποιήματα

ΒΡΑΔΥ ΜΑΪΟΥ

στη πόλη σουρουπώνει
τα νερά του λιμανιού γαλήνια
η κυρά Μαρία σε μια γωνιά
μιλάει μόνη της
πάνε χρόνια που τρελάθηκε
-ερωτεύτηκε κάποιο βουλευτή άκουσα-
παρέες φοιτητών γελάνε αμέριμνες
χαμογελάς σε μια νοστιμούλα
και το σκοτάδι πέφτει σιγά σιγά
πέφτει
όμως ποτέ δε θα το μάθουμε
ποτέ
στα μικρά μας καταφύγια
θα ονειρευτούμε ξανά ;

οι καφετέριες γεμάτες
παρέες φαντάρων διασχίζουν το
πεζοδρόμιο
ήχοι από θλιμμένες μουσικές
άλλοι ονειρεύτηκαν στις γέφυρες
άλλοι έκαναν νωρίς το μακρινό ταξίδι
άλλοι ανακάλυψαν τη ποίηση
γι’ αυτούς λυπάμαι πιο πολύ

ανάβει το πράσινο
πατάς γκάζι και
ξεκινάς

*

ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΔΑ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ Ν’ ΑΠΛΩΝΕΙ
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΑΧΤΙΔΑ

το κλωνάρι διψά ν’ ανθίσει
στέκεται εκεί στην άκρη του
δάσους μαραμένο άσχημο και
ονειρεύεται ταξίδια
διψά για ήλιο
τεντώνεται ν αγγίξει ουρανό

θα αναπολεί κι αυτό το σούρουπο
απριλιάτικες βραδιές
τώρα
στη καρδιά του χειμώνα
αυτό θα υπάρχει
ελπίζοντας πως κάποτε θα τραγουδήσει
σε μια
Άνοιξη

*

ΜΥΣΤΗΡΙΟΣ

βάδιζε αργά στη κάμαρα του
εκείνη τη μέρα
ουρλιάζοντας από
μέσα
του

«ο βλαμμένος , πάλι θα γράφει
εκείνα τα ποιήματα!»
σκέφτηκε η νοικοκυρά

την επόμενη
τον βρήκανε
νεκρό
ελάχιστοι
κλάψανε

ακολούθησε
η δόξα
τα σίριαλ
και
αναρίθμητοι
θαυμαστές
στο
facebook

*

ΠΑΙΔΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

η πόλη θρυμματίζεται
φλέγεται
καθώς το κεφάλι σου
αδειάζει
καβάλα σ’ ένα παλιό μηχανάκι
μυρίζεις την ήρεμη
αυγουστιάτικη θάλασσα
οι όμορφες μέρες περιμένουν
πολύχρωμες
γαλήνιες
ολοφώτιστες

παιδί στον ήλιο
του απλώνεις τα χέρια
και χάνεσαι
χάνεσαι
χάνεσαι

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.