Ρογήρος Δέξτερ, De paradoxis

VII

[De Chorea Nympharum
Ή
De interpretatione recta]

•από πέρα• κι αντίπερα•
Στα γυάλινα πηγάδια•
Λες και τις σπέρνει ο βοριάς•
Φυσώντας•
Πέτρες στα κεραμίδια• και
Πέτρες στα παράθυρα• “πάλι
Περνά το νεραϊδόσογο”• θά ‘λεγε
Η γιαγιά• που σχωρέθηκε στα 90•
Αδύνατη σαν οδοντογλυφίδα• και
“Σουτ• μην κρένετε”• ρίχνοντας•
Χοντρό αλάτι στη φωτιά• να
Κάνει παφ και κρότο• να
Φύγουν στον άνεμο τα ξωθικά•
Με την αλλόκοτη λαλιά τους•
“Σαν το ψαθί που το πάτησαν
Χάμω”• πέρασμα λοιπόν•
Από ξουθιές και ανερούσες•
Όπως τα γάργαρα νερά•
Που κελαρύζουν• ίσια κάτω στο ρέμα•
Δε θα σου βάσταγε να πας•
Τη νύχτα τραγουδώντας•
Ούτε κι “αργά τ’ αποταχύ” • μήτε και
“Πάρωρα το γιόμα” • αυτά
Λαχαίνουν μία στις χίλιες• ή
Μήπως ξέσπασε
Κι άλλος πετροπόλεμος•
Στην απάνω γειτονίτσα• που
Μόνο οι κλήρες
Κατέχουν καλά•
Από πριν γεννηθούν• ένα ξέρω•
Ότι οι πέτρες πέφτουν πάνω μου•
Και δεν είναι• βότσαλα στη λίμνη•
Τουλάχιστον
Από έναν κύκλο στο νερό•
Να γύριζα πίσω•
Σε μια λιακάδα αλλιώτικη•
Σε κάτι τραγούδια ξεχασμένα• και
Όχι εδώ• γιατί•
“Αυτού που μπήκες νιούτσικε
Πίσω δε ματαβγαίνεις”•

*

media vita in morte sumus

•έως πότε θα σέρνεσαι• ψιθύρισε•
Κουνώντας το κεφάλι του• κι αν
Ζούσε σήμερα•
Τί πίκρα θά ‘χε ο αδερφός μου•
Ο πατέρας μου λιώνει στο λάκκο του
Και οι ζωντανοί στο δικό τους• είπα•
Ν’ απαντήσω•
Μήνες αργότερα
Πήγε κι αυτός από καρδιά στα 70•
Να συναντήσει τους προγόνους μας• ελπίζω•
Σπάζοντας τα δεσμά
Τής σάρκας και τής ύλης•
Τουλάχιστον νά ‘φυγε χαρούμενος•
Αλλά και πάλι•
Ποιος ξέρει στ’ αλήθεια•
Σε τί παλίμψηστο
Θα ξεπέσει στο μεταθάνατο•
Κι εγώ ακόμη εδώ•
Να σέρνομαι κάποτε•
Και άλλοτε να με σέρνουν
Από τη μύτη διάφορες•
Σκέψεις• θλίψεις• γυναίκες•
Μέχρι να βρούμε μαζί•
Τον βαθύ γκρεμό
Που μας ταιριάζει•

*

Verae Historiae

•η μία κόρη•
Έμεινε έγκυος νωρίς•
Σ’ ένα ταξίδι μακρινό•
Στην ύπαιθρο• όπου και χάθηκε•
Κάπου• λένε• κοντά στο Ροδολείβο• η άλλη
Μετρούσε εκτρώσεις• μέχρι τα 40• ώσπου
Τη βρήκαν κόκκαλο• μ’ ένα μπουκάλι χάπια•
Στο κρεβάτι της• η μάνα
Των κοριτσιών• έφυγε γρήγορα• από θρόμβωση•
Ενώ ο πατέρας
Τίναξε τα μυαλά του στον τοίχο•
Το βράδυ που έμαθε
Πως η αλήθεια
[Που νόμιζε ότι γνώριζε καλά]
Δεν ήταν•
Παρά ένα καλοστημένο ψέμα•
Μην μπορώντας ν’ αντέξει•
Ότι και ο δικός του χάρτινος πύργος
Γκρεμίστηκε αύτανδρος• δεν
Ξέρω τελικά•
Αν κάποιος από τους τέσσερις
Είχε άδικο• ίσως κανείς•
Και αυτό είναι όλο•

