Alejandra Pizarnik, Το κελί

Έξω υπάρχει ήλιος.
Δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν ήλιο
αλλά οι άνθρωποι τον κοιτούν
και ύστερα τραγουδούν.

Εγώ δεν ξέρω από ήλιο.
Εγώ ξέρω τη μελωδία του αγγέλου
και το φλογερό κήρυγμα
του τελευταίου ανέμου.
Ξέρω να ουρλιάζω το ξημέρωμα
όταν ο θάνατος υποβάλλεται γυμνός
στη σκιά μου.

Εγώ δακρύζω κάτω απ’ τ’ όνομά μου.
Εγώ κουνώ μαντίλια τη νύχτα και βάρκες
θλιμμένες από την αλήθεια
χορεύουν μαζί μου.
Εγώ κρύβω καρφιά
για να σταυρώσω τ’ άρρωστα όνειρά μου.

Έξω υπάρχει ήλιος.
Εγώ ντύνομαι με στάχτες.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες» [1958]. Εμείς το πήραμε από το βιβλίο «Alejandra Pizarnik, Ποιήματα», επιλογή-μετάφραση Στάθης Ιντζές, Εκδόσεις Ενύπνιο Θράκα, Αθήνα 2020.

Τάσος Πορφύρης, Πέντε ποιήματα

Ι. Σωσίβιο

Όταν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε το υπόγειο όπου
Αναπαύονταν σε ράφια τα παλιά σκονισμένα βιβλία
Έπρεπε να το απαλλάξουμε από τα χιλιάδες ανείπωτα
Λόγια που κάλυπταν σ’ ένα σεβαστό ύψος το πάτωμα
Αυτά που στήριζαν τα γραμμένα στα βιβλία και τα
Καμάρωναν γιατί κατόρθωσαν να γίνουν κάτι έστω
Συντροφιά για κάποιον που δεν έχει από κάπου να
Κρατηθεί και γραπώνεται απ’ τα φωνήεντα των
Λέξεων καθώς τον ταξιδεύουν στους αντίλαλους των
Κορυφογραμμών και στα ξυπνήματα των εύφορων κοιλάδων.

ΙΙ. Επιστροφή

Όταν ξαναφάνηκε το άγαλμα που ’χε εξαφανίσει η ομίχλη
Δεν ήταν το ίδιο το αγέρωχο ύφος μια ανάμνηση πες
Το τεντωμένο σε ευθεία χέρι γερμένο σ’ αποχαιρετισμό
Από τη ρευματική αρθρίτιδα που τον ταλαιπωρούσε με την
Υγρασία γέρασε και τ’ άλογό του δεν φουρμάζει δεν αδημονεί
Χτυπώντας τις οπλές του κανένας κίνδυνος να τον ρίξει κάτω
Οπότε η θέση των χελιδονιών στο πηλήκιο εξασφαλισμένη
Όταν γυρίζουν από τα θερμά κλίματα και ψάχνουν για
Τις περσινές φωλιές κάτω από τις σκεπές των ολίγων
Εναπομεινάντων ετοιμόρροπων προκλασσικών ποιημάτων.

ΙΙΙ. Σύρραξη

Κανονιοβολισμοί στο στερέωμα από αντιμαχόμενες στρατιές
Μαύρων σύννεφων αστραπές στα μήκη και τα πλάτη του
Κι αργότερα οι εφεδρείες για την οριστική διεκδίκηση
Του χώρου: το άγριο ποδοβολητό του ιππικού στους τσίγκους
Της σκεπής των σπιτιών κι ανάμεσα οξείς ήχοι από τα
Διασταυρούμενα ξίφη των αντιπάλων κι όσο κρατούσε
Η σύρραξη άφωνη άγρια χαρά στα στήθια κι όλα να
Χάνονται στη στέρνα κι όλα να μεταλλάσσονται σε δροσερό
Πόσιμο νερό για τους κοπιώντες και πεφορτισμένους.

IV. Κιβωτός

Το δάσος πλησιάζει το σπίτι χρόνο με το χρόνο
Δειλά-δειλά κάλυψε τον κήπο με τα οπωροφόρα
Αγρίεψαν κι αυτά οι καρποί τους σκληροί
Κατάλληλοι για τα δόντια του βοριά και το ράμφος
Της κίσσας η περγουλιά αγκάλιασε την καμινάδα
Απ’ όπου τα σταφύλια γνέφουν απελπισμένα για να
Σωθούν από τα κύματα της πράσινης θάλασσας
Για όσο παίρνει το μάτι το δάσος κατοικημένο
Από τους υπηκόους του κρυμμένους σε μυστικές σπηλιές
Στις εμπατές φρουροί πυκνές συστάδες δέντρων
Ελέγχουν τα πάντα μην ξαναρχίσει το παλιό
Παιχνίδι είναι της φαντασίας μου τα χτυπήματα στους
Ταρσανάδες ή βρίσκεται στα σκαριά η νέα κιβωτός;

V. «Σχεδόν μεσοπόλεμος»

Βαδίζει σκεφτικός ψιλοβαριέται
-το πεζοδρόμιο από βήματα υποφέρει-
Ψάχνει μια φράση “motto” να φοριέται
Στο ποίημα που τη λύτρωση θα φέρει
Βράδυ και βρέχει στη μικρή πλατεία
Σταγόνες -φωτοστέφανα- στα γύρω φώτα
Ένας περαστικός μια φιγούρα αστεία
-κι η μουσική καημός του Nino Rotta-
Τρέχει κρατώντας μια μικρή ομπρέλα
Το στήθος του σπαράζει από λυγμούς
Θα μπορούσε να κάνει κάποια τρέλα
Όμως τον κρατάει όμηρο μια εποχή
-σε δυσανάγνωστες ανάκατες σελίδες-
Και βρέχει «βρέχει μια παλιά κίτρινη βροχή»

*Από τη συλλογή “Οι μέσα μας πληγές”, Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 2015.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Δύο ποιήματα

Είδωλα

Ο άντρας είναι στόμα με φιλιά. Είναι ψιχίο ιερό
μέσα στην απέραντη ύλη. Είναι αυτός που έγραψε:
«το τίποτε προπορεύεται και έπεται».
Στο πέος του έχει αναπαίστους. Έχει
τον ίδιο τον δακτυλικό εξάμετρο.
Έχει αναβάσεις, καταβάσεις της ρίμας
και άλλες πολλές λιμνούλες στιχουργικές.
Είναι τσεκούρι που θραύει τον πάγο της
ομοιοκαταληξίας. Είναι το ρήμα Πεινάω.
Είναι η πένθιμη κραυγή του ζώου που
ξέρει πως κάποτε θα πεθάνει.
Στο είδωλό του πλέω, μες στον καθρέφτη μου
τον συναντώ. Μoυ λέει: Είσαι αντικατοπτρισμός;
Είσαι ο δικός μου λυγμός, που χύνεται
απ’ τα κελύφη του φθαρτού; Είσαι
η ιστορία μου αναποδογυρισμένη;
Είσαι ειμαρμένη;
Σε βαθιά πλοία γλιστρούν oι συλλαβές
οι φάλαινες πόθοι μας κλώθουν νερά.
Βουερά –του λέω– τα δρομολόγια της σαρκός
που κάνoυμε εσύ κι εγώ.
Πόσες κινήσεις, πόση απατηλή
τέχνη μας σπρώχνει προς τη λέξη «μαζί».
Όμως
πού ζει
η αληθινή ζωή;
Μου λέει: Αλμπατρός μου μοναχικό,
στα νέφη μη φεύγεις, μείνε εδώ, στη Γη.
Πώς αλλιώς θα παιχτεί το μεγάλο παιχνίδι
της αριθμητικής, όταν το ένα
κυλώντας μες στο δύο
τον άλλον αγκαλιάζει;
Το απατηλό ποτέ δεν νικά
απλώς για το αληθινό προετοιμάζει.

*
Ως κόκκος σινάπεως

Έτσι συνέβη. Εκστατική ήμουν.
(H ανάμνηση, στίχοι-μυοσωτίδες του ποιητή.)
Στο σώμα του αναπαύτηκα για μια στιγμή.
Ήταν μοιραίο. Για κείνον εξέπεσα από τις αγγελικές μονές
σε καζάνια και ξαφνικές κολάσεις, για κείνον ξέχασα
όλα όσα ήμουν, με τέσσερα πόδια κολλητά
έπαιξα το τέρας του Καρυωτάκη.
Aν η γυναίκα είναι Beata Beatrix, βάζει φωτιά
με το πυρ το αείζωον, δεν κάνει πίσω στο χαλασμό
δεν μένει απλή υπόθεση της γεωμετρίας. Τις νύχτες, σαν
γάτα κουλουριάζεται στον εραστή, σαν γάτα νιαουρίζει,
σαν γάτα πνίγει με τα νυχάκια της
της ερημιάς τα ποντίκια.
Ακόμη και ένας κόκκος σινάπεως αγάπη
μπορεί να σε γλιτώσει από τον θάνατο; 
Εγώ, η κυνηγός ζωών, στην ομπρέλα των κρίνων από
κάτω –πρώην ληστής και φονιάς, πρώην αξιωματικός
σε πολεμικές συρράξεις κι αιματοχυσίες–
νικήθηκα από τη θέα των ποδιών σου
αγάπη μου – στους κιρσούς σου επάνω βρήκα Πλειάδες και αστερισμούς.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://www.hartismag.gr/hartis-10/poiisi-kai-pezografia/dyo-poihmata-2

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Εδώ ανήκουμε
Στους τόπους του Τώρα και του Άλλοτε
Μετανάστες στιγμών
σε μια ιθαγένεια που συνεχώς αλλάζει
ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή
όπως ελπίζεις πως έμεινε οριστικά
πίσω σου η Χίμαιρα
πως βρήκες επιτέλους στην έξοδο
το φως
Εδώ στις δίνες των ανέμων
που η θάλασσα αγκαλιάζει
μαστιγώνοντας το δέρμα της γαλήνης
θα πιούμε, πάλι, ένα φλιτζάνι τσάι
θα χορέψουμε τον χορό των αστεριών
ατρόμητοι για τα κύματα
που σχηματίζουν τοπία θηριώδη
Εδώ που υψώνεται το βουητό του ανέμου
πάνω από την άπνοια των ανθρώπων
πολύ πριν από της περιπλάνησης το κύκνειο
στο ανέστιο της γραμμής το τελευταίο

*

ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ

Είναι μια καλή μέρα
Δεν κάνεις τίποτα
δεν έχεις ακούσει ραδιόφωνο
δεν έχεις ανοίξει τηλεόραση
δεν έχεις πιάσει στα χέρια εφημερίδες
δεν έχεις δει
ούτε μιλήσει με κανέναν
Ακούς συνέχεια τα πουλιά
που, περίεργο, σήμερα
δεν σε κουράζουν
Στον κήπο το νερό να κυλά
ανάμεσα σε πυκνά ορεσίβια χόρτα
Πάνω απ’ το κεφάλι σου
έναν παιχνιδιάρη ερευνητικό ήλιο
Μια ευφορία να σε τυλίγει σαν βόας
τσακίζοντας τα κόκαλα της πίκρας
και, φαντάσου, δεν έχεις πάει
ακόμα για ύπνο

Κατερίνα Φλωρά, Κόκκος μνήμης

Μιας απέραντης μικρής στιγμής το πέρασμα
αρκούσε το αποτύπωμα ν’ αφήσει
για να ξυπνά σε κάθε θύμηση σα ξεχασμένο μα πολύτιμο πετράδι
στου συρταριού τη σκονισμένη γωνιά

Ποιος νοιάστηκε ποτέ να τό βρει;
μήπως το’ πες σε κανέναν;
παρά μόνο το φύλαξες
ντροπής και καταπίεσης τρόπαιο

Για να το ξεθάψει ο αναζητητής εκείνος
που πέρα από το πλέγμα που τον περιβάλλει βλέπει
όταν οι άλλοι της δικής τους τροχιάς
απλώς κοιτούν το οικτρό ίχνος

ένα έτσι, την Κυριακή

την Κυριακή κηδεύεται η Παρασκευή
την Κυριακή ακονίζει τα μαχαίρια της η Δευτέρα
την Κυριακή όπου κι αν πηγές έφτασες
την Κυριακή φαίνεται ποιος περπατάει μόνος
την Κυριακή τα μάτια χαίρονται τα βλέφαρά τους
την Κυριακή ο πρώτος που σηκώνεται από το τραπέζι
την Κυριακή καίει το τζάκι από νωρίς
την Κυριακή πάνε στα ουζερί για τον μεζέ
την Κυριακή όλοι δείχνουν ύποπτοι
την Κυριακή πέφτουν με φορά στον τοίχο τους
την Κυριακή τα παιδιά έχουν Σάββατο
την Κυριακή οι λαχειοπώλες μοιράζουν αντίδωρο
την Κυριακή τρως πρωινό για να ξαπλώσεις
την Κυριακή πιθανώς να πιστέψεις πως την σκαπούλαρες
την Κυριακή το παρελθόν και το μέλλον παίζουν παράταση
την Κυριακή τα φύλλα μιλάνε άγνωστες γλώσσες
την Κυριακή οι ερωτευμένοι αποφεύγουν τα κασώματα
την Κυριακή οι τουρίστες παριστάνουν τους ανθρώπους
την Κυριακή ο πρωθυπουργός ζηλεύει τον πρόεδρο
την Κυριακή επιστρέφουν οι ευχές
την Κυριακή σκρολάρεις τις επαφές για να βρεις την μάνα σου
την Κυριακή οι νεκροί ανήκουν στην αιωνιότητα
την Κυριακή το ίδιο κάνουν και οι μαλάκες
την Κυριακή περνάν τα σύννεφα για όλους

Βασίλης Λαμπρόπουλος “Η παρρησία της κριτικής”

του Αργύρη Δούρβα για cultutrebook.gr

Βιογραφικό

Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος (Αθήνα, 1953) σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή στις βυζαντινές και νεοελληνικές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το 1980. Αμέσως μετά την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής, πήγε στο Μπέρμιγχαμ για μεταδιδακτορική έρευνα και το 1981 στην Αμερική όπου ακολούθησε πανεπιστημιακή καριέρα.

Αρχικά, δίδαξε στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο ενώ το 1999 έγινε ο ιδρυτής και πρώτος κάτοχος της έδρας Κ. Π. Καβάφη, στα τμήματα Κλασικών Σπουδών και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν (ΗΠΑ). Από το 2018 είναι Ομότιμος κάτοχος της έδρας Κ. Π. Καβάφη.

Η διδακτορική διατριβή

Ο τίτλος του πρώτου δημοσιεύματος του Βασίλη Λαμπρόπουλου (1976) ορίζει τις παραμέτρους του έργου του – Κρίση και κριτική.  Από τότε ως σήμερα ο Λαμπρόπουλος ασχολείται συστηματικά με θεωρητικά ζητήματα, υποστηρίζοντας ότι η θεωρία είναι απαραίτητη στη μελέτη της λογοτεχνίας και γενικότερα της κουλτούρας. Η ενασχόλησή του με τη θεωρία εδώ και μισό αιώνα προκαλεί διαρκείς αντιδράσεις, αρχίζοντας από τη σφοδρή κριτική που δέχτηκε η διατριβή του από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ,  την οποία συζητά η Βενετία Αποστολίδου στο βιβλίο της για τη Νεοελληνική Φιλολογία. 

Η διδακτορική διατριβή του Λαμπρόπουλου «Η θεωρία του Roman Jacobson για τον παραλληλισμό. Συμβολή στην επιστήμη της λογοτεχνίας» υπό την εισήγηση του Μιχάλη Σετάτου ήταν η πρώτη που τολμούσε να αξιοποιήσει τις φορμαλιστικές και στρουκτουραλιστικές θεωρίες συνδέοντάς τες με τη νεοελληνική λογοτεχνία. Η διατριβή εγκρίθηκε με άριστα εν μέσω σφοδρής κριτικής, αντιρρήσεων και διαφωνιών. Ο Λαμπρόπουλος αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο συνεχών επιθέσεων από τη δεκαετία του 1970 με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του από την ελλαδική επιστημονική κοινότητα. Βέβαια, η αντίσταση που συνάντησε η προσήλωσή του στη θεωρία αποτέλεσε για εκείνον κίνητρο και όχι ανασταλτικό παράγοντα για να αναπτύξει το συγγραφικό έργο του, ακολουθώντας πανεπιστημιακή καριέρα στην Αμερική.

Η σχέση με το περιοδικό Σημειώσεις

Οι αισθητικές και πολιτικές απόψεις του Λαμπρόπουλου οφείλουν πολλά στη σπουδαία παρέα του περιοδικού Σημειώσεις, στην οποία μπήκε το 1975 και εξακολουθεί να ανήκει. Το περιοδικό Σημειώσεις είναι το μακροβιότερο μεταπολιτευτικό έντυπο κριτικής θεωρίας,  πολιτικής φιλοσοφίας και ποίησης στην Ελλάδα. Το πρώτο τεύχος του κυκλοφόρησε το 1973, με πρωτεργάτες τους σημαντικούς Μάριο Μαρκίδη, Ανδρέα – Κίτσο Μυλωνά, Μανόλη Λαμπρίδη, Αντώνη Λαυραντώνη, Βύρωνα Λεοντάρη, Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο,  Ρένα Κοσσέρη και Στέφανο Ροζάνη. Η κριτική σχολή της Φρανκφούρτης, η λακανική ψυχανάλυση, το εξεγερτικό/επαναστατικό πρόταγμα του ρομαντισμού είναι μερικές από τις ευρύτερες επιρροές του περιοδικού Σημειώσεις. Το περιοδικό άσκησε κριτική μέσα από τις σελίδες του στην έννοια της ελληνικότητας όπως θεμελιώθηκε από τη γενιά του ’30, στον λαϊκό αντιδυτικισμό, τον φιλελεύθερο αντι-λαϊκισμό αλλά και στην Αριστερά.  Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος  συμμετέχει ενεργά στο περιοδικό μέχρι σήμερα δημοσιεύοντας κείμενά του σχετικά με την πολιτισμική κριτική ενώ το κριτικό, ελευθεριακό και αντιδογματικό πνεύμα του περιοδικού Σημειώσεις εξακολουθεί να διατρέχει το σύνολο του έργου και της σκέψης του.

Η εργογραφία

Ο Λαμπρόπουλος  μελετώντας την παραγωγή, ερμηνεία, διάδοση και κατανάλωση της λογοτεχνίας ως κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο αποτέλεσε τον πρώτο Νεοελληνιστή που πέρασε από το παραδοσιακό πλαίσιο της φιλολογίας στο πλαίσιο των πολιτισμικών σπουδών.  Μέσα από τη σημαντική εργογραφία και τα ευρεία ερευνητικά του ενδιαφέροντα αναδεικνύεται το έντονο ενδιαφέρον του νεοελληνιστή για τις ριζοσπαστικές προσεγγίσεις και τις αναρχικές θέσεις της  πολιτικής θεωρίας. Βέβαια, πέρα από τις θεωρητικές απόψεις και την εργογραφία του  θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Λαμπρόπουλος είναι πανεπιστημιακός ακτιβιστής που συμμετέχει σε συλλογικές πρωτοβουλίες αναθεώρησης της γνώσης και της παιδείας, μετασχηματίζοντας τις πολιτικές του απόψεις σε πολλαπλές δράσεις. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί το συστηματικό ενδιαφέρον του Λαμπρόπουλου σχετικά με την παραγωγή και την κατανάλωση κλασικής μουσικής που εκφράζεται μέσα από δημοσιεύσεις όσο και στο προσωπικό του ιστολόγιο.

Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος έχει γράψει και εκδώσει τρία προσωπικά βιβλία τα οποία είναι τα εξής: Literature as National Institution: Studies in the Politics of Modern Greek Criticism (1988), The Rise of Eurocentricism: Anatomy of Interpretatio (1993) και The Tragic Idea (2006). Το τέταρτο βιβλίο του, το οποίο δεν έχει εκδοθεί ακόμη,  έχει θέμα την επανάσταση ως τραγωδία στο Δυτικό θέατρο, από τους Ρομαντικούς ως τους Μεταποικιοκρατικούς. Επίσης, ο Λαμπρόπουλος έχει επιμεληθεί/συνεπιμεληθεί τα βιβλία: “The Text and Its Margins: Post-Structuralist Approaches to Twentieth-Century Greek Literature” (1985), “Twentieth-Century Literary Theory: An Introductory Anthology” (1987), καθώς και τα αφιερώματα “The Humanities as Social Technology” (περιοδικό “October”, 1990) και “Ethical Politics” (περιοδικό “South Atlantic Quarterly”, 1996).

Τα βιβλία και τα πολυάριθμα άρθρα του Λαμπρόπουλου αποτελούν βασικό ανάγνωσμα στις σύγχρονες συζητήσεις σχετικά με  το έθνος,  τον κανόνα, την παράδοση, την ερμηνευτική αυθεντία, την πολιτική και την κειμενικότητα. Η σπουδαιότητα του έργου του Λαμπρόπουλου είναι ότι μελετά την Ελλάδα από μια διεπιστημονική οπτική και τοποθετεί τη συζήτηση σε ένα διεθνές πλαίσιο.

Literature as National Institution: Studies in the Politics of Modern Greek Criticism (1988)

Το πρώτο βιβλίο του Λαμπρόπουλου σύμφωνα με την βιβλιοκρισία της Mary N. Layoun αποτελεί μια πνευματώδη και προκλητική προσπάθεια διαπραγμάτευσης των στενών διόδων μεταξύ των νεοελληνικών σπουδών και της σύγχρονης κριτικής θεωρίας. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τα όρια μιας φανταστικής γεωγραφίας όπως την έχει αποκαλέσει ο Εντουάρ Σαΐντ με τρόπο πολεμικό και συχνά χιουμοριστικά ειρωνικό. Από την άλλη, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο Λαμπρόπουλος στο βιβλίο του, Literature as National Institution, αμφισβητεί τη συμβατική άποψη που κυριαρχεί στις νεοελληνικές σπουδές σχετικά με την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα όπως και τον λογοτεχνικό κανόνα.
Συγκεκριμένα, το βιβλίο διερευνά το πώς οι πρακτικές της κριτικής θεμελιώνουν ένα συγκεκριμένο πεδίο γνώσης, την αλήθεια της λογοτεχνίας. Βασικό επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι η κριτική ως  εθνική κληρονομιά και κοινοτικός θησαυρός συμμετείχε στην κατασκευή μιας εθνικής ταυτότητας, η οποία ήταν απαραίτητη για τη νομιμοποίηση του νεωτερικού κράτους. Στο βιβλίο  αναλύονται πολλές περιπτώσεις που σχετίζονται με τη σύγχρονη ελληνική κριτική. Αυτές αποκαλύπτουν ότι το πεδίο αναδύθηκε ως απόκριση σε σαφείς πολιτικές ανάγκες και παρείχε στο κράτος μια λογοτεχνική παράδοση ως απόδειξη της εθνική του σύνθεσης, της καθαρότητας, της συνέχειας και της αυτονομίας του. Η κατασκευή και η κανονικοποίηση των κειμένων ως έργων τέχνης χρησιμοποιήθηκαν ως μέτρο της αισθητικής και ηθικής αρετής, ως σημείο ελληνικότητας.

The Rise of Eurocentrism: Anatomy of Interpretation (1993)

Το δεύτερο βιβλίο του Λαμπρόπουλου σύμφωνα με τη βιβλιοκρισία του Alan Levenson είναι σταθερά προκλητικό, καθηλωτικό και δύσκολο. Ο συγγραφέας  αναλύει συγκρίσεις του Εβραϊσμού με το Ελληνισμό επισημαίνοντας το έργο του Άουερμπαχ,  του Μαρξ Χορκχάιμερ, του Τέοντορ Αντόρνο, και του Ζακ Ντεριντά. Ωστόσο ο Λαμπρόπουλος  δεν μένει σε αυτούς αλλά φέρνει στη συζήτηση πολλές ακόμη φωνές  όπως των  Μπένγιαμιν, Νίτσε,  Λούκατς, Καντ, Χέλντερλιν,  Χέγκελ, Χάιντεγκερ, Μαρξ, Ρόζεντσβάιχ, Μπούμπερ και Σόλεμ.

Ταυτόχρονα, στο δεύτερο βιβλίο του Λαμπρόπουλου δίνεται έμφαση στο ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της νεωτερικότητας, ο εβραϊσμός έχει κυριαρχήσει ενώ ο ελληνισμός έχει γίνει ο Άλλος του εβραϊκού. Η εμβριθής μελέτη της αλλαγής της θέσης της ερμηνείας στην ευρωπαϊκή κουλτούρα μας καλεί να αντιληφθούμε όλες τις ερμηνευτικές πράξεις ως άρρηκτα  συνδεδεμένες με την εξουσία και την πολιτική.

 Ο Λαμπρόπουλος στο δεύτερο βιβλίο του ανιχνεύει την ιδεολογία της ευρωπαϊκής κουλτούρας από τη Μεταρρύθμιση, εστιάζοντας σε ένα στοιχείο κλειδί της δυτικής παράδοσης: την πράξη της ερμηνείας ως ξεχωριστής πρακτικής από την κατανόηση και ως πολιτικό δικαίωμα. Η ερμηνεία ως ξεχωριστή πρακτική θεμελιώνεται  στους Προτεστάντες που υποστήριζαν την ανεξάρτητη ερμηνεία των γραφών και εισάγει την έννοια της αυτονομίας. Ο Λαμπρόπουλος αφού εξηγεί την κυριαρχία της ευρωπαϊκής κουλτούρας με τον συνδυασμό των αρχετύπων του Εβραϊσμού (λογική και ηθική) με του Ελληνισμού (πνεύμα και τέχνη), δείχνει πώς ο κανόνας της αυτονομίας έχει μεταμορφωθεί στον αισθητικό στοχασμό. Ο συγγραφέας επιχειρηματολογώντας πως έχει έρθει ο καιρός να αποκατασταθεί η κοινωνικο-πολιτική διάσταση στο κίνημα της αυτονομίας, προτείνει ότι μια γενεαλογία των εβραϊκών και ελληνικών αρχετύπων μπορεί να μας βοηθήσει να αξιολογήσουμε πιο πρόσφατα μοντέλα όπως το αφροκεντρικό και να επανακαθορίσουμε τη συζήτηση σχετικά με την εκπαίδευση, τον ευρωκεντρισμό και τις πολιτισμικές σπουδές.

The Tragic Idea (2006)

Το τρίτο βιβλίο του Λαμπρόπουλου ανιχνεύει την άνοδο της ιδέας του τραγικού από τον πρώιμο Ρομαντισμό μέχρι την ύστερη νεωτερικότητα. Εστιάζοντας σε περιεκτικές, μείζονες δηλώσεις, χαρτογραφεί μια από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές συζητήσεις στον μοντερνισμό: τη διαμάχη σχετικά με το τραγικό νόημα της ζωής. Ενώ αρχικά, η τραγική ιδέα σχετίζονταν με τη σύγκρουση μεταξύ ελευθερίας και αναγκαιότητας σταδιακά απορρόφησε και άλλου είδους, ασύμβατες διαλεκτικές αντιπαραθέσεις. Έτσι η τραγωδία από λογοτεχνικό γένος μετατράπηκε σε πρόβλημα για την ηθική, την αισθητική, την κριτική, τις κλασικές σπουδές, την πολιτική, την ανθρωπολογία και την ψυχολογία. Οι σύγχρονοι ερευνητές θα ενθουσιαστούν βρίσκοντας την ανθρώπινη ευθύνη πιασμένη στον τραγικό ιστό των μοντέρνων διλλημάτων. Ιδιαίτερα, οι κλασικιστές θα βρουν ενδιαφέρουσα την ιστορία του πώς τους δύο τελευταίους αιώνες, η τραγωδία έχει αποκτήσει μια δεύτερη, παράλληλη ζωή πέρα από τη σκηνή.

