Συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια

[Αθηνά Βογιατζόγλου, Ερωτοπαίγνια, Κέδρος 2019]

Κριτικό σημείωμα του Χρήστου Νιάρου

Όσο μπορώ θα ερωτευτώ
μες στα σεντόνια,
θ´αφήσω το μυαλό μου να αγαπήσει
πολύ.
Κι οι συνειρμοί,της μνήμης οι λεπτές
επιθυμίες, οι παράτολμες του πόθου
δυνατότητες
θα απλουστευτούν σαν βότσαλα
κάτω απ´ το πόδι.

 
 
          Γλυκιές, παλλόμενες τρυφέροτητες συνειρμών και επιθυμίες σε μια ακόμη βιωματική γραφή της Αθηνάς Βογιατζόγλου αποτυπώνονται στο βιβλίο αυτό. Τα Ερωτοπαίγνια είναι μια ποιητική συλλογή που όταν την ξεκινήσεις θέλεις να τη διαβάσεις ως τη  τελευταία σελίδα. Το παιγνίδι του έρωτα είναι αθώο στον πυρήνα του, αυθόρμητο και με πολλά βέλη και φωνήεντα και η κάθε του προσέγγιση έχει πάντοτε ένα ενδιαφέρον. Είναι κάτι που δεν σταματάει, δεν εξαντλείται στο διάβα του χρόνου και στην πορεία της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη. Σαν παιγνίδι είναι  ο έρωτας, που δεν έχει τέλος, αλλά ούτε αρχή. Τα θέλω και τα μπορώ του έρωτα πάντα σε κουβέντα. Είναι η πιό μεγάλη συνάντηση του μέσα της ψυχής του ενός με τον άλλο. Ένα ραντεβού διαρκείας, εγρήγορσης, συνεύρεσης, στοχασμών, αισθήσεων, βιώματος που περνά από αρκετούς σταθμούς, με σκιές, εξάψεις, σκοπούς ανάλαφρους και χρόνους ονειρικούς, και μας κοιτάει με τα μάτια της ψυχής.
          Αυτό κάνει και η δημιουργός του βιβλίου. Ξεκινώντας με το ποίημα  «Αυτοπροσωπογραφία», σαν εισαγωγή και προειδοποίηση για το τι θα επακολουθήσει, μας δίνει μια πρόγευση για το τι έπεται στις σελίδες του βιβλίου.  Μιλάει και μονολογεί για τις πτώσεις, τις στιγμές αλλά και τα ατυχήματα του έρωτα και των πόθων, όπως τα ένιωσε στον χορό ,στην τροχιά και στον χώρο των εποχών που βρέθηκε και έζησε . 
Μαγικό φίλτρο και συνταγολόγιο για αυτά δεν υπάρχει. Γιατί οι έρωτες έχουν τα έργα και τα λόγια τους χαραγμένα, φανερά και αφανέρωτα, στην κάθε συνάντηση ψυχής και σώματος. Σημειώνει σε ένα ποίημά της: «Οι αρμονίες μου αποδημητικά πουλιά./ Πως να τις φτάσω, ο άνεμος δεν δίνει διαβατήριο/ στα φύλλα μου» . Και ανοίγει τα κιτάπια της η δημιουργός στο άγγιγμα και στην δίνη του έρωτα, στην χλωρίδα, στην πανίδα, στην γεύση και στην επίγευσή του, αυτού του τόσο κρίσιμου προαπαιτούμενου ζωής.
          Ήρεμη ποιητική γραφή, που όμως επωάζει, υπόκωφα, σιωπές και πόθους. Η θηλυκή δημιουργός παραπονιέται, σκιρτά, διευσδύει στον μανδύα της μοναξιάς, απλώνεται και μαζεύεται με στίχους και στροφές πολλών προβολών -φωνών, στο άπειρο, στη νύχτα, στα λιβάδια, στην καθημερινότητα της πόλης, στη ματιά του άλλου. Κάθε συνομιλία έχει και κάτι το ιδιαίτερο και όμορφο .Ένα διαρκές ταξείδι με ό,τι την εχει συνεπάρει, ό,τι έχει φωτογραφίσει με τις λέξεις της στη ροή του χρόνου και της ζωής.