Χρήστος Γραβάνης, Δύο ποιήματα 

Πέθανε η γλώσσα
όταν πέθανε ο άνθρωπος
Τί σημασία έχει αν χρησιμοποιείτε
χιλιάδες λέξεις όταν είστε ήδη νεκροί

*

Κι όλο τα πουλιά επικαλούνται
Μα τα πουλιά ποτέ δεν ενδιαφέρθηκαν
για το ανθρώπινο
Ποτέ δεν μιλούσαν μ’ αγίους

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/08/18/2-ποιήματα-χρήστος-γραβάνης-3/

Pat Parker, Δύο πρόσωπα του μαύρου

Είμαι ερωμένη του Ήλιου
Αντλώ ενέργεια από τα λαγόνια του
Η γη είναι η υπηρέτριά μου
Οι άνθρωποί της είναι οι σκλάβοι μου

Σκλάβε, τα κόκαλά σου είναι κουρασμένα
Ο ήλιος είναι πολύ καυτός
Αλλά τα παιδιά σου πεινασμένα
Ξέρεις ότι δεν μπορείς να σταματήσεις

Πετάω στην Κορυφή του Ολύμπου
Ο Δίας είναι ο υπηρέτης του σπιτιού μου
Ο Πήγασος είναι το άλογό μου
Είμαι θεά των Ουρανών

Πέσε στα γόνατά σου γυναίκα
Προσευχήσου στον νέο Θεό σου
Ικέτευσε Συγχώρεση για τον Κάιν
Ικέτευσε για ένα νέο πρόσωπο

Τα πρόσωπα της Εύας ήταν τρία**
Εγώ έχω μόνο δύο
Ο χρόνος τα έχει αποξενώσει
Το ένα είναι μόνο ένα όνειρο

*Αντιστοιχεί στη σημείωση 28 του βιβλίου όπου γράφει ανάμεσα στα άλλα: “Ο Αμερικανός συγγραφέας William Edward Burghardt Du Bois (1868-1963), κοινωνιολόγος, ιστορικός, εκπρόσωπος της ριζοσπαστικής πτέρυγας του κινήματος για τα δικαιώματα των μαύρων, στο βιβλίο του “Η ψυχή του νέγρικου λαού” (The Souls of Black Folk), το 1903, μίλησε για τη Διπλή συνείδηση (Double consciousness) χρησιμοποιώντας τον όρο για να περιγράψει την εμπειρία που βίωναν λαοί καταπιεσμένοι και συγκεκριμένα οι Αφροαμερικανοί. Ο Du Bois υποστήριξε ότι οι μαύροι διακατέχονται συνεχώς από δύο οπτικά πεδία. Το πρώτο αντικατοπτρίζει το πώς βλέπουν οι ίδιοι τον εαυτό τους και το δεύτερο το πώς τους βλέπουν οι άλλοι. Αυτοί οι δύο διαφορετικοί πόλοι τους οδηγούν να βιώνουν μια διπλή συνείδηση ανάμεσα στον Αμερικανό και τον Νέγρο, συνεπώς να νιώθουν ότι έχουν δύο ψυχές και δύο σκέψεις. (Η συνέχεια στο βιβλίο).

**Αντιστοιχεί στη σημείωση 29 του βιβλίου. Αναφορά που συνάδει -χρονικά και νοηματικά με τα προηγούμενα- με την περίπτωση της Chris Costner Sizemore, μιας γυναίκας που έπασχε από διασχιστική διαταραχή ταυτότητας (ΔΔΤ) …Το γεγονός ότι η Πάρκερ εργάστηκε σε ιατρρικό κέντρο για γυναίκες την έφερνε ενδεχομένως πιο κοντά στα ιατρικά και ψυχολογικά θέματα που τις αφορούσαν. (Η συνέχεια στο βιβλίο).

***Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Πατ Πάρκερ – Αγάπη Δικαιοσύνη Ελευθερία – Επιλογή ποιημάτων”, εκδ. Βακχικόν, 2021. Ανθολόγηση -Μετάφραση – Πρόλογος: Νίκη Κωνσταντοπούλου.

Λεωνίδας Καζάσης, Χριστίνα

Αντρέι Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο

Σε υφάλους παιδιόθεν βαδίζοντας,
αιμορραγώντας, έπαιζες, χορεύοντας.
Να διδάσκεις,
τα αίματα σε εδίδαξαν!
Στην εξακτίνωση το άλγος σε μύησε,
του θάλπους την πλήρωση σμιλεύοντας.
Απόμακρη απαυγάζεις, απόσταγμα πίνοντας.

