Άρης Μικρασιάτης, Ποιήματα

ΠΑΙΔΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ

Μακρινές πρωτομαγιές
και όνειρα
με ποδήλατα
“κατέβασμα” στον κάμπο
τα περβόλια πλάι στη θάλασσα
οι ατέλειωτες βραδινές βόλτες
χαμένοι κόσμοι
της μικρής μου Άνοιξης.

Αιγάλεω, 2 Γεν. 1980

*
Πλησίασε εφτά η ώρα
Κυριακή σήμερα
σε λίγο θα ‘ρθει το άγημα
απόδοσης τιμών.
Υποστολή της σημαίας.
Οι τουρίστες θα φωτογραφίζουν
τους φαντάρους
που παρουσιάζουν όπλα
οι εξοδούχοι καθισμένοι
γύρω απ’ τ’ άνθινο ρολόι
σκέφτονται τα κορίτσια.
Κι οι γλάροι να λείπουν
απ’ το λιμάνι.

Πάτρα, Μάης 1983

*Από τη συλλογή “Πλέουμε σ΄ άγνωστα νερά”, εκδ. Ροδοστάλι, Φλεβάρης 1998.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα σε μετάφραση

LEFTOVERS OF ANOTHER WATERLOO

And if we mated in forbidden beds
If in a state of rupture we succumbed
to debauchery, to impudence
If we foolishly pretended
on weak flesh
we promised wedding wreaths
and engagements
or we unjustly humiliated lovers
Now that we have lost the battle
On foot we return
Attractive as well as inglorious
probably looking for a miracle
We lack of acknowledgement…
we’re not the first
nor the last
romantic and so young
We pay the Fate so as to have
leftovers of another Waterloo.

ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΒΑΤΕΡΛΩ

Κι ἂν ἀγαπηθήκαμε σὲ ἄνομα κρεβάτια
ἂν σὲ στιγμὲς παραφορᾶς δοθήκαμε
στὴν ἀσωτία, στὴν ἀναίδεια
Ἂν ἀνοήτως ὑποκριθήκαμε
σὲ σάρκες ἀδύναμες
τάξαμε στέφανα κι ἀρραβῶνες
ἢ ταπεινώσαμε ἄδικα ἐραστές
Τώρα ποὺ χάσαμε τὴν μάχη
πεζοὶ ἐπιστρέφουμε
ὡραῖοι κι ἄδοξοι ἀντάμα
ψάχνουμε ἴσως κάποιο θαῦμα
Ἡ καθιέρωσις μᾶς λείπει…
Δὲν εἴμαστε οἱ πρῶτοι
μήτε οἱ τελευταῖοι
ρομαντικοὶ καὶ τόσο νέοι
Πληρώνουμε τὴν Μοίρα γιὰ νὰ ἔχει
ἀπομεινάρια σὲ ἕνα ἀκόμα Βατερλώ.

*

POSTHUMOUS REPUTATION

The cities die out, they are defeated
attractive teenagers and nations.
They are declared innocent,
they have gone missing young girls in love.
Those who escaped, idols which are broken,
they persistently remember
and long for red lips,
two blue eyes
along with the eyelashes,
the tender cheeks of a damsel.
Body in sin you triumph,
I want to forget you,
but I cannot.
And you mouth, luscious,
that I kissed a thousand times,
Carmen, Maria, Dolores
with so much passion, with so much pleasure
how infinite the abyss that separates us
what naked justice unites us?
Like a Boeing 777
flies the flesh and crashes.
What fusillades, what festivities?
And the spirit in the form of a dove
dives low, eating his Existence.
(Fighting Under a Shadow… Elegy and Satires, Perispomeni, 2017)