ξεδιπλώνεται και αφήνεται στο χαρτί με σαγήνη και ρυθμό. Το εγώ που γίνεται εσύ, μαζί και αιωρούμενο συστατικό της ζωής αλλά και συμπερασματικό και λυτρωτικό αναδύεται, εκπέμπεται, πίνεται και μας αγγίζει γραμμή την γραμμή και σε αυτό το βιβλίο της συγγράφεως και πανεπιστημιακού Αθηνάς Βογιατζόγλου. Ως τα πιο μυστικά βάθη της ψυχής της όλος ο κόσμος σκηνοθετείται, ομολογείται, ταξιδεύει, άλλοτε φανερά και άλλοτε υπαινικτικά, άλλοτε άμεσα κατανοητά κι άλλοτε κρυπτικά. Δεν είναι όλα όμως στο συννεφάκι του πάνω ορόφου της καρδιάς ρόδινα και χαρωπά. Από την πρώτη μέρα που είδε το φώς στην ζωή ετούτη μέχρι το τώρα υπάρχουν πολλές εικόνες και συναισθήματα που ζητούν μια δεύτερη ερμηνεία και προσέγγιση. Επομένως είναι κάτι το επίπονο και αληθινό.  
Υπάρχουν δε και οι πτώσεις και οι πόθοι των στιγμών στην πορεία της ζωής· όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ποιήτρια στο μέσον της «Αυτοβιογραφίας»: «ποτέ δεν τα τιθάσευα. / Μ’ έκαναν πάντα να ντρέπομαι για το / θράσος τους. Αγριεύουν στον άνεμο, / μα πιό πολύ στο μαξιλάρι» – είναι πιθανό οι στίχοι αυτοί να αφορούν τα μαλλιά της, σύμβολο θηλυκότητας και εντέλει σεξουαλικότητας, την οποία η ποιήτρια εμφανίζεται να μην μπορεί να ελέγξει όσο θα ήθελε. Δεν είναι όλα υπό έλεγχο στον έρωτα.
          Οι ενότητες της ποιητικής αυτής σύνθεσης φέρουν, διαδοχικά, τους τίτλους: Είσοδος, Αμφίφυλο, Μοναχικό, Βουκολικό, Πατρικό, Ακαδημαϊκό, Συζυγικό, Μητρικό, Έξοδος, διαγράφοντας την πορεία του βίου της δημιουργού με βάση τον έρωτα, που περιλαμβάνει ακόμη και τη σχέση με τον πατέρα της και, αργότερα, την κόρη της. Όλες οι σχέσεις με τα βασικά πρόσωπα της ζωής της χρωματίζονται, λοιπόν, και ερωτικά. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πατέρα της, πρόωρα όπως φαίνεται χαμένο, στον οποίο αναφέρονται και τρία από τα ποιήματα. Από το ποίημα «Έξοδος», που κλείνει το βιβλίο, επιλέγω τους στίχους: «Καλά περνούσα με τις σκοτεινές κηλίδες μου / τις δήθεν αστρικές / με τις φακίδες και τα ερωτηματικά / που λέρωσαν τόσο χαρτί επίμονων εραστών. / Πρός τι οι διαφάνειες; Με κυρίεψε / ο δαίμονας της ανθρωπιάς. /Ας γινόμουν τουλάχιστον καθρέφτης σε σαλόνι. / Όχι αυτό το σελοφάν. / Που κανείς δεν ξέρει / πόσο επίπονα είναι χειροποίητο».
          Η αυλαία και η παράσταση των ποιημάτων, που μοιάζουν αυτοβιογραφικά και με αλήθεια δοσμένα, μας ανοίγει έναν διάλογο με τα δικά μας πεπραγμένα, βιώματα, στιγμές, και από την άλλη μας ξεδιπλώνει με πυκνότητα λόγου και με  λυρισμό αναπολήσεις, ερωτηματικά αλλά και συμπερασμάτα για τη μέχρι τώρα πορεία της γυναίκας – δημιουργού, που με δικό της τρόπο, ακόμη και πίσω από μάσκες μερικές φορές, αποκαλύπτεται, με τόλμη τη σωματική, συγκινησιακή και διανοητική αλήθεια της στα δρώμενα και στις γραμμές του βιβλίου. Μια συνάντηση με τα ερωτοπαίγνια μένει στα θετικά της γραφής ,της επικοινωνίας και των στοχασμών ,για πολλές αναγνώσεις . Μια ποίηση που δείχνει αντοχή και χαρακτήρα αλλά και ρέει αυθόρμητα ,πάντοτε μας συναντάει.

