Γ.Δ. Σέρμυντ, Τρία ποιήματα

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Αναρωτιέμαι ως πότε
θα κρύβεσαι
πίσω από πλανήτες
μέσα σε γαλαξίες
και νεφελώματα.

Φανερώσου πια
είτε σ’ αυτό το αχανές σκοτάδι
είτε στην πόρτα μου

*

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Θες να φτιάξουμε έναν κόσμο
του οποίου οι φυσικοί νόμοι θα βασίζονται
σε ένα και μόνο θεμελιώδες αξίωμα:

αυτό της νυχτερινής κεντρομόλου
που δένει κόμπους στον λαιμό μου
καθώς φωτίζει τα μάτια σου;

*

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ό,τι είμαι
διαρκεί
μόνο μια στιγμή.

Έτσι
χωράω
κάθε πρωί
στο άνοιγμα
των βλεφάρων σου.

*Από τη συλλογή “υγροί μετεωρίτες”, εκδ. Πρότζεκτ ερσίλια, 2021.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Τρία ποιήματα

ΜΕ ΤΟΝ ΣΦΥΓΜΟ ΓΙΑ ΜΕΤΡΟΝΟΜΟ

Όλα τα θαυμαστικά
στον κάλαθο
– πού να τα στερεώσω;
αφού παντού έψαξα
πουθενά δεν βρήκα τον μπελά μου
ή μια έστω ανατριχίλα
να ανοίγει όλες τις πόρτες
και ιδίως αυτή του υπογείου
– του εξ αγχιστείας συγγενή της αβύσσου-
αφού, λοιπόν,
ανάμεσα
από τις δύο άκρες της σύγκρουσης
κανένας δαίμονας δεν κατοικεί
μιλάω σε άπταιστα ουράνια τόξα

δηλαδή μαδάω τη μοίρα
ξέρεις:
μ’ αγαπάω – δεν μ’ αγαπάω

να φανεί η φλέβα
μπας και

*

ΑΡΝΗΣΗ

Το σκοτάδι έμοιαζε με εξαγωγή φρονιμίτη

Ένα φαντασιοπλάνο είχε ξεμείνει από καύσιμα

Όλοι κατεβαίνουν

εκτός από μια παιδική ανάμνηση
που κρατιέται
με τα δόντια

Κρύβει στο μπουφάν της έναν πάνθηρα με φτερά

*

ΠΑΡΟΝ

Τα νεκραστέρια δεν με βλέπουν
όταν στο θρίλερ της νύχτας
κατοικημένος από πανικόληκτα ρήματα

τα νεκραστέρια δεν με βλέπουν
η σκληρή σκιά
φτιάχνει
με τα δευτερόλεπτα βελάκια
πετυχαίνει
εμένα

και τα νεκραστέρια

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. Στίξις, 2022.

Νίκος Σφαμένος, Τρία ποιήματα

ΜΥΣΤΗΡΙΟΣ

βάδιζε αργά στη κάμαρα του
εκείνη τη μέρα
ουρλιάζοντας από
μέσα
του

«ο βλαμμένος , πάλι θα γράφει
εκείνα τα ποιήματα!»
σκέφτηκε η νοικοκυρά

την επόμενη
τον βρήκανε
νεκρό
ελάχιστοι
κλάψανε

ακολούθησε
η δόξα
τα σίριαλ
και
αναρίθμητοι
θαυμαστές
στο
facebook

*

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

μήνες είναι τώρα που προσπαθούσα
να γράψω ένα ποίημα

μα να
οι μέρες μοιάζουν
περισσότερο νεκρές
από ποτέ
το θαύμα είναι όταν
τραβιέται
η κουρτίνα
ο δρόμος
μα να
τα πρόσωπα των ανθρώπων
μοιάζουν
περισσότερο σκοτεινά
από ποτέ
τα βαγόνια έρχονται και φεύγουν
άδεια
απομείναμε να σκαλίζουμε αναμνήσεις
από θολά μονοπάτια
εμείς
που δε περιμέναμε ποτέ
τόσο πάγο
γέρνουμε σε ετοιμόρροπους τοίχους
βαδίζουμε σε σάπιες γέφυρες
διαβάζουμε λευκές σελίδες
ο κύριος τρόμος
τα πεσμένα φύλλα στη πόρτα μας
μία αυγή του Νοέμβρη
οι ζωές να χάνονται σε μία βάρκα
στη καρδιά του χειμώνα

και
μήνες είναι τώρα που προσπαθούσα…

*

ΕΣΥ

να
δώσεις
λίγο
αίμα
φωνή
και
μια
μικρή
ηλιαχτίδα

αρκετά
με
τη
βαρετή
ποίηση
και
ακόμα
χειρότερα
με
τους
βαρετούς
Ποιητές

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”.

