Χρήστος Λάσκαρης, Καταστολή εξέγερσης

Μας φέρνανε κεφάλια σε ντουρβάδες,
και τα καταγράφαμε:
τα πιο πολλά
στάζαν ακόμα αίμα

με τα όνειρα
μες στα θολά μάτια τους
νωπά

τα χείλη μισάνοιχτα
σα διψασμένα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/02/20/katastoli-exegersis/

**Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από πίνακα του Marc Shagale.

Τάσος Κόρφης, Το δέντρο

Πίσω από το παράθυρο, το ίδιο πάντα δέντρο.
Κάποτε ξεμπλέκαμε τους χαρταετούς μας
από τους κλώνους του.
Αργότερα χαράζαμε στον κορμό του
το αλφαβητάριο των ενθουσιασμών.
Τώρα ξεκουραζόμαστε στη ρίζα του.

Λουκάς Κούσουλας, Οικονομία

Παράξενη συναλλαγή… Κάθε φορά
που νοικοκυρεύομαι και παντέχω
να χαρώ την ησυχία μου,
ρημάζω το βιό μου και ξεπέφτω
στην έσχατη διάλυση.

Μα σα βγάζω στο σφυρί το υστέρημά μου
και δε φοβάμαι να απομείνω γυμνός,
κερδίζω μιαν ειρήνη γιομάτη
πλούτη, νιάτα και δροσιά.

Το πιο σίγουρο κέρδος είναι η προσφορά.

*Φώτο: Roberto Garcia de Mesa, Outside

Τόλης Καζαντζής, Το σπίτι μας

Ι
Κάποτε εδώ ήταν το σπίτι μας,
ξύλινη σκάλα, κήπος μπροστά,
γάτα και καναρίνι.
Στους τοίχους σημάδια
που έδειχναν την πρόοδό μας στο ανάστημα:
το δικό μου, του αδερφού που έφυγε
και πιο σβησμένο του πατέρα,

Βγάλαμε φωτογραφία το παλιό μας σπίτι,
ξύλινη σκάλα, κήπος μπροστά,
γάτα και καναρίνι.

IV


Τώρα πια κάποιος άλλος θα κοιμάται
ανάμεσα στους τοίχους του.
Άλλες φωνές θα το γεμίζουν
ξένες, αταίριαστες επάνω του.
Όμως στους τοίχους θα μένει το σημάδι
της πιο αγαπημένης μου φωτογραφίας
και το παράθυρο θα βλέπει πάντα
τα πιο ωραία μάτια πόχω δει.

*Δημοσιεύτηκε στο «Κόσκινο», Αρ, 1. Απρίλιος – Ιούνιος 1968. Θεσσαλονίκη . Εκεί δημοσιεύτηκε μια μικρή ανθολογία από ποιητικά κείμενα και μεταφράσεις της πρώτης περιόδου του περιοδικού Διαγώνιος» (1958-1962). Υπεύθυνος περιοδικού ήταν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

**Φωτογραφία: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου.

Μανώλης Αλιγιζάκης, Καταστροφή / Destruction

Με αφοσίωση και απερίγραπτο θαυμασμό τον ακολουθήσαμε,
ολοκάθαρο μονοπάτι προς αυτοπραγμάτωση που θύμιζε πως όλα
τα όμοια πνεύματα σκέπτονται ομοίως.
Η καταιγίδα στην άκρη του ορίζοντα ούρλιαξε για το θάνατο
του κόσμου, είτε από επιδημία είτε από παιδιάστικους πολέμους
ο αιώνιος προδότης και οι συκοφάντες κρύβονταν πίσω
απ’ τη μάντρα του σχολιού μας.

Ψευδοπροφήτες, κάτασπρες βουνοκορφές, ψευτομάρτυρες
κι ανυπότακτοι γραφιάδες στριφογύριζαν την αλήθεια
και τη κάνανε ψέμα και το ψέμα στο σερβίρισαν χρυσή συμπόνια
σε τσέπες και τσάντες γιομάτες ψώνια κι εκείνος πάντα κοίταζε
μακρυά κι εμείς ονόματα του δώσαμε περίτρανα και ευπρεπή.
~Μου αρέσουν αυτοί που σκέφτονται ελεύθερα κι έχουν
ελεύθερη καρδιά γιατί έτσι ο νους τους είναι το κέντρο
της καρδιάς τους και η καρδιά τους παρασύρει
στην καταστροφή.

Destruction

With devotion and sublime adoration we followed Him,
clear path for our self-actualization, reminding us that
alike minds think alike.
Βy the edge of the horizon the tempest howled the end
of the world from an epidemic or a childish war of
sycophants, the perennial traitor hid behind the fence
of the school.

