Άρης Ταστάνης, Δύο ποιήματα (αποσπάσματα)

*Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παραλύτων στις 3 Δεκεμβρίου. Ο Άρης Ταστάνης (1953- 2013) ήταν ποιητής που έπασχε από μυική δυστροφία και ήταν παράλυτος από 20 ετών.

Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΥΤΩΝ

…Λαχταρούμε,
τα χνάρια μας στην παραλία
με ηλιοβασίλεμα
άνεμος θαλασσινός να τα σβήσει.
Λαχταρούμε
από το γείσο των πέτρινων γεφυριών
να εμπιστευτούμε στους γερανούς
την ονειροπόλησή μας.
Λαχταρούμε,
όταν τ’ όνομά μας περιπαιχτικά λαλούν,
στου πελάγου τις απαγορευμένες αρτηρίες να φτερουγίσουμε. Λαχταρούμε,
η ανάσα μας σαν αμυγδαλιάς ανθός
στις κουπαστές των δουλεμπορικών χάδι στοργικό να είναι…
Αχ λαχτάρα!
Πάντα μακρινή κι ανεξήγητη…
Σαν τους σπασμούς στα μαραγκιασμένα κορμιά μας και σαν του άγνωστου ωκεανού τη νοσταλγία…

ΣΤΙΓΜΑ

Κάποτε, μπορεί κι αύριο.
Μικρόψυχα θα σε πικράνουν πάλι
και θα δείξουν αίτιο για όλα
το παράλυτο σώμα σου…
Πολλοί, είναι βέβαιο,
θ’ αλλάξουν το βηματισμό τους,
να μη περάσουν κάτω
απ’ το παράθυρό σου
κι άλλοι αφού θα έχουν αποστειρώσει
τα χέρια τους,
φτύσει στον κόρφο τους,
θα σου μιλήσουν
για υπομονή
κι εγκαρτέρηση…

*Πηγή: Γιάννα Βλάχου (Gianna Vlachou)

**Η εικόνα της φωτογραφίας είναι έργο του Bill Bruckner.

Roberto Garcia de Mesa, Πεζά ποιήματα

Η νιότη είναι εμπόδιο στο δρόμο για το γήρας

Την ελευθερία δεν πρέπει να την κερδίζεις, πρέπει να την κλέβεις.

Πιο τυφλός είναι αυτός που βλέπει απ’ αυτόν που επιθυμεί να δει.

Ένας άνθρωπος αρχίζει να ζει όταν δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει κανείς ανάμεσα στις μάσκες του.

Όλοι μας έχουμε πεθάνει κάποια στιγμή στη ζωή μας ή όλοι έχουμε πεθάνει περισσότερες φορές απ΄ όσες νομίζουμε.

Δεν υπάρχει λύση. Κάποια μέρα δεν θα βρεθούν άλλοι μάρτυρες να αποδείξουν ότι ήσουν καλός.

Η τέλεια καταιγίδα βρίσκεται μέσα μας.

*Από το βιβλίο “Τα απόμακρα σώματα”, εκδ. Bibliotheque, 2019. Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.

Γρηγόρης Σακαλής, Νυχτερινό Πανόραμα

Δύσκολη νύχτα.
Χαράματα
η ώρα τρεις
οι εργαζόμενοι
στις φάμπρικες
τρώνε το κολατσιό τους
οι ταξιτζήδες
περιμένουν πελάτες
στην πιάτσα τους
κι ακούνε σιγανά
στο ραδιόφωνο τραγούδια
σε κάποια μπαρ
πουλάνε σάρκα
έτσι ακριβώς
όπως ακούγεται
κι οι χρήστες ουσιών
σε τρύπες – παλιόσπιτα
βγάζουν όπως – όπως
τη νύχτα
ωραία κοινωνία
έχουμε φτιάξει
και να είμαστε καλά
να έχουμε την υγεία μας
να τη χαιρόμαστε.

Μανώλης Αλυγιζάκης, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΠΤΩΣΗ

Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι ενιώσαμε, τίποτα πιο πολύ δεν μας
γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,
θα `λεγα, βαθιά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο
έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε
το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε,
ευπρέπεια του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε,
κι η μαγνόλια που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω
στο νυφικό κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού
γεμίσαμε κουράγιο το δισκοπότηρο μας και το τοξεύσαμε
στα τέσσερα της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ
συστήματος θύματα να μην πέσουμε.