Γιώργος Βέης, Φεγγάρι πάνω από την Κω, Δέκα φωτογραφίες

Χαμηλώνει επικίνδυνα τώρα το φεγγάρι
πάνω από τους λόφους-
θ’ ακουμπήσει μήπως τους τάφους
να τους αλλάξει με ασήμι;
 
                                         *
 
Σπαθιά να βρέξεις, ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις
το φεγγάρι όμως μην τύχει και μού το χαλάσεις
άστο όπως είναι: μια αλήθεια, ίσως ανώφελη
ματαιοτήτων ανάμνηση, σαν ανεξίτηλη.
 
                                           *
 
Δεν σε πείθει, όσο το φεγγάρι θα κρύβεται
μειλίχιο πίσω από τα σύννεφα, θα αντιστέκεσαι ·
μόλις όμως βγει, αμέσως θα ταυτιστείς μαζί της,
ένα καλοσυνάτο μηδέν να γίνεις στη στιγμή.
 
 
                                          *
 
Ένας ομόθυμος της σελήνης, ένας κληρωτός
των παθών, τι ψάχνει να βρει ειρήνη και σύνεση;
Μέσα στο δάσος χάνεται, πως είναι άλως, θεός
νομίζει · ασ’ τον να στρώσει να κοιμηθεί κάτω από
φτελιά, να ξυπνήσει εσύ.
 
                                            *
 
Η πανσέληνος· παντού τριφύλλια ασημόχαρτο
να τυλίξουμε τον κόσμο, να τον ξεχάσουμε χωρίς τύψεις,
αστείο, που δεν το κατάλαβε κανείς · η μοίρα.
 
 
 
                                           *
 
 
Πόσο λίγο απόψε· ίχνος αισχύνης, δειλίας.
Τι σαράκι να σε τρώει, αδειάζεις και γεμίζεις
σαν των ανθρώπων τα όνειρα και τα σπίτια.
Φεγγάρι μια σταλιά τι;
Κομμάτι μας είσαι ή μήπως φιάσκο του ουρανού;
 
                                      *
 
Καρφωμένο στην καστανιά, ξόρκι κι απειλή μαζί
ένα φεγγάρι θεατρικό, σκηνικό ολέθρων
αστρικών· εκεχειρία τώρα απατηλή.
 
                                     *
 
Η κίχλη άκουσε για σελήνη αργυρή-
τρόμαξε, θα την κυνηγάνε τώρα
με αργύρια και σφεντόνες και δεν ξέρει τι να πει.
 
 
                                       *
 
Μπακίρι στην αλέα, φωτισμένο από παλιό φεγγάρι
φαίνεται θησαυρός ασήκωτος,
δικός μας από πάντα.
 
                                          *
 
Μολπή σελήνης άηχη, όλοι την ακούν,
θρίαμβος της μουσικής
ένα αεράκι από τις άδειες λίμνες της,
αυτό δεν είναι νους;
 
 Μάιος 2008

Βέρα Ι. Φραντζή, Δύο ποιήματα

FLORA MIRABILIS

Μπουκέτο λουλουδιών είναι δέκα δάχτυλα κεντημένα,
δεξιοτεχνική στραβοβελονιά που ανθίζει
σε ερωτευμένα δάχτυλα.

Μπουκέτο λουλουδιών είναι δύο κοτσίδια παιδικά,
πλημμυρίδα νηπιακού χοροπηδήματος.

Μπουκέτο λουλουδιών είναι και τέσσερες
ξέχειλες βεντάλιες που αφρίζουν σάρκα
και δοσμένο έρωτα.

Μπουκέτο λουλουδιών είναι ένας φρέσκος μικρός
άνθρωπος, τυλιγμένος με αμνιακό υγρό, να τον
περιλούζει το γήινο φως και να αποκτά έγχρωμη όραση
και φλύαρη γλώσσα.

Μπουκέτο λουλουδιών, όταν ενώνονται τα χείλη μας,
σε επάλληλα επίπεδα οικοδόμησης μιας σκάλας για την
στρατόσφαιρα

Εκεί που με έμαθες να ζω.

*

ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΑΝΙΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Δρεπάνη ο δείκτης σου,
το στόμα μου σκαλίζει,
το αγκίστρι της σκλαβιάς

τα δάχτυλά σου δερβίσηδες
αυτόχειρες ομόκεντροι κύκλοι
του πυρήνα μου το εγκώμιον πλέκουν

σκληρό το δέρμα, νοτισμένο
νοσταλγεί σε κάθε έξοδο
το νόστο του αγαθού μου

σκληρό δέρμα, συντομευμένο
το κενό ανάμεσα στα δύο σώματα
χασμωδία της πραγματικότητας

φτιάξαμε με αμαρτία αυτό που λέγεται κορμιά γυμνά
αποπιόματα από το λιοτρίβι της ηδονής
το νέκταρ των θεών που στάζει παιδιά
αιματοβαμμένα
παιδιά
δικά μας

*Από τη συλλογή “Γράμματα σε νεκρό εραστή“, εκδ. Bibliotheque, 2016.