Γιώργος Σαραντάρης, Να κοιμάσαι νηστικός 

Να κοιμάσαι νηστικός σε μία σοφίτα
Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού
Να γίνεσαι σκουπίδι
Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα
Θα σηκώσω το γιακά
Για να φύγω σαν ένας ληστής
Απὸ το δικό μου σπίτι
Θα κοιμηθώ στους δρόμους
Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία
Να τουρτουρίζει μαζί μου
Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ
Αλλά είναι καλό πού δεν τον βλέπω
Θα το ξαπλώσω χάμω
Και θα στρωθώ πάνω του
Να πιω λίγη βραδυά
Στη γωνιά του έρημου κήπου
Θα αιστανθώ τη σελήνη
Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε
Στη ζωή μου
Θα την αιστανθώ στα χείλια μου
Σαν ένα αχλάδι
Στα μάγουλα
Σαν άλλα μάγουλα.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Αγριόχορτα

Artwork: Harry Sternberg (1904–2001)

Στη Μητρόπολη Εδάφους – Οι τηλεοράσεις των διαμερισμάτων σκούζουν δελτία – ”Σφαίρες συμμοριών σφυρίζουν σε σχολικά προαύλια – Ανήλικοι συνελήφθησαν για κλοπές σε βενζινάδικα – Ακόμη μια αυτοχειρία για εκπλειστηριασμένο σπίτι από τράπεζα – Μητέρα σκοτώνει την κόρη της κι αυτοκτονεί στης ψυχής της τα Τάρταρα’’ – Μετά ζητάνε του καπιταλισμού την τάξη και την ασφάλεια – Με διαφημίσεις για σαπούνια και αυτοκίνητα – Οι νοικοκυραίοι κατεβάζουν τα παντζούρια στα ομοιόμορφα κτίρια – Δεν βγάζουν το αίμα απ’ τ’ αυτιά τους και τα μούτρα – Δεν θέλουν να μάθουν πως ζουν σε κοινωνία ωμής ολιγαρχίας – Όπου τίθεται το ερώτημα της ελευθερίας ή της ησυχίας* – Στο ασανσέρ με βλέμμα μπατσαρίας – Παίρνω το δρόμο για όσους κολλούν μπροσούρες στων πληγών τον γαλαξία – ”Συναλλασσόμαστε με όστρακα – Στον άνεμο είμαστε αγριόχορτα – Ζούμε με ερώτων δάκρυα – Ο κόσμος εκκίνησε από διακύμανση του Κενού – Τη βαστάμε στα μάτια – Ονειρευόμαστε φωταγωγούς με χρυσάνθεμα – Παράθυρα σε ακάλυπτους με ορίζοντα – Μουσική μας – Η ποίηση που διαβάζεται στους δρόμους χαράματα – Ο ήχος των σωμάτων όταν πετάνε στα κτίρια – Τα βήματα των περαστικών όπως ξεμακραίνουν απ’ τα υπόγεια – Συναλλασσόμαστε με όστρακα – Στον άνεμο είμαστε αγριόχορτα – Ζούμε με ερώτων δάκρυα’’ – Στη Μητρόπολη Εδάφους – Οι τηλεοράσεις των διαμερισμάτων σκούζουν δελτία – ‘‘Σφαίρες συμμοριών σφυρίζουν σε σχολικά προαύλια – Ανήλικοι συνελήφθησαν για κλοπές σε βενζινάδικα – Ακόμη μια αυτοχειρία για εκπλειστηριασμένο σπίτι από τράπεζα – Μητέρα σκοτώνει την κόρη της κι αυτοκτονεί στης ψυχής της τα Τάρταρα’’