Tragedy of revolution. Revolution as hubris in modern tragedy.

Το τέταρτο βιβλίο του Λαμπρόπουλου, το οποίο δεν έχει ακόμη εκδοθεί,  μελετά την πολιτική ύβρη στη νεωτερική τραγωδία και πιο συγκεκριμένα την αυτοκαταστροφή  της επανάστασης από το Ρομαντικό έως στο Μεταμοντέρνο δράμα σύμφωνα με την ιστοσελίδα του κριτικού που είναι αφιερωμένη στην τραγωδία. Το βιβλίο αποτελεί έργο εν προόδῳ καθώς προστίθεται σε αυτό συστηματικά νέο υλικό ενώ το υπάρχον αναθεωρείται και αναδιαμορφώνεται. Το βασικό  υλικό αναφέρεται σε τριάντα περίπου τραγωδίες. Μερικές από τις τραγωδίες που αναλύονται είναι από τους: Σίλερ (Οι ληστές, 1781), Γκαίτε (Έγκμοντ, 1788), Μπάιρον (Μαρίνο Φαλιέρο, 1821), Πούσκιν (Μπορίς Γκουντουνόφ, 1825), Μπύχνερ (Ο θάνατος του Δαντόν, 1835), Ίψεν (Κατιλίνας, 1850), Πιραντέλλο (Ερρίκος ο Δ΄, 1922), Μπρέχτ (Η απόφαση/Το μέτρο, 1930), Καζαντζάκης (Καποδίστριας, 1944), Καμύ (Οι δίκαιοι, 1949), Αλεξάνδρου (Αντιγόνη, 1951), Βάις (Μαρά/Σαντ, 1964), Μύλλερ (Μάουζερ, 1970), Ντόρφμαν (Ο θάνατος και η κόρη, 1990), Νέγκρι (Σμήνος: Διδακτική των στρατευμένων, 2004), Μπουφίνι (Καλώς ήρθατε στη Θήβα, 2010).
Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος μιλώντας στο Reading Greece και στην Αθηνά Ρώσσογλου για το τέταρτο βιβλίο του είχε δηλώσει για αυτό: «Το βιβλίο αποτελεί μια μελέτη περίπου τριάντα μοντέρνων τραγωδιών…οι οποίες παρουσιάζουν την επανάσταση ως ένα χειραφετικό αν και εν τέλει αυτοκαταστροφικό εγχείρημα. Η τραγωδία σκηνοθετεί το δράμα της ελληνικής αρχής με την διπλή της έννοια, της αφετηρίας και της δημόσιας εξουσίας και επερωτά το αν η εξουσία μπορεί να ελέγξει τον εαυτό της.  Εξερευνά την εγγενή αντίφαση της αυτό-νομίας που συλλαμβάνεται στην ίδια την ετυμολογία της. Μπορεί η ελευθερία και η άσκηση εξουσίας να συνυπάρχουν;»

Αριστερή μελαγχολική ποίηση

Ο Λαμπρόπουλος είναι ο μόνος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας που ασχολείται συστηματικά με την ποιητική γενιά του 2000. Οι πρώτες του δημοσιεύσεις ξεκινούν το 2015 ενώ στη συνέχεια οι αναφορές του πληθαίνουν εστιάζοντας στην ποίηση αριστερής μελαγχολίας. Σύμφωνα με τον κριτικό η αριστερή μελαγχολία αποτελεί την  κύρια και πιο ενδιαφέρουσα τάση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης μεταξύ άλλων τάσεων όπως η υπαρξιακή και η μεταφυσική. Ενώ αρχικά, ο Λαμπρόπουλος εστίασε στη γενιά του 2000, έχει πρόσφατα διευρύνει το αρχικό ποιητικό φαινόμενο του 21ου αιώνα για να το εξετάσει στα πλαίσια ενός ευρύτερου φαινομένου της νεοελληνικής ποίησης, της  μετεπαναστατικής μελαγχολίας των τελευταίων 2 αιώνων.

Η ποίηση αριστερής μελαγχολίας συνιστά τη σύγχρονη αριστερή ποίηση της γενιάς του 2000, η οποία αμφισβητεί το status quo και αποτελεί πόλο αντίστασης σε μια ποιητική της συναίνεσης. Συγκροτείται  ως αντίδραση στην τραυματική απώλεια επαναστατικών ιδανικών και οραμάτων και εστιάζει στην κοινωνική και πολιτική διάσταση της νέας ποίησης. Η αριστερή μελαγχολική ποίηση αντιτίθεται σε μια στενή ατομικιστική ερμηνεία της σύγχρονης ποίησης και εστιάζει σε συλλογικές αξίες και ιδανικά χωρίς να αρνείται αιτήματα αναγνώρισης ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η ποίηση που αναλύει και περιγράφει ο Λαμπρόπουλος αντιτίθεται στην ποίηση του ιδιωτικού οράματος και της ονειροπόλησης, αμφισβητεί την ισχύ του λογοτεχνικού κανόνα και επισημαίνει την ανάγκη αναθεώρησης και διεύρυνσής του.  Η ανάλυση της αριστερής μελαγχολίας στοχεύει στην ανανέωση του κριτικού λόγου ενσωματώνοντας στοιχεία της ψυχοσυναισθηματικής κριτικής που αφορούν στη διερεύνηση της πολιτικής διάστασης  συναισθημάτων όπως η μελαγχολία και το πένθος.

Η ποίηση αριστερής μελαγχολίας συγκροτείται με βάση την κομβική έννοια της μελαγχολίας, η οποία κατανοείται όχι ως ατομική έκφραση αισθημάτων αλλά ως πολιτική έκφραση συλλογικών εκφάνσεων και αντιλήψεων. Η μελαγχολία αποτελεί σύμφωνα με τον Φρόιντ την έκφραση ενός περιπλεγμένου πένθους, όπου το υποκείμενο μένει προσκολλημένο στο χαμένο αντικείμενο. Έτσι, η αριστερή μελαγχολία χαρακτηρίζεται από την έμφαση στις ήττες του παρελθόντος από τη μια και από την άλλη στη διατήρηση του αριστερού ήθους και των ιδανικών. Η ποίηση αριστερής μελαγχολίας σύμφωνα με τον Λαμπρόπουλο εκφράζει τις αξίες μιας μεταχειραφετικής αριστεράς και εμφανίζεται ως τάση μετά το 2010 αποτελώντας σημείο τομής με την ποίηση του παρελθόντος. Σύμφωνα με τον κριτικό η νέα ποίηση θεμελιώνεται πάνω σε μια κρίση αναπαράστασης που λαμβάνει χώρα μετά το 1989 και όχι στην οικονομική κρίση του 2009.

Στη συγκρότηση του κριτικού του σχήματος για τη γενιά του 2000 μπορεί κανείς να εντοπίσει αρκετές μείζονες θεωρητικές τάσεις. Το κριτικό σχήμα του έχει επηρεαστεί από τον Ένζο Τραβέρσο, τον Φρανσουά Αρτόγκ και τον Ράινχαρτ Κοζέλεκ. Ο Τραβέρσο τον επηρεάζει μέσα από την έννοια της αριστερής μελαγχολίας, ο Αρτόγκ κυρίως με την έννοια του παροντισμού, ενώ ο Κοζέλεκ μέσα από την έννοια της ασυνέχειας του ιστορικού χρόνου και την εγκατάλειψη της ουτοπίας. Επίσης, το κριτικό του σχήμα έχει επηρεαστεί από τη γενεαλογική προσέγγιση του Φουκώ που εστιάζει στις σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν την κατασκευή της γνώσης και από την ύστερη αναρχική πολιτική και φιλοσοφική θεωρία, η οποία αφήνει πίσω της το επαναστατικό ιδεώδες για να επικεντρωθεί στο μοναδικό γεγονός της εξέγερσης.

Διαδικτυακή παρουσία

Ο Λαμπρόπουλος είναι ο Νεοελληνιστής με την μεγαλύτερη παρουσία στο διαδίκτυο έχοντας δημιουργήσει 3 ιστότοπους σχετικούς με την πολιτισμική κριτική, το Tragedy of revolution. Revolution as hubris in modern tragedy, το Piano Poetry Pantelis Politics και το Poetry Crisis. Στο ιστολόγιο https://poetrypiano.wordpress.com/  γράφει για θέματα ποίησης, μουσικής, φιλίας και πολιτική.  Στην ιστοσελίδα http://tragedy-of-revolution.complit.lsa.umich.edu/ γράφει για την τραγωδία της επανάστασης στο σύγχρονο δράμα. Στον ιστότοπο Ποιητική κρίση https://sites.lsa.umich.edu/poetrycrisis/ συντονίζει και επιμελείται κείμενα για τη δημόσια λειτουργία της νέας ελληνικής ποίησης του 21ου αιώνα. Η έντονη  διαδικτυακή παρουσία του Λαμπρόπουλου αποτελεί μια προσπάθεια διάχυσης της γνώσης και αναθεώρησης των όρων του διαλόγου σχετικά με τη λογοτεχνία και τη δημόσια σφαίρα.

Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος, δεν είναι μόνο ένας σημαντικός μελετητής της ελληνικής λογοτεχνίας, είναι παράδειγμα ριζοσπαστικής σκέψης και ακτιβιστικής δράσης. Η διαδρομή του, κριτική και ανατρεπτική αναδεικνύει τον ρόλο του ως διανοούμενου της διασποράς που αποφάσισε συνειδητά να στοχαστεί την πατρίδα από απόσταση. Τα κριτικά του κείμενα αποτελούν έκφραση θεωρητικής τόλμης και ελευθερίας.

Βασίλης Λαμπρόπουλος | Μετεπαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση στην ελληνική ποίηση

Στο δοκίμιο αυτό επισημαίνω δύο μείζονα πολιτικά αισθήματα στη νεωτερική ελληνική ποίηση, την ανάταση και την απογοήτευση. Από την Επτανησιακή ποιητική γενιά του 1820 ως σήμερα, διατρέχουν την ποίηση ένα κυρίαρχο ρεύμα εθνικής απελευθέρωσης και ανάτασης και ένα υπόγειο ρεύμα μετεπαναστατικής απογοήτευσης και μελαγχολίας.  Η αρνητική στάση συμπορεύεται χρονικά με πολλές ξένες πρωτοβουλίες στοχαστικής αντίστασης και αποσύνδεσης των τελευταίων εβδομήντα ετών και αξίζει να μελετηθεί παράλληλα με διεθνείς τάσεις κομματικού μηδενισμού, φιλοσοφικού σκεπτικισμού και πολιτικού αναρχισμού.  Εδώ θα σκιαγραφήσω εν συντομία μια ελληνική διαδρομή του υπόγειου ρεύματος στο ευρύτερο πλαίσιο της μετεπαναστατικής διάψευσης στη λογοτεχνία από τη Γαλλική Τρομοκρατία ως τη ματαιωμένη Μετα-αποικιοκρατία.

Το ιστορικό φαινόμενο που αποκαλώ «μετεπαναστατική συντριβή» είναι επακόλουθο μιας συλλογικής αποτυχίας ‒ μιας πολιτικής, πολεμικής, ταξικής, εθνικής, πολιτιστικής και άλλης απόπειρας να ανατραπεί και να αλλάξει ένα κυρίαρχο καθεστώς πραγμάτων. Η σύγχρονη ιστορία των ιδεών ανάγει ιδέες επαναστατικής ήττας και απογοήτευσης στις απαρχές του Ρομαντισμού, όταν το απελευθερωτικό ιδεώδες του Διαφωτισμού άρχισε να διαψεύδεται για διάφορους λόγους ‒ επειδή δεν υλοποιήθηκε ή αυτοκαταργήθηκε, ή έγινε τυραννικό. Είναι αξιοσημείωτο πως ήδη από την αρχή της νεωτερικότητας η ποίηση χαιρέτησε την επανάσταση και θρήνησε τη ματαίωσή της. Ας αναλογιστούμε πως η ποίηση εξέφρασε μετεπαναστατική μελαγχολία για την περιοδική συντριβή τής επανάστασης από την εποχή των Chenier (1762), Wordsworth (1770), Kleist (1777) και Leopardi (1798). Ας αναλογιστούμε επίσης και πολλές κατοπινές εκφάνσεις αριστερής μελαγχολίας στο έργο ποιητών από διάφορες χώρες (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): Alexander Blok (1880-1921), Anna Akhmatova (1889-1966), Osip Mandelstam (1891-1938), Vladimir Mayakovsky (1893-1930), Bertolt Brecht (1898-1956), Pablo Neruda (1904-1973), Léopold Senghor (1906-2001), W. H. Auden (1907-73), Tillie Olsen (1912-2007), Aimé Césaire (1913-2008), Pier Paolo Pasolini (1922-75), Denise Levertov (1923-1997), Christopher Logue (1926-2011), Hans Magnus Enzensberger (1929-2022), Heiner Müller (1929-95), Amiri Baraka (1934-2014), Audre Lord (1934-92), Wolf Biermann (1936) και Ngũgĩ wa Thiong’o (1938-2025).

Ο όρος «αριστερή μελαγχολία» είναι ένας ειδικός όρος πολιτικής και πολιτιστικής κριτικής. Προέρχεται από μια συγκεκριμένη βιβλιογραφία που αρχίζει με τον εβραϊκό γερμανόφωνο μοντερνισμό (Freud, Warbourg, Benjamin, Adorno) και φτάνει ως τη σημερινή πολιτική, κοινωνική και και αισθητική θεωρία.  O όρος έγινε εξαιρετικά επίκαιρος με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου (1989) και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) και αναφέρεται σε μια στοχαστική στάση απογοήτευσης από το επαναστατικό ιδεώδες, η οποία αρνείται ταυτόχρονα να το απαρνηθεί, διότι εξακολουθεί να πιστεύει στην εξέγερση. Η στάση αυτή μπορεί να επέλθει πριν ή ύστερα από ένα επαναστατικό γεγονός, αλλά εκφράζει μια ριζική απογοήτευση από το σχετικό πρόταγμα. Το αριστερό άτομο αισθάνεται προδομένο ή από την επαναστατική πορεία ή από το αποτέλεσμά της. Όμως, παρ’ όλη την οδύνη, αρνείται να πενθήσει το όραμά του και να το ξεπεράσει. Εξακολουθεί να ατενίζει τα ερείπιά του και να πιστεύει στην ακεραιότητά του, πιστεύοντας πως η ιστορία καταρράκωσε την πραγματοποίηση αλλά όχι την αξία του. Το όραμα της εξέγερσης διαρκεί.

Θέτω τις απαρχές της μετεπαναστατικής συντριβής της ελληνικής ποίησης στους επαναστατικούς Αντρέα Κάλβο και Διονύσιο Σολωμό και στους συγχρόνους τους Αδριατικούς λόγιους και διανοούμενους της μεταιχμιακής εποχής μεταξύ της Αυτοκρατορίας και του Έθνους, όπως την περιέγραψε η Κωνσταντίνα Ζάνου στο βιβλίο της Τραυλίζοντας το έθνος: Διεθνικός πατριωτισμός στη Μεσόγειο, 1800-1850 (2019). Θεωρώ πως η αφετηριακή συντριβή της ελληνικής ποίησης είναι το χαμένο μέλλον εκείνης της διεθνικής γραφής που την εποχή των νοτιο-ευρωπαϊκών επαναστάσεων, για 30 περίπου χρόνια στις αρχές του 19ου αιώνα, κυκλοφορούσε ανάμεσα σε διάφορα γλωσσικά ιδιώματα, λογοτεχνικά είδη, πολιτικά καθεστώτα, γεωγραφικά σύνορα και πολιτιστικά πλάτη.

Εδώ και δύο αιώνες, από τον Ρομαντισμό ως τον ύστερο Μεταμοντερνισμό, στα περιθώρια και υπόγεια της ελληνικής ποίησης υποβόσκουν η περιοδική μετεπαναστατική συντριβή και μελαγχολία που κάνουν ποιήτριες και ποιητές κάθε είδους, φύλου, τάξης, γλώσσας και καταγωγής να διαταραχτούν, να οργιστούν, να σαρκάσουν, να καταδικάσουν, να σωπάσουν. Αναφέρω μερικά αντιπροσωπευτικά και πολύ διαφορετικά ονόματα (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): Ανδρέας Kάλβος (1792), Αλέξανδρος Σούτσος (1803), Παναγιώτης Πανάς (1832), Μικέλης Άβλιχος (1844), Κ. Π. Καβάφης (1863), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888), Θεόδωρος Ντόρρος (1895), Κ. Καρυωτάκης (1896), Νικόλαος Κάλας (1907), Μιχάλης Κατσαρός (1919), Γιώργος Μακρής (1923), Βύρων Λεοντάρης (1932), Κατερίνα Γώγου (1940), Κυριάκος Σταμέλος (1951) και Κατερίνα Ζησάκη (1984).  Σπεύδω να τονίσω πως δεν προτείνω έναν εναλλακτικό κανόνα. Ο κατάλογος που παρέθεσα δεν έχει ενότητα, συνέχεια ή εγκυρότητα. Απλώς περιέχει παραδείγματα και ερεθίσματα. Τα άτομα αυτά, και δεκάδες παρόμοια, δεν άφησαν μνημεία, σχολές ή κανόνες. Έθεσαν όμως τα πιο καίρια ζητήματα ποιητικής στον δημόσιο χώρο.

Έχω αποκαλέσει «αποποίηση» τη φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση η οποία αρνείται να αποδεχθεί τίτλους, περιουσίες, δικαιώματα και αρχηγίες, δηλαδή απορρίπτει κάθε νομική, φιλοσοφική και ηθική κυριότητα και κυριαρχία. Όχι μόνο δεν διεκδικεί, αλλά ούτε καν αποδέχεται. Αποδοκιμάζοντας προβλέψιμες στρατηγικές παραχωρήσεις και τακτικούς συμβιβασμούς, διαχωρίζει τη θέση της αρνούμενη να συνεργαστεί, χωρίς όμως να αποκηρύσσει τις αρχές της, πράγμα για το οποίο υφίσταται εξοστρακισμό και από τις δύο εξουσίες: κυβερνητική και αντικυβερνητική. Αποποίηση είναι η στάση ζωής όσων έχασαν, αποσχίσθηκαν και αποχώρησαν, αλλά δεν παραιτήθηκαν από τον καθημερινό αγώνα. Όσοι αρνήθηκαν, χωρίς όμως ποτέ να απελπιστούν και να αποκηρύξουν, είναι εκείνοι που έχασαν την πίστη τους στην ουτοπία, αλλά παραμένουν πιστοί στη μοναδική εξέγερση. Το συμβάν της εξέγερσης είναι μια έκρηξη που αναλώνεται, μια έκλαμψη που σβήνει ‒ μια ρήξη με τη νομιμότητα, όχι με την Ιστορία· μια ρωγμή στην κανονικότητα, όχι μόνο στην κυριαρχία.

Στον αιώνα μας μπορούμε να συλλάβουμε αυτή την περιθωριακή και ασυνεχή διαδρομή καλύτερα από ποτέ, επειδή για πρώτη φορά έχουμε μια ολόκληρη ποιητική γενιά να κινείται σε τέτοια πλαίσια. Η συντριβή της επανάστασης δεν έχει πια την παρηγοριά της εξιλέωσης και της ουτοπίας, καθώς ο μεσσιανισμός χρεοκόπησε. Η απογοήτευσή της έχει μεγαλύτερο πλάτος και βάθος, καθώς η γενιά του 2000 φέρνει δυναμικά στο προσκήνιο ένα περιθωριακό και απωθημένο ποιητικό φαινόμενο με ιδιαίτερη πολιτιστική σημασία, την μετεπαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση, και έχει πλήρη επίγνωση της γενεαλογίας του, όπως φαίνεται στα παρακάτω λόγια:

«Εδώ και διακόσια χρόνια, με ελάχιστα διαλείμματα, αυτός ο τόπος εξουσιάζεται απ’ τους ‘νόμιμους’ ιδιοκτήτες του, τους Μαυρομιχαλαίους, τους κοτζαμπάσηδες και τα αργυρώνητα πολιτικά φερέφωνά τους, κάτι κωλοπαιδαράδες και γελοιωδέστατους Κωλέττηδες, αφιονισμένους απ΄ τη μέθη της Εξουσίας.  Απέναντι σ’ αυτούς και σ’ όσους, με τον έναν ή άλλο τρόπο, τρέφονται απ’ αυτούς βρίσκονταν πάντα, εδώ και διακόσια χρόνια, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πόσες διαδοχικές γενιές, που ονειρεύτηκαν ένα άλλο μέλλον γι’ αυτόν τον τόπο.  Λίγοι, όχι πολλοί.  Σαν τον Σίσυφο ανεβάζουν τον βράχο στην κορυφή κι εκείνος κατρακυλά και πάλι, χαμηλότερα κάθε φορά.  Διαψεύσεις, ήττες, πανωλεθρίες, συντριβές.  Κι όμως.  Αυτόν τον βράχο εξακολουθούν να τον κυλούν και να τον ξανανεβάζουν τόσες γενιές, πιστεύοντας κι ελπίζοντας η καθεμιά στην επόμενη.  Η σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι και θα μείνει διφυής.  Από τη μια μεριά θα στέκονται πάντοτε οι ‘νόμιμοι’ ιδιοκτήτες αυτής της χώρας και από την άλλη όσοι και όσες, σε πείσμα των πάντων, στέκονται και θα στέκονται απέναντί τους.  Όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι κάτι τέτοιο δεν έχει νόημα, ότι πρέπει πια ν’ αποδεχτούμε τη συντριβή μας, να συμφιλιωθούμε με τη διαγενεϊκή μας διάψευση και να κάτσουμε αποκαμωμένοι και φοβισμένοι σε κάποια γωνιά της ανηφόρας, στον ίσκιο ίσως αυτού του τεράστιου βράχου που εμείς οι ίδιοι κουβαλάμε, η Ιστορία επιμένει να τους διαψεύδει.  Καμιά γενιά σ’ αυτόν τον τόπο δεν συμβιβάστηκε μ’ αυτήν τη μοίρα.  Επιμένουμε και θα επιμένουμε ‘να τραβάμε την ανηφόρα’ σπρώχνοντας τον βράχο προς την κορυφή με τις πλάτες μας» («Σημείωμα της Συντακτικής ομάδας»,  Βόρεια Βορειοανατολικά 7, 2023, σελ. 9-10).     

Η αριστερή μελαγχολία της γενιάς του 2000 κατάγεται κατ’ αρχάς από τις πολιτικές και ποιητικές απογοητεύσεις της γενιάς του 1950. Από τον Εμφύλιο και μετά, η ελληνική Αριστερά υπήρξε ή εθνική (ιστορικά συμβιβασμένη) ή διαψευσμένη (ιδεολογικά ηττημένη), δηλαδή ή της εξουσίας ή της απόγνωσης (και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να γίνει της διακυβέρνησης). Η δεύτερη στάση είναι η επαναστατική διάψευση και απογοήτευση. Εδώ και εβδομήντα χρόνια ο ένας μετά τον άλλο οι ανυποχώρητα απογοητευμένοι του ΚΚΕ, του Τροτσκισμού, της ΕΔΑ, του Ρήγα, του Μαοϊσμού, του ΠΑΣΟΚ, του Συνασπισμού, του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων σχημάτων ήταν πάντα οι μελαγχολικοί και ανένταχτοι.  (Δεν αναφέρω τους διάφορους αντι-εξουσιαστές επειδή δεν ανήκαν σε οργάνωση ή κόμμα, ήταν έγκαιρα πληροφορημένοι κι έτσι δεν απογοητεύτηκαν.)  Ήταν αυτοί που δεν ήλπισαν σε μια επόμενη φορά, δεν επένδυσαν σε μια καλύτερη ευκαιρία, δεν κράτησαν τίποτε δικό τους ‒ εκείνοι που διαφοροποιήθηκαν, αλλά δεν παραιτήθηκαν. Αυτή η διαφοροποίηση οδηγεί στη φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση της αντι-εξουσιαστικής σκέψης στην Ελλάδα, τη στάση μιας κάθετης απόρριψης απέναντι σε κάθε κυριαρχία, ακόμη και αριστερή.
Η «αριστερή μελαγχολία» έγινε κοινόχρηστος όρος πολιτικο-κοινωνικής ανάλυσης από Έλληνες και ξένους σχολιαστές ειδικά από το 2015, για να δηλώσει την αυτο-ματαίωση του ΣΥΡΙΖΑ, πρώτα ως κυβέρνησης και ύστερα ως κινήματος.  Το αξιοσημείωτο είναι πως η ποιητική παραγωγή της δεκαετίας του 2000 δείχνει πως, πολύ πριν οι πρώτοι αριστεροί αναλυτές και αγωνιστές αρχίσουν το 2015 να κάνουν κριτική εκ των έσω, πολλοί ποιητές (μεταξύ των οποίων και ράπερς!), οι οποίοι δεν κομματικοποιήθηκαν, έκαναν ποιητικά παρόμοια κριτική στο ίδιο το κίνημα, διαχωρίζοντας τη θέση τους περίπου δέκα χρόνια πριν αυτό έρθει στην εξουσία και προφητεύοντας τη μετεπαναστατική συντριβή του.  Εκείνο που τους έκανε ανυπέρβλητα μελαγχολικούς ήταν η αθεράπευτη και τρυφερή αφοσίωσή τους στο ιδανικό της εξέγερσης, σε έναν αγώνα που η ιστορία ματαιώνει, αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει.

Μετά την πολιτική συντριβή, η μετεπαναστατική αριστερή μελαγχολία σε όλο τον κόσμο δραστηριοποιήθηκε βαθμιαία σε θέματα φύλου, εθνότητας, φυλής, μετανάστευσης, ανεξαρτησίας, κοινών κτλ., καθώς και στη λογοτεχνική ταυτότητα. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα βλέπουμε πως η πιο πρόσφατη ποίηση, εκτός από τη χαμένη επανάσταση, δίνει έμφαση στις διαστάσεις του φύλου, της τάξης και της φύσης, τις οποίες στοχάζεται με όρους αγωνιστικότητας και αλληλεγγύης, επιδιώκοντας να βιώσει και να αρθρώσει ένα εναλλακτικό παρόν.

Καταγράφω λοιπόν εδώ με όρους λογοτεχνικής γενεαλογίας ένα σημερινό και αξιομνημόνευτο φαινόμενο, συγκεκριμένα, ένα εγχείρημα πολιτιστικής αυτονομίας. Δανείζομαι τον όρο «αυτονομία» από την αναρχική παράδοση, για να τονίσω ότι οι ριζοσπάστες ποιητές/τριες και οι συνεργάτες/τριές τους που εμφανίστηκαν στον αιώνα μας κρατούν μια στάση αποποίησης και επιχειρούν να αυτονομηθούν από θεσμούς που επιτηρούν τα ποιητικά πράγματα –από το κόμμα, το πανεπιστήμιο, τον μείζονα εκδοτικό οίκο, το παραδοσιακό περιοδικό, την κυρίαρχη κριτική, το κοινό γούστο, τις καθιερωμένες παρουσιάσεις‒ και να παίξουν έναν εναλλακτικό, αμφισβητησιακό ρόλο στην παραγωγή και την κατανάλωση της ποίησης και των συναφών λόγων.