*Δημοσιεύτηκαν και εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2022/05/de-paradoxis.html?fbclid=IwAR1K5UOWqAWBC5pav4HJdygYnRzf5EtQAg2iPIyCd0J1dE04whWxJ0SS-bk

**Στην εικόνα: Egon Schiele, «Four trees» (1917). Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σταύρος Βαβούρης, Η αλληγορία της πικροδάφνης

Οι πικροδάφνες προχωρούν σε δυο ατέλειωτες σειρές·
απʼ το σημείο που ξεκινάς
έως το σημείο για όπου προορίζεσαι
ανηφορίζουν έξαλλες μαζί σου
και μπορεί κανείς, πολύ δικαίως να υποθέσει
πως ξεφυτρώνουν μέσα από τη θάλασσα
κι ότι εξακολουθούν νʼ ανθίζουν μέσα στον αέρα·
γιατί,
γιατί ανασαίνεις την πικρή τους ευωδιά χωρίς ανάπαυλα
δίχως να παρεμβάλλονται άλλα αρώματα
νʼ ανακινεί αισθήματα και πρόσωπα πικρά
που τέλειωσαν το ρόλο τους στις μέρες σου
που εν τούτοις στάζουν το φαρμάκι τους
πάντοτε στις ρίζες της ζωής σου·
πικρές κινήσεις, αλυσίδες χωρισμών,
άρνηση, προδοσίες,
απʼ το σημείο που ξεκινάς
έως ότου, εκεί, που σταματάς για τις καθημερινές σου ασχολίες.
Και στο γυρισμό τα ίδια φυσικά·
γιατί και πώς νʼ αλλάξουν;

Αλλʼ αυτά, στο τέλος μοιάζουν λόγια –τα πες τα ξανάπες–
μοιάζουν φωνές, που απόμειναν
παράξενα αλληγορικά τραγούδια μες στον άνεμο
που μʼ όποιον τρόπο κι αν ειπώθηκαν
που κι αν τα ξεχωρίσαμε
καμιά φορά μεσʼ απʼ τη λύσσα του νοτιά
δεν καταλάβαμε ποτέ
τʼ ήταν αυτό που θέλησαν να πουν
γιατί ειπώθηκαν άραγε με τόση αλληγορία
για τι ʼχαν τέλος πάντων, προσπαθήσει να μας πείσουν.

Προτιμότερο κανένας να σωπαίνει.
Έρχεται καιρός που αντιλαμβάνεσαι
πως είσαι βασιλιάς εξόριστος σε μια περιοχή
που ʼχουνε στύψει οι χρυσοθήρες
μετά η επιδημία κι ο σεισμός.
Μιλάς και χρειάζεσαι πολίτες να σʼ ακούσουν.
Δεν σε χρειάζεται κανείς.
Βγαίνεις το βράδυ στο μπαλκόνι με την αίσθηση
πως θα σʼ εξακοντίσουνε ως τʼ άστρα οι επευφημίες του πλήθους.
Στους δρόμους, το πολύ, περαστικοί αδιάφοροι.
Στο δέρμα σου βουίζει και σαρκάζει
η Σιωπή.

Κι έτσι είναι που απαυδήζεις τέλος απʼ τα ποιήματα και τα όνειρα.
Γυρεύεις τότε να ʼβρεις τη Ζωή.
Τη βρίσκεις. Νοσταλγείς μετά, τα ποιήματα ξανά.
Στρέφεις και βλέπεις:
πως δεν υπάρχει δρόμος γυρισμού
πως δεν υπάρχουν ξέχωρα ζωή και ποιήματα.
Πως όλα είναι όνειρα, ζωή και ποιήματα
μια αξεχώριστη έννοια
μια αξεχώριστη θολή βοή.