Κωνσταντίνος Βορβής, Η παρτίδα

Tο επόμενο χαρτί σε αυτή την παρτίδα
όπου τα χρήματα είναι εξ αρχής χαμένα
και η αγωνία της αναμονής μας καταναλώνει
ακολούθησέ με να πεθάνουμε λίγο-λίγο
ανάμεσα στο ουίσκι και τα στοιχήματα
τσόχα και δερμάτινες πολυθρόνες
δώσε τα δαχτυλίδια σου και τα φορέματα
ο αντίπαλός μας σε αυτό το παιχνίδι
που οι κανόνες διαρκώς μας ξεγελούν
πάντα νικά κι ας προσποιείται γκίνια
φθειρόμαστε και η γκανιότα αυξάνει.
Θα μείνουμε στο τέλος οι τρεις μας
θα καπνίζεις και θα κοιτώ την τράπουλα
απέναντί μας καθισμένος εκείνος
θα αναζητούμε κάποιο σημάδι
που ίσως προδώσει τα φύλλα του
κι ο χρόνος θα περνά
ο καπνός θα γεμίζει το δωμάτιο
και θα πεθαίνουμε, λίγο-λίγο.

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Ο Νικόλας (μια αληθινή ιστορία)

Το μουντό Φθινοπωριάτικο απόγευμα που ο καυτερός ήλιος αποχαιρετούσε με τις χλιαρές αχτίνες του τη μεγαλούπολη Μελβούρνη, ο Νικόλας ανέβαινε με κόπο, ένα-ένα τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας που έμενε, για να μπει στο φτωχό διαμέρισμα, που του είχε -λόγω αναπηρίας- παραχωρήσει η κρατική υπηρεσία οικισμού, να ξαπλώσει στον καναπέ του, να ξεκουραστεί. Ο Νικόλας, κουραζότανε εύκολα, έστω κι από μια βόλτα στα μαγαζιά της γειτονιάς του.

Ήταν περί τα είκοσι ταλαίπωρα άτομα, που μοιράζονταν τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας αυτής. Ο Νικόλας έμενε στον δεύτερο όροφο και ήταν κοπιαστικό το ανέβασμα. Κουβαλούσε πολύ βάρος πάνω του, που τον δυσκόλευε στην αλλαγή των βημάτων του και στις κινήσεις του.
Ήταν κοντά πάνω από ένα και ενενήντα, φαρδύς και πλατύς, με αδύναμα πόδια λόγω κάποιας δυσμορφίας από ατύχημα, που με κόπο κρατιόταν όρθιος για πολλή ώρα. Σχεδόν σε κάθε σκαλοπάτι κοντοστεκόταν και έπαιρνε βαθιές ανάσες ακουμπώντας στους τοίχους.

Εκείνο το απόγευμα, ανεβαίνοντας, κοίταζε δεξιά κι αριστερά, πάνω-κάτω, μπροστά- πίσω, με αργές κινήσεις, σαν να ´βλεπε για πρώτη και τελευταία φορά όλα τα πράγματα: ανθρώπους που φλυαρούσαν στο δρόμο, τα δέντρα που ´ριχναν τους ίσκιους τους στη γη, τα πουλιά που φτερούγιζαν, τ’ αυτοκίνητα στο δρόμο και όλα λες και τα αποχαιρετούσε. Σαν να ´λεγε αντίο στην αδιάφορη γειτονιά, που τα τελευταία είκοσι χρόνια τον ήξερε και συχνά τον συναντούσε.