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ
Χάνονται οἱ πόλεις, τσακίζονται
ὡραῖοι ἔφηβοι καὶ ἔθνη .
Ἐπικηρύσσονται ἀθῶοι,
ἀγνοοῦνται ἐρωτευμένα κοριτσάκια.
Ὅσοι ἀπέδρασαν, εἴδωλα σπασμένα,
θυμοῦνται ἐπίμονα
καὶ νοσταλγοῦν χείλη ἐρυθρά,
δυὸ γαλανοὺς ὀφθαλμοὺς
μετὰ βλεφάρων,
τὶς τρυφερὲς παρειὲς νεάνιδος.
Σῶμα στὴν ἁμαρτία θριαμβεύεις,
ἐπιθυμῶ νὰ σὲ ξεχάσω,
μὰ δὲν δύναμαι.
Καὶ ἐσὺ στόμα, γλυκύτατο,
ποὺ φίλησα χίλιες φορές,
Κάρμεν, Μαρία, Ντολόρες
μὲ τόσον πάθος, μὲ τόσην ἡδονή
πόση ἄπειρη ἄβυσσος μᾶς ξεχωρίζει
ποιά γυμνὴ δικαιοσύνη μᾶς ἑνώνει;
Σὰν Boeing 777
πετάει ἡ σάρκα καὶ συντρίβεται.
Τί ὁμοβροντίες, τί πανηγυρικοί;
Καὶ τὸ πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς
βουτάει χαμηλὰ τρώγοντας τὴν Ὕπαρξή του.

*Μετάφραση των ποιημάτων: Μάγδα Παναγοπούλου.

**5ο «Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας» 2022 – “Από τον Ιπποκράτη στο poetry theraphy” – 1-4/9/2022 ΠΑΤΡΑ – Αραχία Ολυμπία.

Γιώργος Αναγνώστου, Greek Sum-err Paradice

Σκληρή εργασία
όλο τον χειμώνα
δεν λέω, το αξίζεις,
certainly sir,
και με το παραπάνω

Σε μπλε τσόχα άφθονα
να ποντάρεις

Πάρε dice, παρά dice
Βingo! «Paradice!
Iερό καλό κερί»
σε selfie αγίου κραυγάζεις.

Αντίλαλος λαμπερός
γυμνώνει μαγιό αιγαίου
θέαμα εξ-στατικό,
χορτασμένα βλέμματα,
κανό, ωμά αιχμαλωτίζει.

Αμαρτία όμως, λέγω εγώ,
ντροπή. Ο τόνος έκστασης,
οι οξείες της έκ-στάσής σου
στιλέτα,

Κουπιέρη
Καθαρίστρια
Καμαριέρα
Σερβιτόρο

Ματώνουν.

Πόσο το ποσό
Παραδείσιου πεντικιούρ;
Πάρτα, να,
τα sum-of-errors:

https://www.aftodioikisi.gr/…/rodos-xenodocheia-vazoyn…/
https://www.aftodioikisi.gr/…/rodos-xenodocheia-vazoyn…/
https://www.aftodioikisi.gr/…/rodos-xenodocheia-vazoyn…/

Your dice
icy spin στο γκρι-κ sum-err
παρά-dice . . .

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://diasporic-skopia.blogspot.com/2022/07/greek-sum-err.html?fbclid=IwAR2hB3dUdPb5pc5f2ZdrVI4nBB_W_bvtTJv4qXzMySkUT5LONi5UZXWOU8c

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

το εκκρεμές

έσπρωξε την καρέκλα
στο κενό
για λίγο την κοίταξε
μετά την έβαλε πίσω
στην αρχική της θέση
δεν κάθισε
έμεινε να κοιτάζει
το εκκρεμές
της ζωής του

*

μια ιδρωμένη αγωνία

μια ανάσα
ταλαντεύτηκε
λοξοδρόμησε
παρ’ ολίγον να χαθεί
από προσώπου γης
προς στιγμήν επανήλθε
μια ιδρωμένη αγωνία
σε κλάσματα δευτερολέπτου