Είναι προτιμότερο λοιπόν κανένας να σωπαίνει;
Κάποτε οι παραβολές κι οι αλληγορίες τελειώνουν
και για όλους, φτάνει η ώρα του Σταυρού.
Τότε, με τη λόγχη στο πλευρό
τι ποιήματα μπορείς να κάνεις;

Σκατά·
κάθομαι τώρα και μιλώ για πικροδάφνες
απʼ το σημείο που ξεκινήσαμε
ίσαμε δω που φτάσαμε
ίσαμε δω απʼ όπου τώρα προσπαθώ να εξηγηθώ
στύλος καμένος απʼ τʼ αγιάζι και τη λάβρα των καιρών
τίγρης, με χαίνουσα πληγή στο στήθος όλο,
πάνθηρ δραπέτης από τσίρκο
που χρόνια ανέχτηκε να τον χειροκροτούν
γιατί μπορούσε κι έκανε παράσταση τη λύσσα του
κάθομαι και μιλώ κι αλληγορώ,
ενώ τόσο εύκολα κι απλά μπορώ να πω:
οι πικροδάφνες είμαι εγώ.

*Από την ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998.

Josef Albers, More or less / Λίγο – πολύ

Easy – to know
that diamonds – are precious

good – to learn
that rubies – have depth

but more – to see
that pebbles – are miraculous

Εύκολο – το να ξέρεις
ότι τα διαμάντια – είναι πολύτιμα

καλό – να μάθεις
ότι τα ρουμπίνια – έχουν βάθος

αλλά περισσότερο – να δεις
ότι τα βότσαλα – είναι θαυματουργά

*

There is no world without a stage
and no one lives for not-appearing

Seeing of ears invites to speak
knowing of eyes invites to show

Notice also, silence sounds
listen to he voice of color

Semblance proves it can be truth
as every form has sense and meaning

Δεν υπάρχει κόσμος χωρίς σκηνή
και κανείς δεν ζει για να μην εμφανίζεται

Η θέαση των αυτιών προσκαλεί στο να μιλήσει
η γνώση των ματιών προσκαλεί στο να δείξει

Παρατήρησε επίσης, η σιωπή ηχεί
άκουσε τη φωνή του χρώματος

Η εμφάνιση αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι αλήθεια
καθώς κάθε μορφή έχει αίσθηση και νόημα

*

To distribute material possessions
is to divide them

To distribute spiritual possessions
is to multiply them

*

Να μοιράζεις υλικά αγαθά
είναι για να τα χωρίσουμε

Να μοιράζεις πνευματικά αγαθά
είναι για να τα πολλαπλασιάσουμε

*

Calm down
what happens

happens mostly
without you

Ηρέμησε
ό,τι συμβαίνει

συμβαίνει κυρίως
χωρίς εσένα

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο Black Mountain Poems – An Anthology, New Directions 2019. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Στη φωτογραφία: Ο Josef Albers κάθεται στο πάτωμα σε μια έκθεσή του το 1956.

Ζέφη Δαράκη, Ο υποβολέας

Θέλετε να κατεβώ τη σκάλα
εν συνεχεία στρίβοντας
δεξιά στο διάδρομο και
πάλι αριστερά κάτω
στα υπόγεια
εκεί που ερειπώνεται ο ουρανός
των λέξεων, θέλετε
πλήρη αποσαφήνιση των γεγονότων;

Δεν δικαιούσθε να συσκοτίζετε
τα “εν ονείρω”, απάντησε ο υποβολέας
Το μήνυμα να είναι σαφές
προς όλο το ακροατήριο
Διότι στα υπόγεια κάτω ανάμεσα στις φλόγες
αναστέλλονται οι απσαφηνίσεις

Γιγαντώνονται επικίνδυνα οι ασάφειες
και πρυτανεύουν ακατανόητες εικόνες ρίγους

Δημήτρης Τρωαδίτης, Βεβαιότητα

η αιωνιότητα ενυπάρχει
μέσα σε όλα
ακόμα και μέσα
στον πεπερασμένο εαυτό μας
σεργιανάει πέρα
από το τίποτα

σαν κλείνουμε τα μάτια
βλέπουμε τα πάντα
μα όταν τ’ ανοίγουμε ξαφνικά
πέφτει απότομα η αυλαία
της εφήμερης ζωής

*Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του Νίκου Εγγονόπουλου.