Έβγαινε αραιά και που, από το διαμερισμά του, για προμήθειες και για άλλες αναγκαίες υποχρεώσεις του, κι όταν τελείωνε, γρήγορα-γρήγορα επέστρεφε στο σπίτι του, στην πολύχρονη μοναξιά του, να ξαπλώσει, να ξεκουραστεί.

Μια λερωμένη κι άστατη κουζινίτσα, ένα ξεφτισμένο σαλονάκι κι ένα σκουρόχρωμο δωματιάκι, ήταν το μίζερο κονάκι του. Δυο παλιές τηλεοράσεις, η μια πάνω στην άλλη, που δυσλειτουργούσαν με βαρείς άχαρους ήχους, ένα παλιό ράδιο, που έφερνε βραχνιασμένο το ελληνικά τραγούδια, ένας βουλιαγμένος καναπές και μια βρώμικη πολυθρόνα, ήταν τα έπιπλά του.

Τα δυο μεγάλα παράθυρα του καθιστικού του, ήταν πάντα με τα στόρια κατεβασμένα και λίγο φως έμπαινε μέσα. Οι τοίχοι, απ´ άκρη σ´άκρη ήταν καλυμμένοι με εικόνες βλοσυρών Αγίων και διάφορες αφίσες παλαιοημερολογίτικου θρησκευτικού περιεχομένου, που όλα μαζί σάλευαν απελπισμένα στις αμυδρές κιτρινιάρικες φλογίτσες του σκουριασμένου καντηλιού, που πάντα έκαιγε σε μια αραχνιασμένη γωνίτσα του σαλονιού.

Εκεί ήταν το ασκηταρειό, όπου ο Νικόλας, αποξενωμένος και διωγμένος από τη γυναίκα του και την πολυμελή οικογένεια των τεσσάρων παιδιών του, περνούσε τον καιρό του, με συντροφιά τη μοναξιά, τα τελευταία είκοσι χρόνια του. Δεν είχε φίλους και ούτε έκανε παρέα με κανέναν. Ήθελε να ζει μόνος.

Πριν καλά-καλά κλείσει τα 17 χρόνια, στο τέλος του 1964, άβγαλτος, άπειρος, έπαιρνε το δρόμο τον αγύριστο της ξενιτιάς. Ήτανε λεβεντόπαιδο ο Νικόλας. Πρώτο ανάστημα, μεγάλα κι όμορφα καστανά μάτια, κυματιστά μαλλιά και μελαχρινή επιδερμίδα. Χαρούμενο, γελαστό, αγνό παλικάρι της ελληνικής υπαίθρου, γόνος μιας αυταρχικής οικογένειας και παιδί μιας κλειστής κοινωνίας. Δοκίμαζε την τύχη του στη Μελβούρνη κάπου εκεί στο Richmond.

Παντρεύτηκε γρήγορα-γρήγορα, απέκτησε τέσσερα παιδιά αλλά λόγω ατυχήματος δεν μπορούσε να δουλέψει όπως θα ήθελε για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της πολυέξοδης οικογένειάς του. Γι’ αυτό και είχε παραιτηθεί και είχε αφήσει την τύχη του, στα χέρια της κρατικής φροντίδας…

Δεν ήταν και πολύ μεγάλος ο Νικόλας. Μόνο 56 χρονών ήταν, αλλά ήταν πολύ άρρωστος. Χοληστερίνη, σάκχαρο, μεγάλη πίεση, αρθριτικά και άλλες αρρώστιες, τον βασάνιζαν και τον είχαν καταβάλει. Δεν πολυνοιαζόταν για την υγεία του και άφηνε, όπως συνήθως έλεγε, τον εαυτό του και την τύχη του στα χέρια του Θεού.
Πριν μερικές εβδομάδες, τον είχα επισκεφτεί να του κάνω συντροφιά και να μιλήσουμε για θέματά του λόγω της δουλειάς μου. Του είχα αγοράσει και γνήσιο λιβάνι από ελληνικό μαγαζί. Είχε καταντήσει να είναι πολύ θρήσκος ο Νικόλας. Είχαν εισχωρήσει παλαιοημερολογίτες και τον είχαν κατακτήσει.