Γιώργος Δάγλας, Ο αλλοπαρμένος 

Ήταν αυτός
που μάζευε τα βότανα του νησιού
και ήταν αλλοπαρμένος.
Αρχές Ιουλίου
κάθομαι στο “καφενείο της Χαράς”
δίπλα στο γραφείο του ψυχίατρου
με το παράξενο όνομα
και τους ευγενικούς του πελάτες
που με καλημερίζουν σαν παλιοί γνώριμοι.
Η γυναίκα που μου έφερε μπύρα, μου είπε
“Ω, κουρευτήκατε, είστε πιο όμορφος τώρα.”
Εγώ είπα..
“Ω, θα γράψω ένα ποίημα
για όλα αυτά τα μεγαλειώδη
που συμβαίνουν στον μικρό μας κόσμο.”
Τότε ακούστηκε στο βάθος ο μεγάλος λυγμός
και σηκωθήκαμε όλοι ευλαβικά.
Ήταν αυτός
που μάζευε τα μυστήρια βότανα της άλλης ζωής,
και ήταν αλλοπαρμένος.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Βιβλιοπωλείο “Πολιτεία”

Κατεβαίνοντας αυτήν τη σκάλα στο βιβλιοπωλείο “Πολιτεία” νοιώθεις ένα βάρος στο στήθος, την ανάγκη να πιαστείς από το κάγκελο ή τον τοίχο που θα βαστάξει το σώμα. Μία αλλαγή επιπέδου σχετικά βίαιη, αν κρίνεις από την απότομη κλίση της κλίμακας. Αν είσαι νέος αυτό συμβαίνει φυσικά. Μπορείς με ευέλικτα λυγίσματα των γονάτων να επιταχύνεις την κατάβαση και με μικρή δυσκολία στην ανάβαση. Αν δεν είσαι όμως νιος, αυτό γίνεται αργά και με προσοχή. Τότε, δίνεται η προσοχή σ’ όλες τις λεπτομέρειες: τα αποτυπώματα από τις παλάμες άλλων πελατών, σταθερής πελατείας και μη.

Στο υπόγειο της πολιτείας θα έλεγες ότι είναι τρέλα να ρίξεις τόνους βιβλίων, εκεί που ίσως κάποτε να γίνει χείμαρρος ιδεών, αν πλημμυρίσει από τα στάσιμα νερά της βούλησης, της απραγίας, της κατάθλιψης. Αντιθέτως, στο υπόγειο της Πολιτείας βρίσκονται οι ανθοί της ελληνικής και ξένης διανόησης. Βρίσκονται τοποθετημένοι σε τάξη, ανάλογα με τη συνομοταξία και το γένος, ώστε να σωθούν από τον αστικό μύλο της Άνω Πολιτείας, το αστικό τοπίο της πυκνοκατοικημένης Αθήνας.

Η πολιτεία των βιβλίων στην Ασκληπιού και Ακαδημίας είναι το βαλσαμόχορτο και το νερό της λήθης, που απαιτείται για να μπεις στη σκοτεινή Νέκυϊα των νεκρών αφηγήσεων. Διότι όλα τα βιβλία είναι συμβάντα παρελθοντικής μεθόδευσης. Εκεί, βρίσκεις τους φίλους κλαμένους, σκεπτικούς, βωβούς. Άλλοι δίχως να σε γνωρίζουν, σου ζητούν ένα βαλς, άλλοι σε τρομάζουν, έτσι γιατί το μπορούν με τα γκροτέσκα πρόσωπά τους.

Όταν είναι η ώρα της αναχώρησης, της επιστροφής στον Άνω Κόσμο, έχεις το συναίσθημα ότι πήγες στο καλύτερο ουϊσκάδικο. Βέβαια για σένα ποτήρι δεν προσφέρθηκε, κι ούτε περίσσεψε για να πιείς, να δοκιμάσεις της τέχνης τη μέθη, της γνώσης τη μέθεξη. Μόνον ευφράνθηκες των ανθών το άρωμα, των αποδημητικών άκουσες το ταξίδι και του αποστακτηρίου ένοιωσες στο πετσί την τσίκνα.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ολιγόλεκτα II

Albert Edelfelt, «La laitière» (1889)

Ολιγόλεκτα/μικρά ποιήματα
(ΙΙ)

Από το στόμα σου
κρέμονται
σταγόνες πλεχτής
ομοιοκαταληξίας

*

Στα ίσαλα
του κρασοπότηρου
βούτηξα τη ντροπή
και βγήκα
απαγγέλλοντας

*

Μία μέρα από αυτές
θα απαιτήσω
την προσοχή σου
με αντάλλαγμα
ένα ποίημα
έρωτος τρόμου