Ποιο θα είναι το μέλλον αυτής της ασυμβίβαστης ποίησης;  Συγκρίνοντας διαφορετικά είδη επαναστάσεων, ο Karl Marx έγραφε το 1852: «Η κοινωνική επανάσταση του 19ου αιώνα δε μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν, αλλά μόνον από το μέλλον. Δε μπορεί να αρχίσει με τον ίδιο τον εαυτό της, προτού σβήσει όλες τις προλήψεις σχετικά με το παρελθόν. Οι προηγούμενες επαναστάσεις είχαν ανάγκη από κοσμοϊστορικές αναμνήσεις για να κρύψουν από τον εαυτό τους το περιεχόμενό τους. Για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο, η επανάσταση του 19ου αιώνα πρέπει να αφήσει τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους».[1] Παρατηρούσε δηλαδή ο Μαρξ πως, αν οι αστικές επαναστάσεις χρησιμοποίησαν με συμβολικό τρόπο κλασικά ενδύματα, η επόμενη επανάσταση δεν πρέπει να κάνει το ίδιο για να στηριχτεί σε κοσμοϊστορικές αναμνήσεις, αλλά να σχεδιάσει μια διαφορετική πάλη μαθαίνοντας από μια διαφορετική ποίηση. Η παρατήρηση αυτή παραμένει επίκαιρη. Η κοινωνική εξέγερση του 21ου αιώνα πρέπει να σβήσει όλες τις προλήψεις και τις ξεπερασμένες αφηγήσεις, ώστε να αντλήσει την ποίησή της από το μέλλον και όχι από το παρελθόν. Μια τέτοια μελλοντική ποίηση καλλιεργεί η γενιά του 2000.

Το κείμενο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη και αναδομημένη μορφή του φετινού κειμένου μου «Δύο αιώνες επαναστατικής συντριβής και μελαγχολίας στην ελληνική ποίηση» (επιμ. Δημήτρη Τζιόβα:  Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα, Διόπτρα 2025, σελ. 168-80).

[1] Καρλ Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα, Ηριδανός 1977, σ. 14.

Συνέντευξη στην Μίνα Πετροπούλου

Συνέντευξη στη Μίνα Πετροπούλου για το “ΔΙΑΓΩΝΙΩΣ”

Εν αρχή
Με μεγάλη χαρά παρουσιάζουμε στο ΔΙΑΓΩΝΙΩΣ και στο Culture Book τον Νεοελληνιστή Βασίλη Λαμπρόπουλο. Η συνέντευξη που ακολουθεί δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε φιλοδοξεί να καλύψει ολόκληρη τη σκέψη του. Στοχεύει, αντίθετα, στο να ανοίξει διαλόγους και να φωτίσει κρίσιμα ζητήματα γύρω από την τέχνη, τη λογοτεχνία, την κριτική και τη σύγχρονη πνευματική ζωή.

Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος στέκεται απέναντι στα κείμενα και τις πρακτικές με τόλμη και στοχαστική ακρίβεια. Η τραγωδία γίνεται ανοιχτή πληγή, η λογοτεχνία πράξη αντίστασης, και η κριτική πεδίο ευθύνης – όχι απλή επιμέλεια γούστου.

Οι θεματικές που αναπτύσσονται αφορούν την τέχνη ως αντίσταση, την κριτική ως ηθική θέση, τη μελαγχολία ως πολιτική στάση, το τραύμα ως δημιουργικό έδαφος αλλά και την αναζήτηση της ταυτότητας σε έναν κόσμο σε ρευστότητα. Παράλληλα, θίγονται ζητήματα όπως η μαζικοποίηση της συγγραφικής ταυτότητας και η σχέση εμπειρίας και προϊόντος.

Η συνέντευξη λειτουργεί ως πρόσκληση προς τον αναγνώστη: να αμφισβητήσει βεβαιότητες, να σκεφτεί, να επιστρέψει στα κείμενα και να αναρωτηθεί. Το πραγματικό ερώτημα ίσως δεν είναι μόνο τι απαντά ο συνομιλητής, αλλά τι αντέχει να διαβάσει ο καθένας από εμάς χωρίς παρωπίδες.

(Η πολύμηνη συνεργασία μας – Μάιος-Αύγουστος 2025 – οδήγησε σε αυτή τη συνέντευξη. Για ευκολία, χωρίστηκε σε πέντε ενότητες.)

Μάιος-Αύγουστος 2025

ΔΙΑΓΩΝΙΩΣ : η πολυεπίπεδη συνέντευξη του Βασίλη Λαμπρόπουλου χωρισμένη σε πέντε ενότητες
Ενότητα Α:  O συνομιλητής:
Α1. Βασίλης Λαμπρόπουλος : Από την Αθήνα στο Μίσιγκαν
Ενότητα Β:  Πολιτική
Β1. Η τραγωδία της αυτονομίας/ελευθερίας να επαναστατεί
Β2. Το τραύμα/πληγή της ηττημένης επανάστασης
Β3. Η μελαγχολία ως πολιτική στάση μετά την ήττα
Ενότητα Γ:  Λογοτεχνία
Γ1. Η λογοτεχνία ως αντίσταση & κοινότητα
Γ2. Αριστερή μελαγχολία & ποίηση
Γ3. Κριτική, κανόνας, φιλολογία
Γ4. Δημιουργική γραφή
Γ5. Λογοτεχνικά Φεστιβάλ
Γ6. Η μουσική ως θεωρητικό εργαστήριο
Ενότητα Δ:  Ταυτότητα
Δ1. Πατρίδα
Δ2. Ελλάδα
Ενότητα Ε:  Επίλογος
Ενότητα Α:  O συνομιλητής Βασίλης  Λαμπρόπουλος

Aπό την Αθήνα στο Μίσιγκαν

Α1.  Από τα μαθητικά και φοιτητικά σας χρόνια στην Αθήνα έως την πανεπιστημιακή σας σταδιοδρομία στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Έδρα Κ. Π. Καβάφη στο Μίσιγκαν, η πορεία σας διατρέχει διαφορετικά πεδία πολιτισμού, ιδεολογίας και παιδείας. Ποια ήταν τα κομβικά στάδια αυτής της διαδρομής; Τι σας όρισε – και τι αρνηθήκατε καθοριστικά στην πορεία αυτή;
Τα στάδια της πορείας μου από μιαν Αθήνα σε μιαν άλλη (το Αν Άρμπορ του Μίσιγκαν είναι γνωστό ως η «Αθήνα των Μεσοδυτικών Πολιτειών») υπήρξαν τα φοιτητικά μου χρόνια στο χουντικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου πέρασα από τη φιλολογία στην ερμηνεία (1971-75), τα μεταπτυχιακά χρόνια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου πέρασα στη θεωρία (1975-79), τα μεταδιδακτορικά χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, όπου πέρασα στις πολιτισμικές σπουδές (1979-81), τα χρόνια όπου δίδαξα στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο και δημιούργησα ένα πρότυπο Νεοελληνικό Πρόγραμμα εκπαιδεύοντας μια ολόκληρη γενιά Νεοελληνιστών (1981-99) και τα χρόνια όπου δίδαξα στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, ίδρυσα την Έδρα Καβάφη και ανέπτυξα τα Νέα Ελληνικά στη δημόσια σφαίρα και το διαδίκτυο (1999-συνατξιοδότηση το 2018).  Ως δάσκαλο, ερευνητή και διανοούμενο με όρισε η τεράστια πολιτισμική αλλαγή που επέφερε ο φιλοσοφικός αναστοχασμός των επιστημών ο οποίος επικράτησε τη δεκαετία του 1970 και η επακόλουθη στροφή από τον ουμανισμό στον ιστορικισμό.  Αρνήθηκα καθοριστικά να αποδεχτώ την εξουσία της αλήθειας, της γνώσης, της τέχνης, της ηθικής και της πίστης.  Αμφισβήτησα (που δεν σημαίνει αναγκαστικά απέρριψα) κάθε αξία και αρχή, ασκώντας τις πρακτικές της έννοιας «κριτική» όπως καλλιεργήθηκαν από τον Καντ ως τον Φουκώ και την Τζούντιθ Μπάτλερ.  Επιδόθηκα στο μέτρο των δυνάμεών μου σε αυτό που ο Νίτσε συχνά αποκάλεσε «επαναξιολόγηση όλων των αξιών».  (  Στις απαντήσεις που ακολουθούν δίνω συχνά παραδείγματα δημιουργών, έργων, εγχειρημάτων κλπ. για να γίνω σαφέστερος.  Παρακαλώ τα άτομα που θα τις διαβάσουν να μην προσκολληθούν στα ονόματα (ρωτώντας γιατί ανέφερα αυτό κι όχι κάποιο άλλο) αλλά να προσέξουν τα επιχειρήματα, κι αν διαφωνούν, να αντιπροτείνουν άλλα επιχειρήματα (παρά ονόματα).  Επίσης, χρησιμοποιώ συμβατικά το αρσενικό γένος αλλά ενθαρρύνω κάθε άτομο που με διαβάζει να χρησιμοποιήσει το δικό του.)

Α2.   Αναπόφευκτα θα σας ρωτήσω ποιες θεωρείτε ως δικές σας πνευματικές καταβολές. Πού έγκειται η καταγωγή του επιστήμονα και πανεπιστημιακού Βασίλη Λαμπρόπουλου;
Συνοπτικά, ανήκω σε μια φιλοσοφική παράδοση που αρχίζει με τον Νίτσε, περνά από τους Λούξεμπουργκ, Γκράμσι, Φανόν, Άρεντ, Καταστασιακούς και Φουκώ, και φτάνει στο μεταδομισμό, τις σπουδές φύλου, την αποικιοκρατική κριτική, την γενεαλογία του κανόνα, τη βιοπολιτική και άλλες παράλληλες τάσεις.
Κατάγομαι από 3 ισχυρές πνευματικές παραδόσεις:
α) Επιστημονικά ανήκω στη γενιά που στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στον αγγλόγλωσσο κόσμο πέρασε από την παραδοσιακή φιλολογία στις πολιτισμικές σπουδές.
β) Λογοτεχνικά σε όλη μου τη ζωή γνώρισα και συναναστράφηκα ποιήτριες και ποιητές από διαδοχικές γενιές – του ’30 (π.χ. Ελύτης), του ’50 (Βακαλό), του ’60 (Λεοντάρης), του ’70 (Καλοκύρης), του ’80 (Βλαβιανός) και προπαντός του 2000.
γ) Πολιτικά ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια συνομιλώ με Έλληνες και ξένους αναρχοσυνδικαλιστές και μεταμαρξιστές.
Γενικότερα με ενδιαφέρει 
πώς πολιτιστικοί μηχανισμοί παράγουν το έργο και το κοινό του,
πώς καθορίζεται τι είναι άξιο ερμηνείας, ανθολόγησης και διδασκαλίας,
πώς η φιλολογία και η κριτική κανονικοποιούν το δημόσιο γούστο,
πώς η λογοτεχνία λειτούργησε ως κορυφαίος εθνικός θεσμός,
πώς παράγονται και προσλαμβάνονται οι λογοτεχνικές γραφές σήμερα, και
πώς ο πολιτισμός διεκδικεί το κύρος της αλήθειας και η τέχνη αποκτά τη βαρύτητα της ηθικής.

Α3. Ανήκετε σε μια παράδοση που ξεκινά από τον Νίτσε και φτάνει στον μεταδομισμό και την αποικιοκρατική κριτική. Πώς διατηρεί κάποιος μια τόσο ευρεία, ριζοσπαστική αλυσίδα αναφορών χωρίς να απορροφηθεί από τον λόγο της «θεωρίας» ή να τον μετατρέψει σε δόγμα; Ποιο είναι για εσάς το αντίδοτο στον θεωρητικό φετιχισμό;
Οι μεγάλοι κίνδυνοι των ανθρωπιστικών σπουδών είναι ο ουμανιστικός φετιχισμός, η αισθητική ορθότητα και ο εθνικός δικαιωματισμός, δηλαδή τα δόγματα της ανωτερότητας, της αυθεντίας και της αυθεντικότητας που εξακολουθούν να επικρατούν στη Νεοελληνική Φιλολογία ακόμα κι όταν το επίπεδο και ο αριθμός των φοιτητών της πέφτουν.  Ισχυρό αντίδοτο σε αυτά τα δόγματα αποτελούν οι κλάδοι της θεωρίας (γενεαλογία, φεμινισμός, ψυχανάλυση, αποδόμηση, από-αποικιοποίηση, μετα-ανθρωπισμός, οικολογία κλπ.) οι οποίοι με την πολυφωνία τους ενθαρρύνουν τον σκεπτικισμό, τον εκλεκτισμό και το συγκρητισμό, ανοίγουν καινούριους χώρους έρευνας, ανακαλύπτουν περιθωριοποιημένα κείμενα και θέματα, κρατούν την επιστήμη σε δυναμική εγρήγορση και προσελκύουν νέους ανθρώπους.  Οι Νεοελληνικές Σπουδές της Αμερικής αντλούν από όλους τους θεωρητικούς κλάδους και συνεχίζουν με επιτυχία το έργο τους.

Α4.  Πώς βιώσατε εσείς προσωπικά, ως Νεοελληνιστής του εξωτερικού, την ήττα – ή και την αλαζονική αυτοαπομόνωση – της νεοελληνικής φιλολογίας στο διεθνές ακαδημαϊκό πεδίο; Τι θα έπρεπε να είχε τολμήσει να αλλάξει ο χώρος για να μη μείνει εκτός παγκόσμιου διαλόγου;
Αντί να τρομοκρατηθεί και να περιχαρακωθεί, η Νεοελληνική Φιλολογία θα έπρεπε να ανοίξει διάλογο με ξένα πανεπιστήμια, να καλλιεργήσει συνεργασίες, να προωθήσει ανταλλαγές.  Φοβήθηκε όμως πως η θεωρία υπονόμευε πατρίδα (έθνος), θρησκεία (μεταφυσική) και οικογένεια (των δύο φύλων) κι έτσι, από τους εθνοσοσιαλιστική ως τη Μαρξιστική εκδοχή της, σταμάτησε στον Μπαχτίν και προτίμησε την αλαζονική απομόνωση.  Είναι θλιβερό να πηγαίνει κανείς σε διεθνή συνέδρια ή να βλέπει παγκόσμιες επιτροπές περιοδικών από όπου απουσιάζουν οι Ελλαδίτες φιλόλογοι επειδή προτιμούν να συμμετέχουν μόνο σε όσα οργανώνουν οι ίδιοι για τους ίδιους και με σχολικά θέματα όπως ο έρωτας, η πατρίδα, η γυναίκα και η θάλασσα που θυμίζουν 19ο αιώνα.

Α5.  Μιλάτε με οξυδέρκεια για το πώς «φιλολογία και κριτική κανονικοποιούν το δημόσιο γούστο». Τι ευθύνη φέρει ο ίδιος ο διανοούμενος όταν, στο όνομα της θεωρίας ή της αισθητικής, γίνεται μέρος της κανονικοποίησης που δήθεν αποδομεί;
Σίγουρα ο αιρετικός διανοούμενος κινδυνεύει να μπει στον κανόνα και ο αντισυμβατικός καθηγητής να γίνει μέρος του συστήματος.  Νομίζω όμως πως τα τελευταία 50 χρόνια οι ερευνητές, στοχαστές και καλλιτέχνες στην Αμερική έχουμε κρατήσει ο ένας τον άλλο σε αδιάκοπη εγρήγορση και αμείωτο σκεπτικισμό, κάνοντας σχετικά πολύ λίγους συμβιβασμούς.  Γι αυτό και μας κατηγορούν όχι για βολική νομιμοποίηση αλλά για αμείωτη αμφισβήτηση (που τη λοιδορούν ως μόδα).  Περίτρανη απόδειξη το γεγονός ότι ένας από τους πρώτους και μεγαλύτερους στόχους ολόκληρου του εξουσιαστικού συντηρητισμού (κι όχι μόνο της καινούριας κυβέρνησης) είναι το πανεπιστήμιο καθώς και όλοι οι πολιτιστικοί θεσμοί, όπως βλέπουμε στις καθημερινές ολομέτωπες επιθέσεις εναντίον τμημάτων, σχολών, κέντρων, μουσείων, αρχείων κλπ.  Είναι φανερό λοιπόν πως, ακόμα κι όταν αναγκαστικά έχει κάποια θεσμική υπόσταση, ο ρηξικέλευθος πνευματικός άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να εγκαλεί κάθε ορθοδοξία και να λέει την αλήθεια στην εξουσία.

Α6.  Βιώσατε τη μέγιστη ακαδημαϊκή αναγνώριση στις ΗΠΑ και ταυτόχρονα απόλυτο αποκλεισμό στην Ελλάδα. Πώς διαχειρίζεται ένας διανοούμενος αυτή τη σχιζοειδή κατάσταση – του να είναι “αόρατος” στον τόπο του και “παρουσία-αναφορά” στο εξωτερικό; Είναι προσωπική τραγωδία ή απλώς μέρος του τιμητικού κόστους της ανεξαρτησίας;
Είναι γεγονός πως στην Ελλάδα είμαι αποκλεισμένος από κάθε μείζονα φορέα:  δεν με καλεί κανένα πανεπιστήμιο, δεν με εκδίδει κανείς οίκος, δεν με αναγνωρίζει κανένα ίδρυμα.  Αλλά αφού η ελλαδική επιστήμη με διέγραψε ολοσχερώς και παντοιοτρόπως, έπαψε να με ενδιαφέρει η γνώμη της για το έργο μου και έτσι δεν βίωσα καμιά σχιζοειδή ή τραγική κατάσταση.  Δεν είχα καιρό να ασχοληθώ με το τι έλεγαν εναντίον μου οι Νεοελληνιστές της Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης, του Συγκροτήματος Λαμπράκη, της Σχολής Μωραΐτη και του περιοδικού Ο πολίτης.  Ως Καθηγητής Νεοελληνικής και Συγκριτικής Φιλολογίας, για σαράντα περίπου χρόνια αφιερώθηκα στον ελληνισμό των πέντε ηπείρων διδάσκοντας, εκπαιδεύοντας, ερευνώντας, δημοσιεύοντας, εκδίδοντας, συμμετέχοντας, ανταλλάσσοντας, προβάλλοντας, και γενικά προσφέροντας στον πολιτισμό με όλες τις δυνάμεις μου, και αυτό το έργο συνεχίζω ως Ομότιμος Καθηγητής της Έδρας Κ. Π. Καβάφη.  Δίδαξα χιλιάδες φοιτητές και έβγαλα μια ολόκληρη γενιά που διδάσκει και μελετά Νέα Ελληνικά σε αμερικανικά πανεπιστήμια.  Αντί να μου κοστίσει, η ανεξαρτησία μου από τους ελλαδικούς θεσμούς και μηχανισμούς μού επέτρεψε να πειραματιστώ και να δημιουργήσω.

Α7.  Εδώ και δεκαετίες υφίσταστε επιθέσεις  – κάποιες φορές ιδιαίτερα σκληρές, αν όχι χυδαίες – και διαρκή ακαδημαϊκή σιωπή από θεσμούς στην Ελλάδα. Θεωρείτε ότι η σύγκρουση αυτή είναι ιδεολογική, αισθητική ή βαθιά πολιτισμική; Και γιατί επιλέξατε να μην “προσαρμοστείτε”, τη στιγμή που μπορούσατε να είστε κεντρικό πρόσωπο του ελλαδικού πανεπιστημιακού συστήματος;
Οι επιθέσεις που υφίσταμαι από το 1975, που εμφανίστηκα στα γράμματα, ως σήμερα δεν έχουν τίποτε το προσωπικό αλλά συνιστούν μια σοβαρή ιδεολογική και πολιτισμική σύγκρουση που έχει να κάνει με φιλοσοφικές απόψεις, επιστημονικές μεθόδους, πανεπιστημιακή υπηρεσία και θεσμική δραστηριότητα.  Όντως θα μπορούσα να είμαι κεντρικό πρόσωπο στην πνευματική ζωή της χώρας.  Για παράδειγμα, το 1976 ο ποιητής και λογοτεχνικός παράγων Γιάννης Κοντός μου είχε πει πως η Φιλολογική Καθημερινή, που μόλις είχε δημιουργηθεί, έψαχνε για έναν ταραξία φιλόλογο σαν τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, που πρωταγωνιστούσε τότε στο Βήμα, και με έστειλε στον διευθυντή της Αλέξανδρο Κοτζιά, ο οποίος μου πρότεινε αυτό το ρόλο.  Αλλά δεν με ενδιέφερε να προσαρμοστώ σε έναν πνευματικό επαρχιωτισμό που καυχιόταν για την ημιμάθειά του.  Πήγα στην Αμερική όπου έγινα Επίκουρος Καθηγητής στα 28 μου και Τακτικός στα 40 χωρίς να συναντήσω καχυποψία, φθόνο και εχθρότητα.  Έκανα τη σταδιοδρομία που εγώ ήθελα με την υποστήριξη και τη συνεργασία ανθρώπων που πίστεψαν σ’ εμένα.

Ενότητα Β:  Πολιτική

Β1. Η τραγωδία της αυτονομίας/ελευθερίας να επαναστατεί

Β1.1 Ποια είναι η επιστημολογική σας θέση,  η σκοπιά από την οποία βλέπετε/στοχάζεστε τον κόσμο;
Βλέπω τα πράγματα από μια σκοπιά πολιτισμική και ιστοριστική, όχι οντολογική και μεταφυσική.  Δεν με ενδιαφέρει τι είναι αλλά πώς λειτουργεί.  Άρα δεν πιστεύω σε αιώνιες και πανανθρώπινες αξίες (άποψη που θεωρώ αστυνομευτική και εξουσιαστική) αλλά αντίθετα ενδιαφέρομαι για το πώς διάφορες κουλτούρες και επιστήμες συγκροτούν μηχανισμούς γνώσεις και καθεστώτα αλήθειας.  Το ερευνητικό μου πεδίο εστιάζεται στη Νεωτερικότητα, δηλαδή την περίοδο 1780-1980 όπου κυριάρχησε το πρόταγμα της αυτονομίας, καθώς και στη μεταβατική περίοδο που διανύουμε τώρα.  Δίνω ιδιαίτερη σημασία στο να δεχτούμε πως με το τέλος του 20ου αιώνα τελείωσε ένα ολόκληρο πολιτισμικό σύμπαν και τίποτε δεν είναι πια όπως το νομίζαμε και γνωρίζαμε ως το 1990.

B1.2. Αναφέρεστε συχνά στην «τραγική ελευθερία» και στο «ανήκεστον» της αυτονομίας. Η «τραγική ελευθερία» που υπερασπίζεστε μοιάζει με εκείνο το λεπτό όριο ανάμεσα στην αυτογνωσία και την αυτοκαταστροφή.
Aπό τότε που έζησα τα Ιουλιανά του ’65 στο κέντρο της Αθήνας ως σήμερα, που ξαναβλέπω στρατό εσωτερικής κατοχής, αυτή τη φορά σε αμερικανικές πόλεις, βασικό θέμα της προβληματικής μου παραμένει η αντινομία της αυτονομίας, δηλαδή η παράδοξη κατάσταση πως δεν υπάρχει απόλυτη αυτονομία επειδή, για να ασκήσουμε τη δική μας ελευθερία, πρέπει να τηρήσουμε (δικούς μας) νόμους, και άρα να την περιορίσουμε.  Η αντινομία της αυτονομίας συνίσταται στο ότι η αυτονομία δεν είναι ποτέ τελείως αυτόνομη. Όπως ήδη κατάλαβαν οι πρώτοι αναγνώστες της Κριτικής του καθαρού λόγου (1781) του Καντ, αυτό κάνει την ελευθερία «τραγική» και την αυτονομία «ανήκεστον».  Από τον ύστερο Διαφωτισμό της δεκαετίας του 1780 ταλαντευόμαστε ανάμεσα στην αυτογνωσία της φρόνησης και την αυτοκαταστροφή της ύβρης.  Αυτό φάνηκε με ακραίο τρόπο σε επαναστατικές εκρήξεις που, απαιτώντας την απόλυτη ελευθερία, ηττήθηκαν ή αυτοκαταργήθηκαν.  Από τους Ρομαντικούς ως τους σημερινούς Μεταποικιακούς οι συγγραφείς θεώρησαν την αυτονομία τραγική κι έγραψαν πάμπολλες τραγωδίες και όπερες, ανεβάζοντας στη σκηνή επαναστατικά αδιέξοδα για να δείξουν τις εσωτερικές αντιφάσεις της.

B1.3. Μπορεί η τέχνη σήμερα να διατηρήσει μια «τραγική» διάσταση χωρίς να καταλήγει στην ακινησία ή την παραίτηση; Πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί να ισορροπήσει σε αυτό το σκοινί, χωρίς δίχτυ ασφαλείας; 
Όταν η δημιουργική τεχνική στη μεταμοντέρνα εποχή μας διατηρεί αυταπάτες της παραδοσιακής τέχνης και εθελοτυφλεί απέναντι στη χρεωκοπία των μεγάλων αξιών και αφηγήσεων γύρω στο 1960, τότε αναζητά δίχτυα ασφαλείας.  Μόνο η τεχνική που αναμετριέται με τη γενεαλογία της τραγικής αντίφασης ελευθερία-αναγκαιότητα μπορεί να ισορροπήσει, κι αυτό αβέβαια και προσωρινά, όπως φαίνεται στην ποίηση των Αργυρώ Αξιώτη, Χρήστου Μαρτίνη, Γιάννη Στίγκα και Θωμά Τσαλαπάτη.  Αυτό είναι το στίγμα της πολιτισμικής φάσης που διανύουμε.

B1.4.  Στην εποχή της υπερ-αισιοδοξίας των motivational λόγων και του θεραπευτικού lifestyle, μπορεί η τραγική συνείδηση να λειτουργήσει ως «αντίδοτο»; Ή μήπως εκλαμβάνεται ως μηδενισμός;
Στην εποχή της υπερ-αισιοδοξίας και της θεραπείας, η τραγική συνείδηση της αντιφατικής αυτονομίας μάς παρακινεί να προβληματιστούμε για τις συνθήκες της υποκειμενικότητας και τις υποταγές της ελευθερίας.  Δυστυχώς στη σημερινή Ελλάδα ο αμφισβητησιακός λόγος πανικοβάλει και απωθείται ως μηδενισμός, με αποτέλεσμα ο στοχασμός να αναζητά ένα θεραπευτικό lifestyle στην αμυντική ασφάλεια της παράδοσης που επιβιώνει στο κερί του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου και στη λαλιά του πεζογράφου Γιάννη Μακριδάκη.

B1.5.  Μιλάτε για την «ανήκεστη» αυτονομία: θυμίζει την ηθική της Αντιγόνης – οι συνειδητές επιλογές της γίνονται όχι για να νικήσει, αλλά για να σταθεί ανυπότακτη μπροστά στην απώλεια. Υπάρχει τέχνη σήμερα που τολμά να σταθεί/να λειτουργήσει με αυτόν τον τρόπο;
Υπάρχουν διάφορες τέχνες που λειτουργούν με αυτό τον τρόπο, και μάλιστα πολλές (λογοτεχνία, θέατρο, όπερα, κινηματογράφος) έχουν την ηθική της Αντιγόνης ως θέμα.  Θα αναφέρω μόνο μια τραγωδία «ανήκεστης» αυτονομίας, τη σπουδαία Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου που γράφτηκε στην εξορία το 1951 και ανέβηκε μια φορά μόνο το 2003 επειδή διαπραγματεύεται τις τραγικές αντιφάσεις του απελευθερωτικού κινήματος όταν ο κομμουνιστικός δογματισμός στη διάρκεια του Εμφύλιου καταφεύγει σε ναζιστικές μεθόδους στο όνομα της επανάστασης.