Σε συζητήσεις μας, πάντα μου μιλούσε με ζέση για τη ματαιότητα της ζωής, για τον παράδεισο των ουρανών, την αιώνια ζωή και την επικείμενη Δευτέρα παρουσία, που δεν την έβλεπε και πολύ μακριά…

Εκείνο το βράδυ, ο Νικόλας, είχε την αίσθηση ότι κάποιος ανεπιθύμητος παρείσακτος θα ερχόταν στο διαμέρισμά του, κάποιος θα τον επισκεπτόταν τη νύχτα. Κάτι σημαντικό θα του συνέβαινε, κάτι που δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Φοβήθηκε και προσπάθησε ν ´αμυνθεί με ό,τι του ήταν μπορετό. Διπλοκλείδωσε την πόρτα του, έβαλε πίσω της και την αυτοσχέδια μπάρα που ο ίδιος είχε φτιάξει.

Κοίταξε πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά, έψαξε κάτω από το κρεβάτι του και σ´ όλα τα απόκρυφα μέρη που μπορούσαν να κρύψουν κάποιον. Εκτός από μερικές θρασόμυγες στο λεκιασμένο ταβάνι, δεν υπήρχε μέσα τίποτα άλλο, καμία ζωντανή ψυχή. Έφτιαξε μια μεγάλη κούπα, νες καφέ και κατάκοπος σωριάστηκε στον φθαρμένο καναπέ του…

Έκλεισε τα κουρασμένα μάτια του και αμέσως παρουσιάστηκε σαν άγγελος φτερωτός μπροστά του, η πονεμένη μάνα του. Άπλωσε το ανάλαφρο χέρι της, του σκούπισε με το τσεμπέρι της τον ιδρώτα και του χαϊδεψε το μουσκεμένο μέτωπό του. Να και το φτωχόσπιτο του πατέρα του και πιο πέρα στον βαθύ ίσκιο της μεγάλης μουριάς τ´αδερφάκια του, να ρίχνουν χορτάρι και να ποτίζουν με τον κουβά, τις δυο τρεις γυδούλες και εκείνον τον τσινιάρη γάιδαρό τους. Να και η Δευτέρα Παρουσία πάνω απ´το κεφάλι του κι ο δίκαιος θεός με τον Υιόν του και τους αγγέλους τους, με τη ζυγαριά του, να ζυγίζει αμερόληπτος τα κρύματα των ψυχών, να τις χωρίζει δεξιά και αριστερά, άλλες να ανταμείβει και άλλες παραδειγματικά να τιμωρεί, στέλνοντάς τες στην κόλαση.

Άξαφνα, πάνω, αριστερά στον ώμο, αισθάνθηκε ένα θόρυβο, σαν κλέφτες να προσπαθούν να παραβιάσουν την πόρτα του. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να συνέλθει από την ταραχή και δέχτηκε μια γερή γροθιά στο στήθος του και, προτού προλάβει να πάρει ανάσα, δέχτηκε κι άλλες δυο πιο δυνατές.

Είπε να φωνάξει τη μάνα του: «Μάναααα, έλα με σκοτώνουνε! Γλύτωσέ με… έλα…», μα φωνή δεν έβγαινε από το ξερό λαρύγγι του. Έκανε να απλώσει το χέρι του, να πιάσει τα χέρια της που ήταν απλωμένα και τον γύρευαν, μα το χέρι του είχε παραλύσει και δεν κουνιόταν…

Ένα άλλο χτύπημα, πιο δυνατό αυτή τη φορά απ´ τα προηγούμενα, στο πάνω κορμί του αριστερά, τον αναδίπλωσε και τον πέταξε στα μπρούμυτα κάτω στο πάτωμα. Από δίπλα, στο καντηλάκι είχε σωθεί το λαδάκι του και η κίτρινη φλογίτσα τρεμόσβηνε, μέχρι που έπαιξε κανά-δυο φορές ανόρεξα. αποχαιρετώντας τα βλοσυρά πρόσωπα των Αγίων κι απότομα έσβησε μες στης νύχτας το σκοτάδι…

Προχώρησε, χωρίς να νοιάζεται η νύχτα. Οι τηλεοράσεις η μια πάνω στην άλλη, έσκουζαν βραχνιασμένες και το ράδιο έπαιζε παλιούς σκοπούς του Βαμβακάρη. Ήρθε εννιά η ώρα το πρωί και η γλυκιά φωνή της Ρένας Φραγκιουδάκη, (παραγωγός και εκφωνήτρια του 3XY Ράδιο Ελλάς), έβαλε το τραγούδι με το Νίκο Παπάζογλου «Εδώ κανείς δεν τραγουδά».

