Βρέχει στην καρδιά μου Και στην πόλη βρέχει Ποια είναι εκείνη η λύπη Που στην ψυχή μου μπαίνει; Ω γλυκέ ήχε της βροχής Που στις στέγες πέφτεις και καταγής! Για μιας καρδιάς τη θλίψη Ω, τραγούδι της βροχής! Δίχως λόγο βρέχει Μες στην καρδιά που δεν αντέχει! Δεν υπάρχει τάχα προδοσία; Το πένθος είναι δίχως αιτία; Είναι ο χειρότερος πόνος Να μην ξέρω το γιατί Δίχως αγάπη και δίχως μίσος Να υπάρχει στην ψυχή μου τόσος πόνος!
Εκείνος ο νεαρός στρατιώτης χαμογελούσε ντροπαλός ευθυτενής όπως μια νέα ροδακινιά. Το χνούδι του προσώπου του χρύσιζε σαν το κοκκίνισμα του ροδάκινου στου μεσημεριού τον κίτρινο ήλιο. Οι χειρονομίες του Σαν της ροδακινιάς όταν ο άνεμος την σείει, στον λόφο. Όταν χαμογελούσε το χαμόγελό του ένα ξαφνικό λουλούδισμα της ροδακινιάς. Μια ριπή του ανέμου στιγμές τον συννέφιαζε και τότε, σοβαρός, συλλογισμένος, ΄Εμοιαζε ροδακινιά στον αέρα, γυμνή από φύλλα.
΄Επαιζε με τα παιδιά, το δείλι, Με μια ζέση νοσταλγική, απόμακρος σαν κύμα τρυφερό που πάει κι έρχεται πίσω ΄Ενας μελαγχολικός άνεμος σάρωνε σύννεφα τους ανθούς επάνω, σύννεφα μεγάλα, και στον κήπο πετούσανε τα φύλλα Ω, τρικυμισμένη άνοιξη! ΄Ησυχο δέντρο μέσα στα σύννεφα, φύλλα, παιδιά, Αναρωτιόταν εκείνος ο στρατιώτης: «Είναι όλα σύννεφο, είναι όλα φύλλα, άνεμος»; «Τα αγαπημένα δέντρα είναι σύννεφα»; «Το κλαδί ετούτο που αγγίζω, αυτή η φλούδα, αυτά τα παιδιά, είναι σύννεφα»; «Σύννεφο το όνειρο και το κορίτσι εκείνο και το άρωμα του, φάντασμα της σάρκας, σύννεφο, αφρός που τον σηκώνει ελαφριά ο άνεμος»;
Και όταν η άρπα χτυπά, φτιαγμένη από κομμένες φωνητικές χορδές, ακούγεται μέσα από το αμφιθέατρο η σιωπή κάθε ηλικίας να σπάει. Μια γυναίκα σηκώνεται από το κοινό κρατώντας μια πινακίδα, με τις λέξεις: «Αυτή είναι η φωνή μου. Τη θέλω πίσω.» Οι τρομαγμένοι επισκέπτες της συναυλίας ψιθυρίζουν: «Δεν είναι αυτή η τσιγγάνα που τραγουδούσε έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό;» Περνάει πάνω στη σκηνή, σπρώχνει τον αρπιστή μακριά και προσπαθεί να παίξει τις χορδές της δικής της φωνής. Το κοινό γέλασε γιατί ποτέ δεν έμαθε να παίζει άρπα. Και με δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της μεταφέρει την άρπα στην πλάτη της σαν σταυρό. Στην παρουσία των φλάουτων της ορχήστρας θυμήθηκε τα πουλιά που συνήθιζαν να τραγουδούν όταν ήταν ακόμη στα κλαδιά. Και χάθηκε στη μνήμη τα φλάουτα βγήκανε συντονισμένα. Ξεκίνησαν για να τραγουδήσουν το παλιό τους τραγούδι. Έξω από το αμφιθέατρο η γυναίκα ακούει τα φλάουτα που ακούγονται σαν πουλιά. Της δίνει ελπίδα. Και υπόσχεται στον εαυτό της να εξασκηθεί πολύ σκληρά έως ότου οι χορδές να γίνουν μέρος της ξανά.