Pseudo-prophets, white mountaintops, pseudo-martyrs,
rebellious scribes who spin the truth and called it a li, who
take the lie and served it: golden compassion in pockets
and in grocery bags. He always looked afar and we called him
with names glorious and most appropriate.
I like the free spirited with free hearts because their
mind is the centre of their heart and their heart sweeps
them to their destruction.

*Από τη συλλογή “Ubermansch”.
**Αναδημοσίευση από εδώ https://authormanolis.wordpress.com/2023/02/18/ubermensch-poetry-by-manolis-aligizakis-17/

Δημήτρης Δούκαρης, Η μεγάλη λύπη

Περιφέρω τη μεγάλη λύπη μου
από πόρτα σε πόρτα,
από γειτονιά σε γειτονιά,
ως τις άκριες του άλλου κόσμου,
ως το Ακρωτήριον της Καλής Ελπίδας,
που δεν έχει πια ελπίδα•
μονάχα τη μεγάλη λύπη μου
που περιφέρω από πόρτα σε πόρτα,
και καμιά πόρτα δε λέει:
«ανοίγω για ν’ αφήσεις τη μεγάλη λύπη σου»,
αλλά κάθε πόρτα μου λέει:
«έχω τη δική μου μεγάλη λύπη».
Για όσα δεν έλαβαν ποτέ σάρκα και οστά
και πέρασαν σαν μαγικές αυταπάτες,
πλάσματα φανταστικά•
για τα πρώτα εκείνα σχέδια
που έμειναν μες στα χαρτιά
και κάηκαν με τα χαρτιά –
περιφέρω τη μεγάλη λύπη μου
και δεν έχω δική μου πόρτα,
κι είμαι έξω από κάθε γειτονιά,
ως το Ακρωτήριον χωρίς καμιάν Ελπίδα.

*Από τη συλλογή «Το άλλο άγαλμα»,Αθήνα 1976.

Κώστας Ριτσώνης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΜΟΥΓΓΑ ΠΟΥΛΙΑ

Μακριά απ΄τις πόλεις
μακριά κι απ’ τα χωριά
-μες στα βουνά-
μακριά απ’ τους δίσκους
κι απ’ τα τραγούδια

μόνοι μες στα δάση
ζούμε σαν τα μουγγά πουλιά
κι ακούμε κάτω απ’ τα δέντρα
την βροχή που στάζει

Μακάρι να βρέξει στις φωλιές
να ξυπνήσει τα όρνια των δέντρων
Μακάρι ν’ αρχίσουν να λαλούν βρεγμένα
έστω και με παράπονο
ξανά να τραγουδούν

*
απ’ τις μικρές σπίθες
πιάνουν μεγάλες πυρκαγιές

Κι εσύ πώς καταφέρνεις
να γράφεις όταν καίγεσαι
ποιήματα μικρά σαν αναπτήρες;

*
Αγαπούσα το χωράφι
με τα μαύρα χόρτα

Αλλά χρειάστηκε να το κουρέψεις
για μια εγχείριση
σκωληκοειδίτιδος.

Και τώρα μοιάζει παρτέρι
με σκούρο γκαζόν

Το κοιτώ με υπομονή
που σιγά σιγά ψηλώνει

*Από τη συλλογή “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Διαγωνίου αριθμός 41, Θεσσαλονίκη 1982.

Δημήτρης Λεοντζάκος, Τρία ποιήματα

ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μια ανείπωτη οδύνη –
αρχή κάθε ανέκδοου.

Σπαραχτικά γέλια ηχούν –
όμβρια άρα θα φρενάρει θεότητα.

Πίστη ονομάζουν τα ενδύματα
του ορατού.

Τα σανδάλια του όμως
ιστία ύπνου.

*

ΠΡΟΦΕΡΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ

Ποίηση δεν είναι
η λύπη της λύπης.

Δεν είναι η λύση
της λύπης.

Είναι
αυτό που λείπει
στην λύπη.

Είναι
η έλλειψη.

*

ΑΝΑΤΟΛΗ

Την επόμενη φωτιά
που θα υφαρπάξει
τα γραπτά μας

Όπως
και την δυσφορία που αξίζει
τελικά
στην δημοσίευση της γραπτής ποίησης

Ας την πω σήμερα
Ας την ονομάσω

Ισαάκ Νεύτων

*Από τη συλλογή “Περπατώντας – Μερικά ποιήματα για το τίποτα”, εκδ. Υποκείμενο, Οκτώβριος 2020.