B1.6.  O τραγικός ήρωας, όπως γράφετε, κατοικεί στο «περιθώριο της συλλογικής αυτογνωσίας». Μήπως η τέχνη σήμερα είναι καταδικασμένη να είναι ένα ευχάριστο θέαμα ή ένα κλειστό, ελιτίστικο σήμα κατατεθέν;
Ήδη η τέχνη της Νεωτερικότητας ήταν καταδικασμένη να γνωρίζει τα όριά της και να αντιμετωπίζει το χάσμα τέχνης-πράξης που διατύπωσε ο Τίτος Πατρίκιος το 1957:  «κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες».  Είναι το δράμα που έζησαν ο Χαίλντερλιν, ο Λεοπάρντι, ο Σενιέ, ο Μαγιακόβσκι, ο Πάουντ.  Το ίδιο δράμα διερευνά με ποίηση και δοκίμιο η παρέα μου του περιοδικού Σημειώσεις εδώ και εκατό σχεδόν τεύχη.  Όμως το δράμα της ποίησης μάς θυμίζει και τα όρια της πράξης, την αδυναμία της να ενσαρκωθεί, όπως φάνηκε στην τελετουργική κηδεία του Μπότσαρη που ο Σολωμός παρομοίασε με την ταφή του Έκτορα.  Πάντως αυτά τα Ρομαντικά διλήμματα έχουν χάσει πια τη σημασία τους.  Σήμερα η ευθύνη του δημιουργού διακυβεύεται διαφορετικά και με πολλούς τρόπους, όπως φαίνεται στο πολιτισμικό έργο των Φοίβη Γιαννίση, Νίκος Ερηνάκης, Νίκος Κουτσοδόντης και Παυλίνα Μάρβιν.

Β1.7.  Υπάρχει χώρος για έναν νέο τραγικό λυρισμό, όχι θρηνητικό αλλά ως σιωπηλή μάχη με το ανέφικτο; Έναν λυρισμό που θα μπορούσε να συνομιλεί με την ποίηση του Καρυωτάκη, του Λεοντάρη, της γενιάς του 2000;
Από τη γενιά Σολωμού ως σήμερα την ελληνική ποίηση διατρέχει ο μελαγχολικός λυρισμός της μετεπαναστατικής συντριβής καθώς το αυτονομιστικό πρόταγμα χάνει ξανά και ξανά τη μάχη με το ανέφικτο.  Αυτός ο λυρισμός συνομιλεί με τον Κάλβο, τον Καρυωτάκη, τον Λεοντάρη και τη γενιά του 2000 που έχει κληρονομήσει αυτή την προβληματική, όπως οι Ζ. Δ. Αϊναλής, Δημήτρης Γκιούλος, Βαλάντης Μάστορας, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος   και Κυριάκος Συφιλτζόγλου.

Β1.8.  Μπορεί η τραγική τέχνη να γίνει «χορός» χωρίς μουσική – μια τελετή αβύσσου, σαν το “Χάος” του Ησίοδου, που είναι ταυτόχρονα ρήγμα και μήτρα;
Στη μεταπολεμική εποχή η εθνική θεατρική σχολή (Θεοτοκάς, Καμπανέλλης, Περγιάλης, Σκούρτης, Κεχαΐδης) οργάνωνε συχνά το κοινό της σε ένα χορό που εξέφραζε κάποιο υποτιθέμενο λαϊκό αίσθημα, όπως αυτό που ακούγεται και στο «Δοξαστικό» του μελοποιημένου Άξιον εστί (1964).  Αυτό το παραμύθι χωρίς όνομα τελείωσε μετά τη Μεταπολίτευση, όπως εξήγησα το 2010 στο δοκίμιο «Ο χορός το ‘09», αναλύοντας παραστάσεις των Κραουνάκη, Μαρμαρινού και Παπαϊωάννου.  Τι μπορεί να συγκροτήσει σήμερα μια τελετή που να είναι ταυτόχρονα ρήγμα και μήτρα;  Σίγουρα όχι το πανηγύρι, η θεία λειτουργία, το πένθος και η κομματική συγκέντρωση.  Θα πρότεινα τη διαδήλωση, τη διαμαρτυρία, την απεργία, την κατάληψη, το φεστιβάλ Pride, τις δομές φιλοξενίας και τη συναυλία που τραγουδά με τον Λεξ τη «Χειρότερη γενιά».

Β2. Το τραύμα/πληγή της ηττημένης επανάστασης

Β2.1.  Η τραγωδία, αν θεωρήσουμε πως λειτουργεί ως τραύμα, παραμένει ανοιχτή πληγή αντί για λυτρωτική κάθαρση. Πιστεύετε ότι στην εποχή μας υπάρχει χώρος για μια τέχνη που επιμένει στην πληγή και αρνείται τη συμφιλίωση; Είναι ίσως αυτή η εμμονή στην πληγή η ύστατη μορφή αντίστασης;
Η τραγωδία της διαψευσμένης επανάστασης (που είτε ματαιώθηκε είτε ηττήθηκε είτε αυτοκτόνησε) παραμένει ανοιχτή πληγή για όλες τις τέχνες που εξελίχθηκαν σε τεχνικές.  Η οδύνη της εντείνεται από την επίγνωση πως η εποχή των επαναστάσεων έκλεισε.  Ταυτόχρονα η τέχνη του 21ου αιώνα γνωρίζει πως δεν έχει άλλη ηρωική, νομοθετική ή μυσταγωγική αποστολή.  Ορισμένοι δημιουργοί και κριτικοί λοιπόν αναζητούν την κάθαρση στη συμφιλίωση, τη συναίνεση των «άκρων» ή και τη συναλλαγή.  Άλλοι, όπως οι Αρτέμης Μαυρομμάτης και Σταμάτης Πολενάκης, αντιστέκονται και συνεχίζουν να στοχάζονται μελαγχολικά τι οδήγησε στην ήττα, μένοντας πιστοί στο πρόταγμα της αυτονομίας. 

Β2.2.  Η άρνηση της συμφιλίωσης μπορεί να ιδωθεί ως μια «επαναστατική ενδόρρηξη» (implosion), όπως αναφέρετε για την ποίηση της γενιάς του 2000;
Όπως βλέπουμε στην ποίηση της γενιάς του 2000, η αντίσταση στη συναίνεση κρατά ανοιχτό το εξεγερτικό αίτημα που ενέπνευσε το επαναστατικό όραμα (Jazra Khaleed) και συνεχίζει να δοκιμάζει ασκήσεις και πρακτικές ελευθερίας (Ζε Μήτσος).

Β2.3.  Μπορεί μια κοινωνία που ζει σε διαρκές σοκ (οικονομικό, τεχνολογικό, οικολογικό) να αντέξει τέχνη που δεν προσφέρει παρηγοριά; Ποιοι είναι οι τρόποι με τους οποίους το κοινό σήμερα διαχειρίζεται την «τραυματική κάθαρση» — ή μήπως την αποφεύγει εντελώς;
Μια κοινωνία που ζει σε διαρκές σοκ ή θα κάνει αυτοκριτική για να το ξεπεράσει ή θα επιδοθεί στον αυτοθαυμασμό για να το απολαύσει.  Η ελληνική κοινωνία επιδίδεται στο δεύτερο με βάση την εθνική ταυτότητα (αρχαιότητα, μοναδικότητα, θυματικότητα).  Έτσι κάθε απόπειρα αυτοκριτικής καταλήγει σύντομα στο εθνικό αφήγημα που ξέρουμε από τους Τέτση, Ράμφο, Σαββόπουλο, Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Αρβελέρ, Γιάννη Σμαραγδή και Μαρία Ευθυμίου.  Το ίδιο υμνείται στις νεκρολογίες ανθρώπων που έδωσαν φωνή και παρηγοριά στο έθνος (όπως πρόσφατα οι Δεληβοριάς, Καζαντζίδης, Γιανναράς, Γεωργουσόπουλος και Γκανάς).  Για να αισθανθεί μια υπερ-ιστορική δικαίωση των παθημάτων του, το κοινό σήμερα διαχειρίζεται την «τραυματική κάθαρση» με ένα λυτρωτικό αφήγημα που περιλαμβάνει τα στάδια καταστροφή-τραύμα-θύμα-μνήμη-πένθος-δίκιο (σε αντίθεση με το δίκαιο).

Β3. Η μελαγχολία ως πολιτική στάση μετά την ήττα

Β3.1.  Η μελαγχολία, λέτε, δεν είναι παραίτηση αλλά μια μορφή εγρήγορσης. Μπορεί να γίνει πολιτικό όπλο, να λειτουργήσει σαν «πολιτικό αντίδοτο» στον θρίαμβο της ψεύτικης χαράς ή είναι καταδικασμένη να υφίσταται /υπάρχει/βιώνεται σιωπηλά; Πόσο μακριά είναι η μελαγχολία από τον κυνισμό και πότε το πένθος γίνεται ειρωνεία;
Η έννοια της μελαγχολίας παρουσιάζεται σε πολλές εποχές και με πολύ διαφορετικό νόημα.  Έτσι όπως συζητιέται από τις αρχές του 20ου αιώνα, η μελαγχολία δεν έχει να κάνει με το πως αισθάνεται ο καθένας.  Έτσι δεν λέμε πως ένας ποιητής, κριτικός, στοχαστής ή ζωγράφος είναι «μελαγχολικός». Είναι μια θεωρητική έννοια που χρησιμοποιούν πολλοί κλάδοι όπως η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία, η ψυχανάλυση, η ερμηνευτική και οι σπουδές φυλής και φύλου.  Συνιστά μια μορφή εγρήγορσης μετά την απώλεια ενός ιδανικού, αντικειμένου ή προσώπου η οποία εγρήγορση επιζητεί να μείνει πιστή στη χαμένη αξία.  Πολύ διαφορετικές στάσεις από τη μελαγχολία αποτελούν το πένθος (που θρηνεί και μετά προσπερνά το χαμένο ιδανικό και προχωρά σε άλλες αναζητήσεις), ο κυνισμός (που πιστεύει πως όλες οι αξίες είναι ίδιες και εξίσου αδιάφορες), η ειρωνεία (που κρατά αποστάσεις και αμφισβητεί υποτιμητικά) και η παραίτηση (που εγκαταλείπει τον αγώνα).

Β3.2.  Αν η αριστερή μελαγχολία είναι το τελευταίο οχυρό της ελπίδας, τι φοβάστε περισσότερο: να χαθεί ή να γίνει μόδα; Ο Χάιντεγκερ έβλεπε τη μελαγχολία σαν «φωτεινό κάλεσμα» στο Είναι. Εσείς τη βλέπετε ως φως ή ως σκιά;
Η αριστερή μελαγχολία είναι στάση και δράση.  Όταν όλα φαίνεται να έχουν χαθεί, επαναξιολογεί όλες τις αξίες, όπως έλεγε ο Νίτσε.  Δεν είναι πόζα ούτε μόδα.  Απορρίπτει την ουτοπία και παραμερίζει την ελπίδα με μια αναρχική προδιάθεση και αυτονομιστική πεποίθηση.  Δεν είναι φως ούτε σκιά αλλά κιαροσκούρο της εποχής Μπαρόκ.  Είναι ο αναστοχασμός της αυτονομίας μετά την επαναστατική συντριβή του 1789, 1848, του 1871, του 1905, του 1919, του 1936, του 1968 και πιο πρόσφατα των ελληνικών κινημάτων το 2015.

Β3.3.  Μπορεί μια κοινωνία να θεμελιωθεί πάνω στη μελαγχολία ή αυτή είναι μόνο προσωπικό έδαφος; Και εντέλει, υπάρχει δημιουργία χωρίς τραύμα, χωρίς απώλεια;
Υπάρχουν περίοδοι πληρότητας χωρίς απώλεια, όπως εκείνες του Ραφαήλ, του Μπαχ και της Τζέιν Όστεν.  Η μελαγχολία της Νεωτερικότητας εμφανίζεται σε πίνακες του άγιου Ιερώνυμου στο σπουδαστήριό του και στη βιογραφία του συγγραφέα Γιάκομπ Λεντς (1751-92).  Είναι ατομική, όχι συλλογική, και αυτό που την κάνει πολιτική είναι η αναμέτρησή της με το παράδοξο της αυτονομίας όταν αυτό θέτει φραγμούς στην ελευθερία (Βασίλης Αμανατίδης και Λένα Καλλέργη).

Ενότητα Γ:  Λογοτεχνία

Γ1. Η λογοτεχνία ως αντίσταση & κοινότητα

Γ1.1.  Η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως αντάρτικο της σκέψης, ως μια αθέατη μάχη στο σώμα του λόγου; Σήμερα, στην εποχή της αλγοριθμικής επικράτειας και της πλατφορμοποίησης, μπορεί η λογοτεχνία να υπάρξει ως γνήσια αντίσταση ή έγινε απλώς μια «γωνιά» κατανάλωσης για ψαγμένους;  Στην εποχή των hashtags και των viral campaigns, μπορεί να υπάρξει λογοτεχνία που δεν «εξηγείται» αλλά αντιστέκεται στο νόημα;
Η λογοτεχνία, καθώς και οι άλλες τέχνες και γενικά η κουλτούρα που άνθησε από το τέλος του Διαφωτισμού, έκλεισε τον κύκλο της γύρω στο 2000 με την εκπνοή της Νεωτερικότητας.  Από τότε ο κόσμος μας έχει αλλάξει ριζικά:  τίποτε πια δεν είναι το ίδιο, το ξέρουμε, το ζούμε καθημερινά αλλά δυσκολευόμαστε τρομερά να το παραδεχτούμε επειδή βρισκόμαστε σε μια μεταβατική εποχή και η επόμενη ιστορική περίοδος δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα.  Σήμερα λοιπόν το λογοτεχνικό είδος έχει εκλείψει, όμως υπάρχουν πολλά είδη και πρακτικές γραφής όπως slam, performance, installation, dub, freestyle rap και improv (όροι που παραμένουν αμετάφραστοι στα ελληνικά).  Αν η λογοτεχνία της εποχής της κουλτούρας πρόβαλε αντίσταση, οι νέες γραφές κάνουν αντάρτικο.  Δεν αντιστέκονται στο νόημα αλλά το πολλαπλασιάζουν.  Γι αυτό δεν μπορεί κανείς να τις συμμαζέψει και να τις τακτοποιήσει.

Γ1.2.  Ποιο είναι το τίμημα της λογοτεχνίας που παραμένει ανυπότακτη; Είναι καταδικασμένη στην περιθωριοποίηση ή αυτή ακριβώς η περιθωριοποίηση είναι το αληθινό πεδίο μάχης;
Όπως βλέπουμε με την πρόσληψη της Γενιάς του 2000, το τίμημα της ανυπότακτης λογοτεχνίας είναι πως δεν συζητείται, δεν βραβεύεται και δεν διδάσκεται.  Διεξάγει ένα αντι-ουσιοκρατικό ανταρτοπόλεμο στο περιθώριο του λογοτεχνικού κανόνα και της αισθητικής ορθότητας, όπως φαίνεται στο έργο του Μότσι, της μκχ και της Κατερίνας Ζησάκη.

Γ1.3.  Αν η λογοτεχνία είναι «αντάρτικο», μπορεί ποτέ να οργανωθεί σε κοινότητα χωρίς να χάσει την ανυποταξία της ή πρέπει να μένει μετέωρη;
Η αντάρτικη συνάθροιση (Ντελέζ) των γραφών που διαδέχτηκαν τη λογοτεχνία οργανώνεται ανυπότακτα και λειτουργεί μέσα από ρευστές κοινότητες περιοδικών και βιβλιοπωλείων που συντονίζονται και συνεργάζονται συχνά.  Αυτό της επιτρέπει να διαχέεται και να πολλαπλασιάζεται, όπως συμβαίνει π.χ. με την κοινότητα της ομάδας/ιστοσελίδας/περιοδικού/εκδοτικού οίκου/κέντρου/φεστιβάλ Θράκα.

Γ1.4.  Η «κοινοτική ποίηση» που περιγράφετε μοιάζει με ένα «ψαλμωδικό άσμα των κοινών» (commons). Μπορεί να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο φτιαγμένο από μοναχικές ειδοποιήσεις κινητού;  Ή μήπως, ακριβώς εκεί, βρίσκει το νέο της υπόγειο ρίζωμα; Ο Αντόρνο έλεγε πως «δεν υπάρχει ποίηση μετά το Άουσβιτς». Εσείς, σε μια εποχή «αισθητικού κυνισμού», βλέπετε ποίηση μετά το Instagram;
Η «κοινοτική ποίηση» είναι οι «ψαλμοί των κοινών» όπου διάφορες κοινότητες, όπως το [φρμκ] και οι γραφούλες, βρίσκουν ποιητική φωνή μέσα από χορωδιακούς σχηματισμούς.  Η ριζωματική ποίηση αναπτύσσεται επίσης μέσα από Χ, Instagram, TikTok και AI.  Όσο για τις Εντολές των Προφητών της Φρανκφούρτης, θα απαντούσα πως δεν υπάρχει Αντόρνο μετά τη Γάζα.

Γ1.5.  Ποια είναι η σχέση της λογοτεχνίας-αντίστασης με τον πολιτικό ακτιβισμό; Είναι δύο δρόμοι παράλληλοι ή δύο όψεις του ίδιου αόρατου ξίφους;
Πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα:  η γραφή/λογοτεχνία δεν είναι πολιτική και η πολιτική δεν είναι γραφή.  Ο συνήθης ισχυρισμός πως κάνοντας λογοτεχνία κάνουμε και πολιτική αποτελεί φρεναπάτη και ακκισμό.  Αντιστασιακή γραφή και πολιτική λειτουργούν παράλληλα, συνομιλούν και κάποτε συνεργάζονται, όπως συμβαίνει με την αναρχική πολιτιστική συλλογικότητα Κενό Δίκτυο (1990-).

Γ2. Αριστερή μελαγχολία & ποίηση

Γ2.1.  Μιλάτε για την «αριστερή μελαγχολία» της γενιάς του 2000 — μια ποίηση που δεν ελπίζει, αλλά δεν υποχωρεί. Είναι αυτή μια νέα ηθική στάση ή μια μορφή αδιέξοδης σιωπής;
Η αριστερή μελαγχολία είναι το βασικό (όχι το μόνο) στοιχείο της πολιτικής στάσης της γενιάς του 2000, όπως έχω επισημάνει ήδη από το 2014.  Οι ποιητές της απογοητεύτηκαν από αυτό που αποκαλούμε Αριστερά ήδη από τις αρχές του αιώνα μας, πολύ πριν τον κομματικό κατακερματισμό της τωρινής δεκαετίας, χωρίς όμως να πάψουν να ενδιαφέρονται ενεργά για αριστερές πρακτικές.  Δεν αναφέρομαι σε μελαγχολικά άτομα αλλά σε μια ατμόσφαιρα που διατρέχει πολλά βιβλία και εκδηλώσεις, για ένα βασικό χαρακτηριστικό ηθικο-πολιτικής τοποθέτησης.  Πώς μπορεί κανείς να μείνει πιστός στο αυτονομιστικό πρόταγμα όταν η ουτοπία διαψεύσθηκε και δεν υπάρχει ελπίδα;  Αυτό διερευνά επίμονα η ποίηση της γενιάς του νέου αιώνα (ενώ ταυτόχρονα μπορεί να ασχολείται με ερωτικά, βιοπολιτικά, οικολογικά, υπαρξιακά, κοινωνικά και άλλα θέματα).  
 
Γ2.2.  Ο ποιητής του 2000 γράφει με γνώση της προδοσίας πριν τη μάχη. Μοιάζει με τον προφήτη που βλέπει την ήττα και παρ’ όλα αυτά μιλά. Μπορεί να υπάρξει ελπίδα χωρίς να γίνει ψευδαίσθηση; Μπορεί η μελαγχολία να γεννήσει κοινότητα, ή είναι εξ ορισμού μοναχικό συναίσθημα; Ο μελαγχολικός ποιητής είναι ο τελευταίος αυτόπτης μάρτυρας ή ο πρώτος λιποτάκτης;
Αυτόπτες μάρτυρες της αριστερής συντριβής, οι ποιητές της γενιάς πρόβλεψαν την πολιτική χρεωκοπία, αρνήθηκαν την φρούδα ελπίδα (γι’ αυτό και δεν υποστήριξαν δημόσια τον Σύριζα, σε αντίθεση με τους πανεπιστημιακούς, που έσπευσαν να ενταχθούν) και εξακολουθούν να αναζητούν εναλλακτικές συλλογικότητες (πέρα από το κόμμα, την οργάνωση και το σύλλογο) με τις οποίες κινητοποιούν ομαδικές δράσεις όπου συναντώνται διάφορες μελαγχολίες και πειραματίζονται με νέες κοινωνικές ταυτότητες και μορφώματα (όπως οι κουήρ φιλίες).

Γ2.3.  Στη λογική του Μπλανσό, το ποίημα δεν ολοκληρώνεται ποτέ, μόνο αποσύρεται. Μήπως η «αριστερή μελαγχολία» είναι η τελευταία μορφή αυτού του ανολοκλήρωτου;
Η αριστερή μελαγχολία είναι η πολιτική διάθεση της στιχουργικής γραφής πού ήρθε μετά το τέλος δύο αιώνων ποίησης και επανάστασης.  Αντίστοιχα διερευνά τι σημαίνουν γραφή και εξέγερση σήμερα.  Αποτελεί την τελευταία ποιητική έκφραση της ανολοκλήρωτης επανάστασης της αυτονομίας εναντίον της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης και της εθνοκάθαρσης.

Γ3. Κριτική, κανόνας, φιλολογία

Γ3.1.  Η νεοελληνική φιλολογία, όπως γράφετε, έγινε «κανονικοποιητής του γούστου» και υπηρέτης του εθνικού αφηγήματος. Πώς μπορεί να σπάσει αυτός ο κύκλος; Χρειάζεται νέους αιρετικούς ή ένα νέο είδος αναγνώστη;
H Νεοελληνική Φιλολογία υπηρέτησε το κρατικό αφήγημα διδάσκοντας την πατριωτική ηθικοπλαστική αξία της εθνικής λογοτεχνίας.  Όμως αυτή η λογοτεχνία, που ανάγεται στα τέλη του 18ου αιώνα, εξέλιπε στο τέλος του 20ου.  Δεν έχουμε πια εθνικούς ποιητές (ούτε ζωγράφους, φιλοσόφους, συνθέτες και ηθοποιούς).  Έτσι η Νεοελληνική Φιλολογία έχασε τον ιδρυτικό δημόσιο λόγο της, όπως άλλωστε συνέβη με όλες σχεδόν τις εθνικές φιλολογίες.  Ατυχώς στη δεκαετία του 1980 αρνήθηκε να συνομιλήσει με τη λογοτεχνική και άλλη θεωρία επειδή πανικοβλήθηκε από τις ριζοσπαστικές επιστημολογικές απόψεις της, και προτίμησε να κρυφτεί στο πνευματικό και θεσμικό περιθώριο της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας.  Οι χαμηλές βάσεις των εισαγωγικών εξετάσεων θυμίζουν πως κάθε χρόνο χάνει το κύρος της.  Έχει πάρει το δρόμο τής εξ ίσου παραδοσιακής Βρετανικής Νεοελληνικής Φιλολογίας που έχασε τους φοιτητές της και καταργήθηκε σε όλα τα πανεπιστήμια εκτός της Οξφόρδης.  Για να σταματήσει η κατηφόρα θα χρειαστούν αιρετικοί αναγνώστες.  Το πιθανότερο είναι πως θα συνεχίσει να βουλιάζει στην ασημαντότητά της με την αλαζονεία της καλλιλογικής ορθότητας.

Γ3.2.  Τι θα σήμαινε μια «απο-εθνικοποιημένη» ελληνική φιλολογία; Είναι φαντασίωση ή αναγκαιότητα; Και ο δάσκαλος, αν πάψει να είναι φορέας κανονικότητας, τι γίνεται; Προφήτης, τρελός, κλόουν ή αόρατος;
Μια «απο-εθνικοποιημένη» Νεοελληνική Φιλολογία θα έδινε έμφαση σε κοσμοπολιτικά, πολυγλωσσικά, διασπορικά, μιγαδικά, κεντρόφυγα, μεταιχμιακά στοιχεία που εμφανίζονται όλο και περισσότερο στις καινούριες γραφές αλλά υπήρχαν και στη λογοτεχνία των τελευταίων δύο αιώνων και η εθνοσωτήρια εξηγητική τα υποβάθμισε σε καλολογικά στοιχεία.  Τέτοια είναι η Φιλολογία που καλλιεργούν με μεγάλη απήχηση οι Νεοελληνιστές της Αμερικής εδώ και 40 χρόνια, προσελκύοντας γενιές φοιτητών στα μαθήματά τους.  Ο καθηγητής που διδάσκει την κανονικότητα και ταυτόχρονα την υπονομεύει (όπως κάνει η αποδόμηση του Ντεριντά) χρησιμοποιεί στρατηγικές της ριζοσπαστικής παιδείας για να μάθει στους φοιτητές να προβληματίζονται και να αμφισβητούν κι όχι απλώς να θαυμάζουν ή να καταργούν.

Γ3.3.  Η κριτική στην Ελλάδα, όπως λέτε, έχασε τη ριζοσπαστική της δύναμη, μετατράπηκε σε τελετουργία επικύρωσης, σχεδόν μνημόσυνο. Πιστεύετε ότι μπορεί να ξαναγίνει τελετουργία ανάστασης ή είναι καταδικασμένη σε αιώνιο μοιρολόι;
H σύγχρονη ανά τον κόσμο κριτική διανύει τα εξής στάδια:  διέπεται εν γένει από πνευματική περιέργεια, αφορμάται από κάτι που θεωρεί άξιο προσοχής, του δίνει σημασία, αναπτύσσει ένα συστηματικό ενδιαφέρον γι’ αυτό και τελικά καλλιεργεί μια φροντίδα για ένα φαινόμενο ή/και ζήτημα.  Αντίθετα η ελλαδική κριτική, έχοντας αποκηρύξει το στοχασμό, δεν διαθέτει περιέργεια, δεν καλλιεργεί ενδιαφέροντα (επειδή τα κρίνει ξένα προς το αντικείμενό της), θεωρεί το έργο αυτούσιο, άρα αυταπόδεικτο, και απλώς επιδιώκει την επαλήθευσή του, δηλαδή την επιβεβαίωση της λογοτεχνικότητάς του.  Γι’ αυτό είναι μονίμως θετική και ανιαρή.  Η ελλαδική λογοτεχνική (αλλά λοιπή) κριτική ασχολείται κυρίως με παραδοσιακές καλλιτεχνικές αξίες και έτσι κάνει μνημόσυνα σε μια γραμματεία που ήδη ξεχνιέται.  Έχοντας καταδικάσει κάθε αμφισβήτηση, περιορίζεται στη μονοτονία της συναίνεσης και της συμπαιγνίας, κάτι που όλοι πλέον παραδέχονται αλλά κανείς δεν επιχειρεί να αλλάξει.  Η επιστημονική και η αισθητική ορθότητα έχουν καταδικάσει την κριτική να μοιρολογεί για το κοινό που έχασε.  Αξιοσημείωτες εξαιρέσεις ανανεωτικής κριτικής αποτελούν μεταξύ άλλων οι Ελισάβετ Αρσενίου, Τιτίκα Δημητρούλια, Αργύρης Δούρβας, Παναγιώτης Ελ Γκεντί, Βάγια Κάλφα, Κωστούλα Μάκη, Χάρης Οταμπάσης, Βαρβάρα Ρούσσου, Αθηνά Ρώσσογλου και  Ανδρονίκη Τασιούλα.