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη
κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

IMPACT

And since the new reality was upon us we truly
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as
the mood of the somber day while fear, I’d say, was
hidden deep in our hearts. Sorrow reigned in the black
funeral home while beggars, outside, stretched their
hands asking for what we couldn’t spare: decency
of the new serpent who appeared without fangs,
feverish magnolia bloomed its purple flowers over
our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice
with courage and shipped it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.

The Andean condor we declared heir of the flesh
the wind and the rain we proclaimed our catharsis

evoe, oh, free elements, evoe

multiply and conquer the earth someone said and
it was good

*

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ

Ξαφνικά διαισθανθήκαμε πως η σάρκα, που τον πόνο
και τα όνειρά μας κουβαλούσε, ιδιοκτησία μας δεν ήταν
αφού είχε κιόλας πεθάνει ο Θεός μας κι απαράδεκτο
ήταν να μη λάβουμε υπ’ όψη τα δάκρυα του νεκροθάφτη.
Εμείς δεν κλάψαμε διόλου, ξέραμε ήταν γέρος πια, και
τελικά το καταλάβαμε πως είχε πεθάνει και ο άγγελος που
μας συμβούλεψε να δείξουμε συμπόνια, εκείνος που μας δίδαξε
την ηθική κι επιτέλους έπρεπε να βασιστούμε στα πουλιά
που μέλλονταν να αναζωγονήσουν την αγάπη κι εμείς
να δείξουμε στο γείτονα συμπόνια που άρχισε τη μέρα μ’ ένα
πιστόλι στην παλάμη και καρφωμένη τη ματιά του πάνω μας
σαν να `λεγε ‘μην και τολμήσετε…’ πρόταση που ήταν
σε αντίθεση με το Κυριακάτικο τραπέζι μας και μάταια
επιμέναμε ν’ ανάβουμε το λύχνο.

FUTILITY

We suddenly felt the flesh that carried our pain and
our dreams was foreign to us since our God had died
and inappropriate it was not to take into account
the undertaker’s tears. We had none, God was too old
we thought and finally we understood the angel
who advised us to show compassion, who advocated
morality, had also died and we had to rely on the birds
to recommence our sentimental love and understand
our neighbor who started his day brandishing a pistol
in his hand, his eyes fixated on us as though saying
you better not… a sentence that contradicted meaning
of our Sunday dinner and in vain we insisted to light
our oil lamps.

Κατερίνα Φλωρά, Παρελθοντικό

Κάλεσμα αγνώστου
στην άκρη του δρόμου
στη μέση της μέρας
που γκρίζα περνούσε.

Παρελθόντος φωνή
εικόνες ξύπνησε
ήχους παιδιών
στην ολοζώντανη αυλή.

Μα πάλι η μνήμη δεν κατάφερε
φιγούρες να σχηματίσει
δονήσεις να ανασύρει
ιστορίες να αφηγηθεί·
θολή παρέμεινε η εικόνα.

Μια γνώριμη φωνή μ’ ένα οικείο βλέμμα
τη μνήμη ξεσκονίζουν
σαν κάτι να γίνεται τώρα
ενώ η εικόνα ξεθωριάζει.

In Memory of Antigone Kefala (1935-2022), Four poems

The Place

I

The place was small, full of hills,
palm trees, almond trees, oleanders,
glass flowers falling from the sky
on the ascetic hills, the bare houses.
The ancients had been there looking for copper.

Around the courtyards in the dusk
grey men in army coats
followed the leader round the ramparts.
At night after the toll, the three
would come dressed up to count the souls.

We waited there two summers.
Tall birds with upturned beaks
picked us like grain.
We moved in herds
waited with patience to be fed
drank at the water places
between the walls our necks grew longer
stretching for the night.

II

The ships, we heard, had sunk
weighed with the charity of the new world
that kept on feeding us with toys,
letters in foreign tongues
that we could not decipher.

We gave them to our silent children, onyx-eyed,
brought up on wakes for spirits that had gone
and knew each drop that added the ingredients
to the day in the appointed measure.

For them, we looked at the cross roads
to find only the sound of running water
and the dusk settling in plum coloured
over the hills
the coolness of the evening full of promise.

III

They came in spring with the great winds
the buyers
walked through the gates in groups
their marrow discoloured
their eyes ashes
gestures full of charity.
Bidders, in markets for flesh
untouched by the taste of the coffee
and the scent of the water
on the hot stones.