Αλεξία Βίκτωρος, Δύο ποιήματα

ΑΛΛΑΖΩ

Ταυτίζομαι με το ταξίδι ενός περαστικού
ταυτίζομαι με ένα φυσιολογικό αδιέξοδο
που με συνεπαίρνει.
Αλλάζω.

*

ΜΗΝ ΚΑΤΑΚΤΑΤΕ

Μην κατακτάτε ψυχές.
Τόσο σκληρές
αόρατα φθείρονται.

Η πίστη του ανθρώπου
δεν κρατάει ποτέ
τη μετάθεση του εαυτού της αιώνια- μέχρι το τέλος.

Είναι η εργασία
είναι ο μόχθος εκείνων που εξαντλήθηκαν
και συμβιβάστηκαν μες στις επισκέψεις του πόνου
καμία πίστη.
Οι υπόλοιποι έγειραν
έχοντας το πολλαπλάσιο μέγεθος από αυτό των παιχνιδιών τους
και φυσικά
έχοντας συμβιβαστεί παρόμοια με τους πρώτους.

Μην κατακτάτε ψυχές. Μια τέτοιου είδους ηδονή
ματαιώνει την επιστροφή
και την ανιαρή θλίψη.

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης Joan Miro, La Porte (1931).

Αντιγόνη Κεφαλά: μία κατ’ εξοχήν ποιήτρια της Διασποράς

ΕΛΕΝΗ ΝΙΚΑ*

Να βρούμε το μέτρο μας, ακριβώς,
όχι την ηχώ άλλων φωνών.

Αντιγόνη Κεφαλά, ‘Διψασμένος καιρός’, 1978
“Στη Ρουμανία μας λέγανε Έλληνες, στην Ελλάδα αλλοδαπούς και στην Αυστραλία πρόσφυγες”.

Με τα λόγια αυτά η Αντιγόνη Κεφαλά (σε συνέντευξη που έδωσε κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Ελλάδα το 1990) εκφράζει την πικρία της για την κατάσταση του μετανάστη που ανήκει παντού και πουθενά. Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι κατ’ εξοχήν κόρη της ευρείας ελληνικής Διασποράς. Γεννήθηκε στην Βράιλα της Ρουμανίας τη δεκαετία του 1930 από Έλληνες γονείς (καταγωγή του πατέρα από Μεσολόγγι και Μικρά Ασία, μητέρα από Ιθάκη). Στη Βράιλα έμεναν πολλοί Έλληνες, έμποροι και επιχειρηματίες, αλλά και πολλοί διανοούμενοι. Στην τελευταία κατηγορία ανήκε η οικογένεια της Αντιγόνης. Ο πατέρας της ήταν μουσικός, ο αδελφός της φοιτητής Μουσικής και η μητέρα της λάτρης της λογοτεχνίας. Η σοβιετική εισβολή μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην Ρουμανία ανάγκασε πολλά μέλη της σφριγηλής ελληνικής κοινότητας να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα. Η οικογένεια Κεφαλά έφτασε εκεί το 1947, αφήνοντας όλα τα υπάρχοντά της στην Βράιλα. Στο Λαύριο καθώς και στον Πειραιά, όπου τους πρόσφερε άσυλο η Ελλάδα, παρέμεινε για τέσσερα χρόνια, περνώντας φοβερές δυσκολίες σε μια χώρα που μόλις έβγαινε από τα δεινά του πολέμου και ιδίως του εμφυλίου. Αρκετά από τα ποιήματα και πεζά της Κεφαλά αναφέρονται σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια στο Λαύριο. Τελικά, η οικογένεια αποφάσισε να μεταναστεύσει και η μόνη χώρα που τους δέχτηκε, λόγω ορισμένων προβλημάτων υγείας, ήταν η Νέα Ζηλανδία.

