Κατερίνα Φλωρά, Αποκαλόκαιρο

Μιας μέρας η αίσθηση πέταξε και πάει
οι μέρες σαν όνειρο οι περασμένες
νεφέλες που σκόρπισαν με ένα φύσημα

Απομεινάρι ξεγνοιασιάς
μουδιάζει το νου
που πασχίζει να συγκρατήσει
όλης της ομορφιάς το χρώμα

Εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη
και ενώνονται σε ένα κουβάρι
ήχων, γεύσεων, μυρωδιών

Γιώργος Δυνέζης, La haine

Έτσι όπως ανεβαίνει οργή την οργή
παλίρροια η στάθμη του οδυρμού
μου ξεκουρδίζει το όνομα

χάνω τα αποτυπώματά μου
μου εκριζώνουνε τα χέρια

κάθε πρωί
κλειστές σηκώνοντας γροθιές
-διαλέγαμε την πέτρα
απάντηση στην ακαταγώνιστη εξουσία
του χαρτιού

και στο αποκάρωμα του ήλιου
μολύβι κρασί και λυγμοί

παιχνίδι για τραυματίες
και άλλους φορείς
για όσους βλέπουν τη ζωή
κάτω από το δέρμα της

όμως τελειώσαμε τώρα μ’ αυτά
τα δακρυγόνα σύνορα
τους πάνθηρες ατομισμούς μας

πονέσαμε έως το κόκκαλο το μίσος
και μάθαμε από πού κρατά
η ράτσα του κακού’

μάταιοι οι χειρο-χαλκάδες
κύριοι-
άχρηστα τα χαρτιά σας

μαλάκωσε το κέλυφος του πολιτισμού

στα φαγωμένα χέρια μας
φυτρώσανε ψαλίδια

*Από τη συλλογή “Πεζός ως την επούλωση”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Πουπερμίνα, Επιμένω

Photo Manipulation by Vladimir Fedotko, St. Petersburg, Russia

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει
-“Μιμείται κανείς
όταν αποτυγχάνει”

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Άτιτλο 

όμαιμος του αετού
και των αρχαίων ναών
καταλυτής

έρημος
μέσα στη σιωπή του

κοιτάζει τα ίχνη
του χρόνου
επάνω στο σκοτεινό
υφαντό

και πλέκει
πλέκει
γράμματα με ήχους

σπάζει τη μοναξιά του
σε χιλιάδες πετράδια
κι ονειρεύεται έξω
από τη φαντασία

βρέχει τα πόδια του
σε θολές πηγές
ματώνει τα ακροδάχτυλά του
πάνω από το άπειρο γέρνει

και λούζεται την άβυσσο

όμαιμος του αετού
και των αρχαίων ναών
καταλυτής

αιρετικός για τους σοφούς
και για τους ταπεινούς
προφήτης

φλεγόμενος από αιώνων
εἰς τήν κάμινον των ηδονών
και παρθένος στα χέρια
των εφήβων

μια μυστική
σχεδόν ανερμήνευτη
γραφή τον θέλησε
ποιητή

όμως η άμμος
σάρωσε
τα αποτυπώματά του
έσβησε την κραυγή του

και τίποτε πια δεν τον θυμίζει

ένα νεφέλωμα το πρόσωπό του

γύρω από το μάτι του θανάτου

*Το πήραμε από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/08/23/άτιτλο-κωνσταντίνος-καραγιαννόπουλ/

Δημήτρης Φιλελές, Φωτογραφίες

Οι φωτογραφίες
α! οι φωτογραφίες
πάνω στο ερμάρι με τα κεντητά πετσετάκια
κατάντικρυ στο χαμηλό παράθυρο
γλυκοξυπνούν κάθε πρωί
με την πρώτη ηλιαχτίδα
ονειρεύονται κάθε απόβραδο
λουσμένες στο φεγγαρόφωτο
ταξιδεύουν πέρα από τη θάλασσα
περπατούν πάνω στ’ αποκαΐδια
κι όλο το παράπονο γίνεται λυγμός βουβός
με θλίψη ρωτούν γιατί
με απορία ρωτούν πώς
μα δεν υπάρχουν πια απαντήσεις
τα στόματα δεν θέλουν άλλο
το κακό να ξεστομίζουν
μόνο με λόγια συμπονετικά μιλούν
νανουρίσματα τραγουδούν
περασμένα σε χρυσοκλωστή…
© Δημήτρης Φιλελές

