Τώνια Τσαρούχα, Δύο ποιήματα

ΤΕΛΕΤΕΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ

Η Αλίκη τρώει το κέικ
απ΄ τη γωνιά της ανυπακοής
και μεγαλώνει,
απ’ τη γωνιά του φόβου
και μικραίνει.

Παίρνει μέρος στο κυνήγι του βίσωνα.

Βάφει τα νύχια στο ιώδες της πληγής,
τα μάτια στις πενήντα αποχρώσεις της μέρας.

Μασάει αρωματικές λέξεις
για να μη μυρίζει η ανάσα της.

Κεντάει στο στήθος το τραγούδι του κύκνου.
Πετάει ζωγραφίζοντας αγριόχηνες.
Γίνεται μπαλαρίνα σε μουσικό κουτί.

Πίνει το νεκρό της άρνης και ξεχνάει
τις περιπέτειες στην κουνελότρυπα.

Για την αδιαθεσία καταπίνει μανιτάρια
απομεινάρια
μιας λανθάνουσας τόλμης
και περιπλανιέται στις πόλεις.

*

ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΤΙΤΑΝΙΚΟ

Όταν άρχιζε να χιονίζει
ανέβηκα στο κατάστρωμα..

Για να με γνωρίσεις
φόρεσα φύλλα και μεταξωτές
ματαιώσεις.

Εσύ κουβαλούσες στην πλάτη
ένα πιάνο με ουρά ψαριού.

“Μ’ αυτό θα πάμε στον Νέο Κόσμο”
είπες.

Η ανάσα σου μύριζε καραμέλα βουτύρου
και κονιάκ.

Απ’ το στόμα σου έβγαιναν
μπουρμπουλήθρες και
αλογάκια της Παναγίας.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος της ανυπακοής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.

Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου, Τρία ποιήματα για τη Γάζα

Απόψε να γυρίσεις

Αυτοί με όπλα
Εμείς με πέτρες
Που ‘χουν πάνω χαραγμένο
το δίκιο μας
Αυτοί να φοβούνται
τους μώλωπες
Κι εμείς με τις ματωμένες
μας τρύπες
σαν τίτλους τιμητικούς
της ιστορίας απονομή
Μόνο φοβούμενοι το χαστούκι
της μάνας
που παίξαμε με λάσπες κι αίματα
Μα ύστερα δεν είναι αυτή
που στο μνήμα του Γασσάν
έχυνε δάκρυα θρήνου
μα πιο πολύ περηφάνιας;
Αυτοί με τα όπλα
Κι εμείς με τις πέτρες
που ‘χουν πάνω τους χαραγμένο
το δίκιο και τη μητρική στοργή:
«Απόψε να γυρίσεις, Γασσάν,
σ’ αγαπώ».

*

Ολοκαύτωμα της Ράφα

Με ακλόνητο βλέμμα
γυμνοί γεννήθηκαν στη γη
σκόρπισαν γενιές σαν στάχτες
περιφρονούν
μάτια διατρυπούν
τη σιδερένια κατοχή
γδυτοί αντάρτες.

*

Μπλακάουτ

Σωστή πλευρά της προϊστορίας,
δεν πίπτει λόγος
πίπτει βία.
Εμπρός! στης Γάζας τα σφαγεία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://neokartel.blogspot.com/2025/07/blog-post.html?fbclid=IwY2xjawNKkrdleHRuA2FlbQIxMQABHgyQ8Y3Y17PMowiSwbNpowVAvAEmHL9er17tgKospWOXqZUB8FxqMWppeOyF_aem_2pHy7MWUUEKAkggeNtiuCg

Άντεια Φραντζή, Η ζωή

Έτσι πια το γυαλί θρυμματίζεται
η πόλη μας εκτινάσσεται και διαλύεται
σε μικρά μπαλάκια και το σώμα σου
καλέ μου το τυλίγει το φωτοστέφανο.
Σε κοιτώ καθώς απομακρύνεσαι
σε ρευστό φας χρώματος ροζ
στην άκρη να στάζει
και γύρω μου τ’ αγκωνάρια
της θυμωμένης γης και ρωγμές
και με παίρνουν μέσα τους πολύ βαθιά
στο κέντρο.
σύρματα χόρτα.