**Φωτογραφία: ένα έτσι

Αγνή Β. Μπαγκέρη, Δύο ποιήματα

ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Σκύβω πάνω απ’ το χαρτί
τόσο έχω κυρτώσει
σε μια ύστατη προσπάθεια
να ξεφύγω των σκιών που μπαίνουν απ’ το παράθυρο
– απρόσκλητες
ανάγωγα στέκονται κοντά μου
κι ενίοτε μέσα μου.
Ναι! Μέσα μου
τέτοιο σκοτάδι
δεν τ’ αλλάζουν.
Τις άκουσα κάποτε να μιλούν
για μαύρες άνευρες αρτηρίες
για γυαλόχαρτα πνευμόνια
για ψυχή δε μίλησαν ποτέ.

Ας ήταν, λέω, στίχοι
να μαυρίσουν τούτο ’δώ τ’ ολόλευκο χαρτί
που σαν αιώνια τιμωρία
με κατασπαράζει μέρα τη μέρα
σιγοτραγουδώντας
σε μεταμεσονύχτιες επισκέψεις
τη στειρότητά μου.

*

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα φυγή
1

Μην έχοντας άλλο δρόμο
έξω από ’σένα
μη βρίσκοντας κλειδί πέρα απ’ της πόρτας σου.
Εκάλεσα «φυγή»
την ασήμαντη μετακίνηση
από το μπάνιο στην κουζίνα
κι απ’ την κάμαρη στο χολ.
Εκάλεσα «φυγή»
την επιβράβευση του χυδαίου εγώ
δυο γελοίους βηματισμούς
και μια σιωπή καταδίκη.
«Φυγή δεσποτική» ονόμασα
τον πιο ασάλευτο εαυτό μου.

  1. Κική Δημουλά, «Κυριακή Απόγευμα», Ποιήματα, Αθήνα: Εκδόσεις Ίκαρος, 2005.

*Από τη συλλογή “Το άγιγμα της Λίλιθ”, εκδ. ΑΩ, Μάρτιος 2022

Χρήστος Τουμανίδης, Aνεπίδοτο γράμμα σε φίλο

Στον Κώστα Κουκούλη (1955-2021)

Ι
Κίτρινες μέρες. Φύλλα
στην έρημη άσφαλτο που τα ‘φεραν οι βοριάδες.
Ώρα οχτώ στην οδό Αχαρνών
και τις γύρω πλατείες.
Μπαίνει Φθινόπωρο.
Επίμονα χτυπήματα στην πόρτα.
Ποιος να’ ναι τέτοιαν εποχή;
Οι φίλοι μου λείπουν στα ξένα και
οι αγάπες μου σκόρπισαν νωρίς.
Χρόνια τώρα μονάχος, ακούω
το βράδυ που έρχεται συνέχεια
από το παρελθόν.
Ν’ ανοίξω;
Κι αν δεν είναι κανείς;
(Συχνά στη ζωή μας πολλά έρχονται λάθος
επειδή πολύ τα ζητήσαμε.)
Να μην ανοίξω;
Στα δάχτυλα μου τρέμει το τσιγάρο
και η παλιά φωτογραφία.
Μόλις που ξεχωρίζουμε,
εσύ με τους χάρτες κι εγώ με τα βότσαλα.
Ανάμεσά μας το ηφαίστειο
και οι γλάροι.
Πότε ήταν;
Θυμάμαι μονάχα τα λιμάνια,
το σφύριγμα των πλοίων
κι εκείνα τα φοβερά μαντήλια του αποχωρισμού.
Πάντα η ώρα οχτώ.

ΙΙ

Έφυγες μια Κυριακή βροχερή του Σεπτέμβρη.
Άφησες κάτι κλειδιά σκουριασμένα,
τα ποιήματά σου
και μιαν υπόσχεση• «θα γυρίσω».
Νερά παντού και η Δευτέρα κλειστή.
Πού να πήγαινα;
Έμενα με τις λέξεις σφηνωμένες στον ουρανίσκο.
Ακούγοντας τις σκοτεινές ειδήσεις
ή τη Σονάτα του Σεληνόφωτος.
…………………………………………..
…………………………………………..
…………………………………………..
…………………………………………..
Δε θέλω να θυμάμαι, λέω, κι όμως…
Μέσα σε στάχτες και σκισμένα χειρόγραφα
αναπολώ τις νυχτερινές μας περιπόλους.
Στήνω τους τύμβους των μικρών στιγμών μας.
Μόνος και μόνος.
Τι έφταιξε λοιπόν και σου γράφω
από την άλλη πλευρά της ημέρας;
Πώς γίνεται το ρολόι να δείχνει πάντοτε
την ίδια αμβλεία πραγματικότητα!
Είναι μεσάνυχτα φίλε εδώ.
Και η Σελήνη παίζει το αρχαίο δράμα της στην ταράτσα.

*Από τη συλλογή “Η ώρα του λιμανιού”, 1987.