Σοφία Περδίκη, Οι απέναντι

Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι
στη βωβή τους ζωή.
Να πάμε
λέει η πρόσκληση
επισήμως γδυμένοι
ένα βράδυ
όταν θα ’χουν σβήσει τα αίματα
και θα ’χουνε λιώσει τα κεριά
ν’ αφήσουμε τις φωνές μας
στην κρεμάστρα
μπαίνοντας στον χώρο υποδοχής
να βγάλουμε τα τακούνια
απ’ τα παπούτσια
και τα δόντια μας με την τανάλια
τα κόκαλά μας να τυλίξουμε
προσεκτικά
να μην κροταλίζουνε στα γέλια
να εκπνέουμε αθόρυβα
αντί να παίρνουμε ανάσα.
Στη σάλα τη μεγάλη
ν’ αφήσουμε τα συναισθήματά μας
στην άκρη
και να στρωθούμε στο τραπέζι
με φόβο μπουκωμένοι.
Μάς εγκαλούν από απέναντι συχνά
να κάνουμε ησυχία.

Ρογήρος Δέξτερ, Almost blue [Ch. Baker cover]

Ο Chet λιώνει τη μελωδία μέσα στις σκέψεις μου
Μετά από τόσο πετροπόλεμο του πλήθους
Που έχει βουλώσει τ’ αφτιά του με κερί
Σειρήνες ακούγοντας στα σωληνάδικα’
Αν ήξερα τέτοια σάλπιγγα
Ίσως ξυπνούσα τους νεκρούς
Ίσως ξεσήκωνα όλα τα τριζόνια
Για να κυλήσουν όλα μέλι γάλα
Για να σε φέρω πιο κοντά μου
Όπως πάνω σ’ ένα ποτάμι φουσκωμένο
Αλλά δεν ξέρω
Ούτ’ ένα φτωχό τζιτζίκι ν΄αντιγράψω
Ούτ’ ένα αγρίμι να ημερέψω
Ούτ’ ένα βράχο να σπρώξω στον γκεμό
Που νύχτες τώρα με καλεί με τ’ όνομά μου
Παίρνοντας σα νεράιδα τη φωνή σου’

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. Στίξις, 2022.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, σιωπή στο δρόμο

Photo: Peter Kertis

από
σχισμές το παραμύθι
και μετά,
στη σακούλα
με το μισοφαγωμένο φεγγάρι,
με την
κλεμμένη σοκολάτα,

έβαζε
το κλειδί
στο τικ της φαντασίας του
και έκανε το τρικ με τα μαστουρωμένα δάκρυα,

ώ ναι,
ένας θεός
πεινασμένος,
με ρευματισμούς και χέρια τρυπημένα
φώναζε

και άνοιγε στο έλεος

έδειχνε
σταυρωμένα
όνειρα
αλλά και πειρατείες

*Από τη συλλογή “Πάτησε το κουμπί”, εκδ, Οσελότος, 2015.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Άσμα