Τι λες, Θεέ μου θα ζήσω;

*Από τη συλλογή “Μεταγραφή ημερολογίου”, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ LADA ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΘΑΝΟΥΝ;

Πωλούνται τύρφης υλικά
Οι λάμπες του Ίλιτς, ο Τύμβος του Τσάρου
Άγγελοι χωρίς φτερά, μολυβένιοι στρατιώτες
Τα μαύρα μάτια στο Γενί Καλέ
κι η δόξα του αντάρτικου στο Κερτς

Πωλούνται τύρφης υλικά
κρινάκια για τον άλλο κόσμο
κεριά σε μαύρο φόντο, ένα ψυχοσάββατο
που μνημονεύει άπιστες Καρένινες

Γεννηθήκαμε σαν ασκιά στην παγωνιά
Πού είναι ο χρυσός και ο άργυρος;
Πού είναι των υπηρετών το πλήθος και ο θόρυβος;

Όλη η ζωή συνοπτικά και σε προσφορά
Σκόνη, τέφρα, σκιά χωρίς
μορφή, χωρίς θρίαμβο, χωρίς πάθος

Θρηνώ και κλαίω και ρωτώ:
-Πού πάνε, Κύριε, τα Lada για να μην πεθάνουν;

“ΚΑΝΤΕΝΤΣΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ

Έρχονται οι Στρέλτσι του Ιβάν του Τρομερού
οι κωδωνοκρούστες της Αποκάλυψης
λαοί παραδομένοι στην τρέλα

Τον τομαρά ζητάνε, τον κρεμαλοφτιάχτη
κι αυτόν που τρώει το μεδούλι
από το καύκαλο του Γιόρικ
και το σαγονοκόκαλο του Κάιν

Άσε τη ζωή να κροταλίζει, να κροταλίζει
στην απύθμενη φύση, απύθμενα

Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD
Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται
καλύτερα από τις μηχανές
καλύτερα από τους πάνθηρες
καλύτερα από χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα

Άσε τη ζωή να κροταλίζει, να κροταλίζει
στην απύθμενη φύση, απύθμενα

Έχω τριάντα χρόνους νεκροθάφτης
πρώτα κοπέλι, μάστορας κατόπι

Για ένα γυαλί ρακή, σκάβω και θάβω
στα δείπνα της Εκάτης

Κι ο κάπελας με πάταγο την κούπα μου ας σπάσει.”

*Από τη συλλογή ”Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Σύρραξη στην κλινική την Κυριακή

Κάθε Κυριακή-Στην κλινική-Σύρραξη γύρω απ’ το μοναδικό ραδιόφωνο-Στην αίθουσα ψυχαγωγίας-Τη θλιβερή-Αντιμαχόμενοι άθεοι και χριστιανοί της ψυχιατρικής πανδαισίας-Οι άθεοι θέλουν να ακούσουν τα ηλεκτρικά δαιμόνια-Όπως τους κατηγορούν αυτοί της Εκκλησίας-Οι άλλοι τη λειτουργία-Για έναν Θεό που για να υπάρχει η κλινική είναι νεκρός-Όπως τους κατηγορούν αυτοί της αθεΐας-Και μέχρι να το αποσύρει νοσοκόμος για να επιβάλει ησυχία-Στην αίθουσα-Τα ηλεκτρικά δαιμόνια με το νεκρό Θεό παλεύουν-Στα ερτζιανά-Ποιος θα σταθεί-Κι απ’ τα ηχεία ηλεκτρισμός μαζί με ψαλμωδία-Σκηνή που κάνει τον καθένα να ξεχνά-Του εγκλεισμού του την αιτία-Στην κλινική-Κάθε Κυριακή-Σύρραξη γύρω απ’ το μοναδικό ραδιόφωνο-Στην αίθουσα ψυχαγωγίας-Τη θλιβερή-

*Aπό τη συλλογή ‘’Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδού Πανός, 2020.

Omed Qarani, Δύο ποιήματα

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Δεν χρειάζεται να θυμάσαι,
Εμείς γνωρίζουμε
πως ο θάνατος είναι μια ορεινή νύχτα
κι ένα κομμάτι κρύο ψωμί
κρεμασμένο στον αέρα
Και το γεγονός ότι δεν θα επιστρέψεις ποτέ,
κάνει τη ζωή διαρκώς πιο γλυκιά…

*

ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ

Ο λόγος που για μερικά χρόνια
η αστυνομία με κυνηγούσε διαρκώς
και μερικά χρόνια με φυλάκισαν
δεν ήταν ότι ήμουν κάποιος νέος επαναστάτης
ούτε κάποιος παλιός τρομοκράτης
ήμουν απλώς μεθυσμένος
ήθελα να ανατινάξω τα κτίρια
αφού ο Μιναρές του Τσόλι *
είχε χαθεί από μένα!