Γ3.4.  Σήμερα, σε μια εποχή meme-κριτικών και ακαριαίων καταναλώσεων, ποιο είναι το τίμημα για όποιον παραμένει ριζοσπαστικός και επιμένει να γράφει «προς τον Άλλον» και όχι «για το κοινό»; Υπάρχει ακόμα «κοινότητα αναγνωστών» που να διψά για κριτική ως πνευματική άσκηση και όχι ως κατανάλωση σκάνδαλου ή επιβεβαίωσης;  Υπάρχει ακόμα χώρος για κριτική που να μιλάει με τη «φωνή του λύκου», όπως έγραφε ο Τζακ Λόντον;
Πάντα υπάρχει δίψα για μια μαχητική κριτική που είναι προσιτή στο καλλιεργημένο κοινό και συμβάλλει στο «λυκόφως των ειδώλων», όπως του Εμμανουήλ Ροΐδη.  Όμως σήμερα επικρατούν η μεταφυσική πίστη στην ανωτερότητα και αγνότητα της τέχνης, καθώς και η αμοιβαία επιβεβαίωση μεταξύ των κριτικών, και σχεδόν κανείς δεν τολμά να είναι φιλοσοφικά ριζοσπαστικός, είτε στον τύπο είτε στο διαδίκτυο, γιατί φοβάται μήπως δεν θα διαβαστεί.

Γ3.5.  Στην αριστερή μελαγχολία διακρίνουμε μια αποδοχή του ανέφικτου. Μπορεί η κριτική να πάρει το ίδιο μονοπάτι – να παραμείνει ανένταχτη, ακόμα κι αν σημαίνει να μείνει αθέατη;
Η αριστερή μελαγχολία είναι μια ανένταχτη διεπιστημονική ερευνητική τάση σε όλο τον κόσμο με την οποία θα μπορούσε θαυμάσια να συνομιλήσει η ελλαδική κριτική μετά την συντριβή της αριστεράς.  Λειτουργεί πολύ παραγωγικά στην κριτική, στην κοινωνιολογία, στην ψυχανάλυση, στη φιλοσοφία, στο φεμινισμό, στο μετα-μαρξισμό καθώς και στις σπουδές φύλου, φυλής, αποικίας και διασποράς.  Θα μπορούσε θαυμάσια να ανιχνεύσει στην ελληνική ποίηση θέματα όπως η αισθητική ορθοδοξία, η μεταφυσική ιδεοληψία και η πατριαρχική πατριδολατρεία.

Γ3.6.  Ποια είναι η ευθύνη του κριτικού όταν βλέπει το έργο να γίνεται προϊόν, το ποίημα να γίνεται hashtag, τον συγγραφέα να γίνεται brand; 
Φαινόμενα εμπορευματοποίησης συναντούμε και σε πολλές άλλες εποχές και κουλτούρες, και δεν χρειάζεται να μας εκπλήσσουν.  Το ζήτημα είναι αν η κριτική τα επικρίνει όχι στο όνομα της καθαρής και αυθεντικής λογοτεχνίας αλλά της ανατρεπτικής γραφής.  Ευθύνη του δυναμικού κριτικού είναι, πρώτον, να αναλύει έργα καθώς κυκλοφορούν στην αγορά του πολιτισμού και της πολιτικής (και όχι σαν αυθύπαρκτα λογοτεχνήματα), και δεύτερον, να συνομιλεί δημιουργικά με τα πιο  σύγχρονα πνευματικά ρεύματα.

Γ4. Δημιουργική γραφή

Γ4.1.  Σήμερα βλέπουμε να ξεπηδούν σχολές δημιουργικής γραφής που υπόσχονται να «παράγουν» ποιητές, συγγραφείς, κριτικούς. Πιστεύετε πως η γραφή μπορεί να διδαχτεί ή η τέχνη της δεν αντέχει διδασκαλική «περίφραξη»;
Η γραφή αποτελεί ένα σύστημα από παλιές και καινούριες τεχνικές και δεξιότητες, και άρα σαφώς μπορεί να διδαχτεί, όπως διδάσκονται το θέατρο, ο χορός και η ζωγραφική.  Από παλιά υπήρχαν σχολές καλλιτεχνών για κάθε τέχνη, όπως του Κουν, της Πράτσικα και των Βακαλό, των οποίων σχολών η αναπόφευκτη διδασκαλική «περίφραξη» δεν εμπόδισε την παραγωγή αξιόλογων καλλιτεχνών.  Το ίδιο συμβαίνει σήμερα με τις σχολές δημιουργικής γραφής.

Γ4.2.  Αν η ποίηση είναι μια πληγή που δεν κλείνει, πώς μπορεί να «διδάσκεται»; Τι ακριβώς μεταδίδεται: η φόρμα, η αγορά, ή η αυταπάτη της «ποιητικής ταυτότητας»; Μπορεί να υπάρξει δημιουργική γραφή χωρίς να γίνει βιομηχανία επιθυμίας; Ή μήπως καταλήγει τελικά σε αγορά χειροτεχνίας προσωπικών μύθων;
Η ποίηση έκλεισε τον ιστορικό κύκλο της και τελείωσε.  Οι Ρομαντικοί «προσωπικοί μύθοι» που την δόξαζαν (ταλέντο, έμπνευση, αποστολή, πληγή) και συγκροτούσαν την «ποιητική ταυτότητα» ξεπεράστηκαν.  Η γραφή ξανάγινε τεχνική που συμμετέχει σε μια «βιομηχανία επιθυμιών», όπως κάνουν η παιδεία, η εκκλησία, η ιατρική κλπ.  Στη διδασκαλία της μεταδίδεται η φόρμα, ο κανόνας, η δημοσίευση, η αγορά, το συνάφι και η κριτική.  Σε όλα αυτά δεν βλέπω κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα.

Γ4.3.  Ο Ρίλκε μας καλεί να γράφουμε «αν μπορούμε να πεθάνουμε γι’ αυτό». Ποιος πεθαίνει μέσα στις αίθουσες δημιουργικής γραφής; Ή μήπως εκεί όλοι εκπαιδεύονται να επιβιώνουν και αυτό είναι σωστότερο;
Ο κόσμος του Ρίλκε και του μυστικιστικού συμβολισμού πέθανε προ πολλού στα σανατόρια της ιστορίας του πρώιμου 20ου αιώνα.  Σήμερα στις αίθουσες δημιουργικής γραφής, στο διαδίκτυο και στα κινητά τηλέφωνα ευτυχώς δεν πεθαίνει κανείς για ποίηση και αντίθετα όλοι ασκούνται σε ποιητικές τεχνικές και τους ορίζοντες που διαρκώς διευρύνονται.  Μαθαίνουν όχι να μονολογούν περί εαυτού αλλά να συνομιλούν και να συνεργάζονται (Λένια Ζαφειροπούλου και Νίκος Κουτσοδόντης).

Γ4.4.  Ο Καβάφης μιλούσε για την ποίηση ως εσωτερική μονοτονία – πώς ταιριάζει αυτό με το μοντέλο «παραγωγής» ποιητών σε σειρά; Τί συμβαίνει όταν όλοι «ονομάζονται»/αυτοχρίζονται ποιητές και ποιο το τίμημα για την ίδια τη γλώσσα, όταν ο τίτλος γίνεται αξεσουάρ και όχι άθλος; Μήπως η γενιά των «ομοιόμορφων» ποιητών είναι η μεγαλύτερη τραγωδία του καιρού μας και μήπως υπάρχει κάτι το ιερόσυλο όταν το «τραύμα» γίνεται άσκηση δημιουργικού workshop;
«Ποιητής» δεν είναι πλέον τίτλος τιμής αλλά ιδιότητα που δηλώνει κάποιον που στιχουργεί.  Ο λογοτέχνης μύστης, ιεροφάντης, νομοθέτης, προφήτης, ασκητής και μάρτυς (Σολωμός, Ελύτης, Σαχτούρης, Παναγιωτόπουλος, Πούλιος) έχει πεθάνει προ πολλού στην παγκόσμια σκηνή και δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να τον κρατήσουμε ζωντανό στην Ελλάδα.  Ζούμε στην εποχή του εκδημοκρατισμού τίτλων και ειδικοτήτων.  Ο καθένας μπορεί, μέσα από την κατάλληλη πειθαρχία, να λειτουργήσει ως ποιητής, κριτικός, δημοσιογράφος ή σκηνοθέτης.  Η δημιουργία είναι άσκηση, όχι άθλος.  Όλα είναι περφόρμανς, και υπάρχει ένα «δημιουργικό workshop» για κάθε τι.  Αυτή είναι μια τελείως καινούρια πολιτισμική πραγματικότητα και είναι μάταιο να την απορρίπτουμε.  Το ερώτημα είναι πόσο συμβάλλουν οι τεχνικές, οι δεξιότητες και οι στρατηγικές στην καλλιέργεια της χειραφέτησης και της αυτονομίας. 

Γ4.5. Σε ποιο βαθμό οι τεχνικές και οι στρατηγικές της δημιουργικής άσκησης όντως οδηγούν σε χειραφέτηση και αυτονομία και σε ποιο βαθμό καλλιεργούν απλώς μια πειθαρχημένη συμμόρφωση στις νόρμες του συστήματος; Μπορεί η «δημιουργική άσκηση» να παραμείνει εργαλείο απελευθέρωσης και αυτονομίας, αντί να μετατραπεί σε μέσο απλής συμμόρφωσης στους κανόνες;
Οι τεχνικές της δημιουργικής άσκησης μπορούν θαυμάσια να οδηγήσουν σε χειραφέτηση από τις νόρμες του συστήματος ή σε συμμόρφωση προς αυτές, ανάλογα με τις ποιητικές φιλοδοξίες καθενός.  Το άτομο που μαθητεύει μπορεί να διαλέξει από χιλιάδες παραδείγματα και να αποφασίσει αν θέλει να ακολουθήσει τη δημιουργική αυτονομία της Μαντώς Αραβαντινού και του Νάνου Βαλαωρίτη ή την υπάκουη πειθαρχία της Λίνας Κάσδαγλη και του Μπούλη Φραγκόπουλου.  Οι περισσότεροι προτιμούν τον ευκολότερο δεύτερο δρόμο και κερδίζουν γρήγορα αναγνώριση, ενώ όσοι διαλέγουν τον πρώτο κατορθώνουν σίγουρα πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα.

Γ.4.6. Η «εποχή του εκδημοκρατισμού τίτλων και ειδικοτήτων» προβάλλεται ως μια μεγάλη κατάκτηση της σύγχρονης κουλτούρας. Ωστόσο πού τελειώνει η γόνιμη διεύρυνση και πού αρχίζει η μαζοποίηση που ισοπεδώνει; Μήπως η εύκολη απόδοση τίτλων οδηγεί σε μια νέα μορφή αναξιοκρατίας, όπου η ίδια η τέχνη χάνει το κύρος της; Και πώς μπορεί να διακριθεί η πραγματική χειραφέτηση από την ψευδαίσθηση της συμμετοχής;
Ο πολιτιστικός εκδημοκρατισμός σήμανε την κατάρρευση της αυλής και του ιερατείου που θεσμοθετούσαν αισθητικά και ιδεολογικά.  Αυτό αποτελεί σπουδαία κατάκτηση.  Τώρα που καμιά ανώτερη εξουσία δεν αξιολογεί για λογαριασμό μας, πώς θα αποφύγουμε τη μαζοποίηση συμμετοχής και τίτλων σπουδών;  Έχοντας ζήσει κάτω από το προηγούμενο καθεστώς, όπως π. χ. την Ομάδα των Δώδεκα ανδρών της μεγαλοαστικής τάξης (1951-67), είμαι ικανοποιημένος που τώρα η ευθύνη είναι δική μας.  Όμως όταν πέφτει ένα απολυταρχικό καθεστώς τέχνης και γνώσης, οι ευθύνες όλων μας αυξάνονται.  Έτσι και τώρα, όσοι δεν θέλουμε αναξιοκρατία, ας επιδοθούμε υπεύθυνα στις πρακτικές της αξιολόγησης κι ας διαπραγματευτούμε μεταξύ μας το σημερινό κύρος της.

Γ5. Λογοτεχνικά Φεστιβάλ

Γ5.1.  Σήμερα τα φεστιβάλ λόγου και τέχνης πολλαπλασιάζονται συνεχώς. Πιστεύετε ότι τα περισσότερα από αυτά λειτουργούν ως ουσιαστικοί χώροι ζωντανής ανταλλαγής και σύγκρουσης ιδεών ή τελικά καταλήγουν να είναι εκθέσεις «καλλιτεχνικής βιτρίνας», προορισμένες για το θεαθήναι και την πολιτιστική κατανάλωση, παραμένοντας προσωρινά «καταναλωτικά πανηγύρια» που διαλύονται μόλις σβήσουν τα φώτα;
Όπως πολλαπλασιάζονται τα περιοδικά, τα εργαστήρια, οι βιβλιοπαρουσιάσεις, οι σχολές και οι περφόρμανς, έτσι πολλαπλασιάζονται και τα φεστιβάλ.  Όλα αυτά συνιστούν επίσης τη νέα πραγματικότητα του εκδημοκρατισμού της γραφής και της κυκλοφορίας, και εξυπηρετούν πολλές και διαφορετικές ανάγκες, από ανταλλαγή και σύγκρουση ιδεών ως θεαθήναι και κατανάλωση.  Τον περασμένο αιώνα στην Ελλάδα αντίστοιχες ανάγκες εξυπηρετούσαν θύλακες πολιτιστικής εξουσίας όπως το Αμερικανικό Κολλέγιο, ο Ίκαρος, η Λύρα, το Συγκρότημα Λαμπράκη, η Λέσχη του Δίσκου,  η Επιθεώρηση Τέχνης και η Γκαλερί Ζουμπουλάκη.  Τα φεστιβάλ ανταποκρίνονται σε σημερινές πολιτιστικές ανάγκες και διεκδικήσεις, και δεν νομίζω πως αποτελούν πρόβλημα.

Γ5.2.  Πότε ένα φεστιβάλ υπηρετεί αληθινά τον δημόσιο λόγο και την κοινότητα; Ποια είναι τα κριτήρια για να πούμε ότι αφήνει πραγματικό «ίχνος» στον δημόσιο χώρο και όχι απλώς ένα στιγμιαίο αποτύπωμα; Τι το ξεχωρίζει για σας από μια ακόμη «παράσταση» που παράγει εικόνες, hashtags και «αναμνηστικά» στιγμιότυπα χωρίς βάθος;
Το φεστιβάλ που υπηρετεί αληθινά την κοινότητα και αφήνει πραγματικό «ίχνος» στον δημόσιο χώρο αμφισβητεί, διακινδυνεύει, αναστατώνει, προσβάλλει, σοκάρει, βεβηλώνει, όπως π. χ. κάνει το Διαθεματικό Φεστιβάλ για το Φύλο και τη Λογοτεχνία που υλοποιείται από τις θηλυκότητες Μωβ Μέδουσες.  Δεν περιφρουρεί την παράδοση, δεν υπερασπίζεται την ποιότητα, δεν είναι ανεξίθρησκο, δεν κρατά ίσες αποστάσεις.  Επίσης ανοίγει το δρόμο για παρόμοια φεστιβάλ καλλιτεχνικής αλληλεγγύης.

Γ6. Μουσική & πειραματισμός – Η μουσική ως θεωρητικό εργαστήριο

Γ6.1.  Η μουσική, λέτε, είναι για εσάς ένα θεωρητικό εργαστήριο, μια πνευματική σάλα δοκιμών. Ποια συγχορδία ή ποιο μουσικό μοτίβο θα συνοψίζατε ως τον «ήχο» της σκέψης σας; Αν το έργο σας ήταν σύνθεση, θα ήταν φούγκα, σουίτα ή άναρχο αυτοσχεδιαστικό session;
Γράφω για διάφορα μουσικά θέματα από το 1982 επειδή θεωρώ πως τα μουσ
ικά είδη αποτελούν το καλύτερο θεωρητικό εργαστήριο για τη μελέτη της κουλτούρας στη Νεωτερικότητα, την εποχή που η μουσική κυριάρχησε ως η κορυφαία τέχνη.  Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για την κλασσική μουσική ως φαινόμενο και περίσταση που εισήγαγε το απόλυτο (Καρλ Ντάλχαους) στην τέχνη – ποιοι, πού και πώς την ακούν, τι κοινό συγκροτούν, με τι κώδικες επικοινωνούν.  Η προσέγγισή μου είναι παρόμοια με εκείνη ενός μεγάλου κριτικού και μουσικού στοχαστή, του Έντουαρντ Σαΐντ.  Τον ήχο της σκέψης μου συνοψίζει η «συγχορδία του Τριστάνου» του Βάγκνερ, το ανολοκλήρωτο και ανεκπλήρωτο που για 4 ώρες αναζητά τη λύση του με ένταση που διαρκώς συσσωρεύεται.  Αν το έργο μου ήταν σύνθεση, θα ήταν θέμα και παραλλαγές (όπως οι Παραλλαγές του Μπραμς πάνω σε μια άρια του Χαίντελ και η Ραψωδία του Ραχμάνινοφ πάνω στο 24ο καπρίτσιο του Παγκανίνι).  Με συναρπάζει η άσκηση να παίρνω ένα θέμα και να το διαπραγματεύομαι με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.

Γ6.2.  Πώς βλέπετε τη σχέση μουσικής και τραυματικού βιώματος; Μπορεί ο ήχος να πενθήσει χωρίς λόγια;
Θα αναφέρω τρία κορυφαία παραδείγματα όπου ο απόλυτος ήχος πενθεί χωρίς λόγια για ολόκληρες εποχές.  To «Πένθιμο εμβατήριο του Ζίγκφριντ» (1872-74) στο Λυκόφως των θεών του Βάγκνερ που πενθεί το τέλος του καπιταλισμού.  To «Πένθιμο εμβατήριο» της 5ης Συμφωνίας (1901-2) του Μάλερ που πενθεί το τέλος της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας.  Οι ελεγειακές Μεταμορφώσεις (1944-45) του Ρίχαρντ Στράους που παραπέμπει στο «Πένθιμο εμβατήριο» της  Ηρωικής του Μπετόβεν για να πενθήσει την καταστροφή «2000 χρόνων πολιτιστικής εξέλιξης της Γερμανίας».

Γ6.3.  Η μουσική απαιτεί ακροατή. Η θεωρία; Μήπως το κοινό της θεωρίας είναι σαν το κοινό σε avant-garde συναυλία: λίγοι, σαστισμένοι, ερωτευμένοι;
Το καλλιεργημένο και υποψιασμένο κοινό της θεωρίας παρακολουθεί την ανέλιξη μιας φούγκας η οποία ξεκινά από ένα θέμα, επεκτείνεται, αναπτύσσεται, εξελίσσεται και καταλήγει να δημιουργήσει ένα ολόκληρο οικοδόμημα, όπως γίνεται σε φούγκες των Μπαχ, Μπετόβεν, Βιντόρ, Ρέγκερ, Στήβενσον, Σοράμπτζι και Ζέβσκι.

Γ6.4.  Ο Μπαχ, o Χέντελ, o Σκαρλάτι — όλοι δημιουργούν δομές και συγχρόνως τις ανατινάζουν. Μπορεί να υπάρξει θεωρία που να λειτουργεί έτσι, σαν πολυφωνία με εκρήξεις;
Οι μεταδομικές θεωρίες που άρχισαν να εμφανίζονται τη δεκαετία του 1960 λειτούργησαν παρόμοια με τους συνθέτες (και φιλοσόφους) του Ύστερου Μπαρόκ και του Πρώιμου Διαφωτισμού:  έχοντας εξαιρετική γνώση των κυρίαρχων πηγών και κανόνων τα οργάνωσαν διαφορετικά, έχτισαν πάνω στην παράδοση και ταυτόχρονα την υπονόμευσαν εκ βάθρων.  Η θεωρία που έχει μεγάλη απήχηση λειτουργεί με αλλεπάλληλες «εκρήξεις» και γι’ αυτό θορυβεί.

Γ6.5.  Στην εποχή των playlists, μπορεί η μουσική ακόμη να λειτουργήσει ως αντίσταση ή έγινε ένα soundtrack καθημερινής κατανάλωσης;
Στον μεταμοντέρνο κόσμο του ύστερου καπιταλισμού, όλες οι τέχνες έχουν χάσει το ρόλο τους στη δημόσια σφαίρα και επιβιώνουν ως σκιές του περίοπτου εαυτού τους.  Επιπλέον, όπως βλέπουμε πρόσφατα στη συστηματική οικειοποίηση της θεωρίας από απολυταρχικές πολιτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, η εξουσία μπορεί να μετατρέψει σχεδόν κάθε μορφή αντίστασης σε soundtrack καθημερινής κατανάλωσης.  Έτσι η μουσική, μαζί με τις υπόλοιπες τέχνες, αντιμετωπίζει ένα αμείλικτο ερώτημα:  Ποιο είδος παρρησίας μπορεί σήμερα να ξεστομίσει την αλήθεια στην εξουσία;

Ενότητα Δ:  Ταυτότητα

Δ1. Πατρίδα

Δ1.1.  Μιλάτε για μια Ελλάδα ανοιχτή, ρευστή, διασπορική. Διορθώστε με αν κάνω λάθος, έχω την αίσθηση ότι στοχάζεστε μια πατρίδα που δεν έχει σύνορα αλλά σπαράγματα, μια γλώσσα που είναι πιο κοντά σε θάλασσα παρά σε έδαφος. Σε αυτήν την «φορητή πατρίδα», ποιος είναι ο ποιητής; Ο συλλέκτης ή ο ναυαγός;
Σε μια Ελλάδα ανοιχτή, ρευστή, διασπορική, από-εδαφοποιημένη και από-φυλετικοποιημένη ο δεξιοτέχνης της στιχουργικής μπορεί να παίξει πολλούς ρόλους, απαλλαγμένος από κάθε εθνική αποστολή.  Για παράδειγμα, ως συλλέκτης μπορεί να συμβάλει στο να γράφονται πολλές διάλεκτοι και γλώσσες, και να μείνει η δημόσια έκφραση πολυφωνική.  Διαβάζοντας στον Ελύτη «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» μπορεί να αναρωτηθεί ποιοι, πώς και γιατί το έκαναν αυτό και γιατί δεν το έκαναν σε ποιητές όπως ο Μάρκος Μέσκος και ο Τάσος Πορφύρης που είχαν άλλη μητρική γλώσσα.

Δ1.2.  Η «φορητή πατρίδα» μοιάζει με την έννοια του nomad thought του Deleuze και Guattari – μια ταυτότητα που κυλά, μετασχηματίζεται. Μπορεί όμως να χτίσει ιστορία χωρίς να εγκλωβιστεί σε νέο εθνικό μύθο;
Όπως δείχνει το έργο των Sine Lege, Γιώργου Πρεβεδουράκη, Σπύρου Χαιρέτη και Μάριου Χατζηπροκοπίου, η νομαδική πατρίδα και η φορητή ταυτότητα μπορούν να δημιουργήσουν ιστορία αποφεύγοντας τις ψευδαισθήσεις του εθνικού μύθου – την επαγγελία προτεραιότητας, ανωτερότητας, μοναδικότητας και καθαρότητας.  Μπορούμε να κάνουμε μια σαφή διάκριση ανάμεσα στην εθνική Ελλάδα του καλλιτέχνη Δημήτρη Παπαϊωάννου και τον νομαδικό ελληνισμό του λογοτέχνη Πάνου Θεοδωρίδη όπως επίσης μπορούμε να κάνουμε διάκριση  ανάμεσα στην εθνική Ελλάδα του «Ας κρατήσουν οι χοροί» και στον νομαδικό ελληνισμό της «Μαύρης Θάλασσας» του Διονύση Σαββόπουλου.

Δ1.3.  Στον Παγκόσμιο Νότο, γράφετε πως η ταυτότητα γίνεται «υβριδικό ρίζωμα» κι όχι καθαρή ρίζα. Πώς επιβιώνει η ποίηση όταν δεν μπορεί να κρατηθεί από έναν τόπο, μια παράδοση, ένα «καθαρό» όνομα;  Και μήπως ο σύγχρονος ποιητής δεν αναζητά πατρίδα αλλά διαρκή μετάλλαξη, σαν τον Οδυσσέα, που ταξιδεύει και δεν επιστρέφει ποτέ ίδιος;
Η σύγχρονη ποίηση του Παγκόσμιου Νότου ασφυκτιά σε έναν μόνο τόπο, μια παράδοση, ένα «καθαρό» όνομα, και αναζητά συνοριακότητα, κοσμοπολιτισμό, υβριδικότητα, πολλαπλότητα.  Ο σύγχρονος ποιητής είναι ένας Οδυσσέας που, αφού έχει επιστρέψει στην πατρίδα του, ξαναφεύγει αναζητώντας διαρκή μετάλλαξη τόπου και εαυτού.

Δ1.4.  Αν το έθνος είναι «σώμα με ουλές», ποια είναι η θέση της ποίησης: να ράψει τις ουλές ή να τις τραγουδήσει;
Η ελληνική ποίηση (και ακόμα περισσότερο η στιχουργία τραγουδιών) επανειλημμένα τραγουδάει τις «ουλές του έθνους», ιδιαίτερα σε λαϊκά τραγούδια, προσθέτοντας τα δικά της ζωτικά ψεύδη σε εκείνα της ιστοριογραφίας και της πολιτικής, και ενισχύοντας τη μυθολογία του αιώνιου θύματος.  Συμμετέχει έτσι στο ηγεμονικό αφήγημα καταστροφή-τραύμα-θύμα-μνήμη-πένθος-δίκιο το οποίο λειτουργεί ως μηχανισμός ηθικής νομιμότητας και ιστορικού ελέγχου.

Δ1.5.  Ο Καβάφης, ο Κάλας, ο Καββαδίας αρμένιζαν σε θάλασσες και σύνορα. Σήμερα, ποιοι είναι οι σύγχρονοι ποιητές-πλάνητες; Υπάρχουν ακόμα; Ή μήπως όλοι επιθυμούν την ασφάλεια ενός «λιμανιού»;
Βεβαίως και εξακολουθούν να υπάρχουν ποιητές-πλάνητες που αρμενίζουν σε θάλασσες και σύνορα, όπως οι Γιώργος Αναγνώστου, Στάθης Γουργουρής, Ναταλία Καραγιάννη, Ναταλία Κατσού, Γιώργος Λίλλης, Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος, Μαριάννα Πλιάκου, Θοδωρής Ρακόπουλος, Δημήτρης Τρωαδίτης και Χρήστος Τσιάμης.  Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πως στην εποχή μας ταυτότητα ως «υβριδικό ρίζωμα» έχουν επίσης πολλοί πανεπιστημιακοί-πλάνητες, όπως εγώ, και κυρίως γυναίκες που ασχολούνται με τα Νέα Ελληνικά.  Αναφέρω ενδεικτικά τις Έλσα Αμανατίδου, Κωνσταντίνα Ζάνου, Κατερίνα Ζαχαρία, Ελένη Κεφαλά, Ελένη Κόλλια, Βασιλική Κολοκοτρώνη, Εύα Κωνσταντέλλου, Δέσποινα Λαλάκη, Δέσποινα Μαργωμένου, Μαρία Μπολέτση, Νένη Πανουργιά, Μαρία Παντελιά και Βασιλική Ράπτη (και ας με συγχωρήσουν όσοι και όσες παρέλειψα από αβλεψία).  Επεσήμανα το φαινόμενο σε ένα άρθρο που σκανδάλισε τους ελλαδίτες συναδέλφους, «Οι ερμηνείς της διασποράς» (1984).  