Οι συγκάτοικοι ξέγνοιαστοι ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες, οι γείτονες περνούσαν αδιάφοροι. Γέλια, φωνούλες παιδιών που πήγαιναν σχολείο, θόρυβοι και φρεναρίσματα αυτοκινήτων που έτρεχαν κάτω στο δρόμο, μα του Νικόλα, δεν του καίγονταν καρφί, κάτω στο λερωμένο πάτωμα…

Πέρασε μια μέρα, ήρθε και η άλλη κι η παρ´ άλλη, μέχρι που έγιναν έντεκα τον αριθμό. Γέμισε το σπίτι από την αποφορά της σήψης, ξεχείλισε, μέχρι που δεν τη χωρούσε άλλο κι από τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθυριών, έβγαινε με ζόρι έξω, να λευτερωθεί απ´ την κλεισούρα του σπιτιού…

Οι γείτονες πανικόβλητοι, ειδοποίησαν την αστυνομία, που με τη σειρά της ειδοποίησε την πυροσβεστική και όλοι μαζί, βρέθηκαν μπροστά σε μακάβριο θέαμα. Από σημειώματα και διευθύνσεις, βρήκαν και ειδοποίησαν την πρώην γυναίκα του, που πήγε για αναγνώριση του πρώην άντρα της, που αδίκως και σκαιώς είχε διώξει από το σπίτι τους.…

Για είκοσι ολόκληρα χρόνια, πολύ σπάνια δεχόταν επισκέψεις ο Νικόλας. Μόνον από μια κόρη του κι αυτή στη χάση και στη φέξη. Ο γιος του και τα αλλά κορίτσια του, ποτέ δεν τον είχαν επισκεφθεί και ούτε ήθελαν να ξέρουν για την ύπαρξή του. Ίσως να ´φταιγε ο ίδιος ο Νικόλας, για την απομάκρυνσή του γιου του και των άλλων παιδιών του, που φαίνεται να ζητούσαν από τον πατέρα τους, όλα όσα είναι υποχρεωμένος ο κάθε πατέρας να προσφέρει στα παιδιά του. Ο Νικόλας όμως λόγω αναπηρίας, δεν μπορούσε, γι’ αυτό στερήθηκε την αγάπη τους, αφού αναγκάστηκε να μένει μακριά τους…

Οι αρχές είπαν, ότι θα ταφεί σε κοινό τάφο, με τρεις-τέσσερις άλλους αζήτητους, λόγω έλλειψης χρημάτων.
Ω του θαύματος όμως.… Η αστυνομία, είχε βρει $7.865 μετρητά στο πορτοφόλι του Νικόλα. Ο Νικόλας, είχε προνοήσει για τα στερνά του. Σε σημείωμά του που βρήκαν μαζί με τα χρήματα έγραφε:
« … να δοθούν από χίλια δολάρια στο κάθε παιδί μου.»

Ήτανε αρχές Μαγιού του 2007, που ´ρχονταν τα χελιδόνια στην πατρίδα, που οι κάμποι πρασίνιζαν, που χαρούμενα τα πουλιά κελαηδούσαν και ερωτευόνταν στα δέντρα. Τότε,η κουρασμένη απ´ τα χρόνια ογδονταπεντάχρονη μάνα του Νικόλα, δέχτηκε την είδηση, για το φευγιό του μικρού της γιου…!