Άσμα
Σήμερα νομίζω
τελευταία φορά
θα σε τραγουδήσω γιατί
εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και
άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
ένα Ζήτω με ψηφία
και λίγες πούλιες
μαύρες ή τριανταφυλλιές
μες στο χρώμα της αρένας
δε σπαρταράνε βέβαια όπως
η δράση
η σάρκα
που είσαι
όταν μου μαθαίνεις την ξένη πόλη
Κατάκαρδα
είπα τι χρειάζεται
και λέω δεν πειράζει
δεν πειράζει πετάμε όλα τα λόγια
όπως να ’ναι
η αγάπη
ξεντύνει τα κορμιά
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
με κλείνεις
με στολίζεις φυτά
και τα περιποιέσαι
με μυρίζεις
με διψάς
με κρατάς
Ξαφνικά
με λύνεις
και γελάω ακόμα ακόμα
πάμε ερχόμαστε μες στα κρύα και τις ζέστες και τις σκόνες που
μετά λασπώνουνε κι έχουνε για νήμα τα φύλλα του φθινόπωρου
άνοιξη αντικριστήκαμε τότες που ζητούσα να πεθάνω
γνωρίσαμε από κείνη την ημέρα
χρόνους και χώρους πολλούς
με αντικείμενα
με ορέξεις
με δάση με άγριες φράουλες
με ζωγραφική
εσύ αγγίζεις τα όρια που χρωματίζουνε τα πράγματα και τα ονόματά τους και τη φθορά
τους
τι άλλο
είναι ο κύκλος
από την ίριδα του ματιού σου
ακτίνα μελαχρινή
Ριπή
της ορμής
τι άλλο
είναι η ύπαρξή μου
από μια νέα σφαίρα
με τα έπιπλα
με τη φύση
όταν μ’ αγαπάς
μικρή εικόνα στρογγυλή
μες στην ίριδα του ματιού σου
Είμαι
σ’ ένα δωμάτιο ασβεστωμένο
κοντά στη θάλασσα
άσπρο το αλάτι της
ξεραίνει άγκυρες μόλους σκοινιά
αισθάνουμαι τον ήλιο μαύρο
και τα μάτια σου
άλλοτε είμαι
Λαχανιασμένη
σκύβω το πρόσωπο
χιονίζει δυνατά
ό,τι οριζόντιο φέγγει κατάλευκο
μονάχα λίγα κάθετα μαυρίζουν πάλι
και η ίρις του ματιού σου
που με ζυγιάζει έχει μαγικές αξίες
κουκκίδα είναι αϊτού πέταμα
και διαγράφει πράξεις
Τοπία
ή ζωές
έτσι θυμάμαι
τι σχήματα αφήνει
όποιος ξεριζώνει δέντρα
και όποιος χτίζει γιοφύρια
γιατί εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και
άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
Χαμογελάς
και μου τάζεις
κάτι γοβάκια
από δέρμα μανταρινιού
μου σιγοψιθυρίζεις καιρούς
σαν άγρια άλογα
λίμνες βαθιές στρώνεις χάδια
ρίχνεις παράξενα ζάρια
με δυο γαρίφαλα αίμα της καρδιάς σου
φυτρώνουν τα λόγια
ανάμεσα μια νυχτερίδα
στα σμιγμένα φρύδια
με τη σελήνη
τι είναι ο ύπνος τι είναι ο ύπνος
και το βλέμμα σου
είναι πάντα σήμερα το βλέμμα σου
με μένα

*Από τη συλλογή Κρυφοχώρι της Μάτσης Χατζηλαζάρου (εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951) [με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató]
**Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)
*** Εμείς το πήραμε από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2017/05/22/matsi-hadjilazarou-asma-%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B7-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1/

Αγγελής Μαριανός, αστικά

Τα πρωινά στο αστικό ανοίγει η μέρα.
Επιβιβάζονται οι εργάτες
μια χούφτα απόστολοι της ζήσης.
Το πρόσωπό τους φωτεινό
δίχως χαμόγελο.
Στην επόμενη στάση ίσως ανέβει μαθητής
μια μάνα ή ένας γέροντας ανέλιγος.
Στα αστικά που δεν τα χώνευα
ανόητος μικροαστός
μεταμορφώνονται οι γενιές
αλλάζουν
σκάρτα και περιττά αποβιβάζουν.
Αστικό με τις μεγάλες ρόδες
και τις πολλές πόρτες.
Θα κάνει στάσεις άφθονες
να σκεφτείς έχεις τον χρόνο.

*Από τη συλλογή “Αντικριστά”, εκδ. Θράκα, 2021.