*Κορνήλιος Καστοριάδης.

**Από τη συλλογή ‘’Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός 2020.

Λίνα Φυτιλή, Φίλοι

Των κατά φαντασίαν
συγγενών
όσων έχουν
έναν τρόπο να κρύβονται
πίσω από ψευδώνυμα

Δείτε
πως οι πληγές είναι
τρόπαια
σε ξένα σώματα

Αυτοί που έχουν αφεθεί
στη μοίρα τους
το ξέρουν.
Εσείς -πιο γενναίοι-
με κάποια ίχνη
ειρωνίας, το λέτε;

Ώρα να βρει
το παρελθόν
έναν άλλο τόπο.

Μετά, θα ‘ρθει
κι η σειρά μου

*Από τη συλλογή “Ισόβιο πρόσωπο”, εκδ. Μελάνι, 2018.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Εξορία

Το σώμα μου δεν θέλει να μιλάει πια
θέλει να κλείσει το στόμα
Μάτωσε στα μάτια του κόσμου
θέλει να βγάλει τη γλώσσα του
να γλείψει τις πηγές του
να φιλήσει τις ρυτίδες του
να αγκαλιάσει τα κόκαλά του
να χαϊδέψει τη ζαρωμένη κοιλιά του
να κλείσει ευλαβικά στα δυο του χέρια
τα πρησμένα στήθη του
τις αρθρώσεις που πονάνε
τις ενώσεις που σπάσανε
αυτές που δεν ήταν ποτέ

Το σώμα μου δεν θέλει να μιλάει πια
Το έχει πιάσει το παράπονο
Ό,τι και να λέει
Κανείς δεν το ακούει:
ότι δεν είναι σώμα
Είναι καρδιά,
μια καρδιά από δέρμα.

*Από τη συλλογή “Φιλιά στο κενό”, εκδ. Μελάνι, 2020.

Σοφία Κουφού, Dust in the wind

Συλλέγω σκόνες,
Σε διάφορα χρώματα.
Κυρίως το λευκό μ’ αρέσει,
αυτό της καθαρής ψυχής
του κενού
του ολόκληρου
της αδιάβαστης αρχής αυτού του ποιήματος.
Ξεχωρίζω σκόνες
ανά μέγεθος κόκκου.
Οι λεπτόκοκκες ακολουθούν τον αέρα,
οι υπόλοιπες στέκονται στο τραπέζι σχεδόν σταθερές.
Διαλύω σκόνες
διαφόρων πυκνοτήτων
σε νερά και έλαια.
Κάποιες μένουν αδιάλυτες
ακατάλληλες για αναδεύσεις.
Αυτές προτιμώ.
Τέλος
τις αφήνω όλες
μπροστά στον ανεμιστήρα.

*Από τη συλλογή “Περί θέσεως και ευρύτητας”, εκδ. Φαρφουλάς, 2020.

Μαντώ Αραβαντινού, Γραφή Γ’ (απόσπασμα)

Ποια μέθη κρατάει τα βλέφαρά σας μισόκλειστα;
Η μνήμη του αδιέξοδου; ή η γνώση του ελάχιστου;

Έτσι τους μίλησα και κρατούσα τα μάτια ορθάνοιχτα μέσα στη νύχτα.
Γιατί αυτή των φθόγγων η δύναμη των αισθήσεων μαλακτικό και μαστίγιο.
Όμως άπνοια του θέρους και θρηνωδία πουλιών.