Gregory Corso, Είμαι 25

Με μια αγάπη που φτάνει τα όρια της τρέλας για τον Σέλλεϋ,
τον Τσάτερτον, τον Ρεμπώ
και το φτωχό αλύχτισμα των νιάτων μου
πηγαίνει από αυτί σε αυτί:
ΜΙΣΩ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ ΠΟΙΗΤΑΝΘΡΩΠΟΥΣ!
Κυρίως τους γέρους ποιητάνθρωπους που αποσύρονται
που συμβουλεύoυν άλλους γέρους ποιητάνθρωπους
που μιλούν ψιθυριστά για τη νεότητά τους,
λέγοντας: – αυτά έκανα τότε
αλλά αυτά ήταν τότε
ήταν τότε –
Θα έκανα τους γέρους να σωπάσουν
λέγοντάς τους: – είμαι φίλος σας
αυτό που ήσασταν κάποτε, θα γίνετε ξανά
μέσα από μένα –
Έπειτα το βράδυ στην ασφάλεια των σπιτιών τους
θα ‘βριζα τις απολογητικές φωνές τους
και θα ‘κλεβα τα ποιήματά τους.

*Μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποιητικά”, τεύχος 24.

**Φώτο: Ian Gilmour, Waiting

Γρηγόρης Σακαλής, Βάρδια

Στα νυχτερινά δρομολόγια
της ζωής
σε δρόμους στενούς ή φαρδείς
οι άνθρωποι αγωνίζονται
βασανίζονται, τρέχουν
να βρουν εκείνο που ζητούν
το μεροκάματο
την επιβίωση
κι άλλοι τον έρωτα
της παράνομης σχέσης
γιατί ο νόμιμος έχει πεθάνει.
Μέσα στα έντονα μεγάλα φώτα
των λεωφόρων
αυτοκίνητα και άνθρωποι
σχηματίζουν ποτάμια
είναι όλοι καλοντυμένοι
γιατί σκοπεύουν να πουλήσουν
ένα ψεύτικο αφήγημα
στους άλλους
για να κερδίσουν κάτι
και θέλουν να είναι
ευπαρουσίαστοι
για να το πασάρουν
ευκολώτερα.

*Φώτο: Gregory Colbert

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
μια ωχρή γραφή
που μαζεύει χάπια
στην πλατεία Ομονοίας

μια στροφή περιστροφή
γύρω από τον εαυτό της
λέξεις παράταιρες
που χώνεψαν τις λύπες
σαν εκείνους που τις κρατούν
στις κοιλιές τους
καθώς περιμένουν
το τρένο
στον σταθμό Λαρίσης

ένα κάντο ξοφλημένο
που έδεσε
στις συμπληγάδες
το καράβι του
κι ύστερα παράτονο
χάθηκε σαν τα άτυχα πτίλα
του κορόιδου

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
κι απόψε χορεύει στον τάφο της
-δεδικαίωται-
μια κατάληξη απλή
που τσαλακώνει την κριτική σου
ή καλύτερα
την κατουράει
με την καύλα της
κάθε που ανασταίνεται

Henri Michaux, Η λίμνη

Όσο κι αν πλησιάσουνε τη λίμνη, οι άνθρωποι
δεν γίνονται γι’ αυτό βατράχια ή λαβράκια.
Χτίζουν τις βίλες τους τριγύρω της, μπαίνουν
συνέχεια στο νερό, γίνονται γυμνιστές… Αδιάφορο.
Προδοτικό και άπνευστο για τους ανθρώπους το
νερό, πιστό και θρεπτικό για τα ψάρια, συνεχίζει ν’
αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ανθρώπους και
τα ψάρια ως ψάρια. Και μέχρι τώρα, κανείς
φυσιολάτρης δεν μπορεί να καυχηθεί ότι
αντιμετωπίστηκε αλλιώς.

*Από τη συλλογή “Με το αγκίστρι στην καρδιά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Γιώργος Κοζίας, Η υπνοφόρος

«Κοιμήσου» της ψιθύρισε. «Θα σε χαϊδεύω
με τα φτερά μου». Κλείνει τα μάτια.
Έμεινε ακίνητη. Πλαγιασμένη. Αισθάνεται
τα χάδια να ατονούν. Το απαλό
άγγιγμα φύσημα πνοής.

Ανεβαίνει την ιλιγγιώδη
περιστρεφόμενη σκάλα του ύπνου
για να βρεθεί μες στο κουφάρι του αγγέλου.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδ. Στιγμή, 2007.

**Στη φωτογραφία σχέδιο της Εύης Τσακνιά.