Κώστας Ταχτσής, Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν

Αν πεθάνω
δεν θα ξανάρθει ο ταχυδρόμος
δεν θα μου στείλεις πια βιβλία
ή την καρδιά σου σʼ ένα φάκελο
δεν θα σε δω να φεύγεις
ή να ΄ρχεσαι
δεν θα καθίσω πια ποτέ στο μπαρ
και συ στο πλάι μου
ή απέναντι κατάμονος
να με κοιτάς

αν πω πως πέθανα;
θα κολλήσω στο στήθος σου
ένα νεκρώσιμο με τʼ όνομά μου
στους δρόμους θα γυρνάς μʼ ένα νεκρό

Τασία – έναν καφέ παρακαλώ

αν ξάφνου μʼ αντικρίσουν ζωντανό
θα ε κ π λ α γ ο ύ ν

η ώρα είναι μία παρά τέταρτο
ο τραυματισμός των ωρών

Τασία – παρακαλώ έναν καφέ

Θʼ ανάψω τη ζωή μου
και θα κάψω τα βιβλία
τι όμορφα που καίγεται η φράση σʼ α γ α π ώ
αναδιπλώνεται στον εαυτό της
σαν να βάζει στο πρόσωπο το χέρι της
από ντροπή

λίγο νερό παρακαλώ
και πλένε το ποτήρι μου καλύτερα
κυρά μου

εγώ έριξα προχθές νερό
κι έσβησα τα όνειρά μου

ο καφές σας κύριε

η στάθμη της αγάπης σου
κατέρχεται
διψάω
λίγο νεράκι κύριοι
λίγο νερό καλοί μου κύριοι

και είναι λ έ ε ι ποιητής

μα πού είναι οι φωνές των παιδιών;
αιτούμεθα ποίηση στα σκοτεινά

η ποίηση φίλε πέθανε

η καλοσύνη σου –
η καλοσύνη σου είναι Κύριε
μια καμινάδα
στους δρόμους βλέπω να περνούν
ζητιάνοι μʼ εξαπτέρυγα ονείρων
μια προσευχή
μια προσευχή
για να βρεθεί ένα ποίημα

η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε

μα δεν γνωρίζεστε;
ο κύριος είναι ποιητής
ναι είναι παχύς
πολύ παχύς
και παίζει στον Ιππόδρομο

η ώρα είναι μία
ο θάνατος των ωρών

βρέχει
πότε θα πάψει πια να βρέχει;
αφʼ ότου έφυγες
δεν έπαψε να βρέχει
ήσουν περίεργος να μάθεις
τι υπάρχει πίσω από το θάνατο
θ ά ν α τ ο ς
τι άλλο θέλεις να υπάρχει;

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΖΩΗ!

σου ΄λεγα μείνε
θα βρω καρφιά να σε σταυρώσω
λόγχες να σε τρυπήσω
σʼ ένα καλάμι θα ΄δενα
σφουγγάρι την καρδιά μου

για να σε φτάσω τώρα πρέπει
να πάω κοντά στη θάλασσα
γράφω λοιπόν κι εγώ χαρτιά
ομοιώματα διαβατηρίων
κι απέ τα ρίχνω στο νερό
δεν θέλω να τα δούνε άνθρωποι
που δεν γνωρίζουνε να σκαρφαλώνουν
στον καπνό των καραβιών

οι άνθρωποι οι άνθρωποι
παίρνουν τα γράμματά μας και μʼ αυτά
ανάβουνε φωτιά το χειμώνα

πότε θα πάψει πια να βρέχει;
φθινόπωρο
τα φύλλα των δέντρων
πάθανε πάλι ελονοσία
την άνοιξη θα πάρω DDT

φύγε
ο τρόπος που μιλάς –
δεν ξέρει
πως ο δικός μου τρόπος είναι
Σιωπητήριο

ο τρόπος που χτενίζεσαι
ο τρόπος που γελάς –
δεν ξέρει
τίποτα δεν ξέρει

φοβού τους ποιητάς
και ποίησιν φέροντας

μου επιτρέπετε να σας συστήσω;
τι ποιήματα συνθέτετε;
ποιήματα
λυρικά; σατυρικά;
π ο ι ή μ α τ α