Η οικογένεια Κεφαλά βρέθηκε σε ένα τελείως διαφορετικό κόσμο από εκείνον της Ρουμανίας που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει απότομα. Οι γονείς και ο μεγαλύτερος αδελφός δούλεψαν σε εργοστάσια, εκτός από την Αντιγόνη που ως ανήλικη, έπρεπε να παρακολουθήσει Γυμνάσιο. Στη συνέχεια σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Wellington από όπου αποφοίτησε με πτυχίο Μάστερς. Όμως για μία ακόμη φορά αναγκάστηκε για προσωπικούς λόγους να φύγει και από τη Νέα Ζηλανδία και να εγκατασταθεί το1960 στο Σίδνεϊ όπου και διέμενε μέχρι τον θάνατό της. Διετέλεσε σύμβουλος στο Australian Council for the Arts (κρατικός οργανισμός για την προώθηση των Καλών Τεχνών). Το 1988, μετά από πολυετή υπηρεσία, συνταξιοδοτήθηκε και έκτοτε ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή.

Δεδομένου ότι η οικογένεια της Αντιγόνης ασχολούνταν με τη μουσική και τα γράμματα, επόμενο ήταν η Αντιγόνη να στραφεί προς την ίδια κατεύθυνση. Οι σπουδές ήταν σε γλώσσες και λογοτεχνία. Γνώριζετέσσερις γλώσσες (Ρουμανικά, Γαλλικά, Ελληνικά και Αγγλικά), αλλά το λογοτεχνικό της έργο είναι γραμμένο μόνο στην Αγγλική διότι είναι η γλώσσα που κατέχει άπταιστα εφόσον έχει κάνει τις πανεπιστημιακές της σπουδές στα Αγγλικά και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο Σίδνεϊ. Η παρουσία της Αντιγόνης Κεφαλά στα αυστραλιανά γράμματα ίσως να είχε μείνει απαρατήρητη από την ελληνοαυστραλιανή κοινότητα εάν ο καθηγητής Γιώργος Καναράκης δεν είχε δημοσιεύσει τους καρπούς της έρευνάς του στο υπέρογκο βιβλίο του με τίτλο “Η λογοτεχνική παρουσία των Ελλήνων στην Αυστραλία” (Αθήνα 1985), και εν συνεχεία στην αγγλική γλώσσα, Greek Voices in Australia (ANU 1988). Τα δύο αυτά βιβλία αποδείχτηκαν καταλυτικά για την ραγδαία εξέλιξη της μελέτης και κριτικής της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.

Σε κείνη ακριβώς την καμπή ήμουν κι εγώ τυχερή να βρεθώ, σπουδάζοντας Ελληνική και Αγγλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης. Οι συγκυρίες ήταν καταλυτικές και για μένα καθώς και για τον δρόμο που ακολούθησα αποφασίζοντας να ασχοληθώ με τη μελέτη της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας, ούτως ώστε οι σπουδές μου να συνδέονται με την πολυπολιτισμική κοινωνία. Και δεν ήμουν η μόνη. Μια σημαντική ομάδα πανεπιστημιακών και συγγραφέων έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην έρευνα, μελέτη, μετάφραση και διάδοση της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας.

Η Αντιγόνη Κεφαλά είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της διασπορικής λογοτεχνίας που γράφοντας στην αγγλική γλώσσα διευκόλυνε την πρόσβαση μη Ελλήνων κριτικών να ασχοληθούν με το έργο της. Ίσως η Αντιγόνη να μην είναι γνωστή στο ευρύ κοινό της παροικίας μας, της χρωστούμε όμως ευγνωμοσύνη που έκανε εμάς και τις μεταναστευτικές μας εμπειρίες γνωστές στο αγγλόφωνο κοινό.

Άρχισα αυτό το σημείωμα με το πρόβλημα του μετανάστη που ανήκει παντού και πουθενά. Τελειώνω με ένα πιο ενθαρρυντικό σχόλιο που είχα αναφέρει στο παρελθόν για την Kεφαλά. Αν και το έργο της δεν είναι κοινωνικός ρεαλισμός, συνδυάζει όμως την τέχνη με την ιστορία, απεικονίζοντας τα σπουδαιότερα φαινόμενα του εικοστού αιώνα: τον πόλεμο και την αναπόφευκτη προσφυγιά και μετανάστευση. Χωρίς να αναφέρει καν τις δύο αυτές λέξεις, η παρουσία τους είναι εμμέσως διάχυτη σε ολόκληρο το έργο της.