Ιωάννινα, Ελλάδα 2018

 *​Ο Μιναρές Τσόλι (γνωστός και ως Μιναρές Μουζαφαρίγια) είναι ένα ιστορικό μνημείο στην πόλη της Ἄρβηλα (Χαουλέρ -Αρμπίλ). ​Η ιστορία του χρονολογείται περίπου 800 χρόνια πριν. ​Ύψος: Είναι περίπου 36 μέτρα και αποτελείται από μια οκταγωνική βάση και έναν κυλινδρικό κορμό.

Ηλίας Μέλιος, Δύο δρόμοι

στην αυτοδιάθεση της Κύπρου

στις εθνικές γιορτές (που μοιάζουν πανηγύρια)
στις παρελάσεις
οι γριές γυναίκες παιδεύονται
ποια απ’ όλες θα φτάσει πρώτη τη σημαία
να της βάλει φωτιά
τις στάχτες της να σκορπίσει στα νερά της πατρίδας

στις παρελάσεις που μοιάζουν πανηγύρια
οι γριές γυναίκες του λιμανιού
βάζουν στοίχημα μεταξύ τους
ποια απ’ όλες θα κλέψει πρώτη τη σημαία
ενοχλούνται μ’ αυτούς που απορούν με
το ημιτελές του χαρακτήρα τους

*Από το “Χεράτ”, Έκδοση Ελί-τροχος, Πάτρα 1998.

γ.μ, Τ’  Όχι

Συνηθισμένοι πολύ, δεν συνηθίζεται
Σχεδόν σχίζει ο βυθός δίχως πνιγμό
Οι ιδώ, ναι χωρούν ηδοναί
Οι αιδώ, αξίνα αξία μοναξιά
Οι εκεί, αδιαφορούν
Κρύβονται Κρύβουν
Τέρπει Τ’ Όχι
απόχη Σ’ αποχή

ἄφραστα 2025

Γιώργος Αναγνώστου, Διαsπορική ανυπακοή

 
I.
 
Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
εξουσία πατριαρχίας
στην υγρασία της Λουϊζιάνα
με εξόρισε
–αν η προφορά μου μουσκεύει
το λ το ζ και το αλphα
τώρα γνωρίζετε το λόγο
του νότου οι υγρότοποι με διαποτίζουν
Εγώ ο φυγάς του εβδομήντα
εργάτης παράνομος κατέληξα
στολή σερβιτόρου τη
φτώχια μου μασκαρεύει
φτύνω όλους όσους που ως
«αποδημητικό πουλί»
με τραγουδάνε
την ιστορία μου εξαλείφουν
Ο τσιγαρισμένος από χιλιάδες opa!
σε λικνίσματα φλόγας σαγανάκι flambé
αντανακλάται η εικόνα μου
αδύνατον πλέον να με αναγνωρίσω
βέρος Ελληνοαμερικανός βαφτίστηκα
Εγώ ο βιοπαλαιστής με παπιγιόν
Άκη Πάνου άσμα ασπάστηκα
μακριά απ’ τη μιζέρια
γονάτισα, ορκίστηκα
Εγώ ο αριστερός
από την υπόσχεση του just do it
φανταστείτε αρπάχτηκα
Αμερικανικού ονείρου
πορεία προς τη νίκη
η εξάντληση ματώνει το κάτω χείλος
μόνιμα μελανιασμένος μελαψός
Εγώ ο μειωμένος
άρωμα μνήμης αιώνιο
μια Nancy από το Τέξας
στη σέλα ενός country two step
με ταξίδεψε
«you got a friend in me»
ο Randy Newman τραγούδησε
σιγοντάραμε υπόσχεση κι εμείς
Εγώ που mi corazón
έμαθα αγάπη να ψιθυρίζω
οι ταυτίσεις με το άλλο
ζωή μου δώρισαν
σε πληθυντικούς γλώσσας κατοικώ
στα αγγλικά μου βγαίνει η ψυχή
δοκίμια να συντάσσω
μα κι όπως τώρα
καλή ώρα
πολιτικές ενστάσεις
στη μητρική γλώσσα  
μεταφέρω
 
II.
 