*Από τη συλλογή «Ομηρία (1922 μ.Χ.)», εκδ. Αγγελάκη.
**Το πήραμε από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgzGqPzJScLcPRHHHJqmzGXjtzxWV

Θανάσης Πάνου, Δύο ποιήματα

HALLELUJAH (Ματωμένη Πανσέληνος)

Είμαι νυχτερίδα απόψε.
Ομορφιά είναι η ματωμένη πανσέληνος,
είμαι σκαθάρι που τρέφεται με τη σήψη των φύλ-
λων και των άνθεων,
είμαι πόρνη μιας βασιλικής αυλής που οργιάζει
πάνω σε σκελετούς,
πόρνη στο μπουρδέλο που αναμένει καυλωμένη
την ανάσα του Charles Bukowski,
είμαι σπυρί στο πρόσωπο του Μόρρισον είμαι η
ομορφιά της ασχήμιας
είμαι όλα, είμαι εσύ, όμορφε ιππότη με την τρύπια
κάλτσα.

*

ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΦΡΟΝ

Υπάρχουν τόσα που επιπλέουν και συμπίπτουν.
Ένα κύμα γεμάτο σκουπίδια η δημοκρατία και η
επανάσταση,
η Ελένη και η Μαρία Αντουανέτα, ο Ροβεσπιέρος
και οι Άθεοι,
οι Γιρονδίνοι και οι εκάστοτε μετριοπαθείς,
οι προφητείες του Νοστράδαμου και του Ησαΐα
και μέσα στο μπλε της θάλασσας,
στο άσπρο των αφρών της ασφόδελο,
οι Ιακωβίνοι πιο κόκκινοι από τους κόκκινους,
και η λαιμητόμος να ανεβοκατεβαίνει
με το μονότονο με χρηματοδότηση γδούπο,
που τόσο το αίμα τον όχλο συνεπαίρνει.

Και τώρα, στων γηρατειών την κλίνη
μιας Καλυψώς τα πύρινα φιλιά
μιας Κίρκης την πυρωμένη αγκάλη
και τα νάζια της μικρούλας Βαγγελιώς
σκέπτεται μονάχα,
κι ολούθε δάκρυα νοσταλγούν.

*Από τη συλλογή “Ο φάλτσος κότσυφας”, εκδ. Εξιτήριον.

Βασίλης Βασιλειάδης, από το “Χωρίς επιδότηση – Αποπεράτωση συνειρμών”

Έργο του Νίκου Δεληγιάννη

Οι καιροί
όχι μόνο οι σημερινοί
όλοι οι καιροί,
από πάντα,
παρά τα δεηθήναι
και τις επικλήσεις για παρέμβαση
στις κατά συρροή συνευρέσεις της αδυναμίας σου,
καθότι ξανά και ξανά αφελής,
δηλαδή επιρρεπής στη νόσο των ευχολογίων
και των ευσεβών παρακλήσεων,
με το ανύπαρκτο μεταφυσικό,
με αυτό το μύθευμα της λοιμικής δυναστείας
των γυρολόγων καί απατεώνων της αγίας τράπεζας
και του αγίου φωτός,
που πουλάνε με τσιριξιές και βελάσματα
στην κλίμακα του ντο,
στολισμένοι ολοαίματες ηλιθιότητες πλουμιστές,
υστερίες,
φανατισμούς
και άλλες καθαγιασμένες θεοβλαβείες
στην αφέλεια και στην ανυποψία σου,
όλοι οι καιροί λοιπόν,
με τρόπο κραυγαλέο,
δεν συμπαραστέκονται
στον άνθρωπο
ούτε στη ζωή την ανθρώπινη.

Kit Kelen, Two poems / Δύο ποιήματα

WHEN WE WERE YOUNG

it’s all as if…

little boat
be sea inside
the bay is walled
as high as heaven

dust played in the beams
when we were young
spun up like stars
no reason
for their any direction
trees looked in through windows
and as if
little boat be blessed

ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΜΙΚΡΑ ΜΑΣ ΧΡΟΝΙΑ

είναι όλα σαν…

βάρκα μικρή
γίνε εδώ μέσα η θάλασσα
η ακτή
μέχρι τους ουρανούς ψηλά χτισμένη

έπαιζε η σκόνη με ηλιαχτίδες
τα μικρά χρόνια
και σαν τ’ αστέρια στροβιλίζονταν
χωρίς κανένα λόγο
σε κάθε πιρουέτα
σκύβαν τα δέντρα για να δουν απ’ τα παράθυρα