Ένας από τους κύριους λόγους που η προσφορά της στα γράμματα θα καταστεί ανεπανάληπτη είναι ότι κατάφερε να δημιουργήσει μια δική της φωνή και όχι να μιμηθεί τις φωνές άλλων (βλ. τους δύο στίχους του ποιήματός της στην αρχή αυτού του σημειώματος). Μια μοναδική φωνή που ως επί το πλείστον μόνο κάποιος εξωτερικός παρατηρητής (πρόσφυγας ή μετανάστης) μπορεί να εκφράσει με μεγαλύτερη αυθεντικότητα.

Σημ. Το παραπάνω άρθρο συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο ειδικό αφιέρωμα για την Αντιγόνη Κεφαλά σελ. 20-41, περιοδικό Αντίποδες (2018) και λόγω του ξαφνικού θανάτου της πρόσφατα.


*Η Ελένη Νίκα (πρώην Πανεπιστημιακός στο La Trobe University) είναι μεταφράστρια και εκδότρια ορισμένων από τα έργα της Αντιγόνης Κεφαλά σε δίγλωσσες εκδόσεις μέσω του οίκου της Owl Publishing.

Μιχάλης Κατσαρός, από το “Κορέκτ – Φόβος ποιητή”

17

Δεν ομιλώ για τον ποιητή
που γράφει το νέο ποίμα
“Φόβος ποιητή”
αλλά έτσι για κάποιο
κάποιο φανταστικό.
Έναν όπου με ακολουθούσε
ένα σαιξπήριο Φου
όπου αυτός ο ποιητής του
Ρτούσε
Διάβαζε
Ερμήνευε
και όχι.
Έγραφε και φοβόταν
μήπως δεν είναι ποίηση.
Ήθελε να εξηγεί
Ήθελε στην κενωνία
την άτιμη
ν’ άρεσε
το ύφος του ο πόνος του
οι συμβουλές του
κι έλεγε:
“Άτιμη κενωνία
τον ποιητή σου!”
Και καθώς τις νύχτες πετούσε
με τα ποιητικά φτερά
όπου αυτός γεννούσε
σε διανυκτερεύοντα μπαρ
φιλολογικά σαλόνια
σαν Κλαίρη Μπουθ
μεθούσε πονούσε
και έλεγε
“Στον ποιητή”
κι άφηνε της νύχτας τ’ αμάξι.

Νύκτα
και Νύχτα
δεν τα ξεχώριζε
“στον ποητή ξημερώνει”
κι όλο πονούσε
κι όλο φοβότανε
αν
τα κατάφερνε.

Τώρα θα συλλογιέται
τι να γράφει ο ποιητής
αφού εγύ χρόνια του λείπω.

*“Κορέκτ – Φόβος ποιητή”, εκδ. Μανδραγόρας, 1996.

Jack Kerouac, Δεκαοκτώ Χάικου

1

Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Για αυτό.

Do you know why my name is Jack?
Why?
That’s why.

2

Λουλούδια
στραβά στοχεύουν
στον ευθύ θάνατο.

Flowers
aim crookedly
at the straight death.

3

Το όνειρο του Θεού
είναι μονάχα
ένα όνειρο.

God’s dream,
it’s only
a dream.

4

Δημιουργία του Χάιντν ή
Κόλμαν Χόκινς,
με φτιάχνουν εξίσου.

Haydn’s creation or
Coleman Hawkins, I can
fix ‘em just right.

5

Μέγας κόμπος
στη σεκόγια ωσάν
το πρόσωπο του Δία.

Huge knot in the
redwood tree
looking like Zeus’ face.

6

Φώναξα τον Χαν Σαν
Μες στην ομίχλη –
Σιωπή, απάντησε.

I called Hanshan
in the fog –
Silence, it said.

7

Τα σύννεφα της Αιόβα
μια ακολουθία
στην Αιωνιότητα.

Iowa clouds
following each other
into Eternity.

8

Πέφτει δείλι –
Η πατσαβούρα στο
βράχο στεγνώνει.

Late afternoon-
The mop is drying
on the rock.

9

Άνθρωπος πεθαίνει –
Λιμανιού φώτα
σε ακύμαντη θάλασσα.

Man dying –
Harbor lights
on still water.

10

Χλόη του Μάη –
Σχεδόν με
Ραχάτι.

May grass –
Nothing much
to do.