Δ1.6.  Στη διασπορά, η γλώσσα γίνεται φυγή αλλά και καταφύγιο. Πώς βλέπετε τη νέα ελληνική ποίηση σε αυτή τη διαρκή μετανάστευση γλωσσών και νοημάτων; Υπάρχει κίνδυνος η έννοια του «κοσμοπολιτικού ελληνισμού» να γίνει άλλο ένα φετίχ, ένα νέο τουριστικό προϊόν;
 Στη νομαδική εποχή μας της διαρκούς κυκλοφορίας η μετανάστευση γλωσσών και νοημάτων είναι μέρος της παγκόσμιας πραγματικότητας και με τη σειρά της παράγει καινούριες γλώσσες, επικοινωνίες και ανταλλαγές.  Ένας πολιτιστικός συγκρητισμός διέπει τα πάντα.  Ο «κοσμοπολιτικός ελληνισμός» είναι ρευστός, πολλαπλός και δεν θα γίνει φετίχ ή προϊόν διότι είναι υπό διαρκή διαπραγμάτευση και μεταμόρφωση.  Η προωθημένη νέα ελληνική ποίηση που έχει επίγνωση των τεκτονικών αλλαγών αναζητεί το ρόλο της σε αυτόν (όπως οι Γιάννης Δούκας, Πατρίτσια Κολαΐτη, Αλέκος Λούντζης και Φάνης Παπαγεωργίου).

Δ2. Ελλάδα

Δ2.1.  Η σύγχρονη Ελλάδα ταλαντεύεται ανάμεσα σε έναν «παραδεισιακό» εαυτό και έναν ρευστό, μετα-εθνικό ίσκιο. Ποιον δρόμο βλέπετε για την τέχνη μέσα σε αυτή τη διχασμένη διαδρομή; Η παράδοση είναι ρίζα ή άγκυρα; Σώζει ή καθηλώνει;
Η σύγχρονη ελληνική ποίηση και κριτική ταλαντεύονται ανάμεσα σε ένα «παραδεισιακό»/υπερβατικό και ένα πολιτισμικό/ιστορικό δρόμο.  Ο πρώτος υπόσχεται συνέχεια, ενότητα και αρμονία, μακριά από ιστορικές εξελίξεις και κοινωνικές διαμάχες, ενώ ο δεύτερος οδηγεί σε αμφισβήτηση, πείραμα και ρήξη, και απαιτεί συμμετοχή και τόλμη.  Η παράδοση (καθώς και η μεταφυσική έννοια της τέχνης) είναι η «ρίζα» όσων επιδιώκουν να δραπετεύσουν από την πόλη και η «άγκυρα» όσων φοβούνται το ανοιχτό πέλαγος.  «Σώζει» όσους έχουν ανάγκη να σωθούν «καθηλώνοντάς» τους σε μια κουλτούρα που εξαντλήθηκε, ένα μαντείο που σώπασε. 

Δ2.2.  Μπορεί η τέχνη να είναι «καταφύγιο» χωρίς να γίνει ιδεολογικό τείχος; Και είναι δυνατόν να υπάρξει «εθνική τέχνη» χωρίς να είναι κρατική προπαγάνδα;
Η εθνική τέχνη, αφού εκπλήρωσε τον προορισμό της υπηρετώντας την κρατική προπαγάνδα και χαλιναγώγηση, έσβησε.  (Το βλέπουμε επισκεπτόμενοι οποιοδήποτε ελληνικό μουσείο.)  Η ανάμνηση αυτής της ξεπερασμένης τέχνης λειτουργεί ως καταφύγιο για όσους βρίσκουν την ιστορική πραγματικότητα οδυνηρή και ορθώνει ένα ιδεολογικό τείχος για να τους προστατέψει από άλλες, εγκόσμιες ιδεολογίες.

Δ2.3.  Ο Καβάφης έγραφε: «Η πόλις θα σε ακολουθεί». Υπάρχει «πόλη» που ακολουθεί τον σύγχρονο καλλιτέχνη ή μήπως, ως άλλος «Οδυσσέας» που δεν ανήκει πουθενά πρέπει να γίνει μόνιμα «ξένος»; Πόσο κινδυνεύει ο καλλιτέχνης να μετατραπεί σε «φεστιβαλικό προϊόν» και πώς προστατεύεται από τον τουρισμό των ταυτοτήτων;
Ο σύγχρονος καλλιτέχνης «προστατεύεται από τον τουρισμό των ταυτοτήτων» με τη ρευστότητα των ταυτοτήτων που τον καθιστούν απρόβλεπτο.  Eίναι ο Οδυσσέας του Δάντη που έχει ξαναφύγει από την Ιθάκη και πλέει δυτικά για άγνωστους προορισμούς αναζητώντας καινούριες γνώσεις.  «Δεν ανήκει πουθενά», δεν τον ακολουθεί καμιά «πόλη».  Είναι μόνιμα «ξένος» και έτοιμος παντού να επικοινωνήσει και να συνεργαστεί με άλλους «ξένους» σαν κι αυτόν.  Δεν ταυτίζεται, δεν εντάσσεται, δεν κατηγοριοποιείται.

Δ2.5.  Αν η Ελλάδα του μέλλοντος είναι/γίνει ένα  «αρχιπέλαγος ταυτοτήτων», ποια γλώσσα θα μιλά η τέχνη της;
Το μελλοντικό ελληνικό «αρχιπέλαγος» (που θα είναι σαν τον ελληνισμό των αυτοκρατοριών του 18ου αιώνα πριν τον υποτάξει το έθνος-κράτος) θα έχει πολλές ταυτότητες, γλώσσες, γραφές, τεχνικές, πορείες.  Δεν θα είναι η μονολιθική, μονο-γλωσσική χώρα στην οποία μεγάλωσα και η οποία με απέπεμψε.  Θα πειραματίζεται, θα πολλαπλασιάζεται, θα ανασυντίθεται και η τέχνη της θα μιλά μια γλώσσα σαν τα ελληνικά του Ιονίου Πελάγους που μιλούσαν oι Ζακυθηνοί Ugo Foscolo, Dionisio Salamon, Andrea Calbo και  Elizabeth Moutzan-Martinegou.

Δ2.6.  Μπορεί μια χώρα να ονειρεύεται χωρίς να παραμυθιάζεται;
Με την εκπνοή των δύο αιώνων της Νεωτερικότητας τελειώνουν τα όνειρα, τα παραμύθια και οι τέχνες που γαλούχησαν όλη την ανθρωπότητα αλλά καθυπόταξαν ή έδιωξαν μεγάλο μέρος της.  Το έτος 2025 μας διακατέχει μια ζοφερή επίγνωση της εκμετάλλευσης, τυραννίας και θηριωδίας που απειλούν την ανθρωπότητα.  Πρέπει να αντιληφθούμε πως σχεδόν τίποτε από τη Νεωτερικότητα δεν μας καθοδηγεί ούτε μας σώζει.  Επείγει να κάνουμε μια αμείλικτη αυτοκριτική (στην οποία θα συμβάλλει και η αριστερή μελαγχολία) και μετά ένα καινούριο ξεκίνημα.

Ενότητα Ε: 

Επίλογος.
Ε1.  Υπάρχει για τον καλλιτέχνη μια στιγμή που η αφοσίωση στο έργο του παίρνει τη μορφή τελετουργικής πράξης; Πώς ορίζετε εσείς το σημείο εκείνο που η δημιουργία γίνεται μια αμετάκλητη δήλωση ύπαρξης και τιμής;
Επιτρέψτε μου να απαντήσω την ερώτηση σε σχέση με τον κριτικό, για του οποίου την προσέγγιση μιλάμε συχνά αλλά για τη στάση σπάνια.  Ο (επαρκής) κριτικός βρίσκεται εξ ορισμού στην πιο δύσκολη δημόσια θέση.  Ο καλλιτέχνης μπορεί πάντα να αποφύγει να εκτεθεί λέγοντας πως αφήνει το έργο του να μιλήσει μόνο του, κι ας καταλάβει ο καθένας ό,τι νομίζει.  Όμως ο κριτικός είναι υποχρεωμένος να αναφερθεί σε κριτήρια και αξίες, και να πάρει θέση, γι’ αυτό ξέρουμε πάντα τι πιστεύει.  Ο κριτικός κάνει «μια αμετάκλητη δήλωση ύπαρξης και τιμής» κάθε φορά που τολμά να υπερασπιστεί άνευ όρων τη δημιουργία, να αναθεωρήσει τον κανόνα, να υποστηρίξει τη ριζοσπαστική μάθηση, να κατονομάσει την καταπίεση και να καταγγείλει την εξουσία.  Η κριτική γνώση και γνώμη έχουν το θάρρος να τοποθετηθούν με παρρησία χωρίς να φοβηθούν το τίμημα, κι ας κινδυνεύουν να χάσουν πτυχίο, θέση, φίλους, υποστηρικτές, χρήματα, εκτίμηση και πατρίδα.

Ε2.  Στην εποχή όμως της εκρηκτικής τεχνολογικής επιτάχυνσης και της κυριαρχίας της εικόνας, πιστεύετε ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για τη βραδύτητα της ανάγνωσης και τη σιωπηλή δύναμη του βιβλίου; Ή μήπως η νέα γενιά διαμορφώνεται πλέον σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τα άμεσα, διασπαστικά ερεθίσματα των social media; Μπορεί να ελπίζει κανείς σε στοχασμό, όταν ακόμη και το marketing της κυρίαρχης κουλτούρας και εξουσίας οδηγεί πολιτικές ηγεσίες να επενδύουν το προεκλογικό τους μέλλον στο TikTok – και συχνά εξαιρετικά επιτυχώς;
Τα δίδυμα ζητήματα της επιτάχυνσης της προσοχής και της αμεσότητας της εμπειρίας βρίσκονται στο προσκήνιο της πολιτισμικής και γνωσιολογικής προβληματικής μας.  Αναρωτιόμαστε αν είναι δυνατόν ακόμα να διαβάζουμε αργά όταν η τεχνολογική πρόοδος μάς παρακινεί και να μην διαβάζουμε και να βιαζόμαστε.  Είναι φανερό πως οι μηχανισμοί προσοχής και οι τεχνικές ενδιαφέροντος έχουν αλλάξει ριζικά, και άρα πρέπει να σκεφτόμαστε με βάση όχι τις προτιμήσεις όσων είναι μεσήλικες αλλά τη συμπεριφορά όσων γεννήθηκαν στον αιώνα μας.  Στοχασμός σίγουρα θα συνεχίσει να υπάρχει αλλά θα ασκείται και θα μεταδίδεται με όρους που μόλις τώρα αρχίζουμε να φανταζόμαστε.  Αυτές τις καινούριες, εξαιρετικά απαιτητικές συνθήκες γνώσης τις θεωρώ συναρπαστικές και καθ’ εαυτές δεν με φοβίζουν.

Ε3. Εν όψει της διημερίδας που θα πραγματοποιηθεί στις 26-27 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα με αφετηρία το ιστολόγιο Ποιητική Κρίση θα θέλαμε να μας πείτε λίγα λόγια. Τι θα περιλαμβάνει και ποιοι συμμετέχουν;
Το ιστολόγιο Ποιητική Κρίση, που δημιούργησα και συντονίζω από το 2023, συγκεντρώνει πρωτότυπα δοκίμια που συνομιλούν για ζητήματα τέχνης, εξουσίας, ταυτότητας, τάξης, φύλου και οικολογίας στην ποιητική γενιά του 2000.  Με αφετηρία αυτό το ανοιχτό διαλογικό πεδίο οι συνεργάτες του Ανδρονίκη Τασιούλα και Σπύρος Χαιρέτης διοργανώνουν μια διημερίδα-εργαστήριο που έχει στόχο να προσεγγίσει την καινούρια ποίηση με όρους κοινότητας, λόγου, πράξης, ρυθμού, συμμετοχής και επιτελεστικότητας.  Η διημερίδα, στην οποία συμμετέχουν περίπου είκοσι άτομα με αξιόλογο λογοτεχνικό και κριτικό έργο, συνδυάζει θεωρητικό προβληματισμό με βιωματικές και συμμετοχικές πρακτικές, και προσκαλεί το κοινό σε ενεργή εμπλοκή.  Τιτλοφορείται «Όψεις της σύγχρονης ποίησης:  Θεσμοί, φωνές, δίκτυα».

Ε4.  Δύο ακόμα ερωτήσεις που γίνονται σε όλους τους ανθρώπους των γραμμάτων που τιμάμε στο «ΔΙΑΓΩΝΙΩΣ»: Οφείλει ο συγγραφέας να απεκδύεται την πολιτική του ιδεολογία, όταν γράφει; Είναι κάτι εφικτό;
Στους ελλαδικούς λογοτεχνικούς κύκλους επικρατούν ακόμα δύο τελείως ξεπερασμένες αισθητικές απόψεις:  η λατρεία της τέχνης και η απέχθεια της πολιτικής.  Η πρώτη αναλίσκεται στο να ξορκίζει τη δεύτερη.  Η ιδέα πως και η τέχνη είναι κι αυτή ιδεολογία, όπως και η πολιτική, και μάλιστα πιο μυωπική, είναι δυστυχώς αδιανόητη.  Κι όμως εγώ θα πρότεινα πως ο συγγραφέας, όταν γράφει, πρέπει πρώτα να απεκδύεται τη λογοτεχνική ιδεολογία που κολακεύει τη ματαιοδοξία του και κλείνει τους δημιουργικούς ορίζοντές του και να κατεβαίνει από το σαθρό βάθρο που του έστησε ο ύστερος 18ος αιώνας.

Ε5. Χρειάζονται ιδιαίτερες συνθήκες γραφής για σας; Εραστής του χαρτιού ή του πληκτρολογίου;
Χρειάζεται να γράφω πάντα στο σπίτι μου, όπου μπορώ να έχω πρόσβαση σε ό,τι χρειάζεται η έρευνά μου. Εραστής του χαρτιού και σύζυγος του πληκτρολογίου.

Ε6..  Και η ερώτηση με την οποία θα επιθυμούσα να τελειώσει η συνέντευξή μας: Ύστερα από τόσα χρόνια κοινής ζωής και πορείας με την Άρτεμη Λεοντή, πώς θα περιγράφατε την παρουσία και τη στήριξή της δίπλα σας; Ποιο ρόλο έχει παίξει αυτή η πολύτιμη συνοδοιπορία στην προσωπική και ακαδημαϊκή σας διαδρομή, και πώς πιστεύετε ότι η σχέση σας έχει διαμορφώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώσατε και την κόρη σας;
Έχω την υπερούσια ευτυχία να μοιράζομαι τη ζωή μου κοντά 45 χρόνια με μια σπουδαία προσωπικότητα, διανοούμενη και πανεπιστημιακό, τη συνάδελφο στην Έδρα Καβάφη και σύζυγο Άρτεμη Σοφία Λεοντή, τρίτη γενιά ελληνο-αμερικανίδα από το Μίσιγκαν.  Στο σπίτι, στο γραφείο, στη διασκέδαση είμαστε σε διαρκή διάλογο καθώς υποστηρίζουμε και εμπνέουμε ο ένας τον άλλο με κάθε τρόπο.  Αναμφισβήτητα της χρωστώ ό,τι έγινα και ό,τι έκανα.  Η πλούσια σχέση μας διαμόρφωσε και το ελληνικό πνευματικό πλαίσιο στο οποίο μεγαλώσαμε την εξαίρετη κόρη μας Δάφνη Πολύμνια, Καθηγήτρια Παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, που έχει κάνει το δικό της υπέροχο γάμο και μεγαλώνει τα τρία εγγόνια μας.

Ε7. Κύριε Λαμπρόπουλε, σας ευχαριστώ πάρα πολύ που συμπλεύσαμε σε αυτό το πολύμηνο ταξίδι για να ολοκληρωθεί  η συγκεκριμένη συνέντευξη. Ήταν τιμή μου. Σας ευχαριστώ πολύ για όλα
Κυρία Πετροπούλου, σας συγχαίρω για την πλούσια πολιτιστική προσφορά σας, και σας ευγνωμονώ για το σεβασμό σας στο έργο μου και τη συναρπαστική συνέντευξη.  Ο διάλογός μας (θέμα και παραλλαγές!) με γέμισε ζεστασιά, χαρά και καινούριες ιδέες.  Η τιμή δική μου.

Εν τέλει

Η συνομιλία αυτή δεν ήταν μια τυπική συνέντευξη. Ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να αναδειχθούν οι βαθύτερες διαστάσεις της τέχνης, της λογοτεχνίας, της κριτικής και της πολιτικής σκέψης, όπως τις προσεγγίζει ο Βασίλης Λαμπρόπουλος.
Τον ευχαριστώ θερμά για την ειλικρίνεια, τη διάθεση συνεργασίας, την κατανόηση και την ευαισθησία του σε πολλαπλά επίπεδα. Μέσα από τις παρεμβάσεις του, μας έδωσε τη δυνατότητα να επανεξετάσουμε θεμελιώδη ζητήματα: τη θέση και την ευθύνη του καλλιτέχνη και του κριτικού στη δημόσια σφαίρα, τη λειτουργία και τα όρια της κοινότητας, τη δύναμη και την αναγκαιότητα της αντίστασης, καθώς και τις πολλαπλές όψεις αλλά και τις δυνατότητες διαχείρισης της μελαγχολίας και του τραύματος στην εποχή μας.
Η συζήτηση αυτή δεν επιδιώκει να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, αλλά να αναδείξει κρίσιμα ερωτήματα – εκείνα που συνήθως αποσιωπώνται, σπάνια τίθενται με ειλικρίνεια ή δεν τολμάμε να θέσουμε ανοιχτά. Στόχος της δεν είναι να κλείσει τα θέματα, αλλά να ενθαρρύνει τον ουσιαστικό αναστοχασμό, τη συνειδητή αμφισβήτηση και τη διαρκή, ενεργή συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο.
Ευχαριστούμε ξεχωριστά τους αναγνώστες που ακολούθησαν αυτή τη διαδρομή με ανοιχτό πνεύμα και διάθεση να αναρωτηθούν.

Ο αστικός χώρος ως αρχείο του παγκόσμιου τραύματος – Επί υδάτων πολλών 

Αλέξανδρος Μηλιάς, Απ’ την Αθήνα φάντασμα, Πατάκης, Αθήνα 2025.

Αγγελική Κορρέ

Κάθε λεπτό της ισχύος της, η ανθρώπινη συνθήκη είναι κρισιακή. Εντούτοις, θα μπορούσε κανείς να πει ότι κάποιες εποχές αγγίζουν τα όρια του κορεσμού, με διευρυμένους πολέμους και εκτοπισμούς, οικολογικές καταστροφές και διάβρωση πάσης φύσεως θεσμών. Η λογοτεχνία, έχοντας το πλεονέκτημα έναντι των άλλων τεχνών να γίνεται εξαιρετικά στοχευμένη, συνήθως ανασυγκροτείται σε τέτοιες περιόδους ως μια ζωτική πολιτισμική έκφραση. Αυτή τη στιγμή, από το Κίεβο μέχρι τη Γάζα, από την Αθήνα μέχρι την Ουάσινγκτον, πλήθος ποιητών χρησιμοποιεί τους στίχους ως μέσο μαρτυρίας και διαμαρτυρίας, «ενεργητικής» ή παθητικής αντίστασης και κινητοποίησης της συλλογικής φαντασίας. Η αναγκαιότητα αυτής της ποίησης είναι προφανής: όταν εικόνες βομβαρδισμένων νοσοκομείων, πνιγμένων μεταναστών ή φλεγόμενων δασών κατακλύζουν τους κόμβους πληροφοριών με τρομακτική αμεσότητα, η ανάγκη για μια αντι-γλώσσα γίνεται σχεδόν ηθικό καθήκον. Η ποίηση, με τη συμπύκνωση της σκέψης και την ικανότητά της να μεταδίδει συγκινησιακή ένταση, φαίνεται να διαθέτει τον ιδανικό εξοπλισμό ώστε να αμφισβητήσει την επίπεδη ρητορική των επίσημων ανακοινώσεων και των δελτίων ειδήσεων. Ωστόσο, η ίδια η αίσθηση του κατεπείγοντος ενέχει κινδύνους: η πολιτική/κοινωνική ποίηση σήμερα συχνά ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο πόλους: στην αναγκαία παρέμβαση και στη βεβιασμένη, επιδεικτική προβολή.

Η αναγκαιότητα της πολιτικής/κοινωνικής ποίησης στη σημερινή συγκυρία είναι αναντίρρητη. Ένοπλες συγκρούσεις όπως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή ο πόλεμος στη Γάζα δεν παρήγαγαν μόνο τεράστιες ανθρωπιστικές καταστροφές, αλλά αποκάλυψαν και την ανεπάρκεια του επίσημου λόγου. Οι αναφορές και οι στατιστικές, όσο απαραίτητες κι αν είναι, σπάνια αποτυπώνουν την εμπειρία του τρόμου, της απώλειας και της εξορίας. Φωνές όπως του Ουκρανού Σέρχι Ζαντάν ή του Παλαιστίνιου Μοσάμπ Αμπού Τόχα καθίστανται διεθνώς αναγνωρίσιμες –με το βοήθημα της δυτικής πρόσληψης– ακριβώς επειδή αρθρώνουν αυτό που υπερβαίνει τη γλώσσα της δημοσιογραφίας: την αισθητηριακή αμεσότητα των σειρήνων, τη σιωπή των ερειπίων, την παράδοξη αντοχή της καθημερινότητας μέσα στην καταστροφή. Αντίστοιχα, στο πλαίσιο της προσφυγικής κρίσης στη Μεσόγειο, η ποίηση λειτούργησε ως μαρτυρία και ταυτόχρονα ως κατηγορία, αρνούμενη να αφήσει τα πτώματα στη θάλασσα να παραμείνουν απλοί αριθμοί σε εκθέσεις της Frontex ή της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ποίηση λειτουργεί πράγματι ως αναγκαιότητα, ως πράξη μνήμης ενάντια στη λήθη. Κι ωστόσο, η ίδια αίσθηση του επείγοντος που προσδίδει δύναμη στην πολιτική ποίηση μπορεί και να την αποδυναμώσει. Η ταχύτητα του σημερινού ψηφιακού περιβάλλοντος ωθεί τους ποιητές να παράγουν άμεσες αντιδράσεις σε κρίσεις, συχνά σε πραγματικό χρόνο, προκειμένου να «είναι επίκαιροι». Ένα ποίημα που ανεβαίνει στο Instagram λίγες ώρες ύστερα από έναν βομβαρδισμό ή μια σφαγή μπορεί να διαδοθεί ευρέως, αλλά αυτή η αμεσότητα ενέχει τον κίνδυνο της αισθητικής επιπολαιότητας. Συχνά, τέτοια έργα μοιάζουν με λυρικά δελτία τύπου: κείμενα που απλώς αναπαράγουν τη δημόσια οργή χωρίς να προσφέρουν ουσιαστική εμβάθυνση. Καμιά φορά, η αυτοπαρουσίαση του ποιητή ως «πολιτικά ευαισθητοποιημένου» μοιάζει σημαντικότερη από το ίδιο το γεγονός. Έτσι, ένα μέρος της ζωντανής, τωρινής ποίησης υποκύπτει στην ντεμποριανή «κοινωνία του θεάματος», σε μια οικονομία της ορατότητας, όπου οι δράσεις της ενσυναίσθησης εκτελούνται, καταναλώνονται και λησμονούνται.

Η ένταση ανάμεσα στην αναγκαιότητα και στην επιδειξιομανία δεν είναι απλώς αισθητική· είναι πολιτική. Το να σπεύδει κανείς στον στίχο χωρίς αναστοχασμό σημαίνει να αναπαράγει τη λογική της επιτάχυνσης που συντηρεί πολλές από τις σημερινές κρίσεις. Η κλιματική καταστροφή, για παράδειγμα, είναι προϊόν της ταχύτητας (της βιομηχανικής επιτάχυνσης, του εξορυκτικού καπιταλισμού, του πολιτισμού του «τώρα»). Μια πολιτική/κοινωνική ποίηση που μιμείται αυτή την ταχύτητα φλερτάρει με τη συνενοχή. Αντίθετα, έργα που αντιστέκονται στη βιασύνη (αργά, στοχαστικά, πολυεπίπεδα) μπορεί να μοιάζουν αρχικά «εκτός χρόνου», αλλά διασώζουν τη δυνατότητα της διάρκειας. Ο Αντόρνο είχε τα δίκια του: η τέχνη οφείλει να αντιστέκεται στον πειρασμό της προπαγάνδας αν θέλει να διατηρήσει την αλήθεια της. Τα ποιήματα που αντέχουν είναι συχνά αυτά που «καθυστερούν» (όχι απαραιτήτως χρονικά), περιπλέκουν και αρνούνται την ψευδή παρηγορία της στιγμιαίας κάθαρσης.

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως επιστροφή σε μια απολιτική αισθητικοκρατία. Αντίθετα, η πολιτική/κοινωνική ποίηση παραμένει και εκφέρεται ως κατεπείγουσα ανάγκη: αρκεί να σκεφτεί κανείς την ποιητική σύνθεση Citizen: An American Lyric (Graywolf Press, 2014) της Κλόντια Ράνκιν, που έκανε τεράστια αίσθηση, αναδιαμορφώνοντας τον δημόσιο διάλογο γύρω από τη φυλετική βία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ή τους στίχους της (Βρετανίδας, γεννημένης στην Κένυα, από γονείς Σομαλούς) Γουάρσαν Σάιρ, που κυκλοφόρησαν ευρέως κατά την προσφυγική κρίση στη Συρία, δίνοντας μια οικεία φωνή στον εκτοπισμό, μεταξύ των οποίων το δημοφιλές ποίημα «Home», που ξεκινάει με τους συνταρακτικούς στίχους: «No one leaves home unless home is the mouth of a shark. You only/ run for the border when you see the whole city running as well. The/ boy you went to school with, who kissed you dizzy behind the old tin/ factory, is holding a gun bigger than his body. You only leave home/ when home won’t let you stay». Τέτοιου είδους περιπτώσεις αποδεικνύουν ότι η ποίηση μπορεί να παρέμβει δυναμικά χωρίς να υποκύψει στη γοητεία της σπασμωδικής, υπερσυναισθηματικής αντίδρασης. Η δύναμή τους έγκειται ακριβώς στην ισορροπία ανάμεσα στην αμεσότητα και στον στοχασμό, στην επικαιρότητα και στη βαθιά επεξεργασία.