IV

We travelled in old ships
with small decaying hearts
rode on the giant beast
uncertain
remembered other voyages
and the black depths
each day we feasted on the past
friends watching over
the furniture of generations
dolphins no longer followed us
we were in alien waters.

*

Ceremony

She came up the stairs
in the thin white dress
with flowers in her hair,
unseeing
splashing through
the milky afternoon.
This exquisite fear
that advanced on all sides
a sea
to which she could not
give herself.

*

Blood


In the metallic light
the pavements
were rivers of blood
flooding the gutters
this hot, transparent liquid
made of silk
live, breathing on the stone
trying to defend itself
from the invisible killers
that were watching
watching this magnificence
this red flowering
shrinking, freezing
vanishing into the ground.

*

They Are Still Coming


I

They are still coming
coming at night to take me away
and I run out of the lighted house
down empty streets, dogs barking,
whistles, leather voices of men.
I run pushed by a panic so strong
that I see my shadow fleeing
before me, white and transparent
in the moonlight.

Yet I am running with another
a companion, shuffling in his rag-
covered feet, his long black coat
his shadow gigantic in the search
lights, and I whisper to him
hoarsely in the dark
run . . . run . . . they are coming.

II

At dawn we are still moving
paralysed in a white light
over marshes, between thick
fleshy stalks, the menace
everywhere, suffocating
rising from the ground
pressing from above
tighter and tighter.
No wind.
Just the companion, silent,
faceless, crunching through
the weeds, weighed with
this speechless suffering
the burden of these deaths.

Παναγιώτης Γαλανόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το ποίημα όλο πηγαίνει.
Πού πηγαίνει;
Πηγαίνει από δω κι από κει.
Θα σταματήσει άραγε κάπου;
Θα σταματήσει σ’ αυτή τη σελίδα;
Ή μήπως το ποίημα της επόμενης σελίδας
Δεν είναι παρά η δική του επόμενη σελίδα;
Μήπως και κάθε άλλο ποίημα
Είναι μια ακόμα δική του σελίδα;
Θα σταματήσει άραγε κάπου
Ή μήπως πηγαίνει για εκεί
Όπου δεν υπάρχει πού;

*

ΑΙ ΣΥΚΕΑΙ

(όταν καπνίζει ο λουλάς εσύ δεν πρέπει να μιλάς)

Ενώ οι φυλλωσιές εθρόιζαν υπόπτως
εις τας παρυφάς της κατασκηνώσεως
ενώ τα ύδατα έπιπταν μετ’ εντάσεως
επί των απορρώγων βράχων
ενώ ο ήλιος εβυθίζετο καθέτως
εις Δύσιν ή Ανατολήν
ενώ οι γάιδαροι εγγάριζαν ασυστόλως
εν μέσω ακάνθων και ξερολιθιών
κατ΄ εντελώς παράδοξον τρόπον
μόνον αι συκέαι έμεναν ακλόνητοι
μονοκλώνοι
υπερήφανοι
καρποφόροι
ακόμη και εις περιόδους λειψυδρίας
ακόμη και εις περιόδους λειψανδρίας
μόνο αι συκέαι έμεναν σιωπηλαί

*

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΓΡΑΦΤΕΙ ΑΚΟΜΑ

1 Τρωγλοδυτικό στίγμα (αρχετύπου όξους)
2 Σιαμαία τσουλήθρα
3 Αρρυθμία γνωμοδοτήσεως
4 Ανάμειξη με τον εγκέφαλο του τραγουδιστή
Ντόνοβαν
5 Γιατί οι ήρωες που κατόρθωσαν να σκοτώσουν ένα
φοβερό δράκο πέθαναν σχεδόν αμέσως μετά τη
γενναία τους πράξη;
6 Βιολιού στουπιά
7 Ψαλμωδίες ώχρας
8 Οικτρά σκατά
9 Λιμήν κίτρινος
10 Μεγάλων μουσικών σιγή
11 Χρώματος χώμα
12 Φρενήρες ρείθρο
13 Εκκωφαντικό όριο
14 Επιτυχή κρέμα
15 Αμάλγαμα τρυφερού προφίλ
16 Αδενοκτοπία
17 Αφιονισμός θεσπισμένου ίχνους

*Από τη συλλογή “Τραίνα στο σκοτάδι”, εκδ. Απόπειρα, 2012.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΝΔΟΙΑΣΤΩΣ

Η ψυχή δεν θ’ ανταμώσει το αέτωμα του αυγερινού,
η οδύνη νικήτρια εστέφθη στην δίνη του κατατρεγμού.
Της ανίας οπαδοί το απάντεχο ξορκίζουν˙
η ελπίδα που την σκοτώνουν, παιδί ονομάζεται,
η χαρά που την σταυρώνουν, λαγνεία! Και δικάζεται.
Τις αλυσίδες σας υμνείτε!
Στων αντιφάσεων τα δεσμά,
εγχειρίδιο αιχμηρό ακονίζω,
τον δραπέτη ζηλεύοντας.