11

Άντρες και γυναίκες
φλυαρούν κάτω από
το αέναο Κενό.

Men and women
yakking beneath
the eternal Void.

12

Οι επικριτές μου
σαλεύουν αδιάκοπα
σαν τον κισσό στη βροχή.

My critics jiggle
constantly like
poison ivy in the rain.

13

Νιρβάνα,
όπως όταν η βροχή
σβήνει μια μικρή φωτιά.

Nirvana,
as when the rain
puts out a little fire.

14

Επτά Νοέμβρη
σβήνει το τελευταίο
τριζόνι.

November the seventh
the last
faint cricket.

15

Το λουλούδι
στου γκρεμού την άκρη
δείχνει το φαράγγι.

One flower
on the cliffside
nodding at the canyon.

16

Διαρκώς προσεύχομαι –
Μιλώντας
στον εαυτό μου.

Praying all the time –
Talking
to myself.

17

Επτά πουλιά σ’ ένα δέντρο,
κοιτάζουν προς
κάθε κατεύθυνση.

Save birds in a tree,
looking
in every direction

18

Ανοιξιάτικη νύχτα –
Ακούω τη γάτα να
μασάει ψαροκέφαλα.

Spring night – the sound
of the cat
chewing fish heads.

*Από το βιβλίο “Τζακ Κέρουακ, Ρεμπό και 18 Χάικου”, εκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2015.

**Μετάφραση – Επίμετρο: Γιάννης Λειβαδάς.

Lawrence Ferlinghetti, I Am Waiting

“I am waiting for my case to come up
and I am waiting
for a rebirth of wonder
and I am waiting for someone
to really discover America
and wail
and I am waiting
for the discovery
of a new symbolic western frontier
and I am waiting
for the American Eagle
to really spread its wings
and straighten up and fly right
and I am waiting
for the Age of Anxiety
to drop dead
and I am waiting
for the war to be fought
which will make the world safe
for anarchy
and I am waiting
for the final withering away
of all governments
and I am perpetually awaiting
a rebirth of wonder
I am waiting for the Second Coming
and I am waiting
for a religious revival
to sweep thru the state of Arizona
and I am waiting
for the Grapes of Wrath to be stored
and I am waiting
for them to prove
that God is really American
and I am waiting
to see God on television
piped onto church altars
if only they can find
the right channel
to tune in on
and I am waiting
for the Last Supper to be served again
with a strange new appetizer
and I am perpetually awaiting
a rebirth of wonder
I am waiting for my number to be called
and I am waiting
for the Salvation Army to take over
and I am waiting
for the meek to be blessed
and inherit the earth
without taxes
and I am waiting
for forests and animals
to reclaim the earth as theirs
and I am waiting
for a way to be devised
to destroy all nationalisms
without killing anybody
and I am waiting
for linnets and planets to fall like rain
and I am waiting for lovers and weepers
to lie down together again
in a new rebirth of wonder
I am waiting for the Great Divide to be crossed
and I am anxiously waiting
for the secret of eternal life to be discovered
by an obscure general practitioner
and I am waiting
for the storms of life
to be over
and I am waiting
to set sail for happiness
and I am waiting
for a reconstructed Mayflower
to reach America
with its picture story and tv rights
sold in advance to the natives
and I am waiting
for the lost music to sound again
in the Lost Continent
in a new rebirth of wonder
I am waiting for the day
that maketh all things clear
and I am awaiting retribution
for what America did
to Tom Sawyer
and I am waiting
for Alice in Wonderland
to retransmit to me
her total dream of innocence
and I am waiting
for Childe Roland to come
to the final darkest tower
and I am waiting
for Aphrodite
to grow live arms
at a final disarmament conference
in a new rebirth of wonder
I am waiting
to get some intimations
of immortality
by recollecting my early childhood
and I am waiting
for the green mornings to come again
youth’s dumb green fields come back again
and I am waiting
for some strains of unpremeditated art
to shake my typewriter
and I am waiting to write
the great indelible poem
and I am waiting
for the last long careless rapture
and I am perpetually waiting
for the fleeing lovers on the Grecian Urn
to catch each other up at last
and embrace
and I am awaiting
perpetually and forever
a renaissance of wonder.”