Τότε τα πράγματα με πλησίασαν ανάλγητα και αυτά περιγράφω.
Προχωράω σε βάθος.
Διαπερνώ τον χώρο του λόγου.
Αρθρώνω τους φθόγγους που βγαίνουν απρόθυμοι απ’ την καρδιά των αντικειμένων.
Περισφίγγω ασφυκτικά το αντικείμενο.
Ενσωματώνω κι ενσωματώνομαι στις μορφές του αντικειμένου.
Η γλώσσα ακόμα ανάπηρη.

Το εκεί, το εδώ, που πάντα συμπλέκεται.
Το εγώ και το συ στους δικούς του τους νόμους.
Ακούω τους κραδασμούς του ανέκφραστου,
των ανάρθρων τους ήχους,
των φθόγγων φευγαλέα την άρθρωση,
την ροή του χειμάρρου.

Μετράω σιωπή.

Αθήνα 1964-67

Νίκος Καρούζος, Βαθμίδες

Αν είδατε τη μοναξιά ποτέ πίσω απ’ το τζάμι
να σας απειλεί
μ’ ένα μαχαίρι σιωπή
που αργά θα σχίσει το δικό σας στήθος
όπως φάντασμα την πόρτα περνά
με γελαστά τα εξογκωμένα μήλα
και να στέκει-
θα με αγαπήσετε, είναι γυμνό
σαρώθηκε αυτό το μεσημέρι.

*Από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/09/08/vatmides/

Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), Δύο ποιήματα

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΑΧΤΙΔΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Η κίτρινη αχτίδα του φθινόπωρου
ζωγραφίζει το μουσκεμένο δάσος
πόση ευγένεια παλαιϊκιά πόσο πάθος
Έρημος ακούω εδώ τη δροσιά
να μιλάει ο αχός του κόσμου
Χρωματισμένα σύννεφα χρυσαφιά λυωμένα
ξεπροβοδούν έναν ήλιο νεκρό πέρα στην άφωνη δύση
Έρχεται: – το κρυερό σουρούπωμα
οι σκιεροί χρωματισμοί
το νύχτιο σιωπηλό περπάτημα των άστρων

*

ΞΕΡΩ· ΣΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Ξέρω· στην άγρια νύχτα
το πολικό αστέρι ακλόνητο
φωτίζει τον απελπισμένο ναύτη
– ω! μη μου χαθείς ελπιδοφόρο αστέρι,
χρυσόθωρο, ερωτικό μου αστέρι.

*Τα ποιήματα τα πήραμε από εδώ: http://hellenicpoetry.com/uncategorized/drivas/

ένα έτσι, Είχα μία ώρα για να σώσω τον κόσμο 

Photo: Peter Kertis

Είχα μία ώρα
για να σώσω τον κόσμο
από την καταστροφή
απλά και μόνο λέγοντας κάτι
μία οποιαδήποτε έκφραση
ότι ήθελα, ότι πίστευα
γενικό ή συγκεκριμένο
ικανό να σώσει τον κόσμο
από την καταστροφή.
Δοκίμασα τα πάντα.
Αφού εξάντλησα το μυαλό μου
έπιασα τα βιβλία μου
τα τραγούδια και τις προσευχές.
Στα τελευταία λεπτά
είχα ήδη καταρρεύσει
σε κάτι άρρωστο και ξένο.
Όταν η ώρα πέρασε για τα καλά
πήρα τηλέφωνο την μητέρα μου
και της ζήτησα συγνώμη κλαίγοντας
ζητώντας της να με συγχωρέσει.
Ο θόρυβος της πόλης
συνέχιζε να τρυπά τους τοίχους μου.
Η αλήθεια είναι εξάλλου
πως ο κόσμος δεν με ενδιέφερε ποτέ.

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/09/07/6582/