Πριν πεθάνω είπα στο εγγόνι να με ποτίζει με κυνόροδο ανακατεμένο με ζαχαροκάλαμο. Οι Πέρσες θεωρούσαν ότι κάνει καλό στις πέτρες στα νεφρά και ότι ξεπετρώνει ακόμα και πτώμα. Και τι έκπληξη «ξύπνησα» μέσα σ’ αυτό το κείμενο. Και πως μοιάζει με κουτί το περίβλημα και πως γράφει με τα πλήκτρα που έχει μπροστά του σαν κλαβιέρα. Φέρνω ίδια ποντικός με καλώδιο και πρίζα. Η οικογένεια με φωνάζει ξανά «παππού» και όλο κολλάω και δεν καταλαβαίνω τι μου λένε. Το εγγόνι μου τραβάει την ουρά, η νύφη μου με ξεσκονίζει με πούπουλο και ο γιος μου τρομάρα του όλο reboot και reboot φωνάζει. Στο τέλος το εγγόνι μου δίνει να καταλάβω. -Παππού θα σε θάψουμε απόψε στο γκαράζ…
Aυτοκτόνησε μια κοπέλα στην επαρχία δεκαεφτά “διασχίζοντας έπειτα από ολονύχτιο ξεφάντωμα την Εθνική Οδό μεθυσμένη” ατύχημα είπαν δεν περνούσαμε ξέγνοιαστα πια από ‘κείνο το μέρος σε δύο χρόνια κλείνει το μαγαζί μέσα στο σπίτι ήταν ντροπή και δεν είχαμε πώς να πεθάνουμε οι δυστυχισμένοι κάποιοι έπαιρναν πτήση τα ξημερώματα με τα μηχανάκια μοναστήρια και πρέζα – για ένα φεγγάρι κωλόμπαρο το μαγαζί μετά κλειστό οριστικά – ψέλνουν τ’ όνομά της σε τρισάγια όπως ένα ψέμα
Τα δάχτυλά σου κόμποι σα γαρύφαλλα. Έκλαψα πολύ τότε. Με τα γαρύφαλλα. Μια φορά θυμάμαι, είχε πέσει ένα γαρύφαλλο στο ουίσκι μου, τυχαία, και εγώ συνέχιζα να το πίνω. Ήταν στο μπάσο ο Σάκης, είχα βουτήξει με τα ρούχα στη θάλασσα για αυτόν. Το φεγγάρι σχημάτιζε μια θάλασσα, εγώ εκείνον, η ταχύτητα είχε την δική της αδράνεια. Όλα ήταν σωστά στο πλήθος όπου νερό και λουλούδι σαν εραστές όλοι ακολουθούσαμε σαν μεγάλες λευκές γραμμές ή γκουρμέ καβούρια πνιγμένα στο ουίσκι.
*
Γερανοί από μέταλλο και γλάροι νότες στα ναυτικά τραπεζομάντηλα από κάτω οι παλάμες άδειες φορτωμένο μόνο με βλέμματα από λούστρο το ξύλινο πάτωμα, η θάλασσα, το κόντρα μπάσο, μια τούφα μαλλί με δόντια ανάσα τρούφα, δάχτυλα πλευρώτους κόντρες τα αυτοκίνητα στο δρόμο το νέο πέραμα κλειστό, από αρκούδες. Και ήταν τόση η νύχτα στα χαμόγελα και γέλια πολλά στο το νέο πέραμα με ήχους νέας Ορλεάνης, χωρίς πάτωμα και γύρω ολόγυρα, γλάροι.
*Από τη συλλογή “Yποταγή λυρισμού”, εκδ. Ενδυμίων, Γενάρης 2021.