ο κύριος είναι κίναιδος

αιδοίον χωρίς κίονα
κύων χωρίς αιδώ

Άνθρωπος

ποτέ δεν θα ξεχάσω τον Αλέξαντρο
στο στήθος του καθότανε
ένας αητός
ήτανε δύσκολη εποχή
στους δρόμους
γύριζαν ωχροί εσταυρωμένοι
κι οι μανάδες μας
δεν χρειαζόντουσαν άλλα ορφανά
μια καληνύχτα
γινόταν εύκολα αντίο

στο στήθος του
στο στήθος του καθότανε ο αητός

ο κύριος είναι κίναιδος

ά ν θ ρ ω π ο ς

χαίρετε χαίρετε
να με ξεχνάτε
υπήρξα άφρων δεν τʼ αρνιέμαι

μα σεις φίλε ξεχάσατε να βάλετε
λάδι στο λύχνο σας
ιδού ο Νυμφίος έρχεται
προσπέρασε
για πάντα

η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε

και πότε η κηδεία;
η κηδεία των ωρών

μα η ζωή αντέχει ακόμα
σε κάμποσες ανησυχίες
σε αρκετές μετάνοιες
και στο θάνατο
δεν θα μιλήσω πια ποτέ
δεν θα μιλήσω
ο θάνατος
ο θάνατος
θα τον εκμηδενίσω

αντίο σας

φεύγε δίχως να κοιτάζεις πίσω
βαρέθηκα
η ποίηση της ποίησης την ποίηση
τη ζωή σας
α υ τ ή τι την κάνατε;
δεν θέλω πια άλλο καφέ
όταν μιλάω στο θάνατο
του δίνω τʼ όνομά σας
ο θεός να μας φυλάει απʼ την αισθητικοποίηση
της ατομικής βόμβας
εγώ πηγαίνω τώρα στη ζωή
στον Ιλισσό
να πιω τις σκέψεις μου πιο καθαρές

δεν έχεις πια καμιά ελπίδα

δεν έχω πια ελπίδα
δεν έχω πια καμιά ελπίδα
άλλη απʼ την αδελφή μου την Ελπίδα
δεν έχω άλλο σώμα
απʼ το σώμα που θα κάνω
με το καλώδιο
δεν έχω άλλο θάνατο απʼ τη ζωή
είμʼ ολοστρόγγυλος
σαν τέλειος κύκλος
θʼ αρχίσω να τσουλάω
είμαι μια ρόδα για παιδιά
διότι κύριε
η ζωή κυλάει πάνω σε ρόδες

κάτω απʼ τις ρόδες είνʼ ο θάνατος
πάψε
δεν θέλω να σʼ ακούω
θα σʼ αγαπήσω
δεν θέλω να σε βλέπω πια
θα βάλω τις παλάμες μου στʼ αυτιά
να μη σε βλέπω
και θα ζήσω

έρχομαι έρχομαι ζωή
ζωή τον θάνατο πατήσας

μάθετε να περιφρονείτε
ό,τι αγαπάτε
ο ήλιος ο ήλιος η ζωή
έρχομαι φίλε έρχομαι
είμαι δικός σου εσαεί

τι ωραία που γίνηκαν οι ναύτες ξάφνου
τι ωραίο το πρωινό της Κυριακής
κι η σκιά των δέντρων
που κι η αβεβαιότης των καιρών μας
χάνει κάτι
απʼ το απαίσιο κύρος της
κι όλα μας φαίνονται
ντυμένα ήλιο

μα ενώ κοιτάζω αφηρημένος κι ευτυχής
νομίζοντας πως τίποτα
δεν θʼ αγαπήσω πια
αυτός
διαπερνάει το λεπτό τοίχο του κορμιού
και πάει και σφηνώνεται σαν σφαίρα
στην καρδιά!