*

Εμπρός μου
σκυφτή στης γης το χώμα
λυπάται ολάκερη
μια αλέα από λεύκες

*

όταν ξεστρατίζω τα λόγια
που δεν έγραψα
στο χαρτί

*

Οι παλιοί εραστές
κοιμούνται
στο μπαουλοντίβανο·
μέσα φυλάει
την προίκα της
μια γυναίκα
ελεύθερη

*

Βουτηγμένος
στη λύπη
ξεπροβάλλει
τραγουδιστός ίαμβος·
αβάπτιστο το ποίημα
δεν έχει το θεό του

*

Πεθαμένο περιστέρι
στην ακτή
σαλεύει απ’ τον αέρα
κι ο φόβος τρέχει
ξοπίσω μου
καθώς κατεβαίνω
το λόφο·

*

απέναντι
τα φωτάκια που τρεμοπαίζουν
υπόσχονται
γερή ψαριά

*Πρώτη δημοσίευση: https://ppirinas.blogspot.com/2022/01/ii.html?fbclid=IwAR2jm-v6oUrD85fakcv_6sRiYZAweJ6OpwD3oEUsJononXG0QZoky7fW6V4

Τάσος Σκορδάκης, Ποιήματα

Τα ζώα που βγαίνουν
έξω στο “σώου” φοβούνται
και πάλι κοιτάν στο σκοτάδι

*

Το διακινδυνεύουμε και σείς δεν αδικείσθε;
Το καλύτερο μέρος της συμφωνίας

*

Περνάει ο mister αρχηγός
Γκαρίστε γάιδαροι
Γκάαα οι γάιδαροι
Και είναι το πιο άγριο γκάρισμα της ιστορίας
(Το γκάρισμα είναι αναντικατάστατο)

*

βλαμμένος στο μυαλό
ο ουσιαστικός άρχοντας
αυτός δεν αγοράζεται με λεφτά
αλλά με εξουσία
είναι αυτός το προσκύνημα

*

Έμαθαν να μιλούν
όταν εμαθαν ν’ αρνούνται.
Μόνο ένα μέλλον υπάρχει

*

Είναι τυφλή εκλογή
μα μπορείς ν’ αλλάξεις λωριδες

*

τρελλάθηκαν από ελευθερία οι δραπέτες
και ειρωνεύονται τα πάντα
και δίνουν το άρωμά τους στο παιχνίδι.

*Από το βιβλίο “Τα ποιήματα Τάσου Σκορδάκη – Άπαντα Τόμος Α’” Αθήνα, Δεκέμβριος 1981.

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ

Αλλάζουν οι εποχές
όταν ήμασταν παιδιά
φοβόμασταν τα τέρατα
που κρύβονταν κάτω απ’ το κρεβάτι μας.
Σήμερα τα ίδια πάντα τέρατα
βολεύτηκαν στις τηλεοράσεις
στις εφημερίδες
στον υπολογιστή μας
στα κοινοβουλευτικά γραφεία
και τις μεγάλες επιχειρήσεις,
συμβουλές δίνοντας
για το πώς θα προστατευτούμε
από τα τέρατα
που τα ίδια κατασκεύασαν
για να μας τρομάζουν.

*

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Θέλω το ξημέρωμα να με βρει
Καρούζο να διαβάζω στο μπαλκόνι
ενώ από μακριά θα ακούγονται
οι ήχοι της νύχτας
σειρήνες περιπολικών
εξομολογήσεις ερωτευμένων
λαϊκά της παρακμής.

Θέλω το ξημέρωμα να με βρει
Καρούζο να διαβάζω στο μπαλκόνι
το τσιγάρο να ‘χει σβήσει στο τασάκι
ενώ μέσα από το δωμάτιό μας
που θα φωτίζει το φεγγάρι
εσύ να με καλείς
σε νέες περιπέτειες.

*

ΕΛΠΙΔΑ

Σχολεία χωρίς μαθητές
τετράδια με σημειώσεις
ανοιχτά βιβλία, κίτρινες σελίδες
με το μάθημα της ιστορίας
Σελ. 26, Κεφάλαιο Β’, ο Μιλτιάδης
κι η μάχη του Μαραθώνα.
Πέφτουν οι σοβάδες
από τους υγρούς τοίχους
μ’ ένα βουβό χτύπημα
σαν αυτοκρατορίες που λένε
το ύστατο χαίρε,
μόνο ο γερο-δάσκαλος επιμένει
να κρατά ζωντανή την ελπίδα
ποτίζοντας το μικρό γεράνι
στο παράθυρο
που κάποτε του χάρισαν
οι μαθητές του.

*Από τη συλλογή “Όλα είναι όπλα”, εκδ. Ατέχνως, 2021.