*

Τι θα έγραφα εάν ήσουν, εάν έμενες, όμως, όμως δεν στάθηκες.

«Una mattina mi son svegliato» των Φαραγγιών Μαρία

Τα μαύρα χρώματά σου αγέρωχα στέκονται
παραστάτες του απροσπέλαστου.
Η σιωπή σου την σιωπή διακυβεύει.
Τα ρηχά επισκέπτεσαι δίχως να θέλγεσαι από δαύτα,
ξέρεις ότι δεν θέλγεσαι από δαύτα.
Ψηλή, ξερακιανή, με την κατράμικη ωχράδα σου,
που τους κονδυλοφόρους διεγείρει,
στα πυροβόλα φλεγματική θα σταθείς,
την δυσαπόκτητη ειρήνη απεικονίζοντας.
Μελάνι της φαντασίας μου στο στέρνο σου στάζει,
η έκφραση αυθαίρετα χαράζει;

Δημήτρης Δούκαρης, Σε είπανε θεό

Σε είπανε θεό
και δεν Σε πίστεψα,
γιατί αν ήσουνα
θα ‘χες φόβο
θα ‘χες τρόμο
θα ‘χες ντροπή
γιατί αν ήσουνα
θα σε λυπόμουν-

Σε είπαν επανάσταση
και σ’ ακολούθησα
ήθελα να γκρεμίσεις
ήθελα να χτίσεις
ήθελα να τελειώσεις
και ν’ αρχίσεις
ήθελα ν’ αλλάξεις
κι Εσύ
κι εγώ
και μ’ άφησες στους πέντε δρόμους

Τζίμης Ευθυμίου, Δύο ποιήματα

Η ΚΛΙΜΑΞ


Να σταθείς ακριβώς στη μέση της σκάλας

Ανάμεσα σ’ αυτούς που πέφτουν κι αυτούς που συνεχίζουν

Τους μετέωρους και τους μετεωρίτες που επιθετικά αναπτύσσονται.

Στάσου κει όπου το κατώφλι δεν ξέρει, ακριβώς
αν είναι είσοδος ή έξοδος, για πού επίσης.

Στάσου, να γίνεις Οδοδείκτης, Τοπόσημο να γίνεις, Δρόμος,
τόσες πατημασιές έτσι κι αλλιώς στην πλάτη σου.

Έτσι που

ή θα βρεις το δρόμο,

ή που θα γίνεις εσύ ο δρόμος.

*

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΦΑΛΤΟΣ


Αν ήταν, θα χανόταν με στροφές πίσω απ’ τους λόφους.

Αν ήταν θα σήκωνε όλη την κυκλοφορία.

Αν ήταν θα ΄ταν πάρκινγκ.

Αν ήταν θα ένωνε το σπίτι μου με το δικό σου.

Αν ήταν θα γέμιζε αντικατοπτρισμούς,
νερά που δεν υπάρχουν κάτω απ΄ το μπλε που αχνίζει,
πέμπτο σύννεφο πιο κάτω
στάση Παναγιά.

Αν ήταν άσφαλτος δε θα ‘τανε κανείς
αν όχι άνθρωπος. Το απλό είναι περίπλοκο.

Η άσφαλτος δε χάνεται ποτέ. Σφάλλειν είναι
ένας δρόμος με στροφές
κι ως προς τον εαυτό τους,
πρέπει να ‘χεις ψηλό διαφορικό

μπορεί πάλι
και να χαθείς στο δρόμο, πρέπει να ‘χεις ψηλό ηθικό.

Για να μπορείς να δεις τι βρίσκεις όταν χάνεις.

Δε μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι.

Όμως μπορείς να πέσεις καταρράχτης και να
ξεκινήσεις ένα νέο ποτάμι.

Κανείς δεν είναι άσφαλτος

ευτυχώς

είμαστε όλοι μονοπάτια.

*Από τη συλλογή «Επισκευή ουρανών», εκδ. Ορίζοντας Γεγονότων.