και σαν
βάρκα μικρή να είσαι ευλογημένη

*

SUCH AN HONEST MORNING

sun has washed white

it’s an all-day rooster
proclaims from tin shade

tiny lizards
to whom I’ve had no formal introduction
are faster than anything here
too quick even to call their colour

a breathless hill’s
good for the heart

the way is slow up stairs

ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΑΔΟΛΟ ΠΡΩΙΝΟ

με ήλιο ξασπρισμένο

είν’ ένας πετεινός
που ντελαλίζει ολημερίς στη στέγη

σαύρες μικρές, τόσο μικρές
δεν τους συστήθηκα επίσημα ακόμα
πιο γρήγορες απ’ οτιδήποτε εδώ
τόσο που ούτε το χρώμα τους
να πεις δεν προλαβαίνεις

είν’ ένας λόφος ξέπνοος
καλός για την καρδιά

σκαλί σκαλί αργοπορεί ο δρόμος

*Από τη συλλογή “A postcard from the fires – A picture of the rains” (“Καρτ-ποστάλ απ’ τις φωτιές Εικόνες της Βροχής”), ελληνική δίγλωσση έκδοση Καλειδοσκόπιο, 2022. Μετάφραση: Θεοδώρα Αραμπατζή.


** Ο Christopher (Kit) Kelen είναι Αυστραλός ποιητής, ζωγράφος και ακαδημαϊκός. Ζει στο Myal Lakes της New South Wales, στην Αυστραλία. Είναι επιμελητής της σειράς Pocket Poets των εκδόσεων Flying Islands στο Σίδνεϊ. Περισσότερα για τον ίδιο μπορείτε να βρείτε στο https://thedailykitkelen.blogspot.com


*** Η Θεοδώρα Αραμπατζή είναι ποιήτρια και εργάζεται στο Works at Internationale Jugendbibliothek, International Youth Library.

Βάλια Γκέντσου, Δύο ποιήματα 

FILM NOIR

Τις περισσότερες φορές έρχεσαι χωρίς ειδοποίηση
κάθεσαι στο σαλόνι πίνεις μαρτίνι με πάγο
κουνάς το ποτήρι με μια κίνηση που υπόσχεται
μα δεν δίνει
καρφώνεις το βλέμμα απέναντι στο μηχανικό πιάνο
και μένεις βουβός

Τότε είναι που η φωνή πιάνει μια υγρασία στις γωνίες
δακρύζει σαν άγια εικόνα – και
τρέμω στη σκέψη πως μια ακόμα σιωπή σου
θα στρογγυλοκαθίσει στον καναπέ – και
θα μας κοιτάει όλο το βράδυ
σαν δυο μεγάλα τίποτα

*

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ

Κατάλαβες αμέσως
σαν καλός τεχνίτης
τη θέση που έπιανε το χρώμα
στον πίνακα του Βερονέζε

έτσι πέρασα ήσυχα απέναντι

Όταν έφυγες
τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους
Τελευταία λέξη ήταν η απουσία της

Ωστόσο
εξακολουθώ να σέβομαι
την κοφτή πινελιά

*Από τη συλλογή “Παραμύθια ανάποδα”, εκδ. Θεμέλιο, 2020.

Τάσος Δενέγρης, Πέραμα – Και δύο αγγλικές μεταφράσεις

Να το βουνό
Που αντικρίσαμε
Ξάφνου μπροστά μας
Στην εκδρομή

Του γυμνασίου.
Άδεντρο, πέτρες
Ίδιο συναίσθημα
Άκρη της γης.

Ένα τοπίο
Φρίκης που λες
Κι έχει στοιχειώσει
Από τα πτώματα

Τα τυμπανιαία
Των Ασιατών
Της ναυμαχιας
Της Σαλαμίνας

Tassos Denegris, Perama

This is the mountain
We came upon
Unexpectedly
On our high-school

Excursion.
Barren, rocky
Identical feeling
Edge of the world.

A landscape
Of horror as if
Haunted
By the bloated corpses

Of the dead
Of the Asians
Of the battle
Of Salamis.

(1991)

*Translation by Konstantina Georganta.

**From the book “Athens in Poems – An imaginative map of the city”, Ed. Konstantina Georganta, εκδ. Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2019.

Perama

There’s the mountain
We came upon
Suddenly there before us
On the high school

Excursion.
Treeless rocks
Same emotion
End of the earth.

A landscape
Of horror, and you know
It’s been haunted
By the corpses

The swelling up
Of the Asians
From the naval battle
Of Salamis.

*Translation by Philip Ramp.

**From the book “Tassos Denegris – Selected Poems”, Shoestring Press, 2000.