Με λίγα λόγια, η σύγχρονη πολιτική/κοινωνική ποίηση αντιμάχεται διαρκώς την παραδοξότητα του εαυτού της, αντιμετωπίζει διαρκώς το αίτημα του κατεπείγοντος πλην όχι βεβιασμένου, τη δεκτικότητα στη στράτευση πλην όχι στην επιδειξιομανία, την ανάγκη να είναι έγκαιρη (και ίσως έγκυρη) αλλά και ανθεκτική στην τυραννία του «χρονοδιαγράμματος» των κοινωνικών δικτύων και των μέσων πληροφόρησης. Το ζήτημα δεν είναι να διαγωνιστεί τα ειδησεογραφικά πρακτορεία (πολλώ δε μάλλον να τροφοδοτήσει την προβληματική της πληροφορίας που πλέον ολοένα και περισσότερος κόσμος αναγνωρίζει ως έγκαιρη και έγκυρη εάν την αντλεί από τα κοινωνικά δίκτυα και όχι από επίσημους φορείς), αλλά να προσφέρει ό,τι δεν προσφέρουν εκείνα: αμφισημία, αντήχηση και καλλιέργεια μνήμης. Η ποίηση ανταποκρίνεται στην αναγκαιότητά της όταν αρνείται να γίνει βάιραλ, όταν διατηρεί την ικανότητά της να «ταράζει», να αντέχει και να μετασχηματίζει. Τα κριτήρια με τα οποία αναγνωρίζεται μια τέτοια ποίηση είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία.
Διαλέγω ένα παράδειγμα από την πρόσφατη ποιητική παραγωγή, συγκεκριμένα το βιβλίο του Αλέξανδρου Μηλιά Απ’ την Αθήνα φάντασμα (Πατάκης, Μάρτιος 2025). Το βιβλίο περιλαμβάνει τριάντα ολιγόστιχα, άτιτλα ποιήματα, που μοιάζουν με αμφίβια (οργανικά συνδεδεμένα και αυτοτελή) μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που προσεγγίζει μια ιδανικότερη έκφανση του πολικού/κοινωνικού, σαν την προαναφερόμενη, εντούτοις το πρώτο στοιχείο που το καθιστά αξιοπρόσεκτο παράδειγμα είναι το γεγονός πως ο χαρακτήρας του αυτός δεν είναι προφανής, τουλάχιστον όχι σε μια αρχική, επιδερμική επαφή.

Κατά πρώτον, απουσιάζουν όλα τα τεχνάσματα τα οποία συνηθέστερα χρησιμοποιούνται από τους ποιητές που πασχίζουν να γνωστοποιήσουν, να επιβάλουν και να νομιμοποιήσουν (όχι απαραιτήτως με αυτή τη σειρά) από μόνοι τους τον πολιτικό/κοινωνικό χαρακτήρα ενός βιβλίου τους (όπως ο ντοκιμαντερίστικος λόγος, το παιχνίδι ανάμεσα στο «εγώ» και στο «εσύ», με έντονη παρουσία του δεύτερου ενικού/πληθυντικού, ένας περιγραφικός ή παραπεμπτικός τίτλος, ακόμα κι ένα φορτισμένο εξώφυλλο) – τεχνάσματα τα οποία δεν έχουν κάτι αρνητικό (ή θετικό) από μόνα τους, αλλά μπορεί ενίοτε να υποθάλπουν μια σπασμωδικότητα. Αντιθέτως, το βιβλίο διατηρεί μια γλωσσική και αισθητική λιτότητα που με μια πρώτη ματιά θα αρκούσε ώστε να το εντάξει κανείς στις σύγχρονες υφολογικές και θεματολογικές τάσεις, όπου το πολιτικό και το κοινωνικό, όταν υφίστανται, μοιράζονται ανάμεσα στην ενδοσκόπηση, στην ψυχογεωγραφία και σε κοσμοσυστημικές αναγωγές. Κι αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι εκείνα τα οποία το βιβλίο εκμεταλλεύεται αντεστραμμένα, με ένα περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από το κυρίαρχο.
Κατά δεύτερον, μολονότι ο πολιτικός/κοινωνικός χαρακτήρας του βιβλίου αποκαλύπτεται ευκρινώς κατά την ανάγνωση, με εστίαση στον πόλεμο της Γάζας, η προσέγγιση του θέματος δεν είναι η αναμενόμενη για ένα εν εξελίξει ιστορικό γεγονός, αλλά περισσότερο για ένα γεγονός είτε ολοκληρωμένο, υπό επεξεργασία, είτε άμεσα βιούμενο. Ακόμα κι αν σε αυτό συμβάλλουν το ότι η κατάσταση πολέμου στη Γάζα στην πραγματικότητα συντηρείται επί δεκαετίες και το ότι τα θέματα που αναπόφευκτα εξερευνώνται σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι διαχρονικά και οικουμενικά, και πάλι η απουσία (κακώς εννοούμενης) έντασης στο βιβλίο, ενώ το ιστορικό γεγονός το οποίο επεξεργάζεται συμβαίνει τώρα, το καθιστά ασύμβατο προς τη συνήθη (και φυσιολογική σε έναν βαθμό) σπασμωδική, καταγγελτική, υπερσυναισθηματική ποίηση που παράγεται για τους ίδιους σκοπούς. Το άλμα αυτό, για το βιβλίο, καθιστά την προσέγγιση του θέματός του παράκαμψη στην προσλήψιμη ροή της Ιστορίας.

Τρίτον, η ίδια αυτή προσέγγιση έχει ασυνήθιστη δομή και αισθητικά χαρακτηριστικά, αφού ο πόλεμος στη Γάζα δεν αποτυπώνεται ρεαλιστικά, ούτε μέσω στεγνού πολιτικού/κοινωνικού στοχασμού, ούτε μέσω ψυχολογίας κ.λπ. Ο Μηλιάς χρησιμοποιεί μια σπάνια και σύνθετη μέθοδο: Μιλάει για έναν τόπο μέσα από έναν άλλο τόπο. Μιλάει για τη Γάζα μέσα από την Αθήνα (ή την ελληνική εμπειρία ευρύτερα). Δεν καταγράφει τους στοχασμούς του για τον χειμαζόμενο τόπο, αλλά περιγράφει έναν άνθρωπο που στοχάζεται για τον χειμαζόμενο τόπο περιπλανώμενος σε έναν άλλο τόπο, με όλες τις ανταλλαγές και ωσμώσεις που μπορεί να έπονται.

Κατηφορίζω τη Σταδίου
για να χαθώ στην Πατησίων.
Με τα παράθυρα ανοιχτά
Με γλίτωνε η δροσούλα – όχι πια.
Από τα έρκερ του μοντερνισμού
στην Κοδριγκτώνος πρέζα, κατεβαίνω
μ’ ένα ιστιοφόρο σύμπλοκο
φωνών
μπαρούτι ποίημα,
στη Ράφα κατεβαίνω,
ρίχνω τη διαβάθρα σε φαντάσματα.

(σελ. 14)

Τη μέθοδο αυτή τη συναντούμε σε έργα διαμετρήματος όπως:
—Tης Έρημης Χώρας του Έλιοτ (επίκληση του Λονδίνου, αλλά εμφάνισή του ως διαλυμένου τοπίου, στοιχειωμένου από τον Α΄ ΠΠ∙ αναγωγή γενικώς στην ευρωπαϊκή κατάρρευση, μέσα από τα ερείπια και τα θραύσματα της τοπικής γεωγραφίας∙ προβολή του συλλογικού τραύματος πάνω σε ένα οικείο αστικό τοπίο).
—Του Μνήμη για τη λήθη του Νταρουίς (γραμμένο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Βηρυτού το 1982∙ χρήση της καθημερινής ζωής μιας πόλης που βομβαρδίζεται με στόχο την άρθρωση λόγου για την Παλαιστίνη και την εξορία∙ η Βηρυτός καθίσταται έτσι μετωνυμία ενός άλλου αγώνα, ένας τρόπος να παγκοσμοποιηθεί ο πόνος μέσα από την ιδιαιτερότητα του τόπου).
—Του 1 Σεπτεμβρίου 1939 του Όντεν (γραμμένο στη Νέα Υόρκη την παραμονή του Β΄ ΠΠ∙ χρήση της ατμόσφαιρας της πόλης –μπαρ, φώτα, ξένοι– ως πεδίου για σκέψεις πάνω στον φασισμό, στην επιθετικότητα και στην κατάρρευση της Ευρώπης∙ ο ποιητής βρίσκεται σε μια πόλη, αλλά μιλά για έναν άλλο κόσμο, που καίγεται).
—Του Βορρά του Χίνι (ο Χίνι γράφει για τις ταραχές στη Βόρεια Ιρλανδία χρησιμοποιώντας τις εικόνες των σκελετών που βρέθηκαν σε σκανδιναβικούς βάλτους∙ αυτή η μετατόπιση –το να μιλά για τη βία στην Ιρλανδία μέσω της σκανδιναβικής αρχαιολογίας– δείχνει πώς ένας «μακρινός» τόπος γίνεται το μέσο για να μιλήσει ο ποιητής για το μακελειό που συντελείται μπροστά του).
—Του Άουστερλιτς του Ζέμπαλντ (η αφήγηση τοποθετείται σε Λονδίνο, Πράγα, Αμβέρσα και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αλλά κάθε γεωγραφία είναι μια έκφανση του Ολοκαυτώματος∙ ο λόγος για το τραύμα αρθρώνεται μέσα από περιπλανήσεις ανά τις πόλεις).
—Ή, ακόμα, των ιστορικών ποιημάτων του Καβάφη (η Αλεξάνδρεια ή το Βυζάντιο λειτουργούν ως κωδικοποιημένοι αντικατοπτρισμοί των σύγχρονων του ποιητή εγνοιών για την παρακμή, την αποικιοκρατία και την εθνική ταυτότητα∙ η μέθοδος εδώ είναι η επιστροφή σε άλλο χρόνο και τόπο με στόχο τον σχολιασμό της σύγχρονης του ποιητή πολιτικής).
Πόσο θυμίζουν οι «ανύπαρχτες πολιτείες» του Έλιοτ («Jerusalem Athens Alexandria/ Vienna London/ Unreal») τις πολιτείες του ποιήματος του Μηλιά:

Κολούμπια, Πρίνστον,
Καλιφόρνια, Βόρεια Καρολίνα,
τσουβάλια που φορτώνει
η αστυνομία,
Παρίσι, Αθήνα κ.λπ.
ημαγμένα νταμάρια,
τα οδοφράγματα, οι φλόγες
το ηλίθιο αίμα
πουθενά.

(σελ. 36).

Ο Μηλιάς, συνειδητά ή μη, διδάσκεται από τα έργα αυτά και φέρει (ή επαναφέρει) μια κάθε άλλο παρά εύκολα διαχειρίσιμη μέθοδο στο τωρινό ποιητικό τοπίο. Η σύγχρονη ελληνική πόλη συχνά εμφανίζεται στη λογοτεχνία όχι ως σκηνικό, αλλά ως τραύμα, ως παλίμψηστο θραυσμάτων Ιστορίας, κρίσης και μνήμης. Στο βιβλίο αυτό, οι στίχοι φαντάζονται ξανά την Αθήνα ως έναν φασματικό τόπο, έναν χώρο όπου η ταυτότητα διαμορφώνεται όχι από την παρουσία, αλλά από την απουσία, όχι από τη μονιμότητα, αλλά από τη διάλυση. Ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής, Απ’ την Αθήνα φάντασμα (τίτλος που επιδέχεται διάφορες αναγνώσεις), δηλώνει, μεταξύ άλλων, την πόλη ως φάντασμα, οπτασία, ίχνος. Σε αντίθεση με τη μνημειακή πόλη των ταξιδιωτικών αφηγήσεων ή την πολιτική Αθήνα της λογοτεχνίας της κρίσης, η Αθήνα αυτού του βιβλίου εμφανίζεται ως μια πόλη αδειανή, ένα περίβλημα που το διασχίζει η μνήμη.

Μίκρυνα την ευαισθησία
σε βρέφος, βρέθηκα
στο πρόσωπό του
αφαιρώντας του
το πρόσωπο,
άδειασα τον εαυτό μου
στη μανία του χρόνου,
έφτασα στο παρόν
μισώντας, λατρεύοντας
το παρελθόν.
(σελ. 30)

Η ευαλωτότητα συνδέεται με τη διαγραφή. Η ευαισθησία συρρικνώνεται σε βρεφικότητα, αλλά το βρεφικό πρόσωπο ταυτόχρονα σβήνεται. Αυτή η πράξη άρνησης δομεί ολόκληρο το βιβλίο: το λυρικό υποκείμενο επιβιώνει όχι μέσω της καταφατικότητας, αλλά μέσω της αφαίρεσης. Η Αθήνα αναδεικνύεται ως σκηνή φασμάτων που εμφανίζονται και χάνονται/διαλύονται ταυτόχρονα.

Τα ποιήματα επιμένουν στη ρευστή χρονικότητα της πόλης: το υποκείμενο «αδειάζει στη μανία του χρόνου», φτάνοντας στο παρόν μόνο μισώντας και λατρεύοντας το παρελθόν. Αυτή η διαλεκτική στάση θυμίζει τα Φαντάσματα του Μαρξ του Ντεριντά, όπου το φάντασμα είναι και απόν και επίμονα παρόν, μια φιγούρα που διαταράσσει τη γραμμική ιστορικότητα. Η Αθήνα του βιβλίου δεν είναι η σταθερή πρωτεύουσα ενός έθνους, αλλά μια ηχώ, η ηχώ της μνήμης που ταράζει το παρόν. Με αυτόν τον τρόπο, η Αθήνα διεκδικεί το μέρος του νοήματος που της αναλογεί, καθώς η αποτύπωσή της συντονίζεται με πρόσφατες ιστορικές εμπειρίες: η Αθήνα της οικονομικής κρίσης, των προσφυγικών ροών, της πανδημικής ερήμωσης∙ μια πόλη φαντασμάτων, πτωχευμένων καταστημάτων που λειτουργούν σαν ερείπια της μετανεωτερικότητας, πληθυσμοί σε μετάβαση, ίχνη από διαδηλώσεις που έχουν σιγήσει. Μετατρέποντας αυτές τις ιστορικές πραγματικότητες σε φασματικές μεταφορές, ο Μηλιάς αποφεύγει τον ευθύ κοινωνιολογικό λόγο, παραμένοντας όμως βαθιά πολιτικός. Η Αθήνα του δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε ακραία, αλλά απλώς στοιχειωμένη από την απώλεια.

Η ισχνότητα του βιβλίου και η λακωνικότητα και ενίοτε ελλειπτικότητα των ποιημάτων μετατρέπουν τη συντομία σε αισθητική στρατηγική προς την εξασφάλιση αυτής της κατεύθυνσης. Κάθε ποίημα λειτουργεί ως θραύσμα, ως απόσπασμα (σχεδόν Ρομαντικό), ως σπασμένο κομμάτι από κάποια σκέψη ή εικόνα που αντιστέκεται στην ολοκλήρωση. Αυτό το σπάσιμο αντικατοπτρίζει την ίδια την εμπειρία του φαντάσματος, του μη ολοκληρωμένου, του μερικού και φευγαλέου. Η γλώσσα αποστάζει υπαρξιακή και αστική αποδιάρθρωση σε ελάχιστους στίχους, πολλαπλασιάζοντας την αντήχησή τους.

Το επαγγελματικό υπόβαθρο του ποιητή ως ψυχιάτρου ίσως έχει συμβάλλει στη συνένωση οικείου και αστικού, που εμφανίζεται μέσα στο βιβλίο. Το πρόσωπο διαλύεται μέσα στην πόλη, ενώ η πόλη γίνεται προέκταση της εσωτερικότητας. Η πόλη είναι ένα τοπίο συντιθέμενο από λειτουργικούς δρόμους και ερείπια, η παρουσία της ισοδυναμεί με μια εσωτερική τοπογραφία της απώλειας. Αυτή η διττή ανάγνωση συνδέεται το βιβλίο με μια ευρύτερη παράδοση αστικής ποίησης, όπου η πόλη γίνεται αλληγορία της ταυτότητας (από το μποντλερικό Παρίσι έως την καβαφική Αλεξάνδρεια). Εντούτοις, ο Μηλιάς διαφοροποιείται απογυμνώνοντας την Αθήνα από μεγαλεία και ερωτικές νοσταλγίες. Η Αθήνα εδώ είναι σκελετική, φασματική, αβέβαιη. Εξ ου και η απουσία ρητών πολιτικών αναφορών, παρά το ισχυρό πολιτικό στοιχείο του βιβλίου. Δεν υπάρχουν συνθήματα ή άμεσες μνείες σε κρίσεις και πολέμους – η ίδια η Γάζα δεν αναφέρεται ως τόπος σε κατάσταση πολέμου, κάθε άλλο: οι αναφορές της εκμεταλλεύονται μέχρις εσχάτων το γεγονός ότι, για τον αναγνώστη, η Γάζα είναι ταυτόσημη της εμπόλεμης ζώνης. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται λόγος για τη συνήθη αμεσότητα της ποιητικής διαμαρτυρίας. Έτσι το βιβλίο τοποθετείται σε μια βραδύτερη χρονικότητα, αποσύρεται σε φασματικές εικόνες και αναδεικνύει έναν άλλο τρόπο αντίστασης: την αντίληψη του εν εξελίξει γεγονότος ως ήδη ιστορικού, τη συμπύκνωση της «σοφίας της εμπειρίας» τη στιγμή της διαμόρφωσής της.

Αυτός ο τρόπος αποτύπωσης της Γάζας, δηλαδή ως ενός τόπου του οποίου η βία ονοματίζεται ξεκάθαρα μεν, αλλά χωρίς να χτιστεί από το μηδέν –σαν να μην ήταν ήδη γνωστή, σαν να οφείλει κανείς να επιχειρηματολογήσει υπέρ της ύπαρξής της κάθε φορά που την καταγγέλλει–, είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, που το βιβλίο του Μηλιά επιτυγχάνει. Στη σύγχρονη λογοτεχνία παγκοσμίως, η Γάζα έχει πάψει να είναι απλώς γεωπολιτικός τόπος και έχει μετατραπεί σε συμβολικό πεδίο, όπου εγγράφονται με οδυνηρή αμεσότητα ερωτήματα για τη βία, τον εκτοπισμό/την εκδίωξη και την ηθική ευθύνη. Το να γράφει κανείς για τη Γάζα δεν μπορεί να είναι «ουδέτερο». Κάθε σχηματισμός της λέξης αυτής αποτελεί θέση. «Γάζα» είναι μια συνδηλωτική μετωνυμία που λειτουργεί ως σύμβολο για τον πόνο των Παλαιστινίων, για τις αποτυχίες της διεθνούς διπλωματίας και για την αμφισβητούμενη σημασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον 21ο αιώνα. Αναπόφευκτα, λοιπόν, οι λογοτεχνικές αναπαραστάσεις της Γάζας κινούνται πάντοτε υπό την πίεση της αμεσότητας. Σε αντίθεση με τη «βραδεία βία» (slow violence), όπως την περιέγραψε ο Ρομπ Νίξον, δηλαδή την αόρατη συσσωρευτική βλάβη, η Γάζα τελεί υπό τη θεαματική (spectacular) βία, δηλαδή υπό τις συνθήκες των βομβαρδισμών, των πολιορκιών, των εικόνων των ερειπίων, των συντριμμιών που κοινοποιούνται σε πραγματικό χρόνο. Η ποίηση και η πεζογραφία που προέρχονται από ή αφορούν τη Γάζα οφείλουν, έτσι, να ανταποκριθούν σε μια διπλή επιταγή: να παραδώσουν μαρτυρία με πιστότητα, αλλά και να αντισταθούν στον κίνδυνο της εκμετάλλευσης. Ο κίνδυνος ενός λόγου υπερβολικά βιαστικού, υπερβολικά εμποτισμένου από εικόνες πόνου, είναι ότι καταναλώνεται από την ίδια του την επείγουσα διάσταση (η «αισθητικοποίηση του πόνου» κατά την προειδοποίηση του Αντόρνο).

Φυσικά, έχουν υπάρξει έργα που κατόρθωσαν να ισορροπήσουν σε αυτό το επισφαλές έδαφος. Ο Νταρουίς, μολονότι έγραφε από την εξορία, άφησε τη Γάζα να λειτουργήσει τόσο ως πραγματικός τόπος όσο και ως μετωνυμία αντοχής, εντάσσοντας τη βία σε μια ευρύτερη αφήγηση πολιτισμικής επιβίωσης. Πιο πρόσφατα, ο Μοσάμπ Αμπού Τόχα τοποθετεί τα ερείπια, την απώλεια και την κατακερματισμένη καθημερινότητα της Γάζας μέσα σε μια λυρική αρχιτεκτονική, που αρνείται να παραδοθεί στην απόγνωση. Το έργο του αποτελεί παράδειγμα του πώς η ποίηση μπορεί να μετατρέψει την αμεσότητα της βίας σε ένα ανθεκτικό ηθικό αρχείο. Αυτό που η Γάζα φέρνει στο προσκήνιο, με ολοένα και αυξανόμενη ένταση, είναι η ευθραυστότητα της απόστασης. Ενώ ένας ποιητής όπως ο Μηλιάς μπορεί να γράψει για τη Γάζα μέσα από την Αθήνα, προβάλλοντας την καταστροφή πάνω στις υφές μιας άλλης πόλης, το αντίστροφο είναι πιο δύσκολο. Η Γάζα αντιστέκεται στη μετατόπιση. Απαιτεί να κατονομαστεί, να περιγραφεί, να μνημονευτεί μέσα στη συγκεκριμένη της πραγματικότητα. Θα μπορούσε κανείς να πει πως η Γάζα είναι το οριακό παράδειγμα της πολιτικής ποίησης: ένας τόπος τόσο υπερκαθορισμένος από τον πόνο, που η πρόκληση δεν είναι να τον καταστήσεις ορατό, αλλά να βρεις εκείνη τη μορφή αναπαράστασης που δεν θα υποβιβαστεί σε θέαμα. Υπό αυτή την έννοια, η λογοτεχνία για τη Γάζα είναι συγχρόνως αναγκαία και επισφαλής. Αναγκαία, διότι η σιωπή θα ισοδυναμούσε με συνενοχή στον αφανισμό ζωών· επισφαλής, διότι η επείγουσα ανάγκη του πολέμου απαιτεί συχνά ταχύτητα σε βάρος της εμβάθυνσης. Τα καλύτερα έργα αντιστέκονται στη γοητεία της αμεσότητας και καλλιεργούν, αντίθετα, μια ποιητική της αντοχής, μια γλώσσα που όχι μόνο αντιδρά στο παρόν, αλλά και οικοδομεί ένα μελλοντικό αρχείο ενάντια στη λήθη. Η Γάζα, λοιπόν, δεν είναι μόνο μια τραγωδία· είναι και μια δοκιμασία της αισθητικής: μπορεί η λογοτεχνία να εξακολουθήσει να αποδίδει αξιοπρέπεια στο ανθρώπινο υπό συνθήκες όπου η ίδια η ανθρωπινότητα συστηματικά καταλύεται; Το να γράφει κανείς για τη Γάζα σημαίνει να έρχεται αντιμέτωπος με αυτό το ερώτημα ευθέως. Το να αποτύχει, σημαίνει να κινδυνεύει να μετατρέψει τη λογοτεχνία σε ερείπια.
Η προσέγγιση του Μηλιά είναι «δύσκολη» επειδή εκείνο που κανονιστικά προϋποθέτει κάθε αναφορά στη Γάζα είναι ακόμα δυσκολότερο. Και οι αλληλοπεριχωρήσεις του «ειδικού» και του «γενικού» –του δικού που αντανακλά το οικουμενικό και του οικουμενικού που ερμηνεύει το δικό– δημιουργούν ακατάπαυστα διόδους που οι ίδιοι οι τόποι έχουν φράξει.

Κάλας και Καρυωτάκης
κατρακυλούν
–ρήγμα η ποίηση–
βράχοι με αίμα,
μωρά.
Αλήθεια, ακόμα
επιβιώνουν
τα εφτάψυχα σκυλιά
στη Γάζα;

(σελ. 33)

Το Απ’ την Αθήνα φάντασμα δεν διαβάζεται απλώς ως ένας θρήνος για τον τόπο (τον όποιο τόπο, φυσικό, πολιτισμικό, κ.λπ.), αλλά κυρίως ως μια μεταφορά και μετατόπιση: η Γάζα γράφεται μέσα από την Αθήνα και η Αθήνα αποκαλύπτεται ως ο «μεσολαβητής» ενός παγκόσμιου τραύματος. Είναι, πράγματι, μια μέθοδος εντασσόμενη στη μοντερνιστική και μεταμοντερνιστική παράδοση, στη γραμμή που ανέδειξε τον Έλιοτ, που συγκρότησε τον πόνο και την αποσύνθεση ενός αιώνα μέσα από τα θραύσματα της δυτικής κουλτούρας, ή τον Ζέμπαλντ, στον οποίο η μνήμη του Ολοκαυτώματος και του πολέμου ενσωματώνεται σε τοπία της κεντρικής Ευρώπης. Έτσι και στον Μηλιά, η Γάζα δεν περιγράφεται «άμεσα», όχι με την αναμενόμενη έννοια του άμεσου. Αντιθέτως, «διαμεσολαβείται» από μια άλλη περιοχή, η οποία λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης, ένα έδαφος που κουβαλάει ξένα φαντάσματα. Μέσω αυτού του μηχανισμού, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι το τοπικό τραύμα ποτέ δεν είναι μόνο τοπικό· είναι πάντοτε και παγκόσμιο.
Η μέθοδος αυτή έχει ισχυρές αισθητικές και πολιτικές συνέπειες. Πρώτον, αποφεύγει τον κίνδυνο του συγκινησιακού ρεαλισμού (να παρουσιαστεί δηλαδή η Γάζα μόνο ως θέαμα καταστροφής), και αντ’ αυτού δημιουργεί ένα ποιητικό αρχείο έλλειψης: η Γάζα είναι παρούσα μέσα από την απουσία της, μέσα από τα ίχνη που αφήνει σε μια άλλη γεωγραφία. Δεύτερον, εντάσσει την ελληνική πρωτεύουσα σε έναν διάλογο που ξεπερνά τα εθνικά όρια και μετατρέπει την πόλη σε μεσογειακό κόμβο παγκόσμιας εμπειρίας, όπου η ιστορική μνήμη της Ελλάδας και η τρέχουσα τραγωδία της Παλαιστίνης διαπλέκονται. Η ποίηση του Μηλιά, επομένως, δεν είναι μόνο μνημείο απώλειας· είναι και ένα εργαστήριο μορφών, όπου η Αθήνα γίνεται το όχημα για να ειπωθεί ο ανείπωτος πόνος της Γάζας, χωρίς να θυσιάζεται ούτε η αισθητική ακεραιότητα ούτε η πολιτική βαρύτητα του ποιητικού λόγου.