Εγώ λοιπόν είμαι αυτός
που γραφεία μακρινά και απόμακρα
διασπορά τώρα με αποκαλούνε
να συσφίξουν τις σχέσεις μου
με παραδόσεις που αλίμονο με εκδίωξαν
αποσκοπούν
σε κουστούμι ενικού ταυτότητας
απαιτούν να με χωρέσουν
πόσο στενόχωρο, πόσο στενόχωρο…
Εγώ αντ’ αυτού
πρακτική αντίστασης έχω κατά νου
τις μεζούρες μου ξεδιπλώνω
την διαsπorική μου φορεσιά
κόβω σε άλλα μέτρα
γνώση που από κάτι τυπάδες φίνους
διανοητές από τη σχολή
του Birmingham
απέκτησα
τα δύσκολα βράδια
με τις σελίδες τους μεθώ
φίλους τους θεωρώ
Εγώ από τα bayou της Λουϊζιάνα
αυτήν την τεχνική διακαώς επιθυμώ
να σας εξηγήσω
ραπτική εαυτού
την ονομάζω
–κάτι που κι άλλοι φίλοι έχουν εξασκήσει
Με βελονιές
εδώ και χρόνια τώρα
μορφή αποδίδω
στο μεταξύ που με ορίζει
ράμματα διαφοrάς
με επιμέλεια φροντίζω
στο σώμα και την ψυχή
χαρές και οδύνες
ραφές διασταυρώνουν
παλίμψηστο ιστορίας
υφαίνουν
Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
και τις υγρασίες του νότου
διαπλασμένος
μαρτυρία εαυτού να συρράψω κατάφερα
ενάντια σε θύελλες εξουσίας
αναγνώριση διεκδικώ
φωνή αντιτείνω
φωνήεντα και σύμφωνα μουσκεμένα
φορεμένα κατάσαρκα
κυρτός μεν μα ευχαριστημένος
στις γειτονιές του κόσμου
τα ταξιδεύω
με άλλων ανθρώπων
προφορές σαν σμίγουν
πολυφωνίας
συλλογική ανυπακοή
–ω υπέροχη προοπτική!
αρθρώνουν.
 
*Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα 1960) διδάσκει στο πολιτειακό πανεπιστήμιο του Οχάιο. Στον ποιητικό χώρο έχει δημοσιεύσει δύο συλλογές, Διασπορικές Διαδρομές (Απόπειρα 2012, http://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html) και Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής (Ενδυμίων 2016,  
http://endymionpublic.blogspot.com/2016/07/blog-post.html). Ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά (Θράκα, Bibliotheque, (δε)κατα, To Koskino, Λεύγα, Στάχτες, Transnational Literature, κ.α.). Διατηρεί την ιστοσελίδα Διασπορική Σκοπιά (https://diasporic-skopia.blogspot.com/).

Γωγώ Πονηράκου, Περί ποίησης

Η φωτογραφία της Γωγώς Πονηράκου δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.discardedmagazine.com 

Έχετε σκεφτεί πως θα ‘τανε
η ποίηση αν τη διαβάζανε
με στόμφο και λαγνεία
στα στριπτιτζάδικα;
Αν αφορούσε παραπάνω
από πολλούς κι αν
ξεχυνότανε ορμητικά σε
καταγώγια και σκοτεινά
ανάκτορα;
Αν γινόταν παντιέρα
και κυριαρχούσε αντί για
τις λέξεις προκάτ των ειδήσεων;
Αν οι λέξεις οι ποιητικές τρύπωναν και
πονούσαν στιγμιαία σαν αφύπνιση
αντί για τα άρθρα του συντάγματος και το
πάτερ ημών;
Αν γινόταν τύμβος στον
πεζόδρομο της Γλάδστωνος
να μας θυμίζει τι σημαίνει
επιθανάτιος ρόγχος μέρα μεσημέρι
μπροστά στα μάτια όλων;
Έχετε σκεφτεί γιατί αξίζει
να παιδεύεσαι να βγάλεις
έναν ρημαδιασμένο στίχο
για τον έρωτα τον εικοστό
πρώτο αιώνα; Τον έρωτα
τον λυσιμελή και ακατάλυτο
που τώρα και πάντα μας παιδεύει;
Αν τίποτα από όλα αυτά
δεν σκεφτήκατε
τότε το νόημα ερρίφθη
στο κενό
με σάλτο μορτάλε.