*Δημοσιεύτηκε στο https://mag.frear.gr

Καταφανής υποκειμενικότητα, κι όμως το εγώ άφαντο

της ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΓΙΩΤΗ

[ Φ. Κ. Β. ],
σωρείτης,
Στιγμός 2024

Ας ξεκινήσω από την επιλογή του τετριμμένου και άκρως απροσδιόριστου όρου «βιβλίο»: ο σωρείτης μοιάζει να αντιστέκεται στην ειδολογική ταξινόμηση ή, τουλάχιστον, δεν θα είναι λίγοι εκείνοι που θα δυσκολευτούν να το κατατάξουν σε ένα ορισμένο είδος – πράγμα που σχετίζεται ως ένα βαθμό και με τη δυσκολία ανάγνωσής του. Η μορφή του κάπως βοηθά: εμπεριέχει ένα είδος εισαγωγικής προμετωπίδας, ένα απόσπασμα από το ποίημα του Καβάφη, «Απ’ τες εννιά —» (με την πρώιμη υπογραφή του ποιητή Κ.Φ.Κ. όπου και το γένος της μητέρας έχει κάποια βαρύτητα και αυτό έχει σημασία), ένα είδος λεξιλογικής υποβοήθησης μαζί με «κλειδιά» ανάγνωσης, μία άτιτλη μικρή εισαγωγή, τρία μεγάλα ίσα μέρη που τιτλοφορούνται «ΣΤΑΣΙΣ Α΄, Β΄ και Γ΄» και στοιχίζονται αριστερά-κέντρο-δεξιά και μία ηρωική (δικό μου) «ΕΞΟΔΟ» που στην τελευταία σελίδα διακόπτεται με κάτι που μοιάζει να είναι περιεχόμενο «στάσεως» και τιτλοφορείται «ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ». Πολύ σημαντικό είναι πως ό,τι εμπεριέχεται στις «ΣΤΑΣΕΙΣ» (και στα κλειδιά) μπαίνει σε εισαγωγικά. Από τη σελίδα των κλειδιών συμπεραίνουμε πως ο συγγραφέας σε αυτά τα σημεία ξεχωρίζει τον εαυτό του από τις «φωνές», απομακρυνόμενος κάποιες αφηγηματικές βαθμίδες πίσω. Έτσι, αν δεχτούμε ότι έχουμε ένα τρίπτυχο συγγραφέας-αφηγητής ή ποιητικό υποκείμενο (ό,τι εντάσσεται εκτός εισαγωγικών)-φωνές, τότε τείνουμε να θεωρούμε πως το βιβλίο αυτό γράφεται κανονιστικά, με αυστηρό τρόπο. Η γραφή που κατά τα φαινόμενα στοιβάζεται σε έναν άτακτο σωρό είναι τακτική και γι’ αυτό, θεωρώ, υπερτερεί η πεζολογία. Η παράθεση αράδων με τη μορφή στίχων είναι κάτι που άλλωστε υπονομεύεται και από τις ίδιες τις φωνές που φέρουν ιδιόλεκτο, προφορικότητα, ντοπιολαλιά, αφρόντιστη σύνταξη, συνειρμικότητα και μιαν αίσθηση ελευθερίας από συμβάσεις. Ο λόγος δεν είναι ούτε φροντισμένος, ούτε υπερρεαλιστικός· ο λόγος είναι «απομαγνητοφωνημένες» φωνές, σκέψεις, αναμνήσεις, που τις βάζει σε τάξη (φαινομενικά άναρχη) η αφήγηση. Το βιβλίο είναι πεζογραφικό, παρά τον Καβάφη, παρά τις στοιχίσεις, παρά την εσκεμμένα ποιητική μορφή.

Δεν πρέπει να αλλάξει την απόφασή μου ούτε η αρχή, που αναφέρεται στον Καρυωτάκη, στον οποίο έχω αδυναμία:


Στ’ αριστερά:
 
…που δεν τ’ αφήκαν να κολυμπήσει
στο ποτάμι, για να μη πνιγεί, γιατ’ ήτανε
θολό, και π’ έμαθε να κολυμπά ’ταν
αυτοκτόνησε σαν τον Καρυωτάκη, απ’
την Τρίπολη, εκείνο τ’ απόγευμα, και
που δε βγήκε να πει το ποίημά του,

,
[…]
Και του οποίου τη χρήση –τουλάχιστον ως προς την αυτοκτονία που αποτελεί μάλλον τη ραχοκοκαλιά του σωρείτη– αντιμετωπίζω με καχυποψία. Είναι, όμως, τετελεσμένη κάθε απόφαση για τον αναγνώστη που διαβάζει αυτό το βιβλίο; Αναρωτιέμαι. Θαρρώ πως όσο δεν είναι τετελεσμένη, τόσο ο Φ.Κ.Β. μας κάνει «κόλπα».

Στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ο θαυματοποιός αναφέρεται ως ο χειριστής «νευρόσπαστων» μαριονετών που κινούσε μπροστά στο κοινό. Οι φωνές προέρχονται από τον ίδιο, το αυτό και η πλάνη. Κατά κάποιον τρόπο, από την αρχή ως το τέλος αισθάνομαι πως είμαι ένα κοινό που πλανάται. Οι τρεις ΣΤΑΣΕΙΣ κατανέμονται αριστερά-κέντρο-δεξιά σταθερά, πλέον σε εισαγωγικά, που σημαίνει ότι «ακούω» ως αναγνώστρια τα λόγια του διασκεδαστή, τη στιγμή που μιμείται τα «νευρόσπαστα». Και απορώ: ποιος μιλά, σε ποιον απευθύνεται, συνεχίζονται τα λόγια του παρακάτω; Ενώνονται κάπως, τι του είναι του Φ.Κ.Β. (ας πω του αφηγητή μην πέσουν να με φάνε οι θεωρητικοί) ο τάδε και ο δείνα; Μετά γκουγκλάρεις, εντοπίζεις ονόματα κοινής ιστορίας, ονόματα φαμίλιας –το Μακόντο είναι στην Αρκαδία–, ποιος αυτοκτόνησε; Είναι αυτή η λογοτεχνία του τραυματικού βιώματος; Εν πρώτοις έχει όλα τα στοιχεία: αποσπασματική θραυσματική γραφή, επαναληπτικότητα, σιωπή στις νοηματικές γέφυρες, μεγάλη αφηγηματική αστάθεια και αποστασιοποίηση. Ο φαινομενικά χαοτικός ειρμός διαχειρίζεται το τραύμα;

Μήπως είναι άσχημα και ποταπά όλα αυτά, διερωτώμαι, ενώ υπάρχει η γραφή που από μόνη της θα μπορούσε να μου αρκεί, αποσπασματική μεν, σαν τα λόγια της γιαγιάς μου, σαν το μοιρολόι του παππού μου, σαν την παλιοκουβέντα του αρβανίτικου ασκεριού μου; Δεν έχω παρά να τα κάνω όλα αυτά δικά μου, να δεχθώ τη ματαιότητα της έρευνας και να καταλήξω σε διαπιστώσεις για την αναγνωστική εμπειρία καθαυτή:

–Χωρίζω το σύνολο του σωρείτη σε ένα πρωταρχικό περιεχόμενο και σε πολλά επιμέρους: το πρωταρχικό είναι μια ενιαία οικογενειακή ιστορία της οποίας η γραμμικότητα υπονομεύεται εν μέρει λόγω της παράθεσης εντυπώσεων (εν είδει περιεχομενικού ιμπρεσιονισμού), δηλαδή λόγω των πολλών επιμέρους περιεχομένων, εν μέρει γιατί το αντίθετο θα ήταν μία οικογενειακή ιστορία σαν όλες τις άλλες, αδιάφορη στο βαθμό που υπάρχει κίνδυνος να μην είναι αρκετά εντυπωσιακή ή δεν είναι δική μας. Ο διαχωρισμός αυτός φαντάζει ελκυστικός, αλλά μου δημιουργεί προβλήματα: ο νους προσπαθεί συνεχώς να βρει νοηματικό έρεισμα και τα επιμέρους περιεχόμενα (π.χ. ο λόγος που είπε κάποιος στην εικόνα ενός νεκροταφείου παιδιών ή ένα χωρατό του παππού κ.ο.κ.) δεν αρκούν. Πολύ συχνά τα επιμέρους είναι ελλιπή –επίτηδες– και το μεγάλο νόημα είναι ούτως ή άλλως χαμένο από χέρι. Τα «(γέλια)» ως συχνό σχόλιο, όπου ο αφηγητής (δεν τον λέω πια ποιητικό υποκείμενο) βρίσκει την ευκαιρία να τρυπώσει στην ιστορία είναι αυτό που είναι, σχόλιο για τα επιμέρους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι οι φωνές ενίοτε ασχολούνται με τη συγγραφή. Και η κοσμοθεωρία του γράφοντος αφήνεται να διαφανεί μέσα από αυτές τις μετρημένες περιπτώσεις:

Στο κέντρο:
«Και στο Βαλτινό ’πάρχει ’πιστροφή, οχ’/ επανάληψη, λέει. Κ’ εδώ μιλάνε πολλοί,/πάρα πολλοί ίσως. Το ίδι’ όμως. Κ’ είν’ όλα/ταχτοποιημένα ’δω. Και τα ’χ’ ακουστά. Του/τα ’λεγ’ η γιαγιά του, κ’ η άλλη, κ’ οι θείες του…»

Ο κανονιστικός τρόπος παράθεσης των ΣΤΑΣΕΩΝ είναι και αυτός μέρος της κοσμοθεωρίας του γράφοντος, που δε λησμονεί να μας το επισημάνει στην 8η φωνή της ΣΤΑΣΕΩΣ Β΄:

Στ’ αριστερά:
«Τριακόσια εξηνταέξι (τρεις στάσεις επί
εκατόν εικοσιδύο – έτσ’ αυθαίρετα;
(Συν τρία.)[1] Είχε γεννηθεί στις εικοσιεννιά
του Φλεβάρη. Τριανταδύο διά τέσσερα,
ίσον; “Δεν είμαι βλάκας”, του ’πε.
(Η αδερφή του.)»

–H γυναίκα: τι χωρεί και δεν χωρεί στον αντρικό (ή ανθρώπινο) ψυχισμό είναι μια διαζευκτική, ταυτόχρονα και καθ’ ολοκληρία μεγάλης αξίας ερώτηση. Αν δεν υπήρχε η εισαγωγική υπογραφή Καβάφη, μπορεί και να το προσπερνούσαμε ή τουλάχιστον να το θεωρούσαμε έναν λογικό καταμερισμό μεταξύ άρρενος και θήλεος. Όμως εδώ η γυναίκα είναι σημαντικότερη του δέοντος. Είναι γυναίκα που κατηγορεί τη γυναίκα («Ήμουνα στη σάλα, κ’ είδα τον ίσκιο της…»), είναι η γυναίκα που εξομολογείται και θρηνεί ψεύτικα [«…Έτρεμ’ ολόκληρη απ’ το / κλάμα, χωμέν’ ως το λαιμό στο μαύρο της/μαντήλι (δήθεν ακόμα)…»], είναι μάνα σκληρή: («Ρώτα τη μαμά, που ξέρει ν’ απορρίπτει. Του ’πε»). Ο αφηγητής δεν χαρίζει κάστανα, θα τα πει όλα. Πιστεύω ότι όσες (και όσοι κατ’ επέκταση) αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους μέσα στο κείμενο -κάτι που απέχει παρασάγγες από τον «κανονικό» αναγνώστη (άσε που όποιος έχει απομείνει ζωντανός λίγες πιθανότητες έχει να είναι πραγματικός αναγνώστης)- μέχρι που μπορεί να έχουν παρεξηγηθεί. Τι εστί λογοτεχνία; Μήπως είναι αυτή η ανακατασκευή της πραγματικότητας, την οποία ο συγγραφέας, αδυνατώντας να αποσιωπήσει εαυτόν, αντί να «πειράξει» το σημαινόμενο, «πειράζει» εν τέλει το σημαίνον, και μόνον; Αυτό με επιστρέφει απευθείας στον όρο που χρησιμοποίησα και πρωτύτερα: «απομαγνητοφωνημένες» φωνές. Αν και όλα είναι κατά κάποιον τρόπο θεμιτά στη λογοτεχνία, ως αναγνώστρια ταλανίζομαι στο όριο μεταξύ πιστής μεταφοράς ή εκ του μηδενός (λέμε τώρα) γένεσης του υλικού. Και αυτό με καθιστά καχύποπτη ως εκνευρισμένη. Τον εκνευρισμό μού καταλαγιάζουν κάθε λίγο οι εντυπώσεις, αλλά και το γεγονός ότι η γυναίκα (υπαρκτή ή μη) έχει τη δύναμη να μεταβάλλει το θυμικό πιο άμεσα από τον άντρα, με έναν τρόπο συχνά αποκλειστικά μητρικό, αποκλειστικά πάσχοντα.

Ο άντρας: πανταχού παρών. Δεν είναι μόνο ο κατά παράδοση πατροπλευρικός τύπος οικογένειας, είναι που, στον αντίποδα της γυναικείας επίδρασης στο θυμικό, στέκει στο ζήτημα αυτό (του άντρα) η βαθιά συνειδητοποίηση, η λογική της εξέλιξης του αντρικού προτύπου σε αυτό το ομιλούν συγγενολόι. Οι γυναίκες στα χωράφια, στα περιβόλια, μάνες, όμως οι άντρες στο μέτωπο, οι άντρες αριστεροί, οι άντρες με τη δεξιά, οι χωροφυλάκοι, οι φαντάροι, οι γραφιάδες, οι ποιητές, οι κατά δύο χρόνια νεότεροι του Καρυωτάκη, είναι γιοι, θείοι, κρατούν τα ηνία, χάσκει το μυαλό τους («αργ[ούν] πολύ»), σώματα/ψυχές με ορισμένη σημειογραφία, κλειδοκράτορες, ταξιδιώτες, ναυτικοί στο «Ηράκλειον», είναι εκείνοι που μένουν όταν ο μικρόκοσμός αυτός χάνεται με τα χρόνια. Αυτοί και οι οίκοι τους, μοιραία αλλιώς:

Στο κέντρο:
«Κ’ η βιβλιοθήκη, με το γραφείο του.
Και το συρτάρι με τις φωτογραφίες του
πατέρα, εκατοντάδες. Και. Πού νά ’ναι
τώρα; Σε ποιο σπίτ’ άραγε; Κι ο μεγάλος
τους καθρέφτης, γερτός στον τοίχο. Κι από
κατ’ η φωτογραφία τους, του γάμου. Και
το καλό κρεβάτι, με τον Απόστολο Φίλιππο.
Και την κολλημένη μεταλλική των Αγίων
Κωνσταντίνου κ’ Ελένης. Και, και. Που δεν
την ξεκόλλησε, και χάθηκε στα μπάζα. Κ’ η
πόρτα στο μεγάλο μπαλκόνι. Και, και, και.
Που την έκλεισε κι αυτή, για τη θέα, και
τώρα πάμε γύρω γύρω.»

Θα μπορούσε η λίστα με τις συνειδητοποιήσεις να μην τελειώνει ποτέ. Ο Φ.Κ.Β. εκμεταλλεύεται την άγνοιά μας, ποντάρει σε αυτή την ατέλειωτη λίστα που σχηματίζεται στο μυαλό μας. Δια του ανεξιχνίαστου το πάθος της ανάγνωσης. Μένοντας στο παραπάνω παράδειγμα, για να αναδείξω τα προτερήματα της πλάνης του σωρείτη, μέσα σε ένα μικρό ολοκληρωμένο αφηγηματικό σύνολο, με αρχή, μέση και τέλος, η φωνή αντηχεί την εικόνα μιας ζωής που χάνεται. Τα υλικά καθορίζουν τον άνθρωπο: η βιβλιοθήκη, το γραφείο, οι (χαμένες) φωτογραφίες, ο καθρέφτης, το κρεβάτι με τον Απόστολο Φίλιππο, η εικόνα Κωνσταντίνου και Ελένης. Τίποτε από αυτά δεν διακριβώνεται περισσότερο παρά με τη δύναμη της τελευταίας περιόδου του αληθοφανούς: «Που την έκλεισε κι αυτή, για τη θέα, και/τώρα πάμε γύρω γύρω.» Διότι αυτή λειτουργεί ως πειστήριο του φυσιολογικού, του πλέον πιθανού να συμβαίνει, του εικότος.

–Το παιδί: σταθερά σε ουδέτερο γένος (αρσενικό ή θηλυκό), το παιδί «δέχεται διαταγές». Το παιδί ξεφεύγει από την προσοχή των μεγάλων και αυτό κοστίζει. Το καθοδηγούν («–ήτανε δεν ήταν δεκαεφτά χρονώ, ό,τι / του λέγαν έκανε»), το διδάσκουν, το δικαιολογούν (τώρα που μεγάλωσε): «Μικρό παιδάκ’ ήτανε» (πολλές φορές). Το χάνουν, το θρηνούν («…“Μη με ξαναπείς γέρο”. “Γιατί;”. “Γιατ’ έχω χάσει τα παιδιά μου”.»), του δίνουν ψεύτικες υποσχέσεις:


Στο κέντρο:
«Του το ’χαν υποσχεθεί, και δεν του το
πήραν. Ένα τραινάκι. Ένα τραίνο σαν εκείνο.
(Του διαδρόμου;)»

– Το ήθος και η αλήθεια: οι φωνές είναι μαρτυρίες. Αυτό που συμβαίνει στον σωρείτη δεν είναι απλώς μια αφηγηματική πρόζα με αυξημένο υπαρξιακό φορτίο· είναι μια ηθική πρόταση. Οι φωνές που περιλαμβάνει, όσες δηλαδή περνούν στα εισαγωγικά, δεν «παριστάνουν» ότι λένε την αλήθεια – τη λένε, με το τίμημα της ίδιας τους της τραχύτητας, της ασυναρτησίας, της αποσπασματικότητας. Κι αν κάποιος θα ’θελε να καταλογίσει στον Φ.Κ.Β. το παράδοξο της «αφηγηματικής επιμέλειας της αλήθειας», δηλαδή τη δυνατότητα να σκηνοθετείς ένα κείμενο που επιμένει πως μιλά εκ των έσω, το επιχείρημα αυτό αναιρείται στο ίδιο το ήθος της έκθεσης: τίποτε εδώ δεν είναι χτενισμένο, καλογραμμένο, «λογοτεχνικό» με τη συμβατική έννοια. Και γι’ αυτό μοιάζει πιο αληθινό από τα πιο περιποιημένα. Το ήθος, επομένως, δεν είναι ούτε του συγγραφέα ούτε των φωνών. Είναι της επιλογής να παραμείνει κανείς σιωπηλός ως προς την εξήγηση, αλλά φλύαρος ως προς την καταγραφή. Η φωνή δεν αξιολογείται –δεν υπάρχει σαφής αποδοχή ή απόρριψη του λέγοντος– και αυτό είναι το ήθος. Το να μη μεταφράζεις την τραγωδία, να μην τη μετριάζεις για να γίνει «λογική», αλλά να την παραθέτεις όπως εκφέρεται, όπως αναδύεται από τις ρωγμές του παρελθόντος και τις μνήμες των άλλων. Μια λογοτεχνία δηλαδή που δεν φτιασιδώνει την αλήθεια, γιατί δεν έχει στόχο να πείσει κανέναν. Αντίθετα: δείχνει την αλήθεια ως συνθήκη διάλυσης και παράλληλα ως συνθήκη συγκρότησης.

Η αλήθεια εδώ δεν είναι ενιαία ούτε καν έμπιστη. Είναι αποδεκτά μερική, παρεξηγήσιμη, συχνά ελλιπής. Παρ’ όλα αυτά, δεν καταργείται. Ο Φ.Κ.Β. –αν δεχτούμε πως το έργο είναι προσωπικά βιωματικό– δεν προσφέρει απολογία, προσφέρει το έδαφος για αναγνώριση. Και το κάνει όχι καταφεύγοντας στη ρητορεία του συναισθήματος ή στην ευκολία μιας εξομολόγησης, αλλά μέσα από την υπόγεια αποδοχή πως η αλήθεια, όπως και το ήθος, προκύπτει από τον τόπο και τον τρόπο που κάποιος μιλά. Όχι από το τι λέει. Και μιλούν εδώ πολλοί, ίσως πάρα πολλοί -όλοι τους με το δικαίωμα να διαψευστούν μεταξύ τους. Το τελικό ήθος του σωρείτη δεν είναι το «λέω την αλήθεια μου», αλλά το «αντέχω να μη διαλέξω ποια αλήθεια θα σωθεί». Και είναι ίσως εκεί που συντελείται η πιο ριζική μορφή ειλικρίνειας.

Στ’ αριστερά:
«Του μιλούσε για την ευθύτητα. Και τού
’φερνε παράδειγμα το Σολωμό. “Του πατέρα
σ’ όταν έλθεις / δε θα ’δείς παρά τον τάφο.
Είμ’ ομπρός του και σου γράφω”. Να. (Τού
’δειχνε. Χειμώνας.) Μικρό, παιδάκ’ ήτανε,
μα τα καταλάβαιν’ όλα.»

– Ο σωρείτης: ορίζεται στην αρχή του βιβλίου ως το γνωστό σόφισμα/παράδοξο (10), ως ο τυπικός σωρός από πράγματα και ως τύπος σύννεφου. Όλα μας κάνουν: το παράδοξο μας απαλλάσσει από το παραδοσιακό αφηγηματικό όριο αναγνωστικής ανοχής (κηρύσσει εν ολίγοις το ήθος της μη ερμηνείας). Ο σωρός εγγίζει τις ευαίσθητες χορδές των αναγνωστών που θέλουν να εξάγουν το νόημα των γραμμένων, κατά κανόνα προειδοποιώντας τους να μην περιμένουν ότι θα εκπληρώσουν την επιθυμία τους. Το σύννεφο σωρείτης συνήθως «δε φέρνει βροχή», σκορπισμένο καθώς είναι στην ατμόσφαιρα, είναι διακριτό στοιχείο του ουρανού. Είναι σαν ειδοποιό στοιχείο του καμβά. Ο ζωγράφος του δίνει όψη και έτσι αντιλαμβάνεται κανείς το σύνολο.

–Οι αναφορές: πολλές (Γκίνσμπεργκ, Πικάσσο, Βαλτινός, Προυστ κ.ά.), και ό,τι ξέρεις, ξέρεις. Μέχρι και το εξώφυλλο αναφορά.

–Τα σχόλια: πολύ συχνά συναντούμε στα «αποσπάσματα» παρενθέσεις με μικρές φράσεις ή λέξεις που μοιάζουν με σχόλια του αφηγητή (γέλια, μετά, τότε, κηδεία ’τανε, δεν είναι της παρούσης). Θα τα πούμε, όπως αναφέραμε και προηγουμένως, σχόλια του αφηγητή και όχι του συγγραφέα, διότι έτσι πρέπει. Το χρονικό, ωστόσο, των συγγενών φωνών σε συνδυασμό με την ακατάσχετη σχεδόν πολυλογία του αφηγητή (εν γένει είρωνος και καυστικού) προδίδουν τη συσχέτιση αφηγητή-οικογένειας σε επίπεδο ρεαλιστικό. Τόσο που ο αφηγητής αποδύεται τον ρόλο του και γίνεται Φ.Κ.Β. (Η παγίδα της πλάνης). Μάλιστα, συμβαίνει να τελείται ενίοτε η γραφή τη στιγμή που συμβαίνει ή τουλάχιστον η πρώτη διόρθωση:

Στο κέντρο:
«Τους δείχναν με το μολύβι απ’ ένα πίσω
θρανίο, και δήθεν ψιθύριζ’ ο ’νας μυστκά στ’
αυτί τ’ άλλου, και κρυφογελούσαν μεταξύ
τους. Κ’ εκείν’ οι βλάκες θυμώναν. (Πέθανε,
του ’πα. Κ’ εκείνος διόρθωνε τα τυπογραφικά.
Αυτά. – Δείχνει το “σωρείτη.)»

–Η EΞΟΔΟΣ: δεξιά-κέντρο-αριστερά, χωρίς εισαγωγικά. Δεν ξέρω πού διάβασα ότι η EΞΟΔΟΣ ξεδιαλύνει μαγικά τα πράγματα. Ποσώς. Απορώ, μάλιστα, πώς συνελήφθη το συγκεκριμένο σχόλιο πάνω στο κομμάτι αυτό του σωρείτη, όπου ο συνειρμός απογειώνεται και το μόνο σίγουρο είναι ο επιλογικός του χαρακτήρας και τίποτε άλλο. Η EΞΟΔΟΣ συσκοτίζει. Τα εισαγωγικά έφυγαν. Η στοίχιση ίδια με τις φωνές (παραπλανητικός ο «πρόλογος» που στοιχίζεται αριστερά). Κατά κάποιον τρόπο εδώ τα πράγματα συνδέονται με ό,τι έχει γραφτεί στις ΣΤΑΣΕΙΣ. Τα πειστήρια έρχονται σε συμφωνία με την ανάμνηση. Και εμπλουτίζονται. Και αφορούν τώρα τον αφηγητή. Ή τον Φ.Κ.Β.

Στο κέντρο:
κ’ οι κρίσεις πανικού
μονάχος στην καμπίνα, και τού ’χανε ρίξει
κάφτρα στο κρασί, κ’ οι νυχιές στ’
αεροπλάνα…

Στο κείμενο διακρίνω, επομένως, έντονη υποκειμενικότητα. Το εγώ όμως παραμένει άφαντο, ή τουλάχιστον κρύβεται πίσω από τις θεωρητικές νόρμες που διέπουν την αφήγηση και, συνολικά, τη λογοτεχνία. Αυτό σημαίνει ότι η πλάνη «δε φεύγει από το τραπέζι», σημαίνει επίσης πως οι αναγνώστες είμαστε «κορόιδα». Με όλα αυτά τα δεδομένα και κυρίως, παρά αυτά τα δεδομένα, διάβασα ένα πρωτοφανές βιβλίο: η αταξία είναι, τελικά, τακτική μορφή και η λογοτεχνία ως σωρός γίνεται πρόταση αφήγησης.
~.~

[1] Η παρένθεση «Συν τρία» αφορά τις τρεις τελευταίες φωνές μετά το ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ, σελ. ριδ΄, εκ των οποίων η πρώτη, στην οποία αφαιρούνται τα εισαγωγικά, αποτελεί αφηγηματική μεταστροφή, μια και ο αφηγητής λαμβάνει θέση μέσα στην ιστορία.

*Δημοσιεύτηκε στο Νέο Πλανόδιο στο https://neoplanodion.gr

Μάτση Χατζηλαζάρου, Ένα κανάρι έμπλεξε μες στα μαλλιά μου κι οι μυγδαλιές

Ένα κανάρι έμπλεξε μες στα μαλλιά μου κι οι μυγδαλιές
εράντισαν όλα τους τα λουλούδια.
Ίσως να ’μαστε αθωότεροι κι από ένα καναρίνι, αγνοί όμως δεν είμαστε.
Κι όλα τ’ άρμπουρα να λύσω, κι όλες τις μέδουσες να σκοτώσω,
πάλι ο εαυτός μου θα ’ναι μια εξορία.
Α! α! α! ελάτε να πούμε το τραγούδι που ποτέ δε σβήνει –
τον ψίθυρο της αγράμπελης όταν χαϊδεύεται με τις σκιές, το
σάλο της φάλαινας όταν ’ξωριχτεί και σωθούνε τα μικρά της,
τον ύμνο της ζωής μας όταν χάνεται, και βρούμε την καρδιά μας.
Τι να τους κάνω τους καημούς, τους οίστρους, τα μεράκια;
ο ήλιος μία τροχιά ακολουθεί μονάχα.
Κάποτε θ’ ανοίξω τα βλέφαρά μου και τα σκέλη μου, για να δεχθώ τη βροχή.
Θ’ ανοίξω και τους δρόμους που μου ’φραξαν οι αντιστάσεις μου.
Ναι. Ό,τι δεν φθάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.

*Από τη συλλογή “Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης” (1944). Το ποίημα το πήραμε από το συλλογικό τόμο ποιήματα 1944-1985, Εκδόσεις Ίκαρος; 2021.