Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Έχει άβυσσο κι έχει στάχτη
στην άβυσσο.

Ο χειριστής με αόρατη στεφάνη
οδηγεί τον μετρ.

Βλέπει μανιακούς σε μια γυάλινη σέρα.

Τον σκύλο στο σπίτι της χειρομάντισσας.

Εφτά θλίψεις με δορές
και δωρητές.

Πάνω σε μια χλωμή
καρδερίνα.

Και πάσαν
πονηρή επιθυμία
τρυγόνα φλεγόμενη.

*Από τη συλλογή “Ζωολογικός κήπος”, εκδ. Στιγμή, 1989.

*
ΕΞΙΛΕΩΣΗ
(παρωδία)

Η γυναίκα γεννάει ένα αυγό.
Οι μαιευτήρες το τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα.
Παροτρύνουν τη μητέρα να καθίσει πάνω του.
Ερωτεύεται το αυγό.
Του δίνει όνομα. Το ταϊζει. Το στολίζει.
Μένει απαράλλαχτο.
Δεν έχει μέλη για να κινηθεί.
Ούτε φωνή για να κλάψει.
Η γυναίκα απ’ τη στενοχώρια της καίγεται
στον πυρετό. Τέλος αποθνήσκει.
Στην κηδεία το αυγό τρέχει γύρω
από το φέρετρό της. Ευτυχισμένο.
Άδειο!

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδ. Στιγμή 2007.

**Στην εικόνα της ανάρτησης έργο της Vasilisa Romanenko.

Δήμητρα Κατιώνη, από το “Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”

εκχώρησε αλμύρα στη θάλασσα
άσε τους καρπούς να στέκουν στα δέντρα
στάσου κι εσύ
ανίσκιωτο κατασήμερο
να γίνεις τόπος

*

σα δέντρο
στάσου
ισμαήλ
όχι σαν ακίνητο
αλλά σαν θαύμα

*

είναι τόπος η ευτυχία
εκεί ξεχειμωνιάζουν
τα μεγαλύτερα αποδημητικά
τα θερινά σινεμά

*

κουνιστή καρέκλα
μπρος πίσω
η γιαγιά
κουνιστή και καρέκλα
θυμάται και γελά
δύο ζωές
η γιαγιά η γιαγιά
ο χρόνος καμιά
καμιά

*

θεόρατες μορφές
τα νεογέννητα
φαίνονται μικρά
πολύ μικρά επειδή είναι μακριά
κι έρχονται κατά πάνω μας
από το μέλλον

αν αντέστρεφες την αθωότητα
θα γεννούσαν τα παιδιά γονείς

*“Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”, εκδ. Θράκα 2016.

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ

Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον
κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα
στον ουρανό
και να ο μεγαλύτερος
με μια ανοιξιάτικη μαύρη γραβάτα
που χάθηκε μέσα σε σπηλιές θεόστραβες
καθώς κυλούσε παίζοντας
πάνω σε ανεμώνες κόκκινες
γλίστρησε
μεσ’ του θηρίου τ’ άγριου το ματωμένο στόμα
ύστερα ο άλλος μου αδερφός που κάηκε
πουλούσε κίτρινα βεγγαλικά
πουλούσε κι άναβε κίτρινα βεγγαλικά

Όταν ανάβουμε – έλεγε – φωτιά
θα διώξουμε από τους κήπους τα φαντάσματα
θα πάψουν να μολύνουν τους κήπους τα φαντάσματα

Όταν ανάβουμε – έλεγε – κίτρινα βεγγαλικά
μια μέρα θ’ ανάψει ο ουρανός γαλάζιος
κι ύστερα ο τρίτος ο πιο μικρός
που έλεγε πως είναι νυχτερίδα
γι’ αυτό αγαπούσε τα φεγγάρια
και τα φεγγάρια μια νύχτα τον εζώσανε
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έκλεισαν
κόλλησαν γύρω-γύρω και τον έπνιξαν
τον έλιωσαν γύρω-γύρω τα φεγγάρια
Τ’ αδέρφια μου που χάθηκαν εδώ κάτω στον
κόσμο
είναι τ’ αστέρια που τώρα ανάβουν ένα ένα
στον ουρανό

*

Ο ΧΟΡΟΣ

Από τις πόρτες έμπαιναν ευτυχισμένοι στολισμένοι
άλλοι φορούσανε σπαθιά κι άλλοι μαχαίρια
κρατούσαν όνειρα ζεστά στα παγωμένα χέρια
όνειρα που έκαιγε ο πυρετός λουλούδια
πρόβαλαν στους καθρέφτες μενεξέδες
ωραία πρόσωπα με σταγόνες ασήμι
στο μέτωπο και στα μάγουλα
κόκκινα χέρια και τριαντάφυλλα πηχτά
ο έρωτας που έκαιγε ψηλά στις καπνοδόχες
ο έρωτας που έσταζε στου δρόμου το αυλάκι
ο έρωτας που βογγούσε κάτω απ΄ τα πατήματα
των παπουτσιών
ο ένας να κατέβει τρέμοντας ετοιμόρροπες σκάλες
ο άλλος να τις ανέβει τρέχοντας
για να προφτάσουν το αίμα να μην παγώσει
και την καρδιά να μη σκιστεί
ώσπου τα φέρετρα να γίνουν αύριο άσπρες βάρκες
και μέσα να τραγουδάνε ευτυχισμένοι οι νεκροί

*

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Πίσω από τις μαυροφορεμένες γριές
πίσω από την πλάτη τους
το άσπρο κρεβάτι
και πάνω καταμόναχο το μήλο
όπως και πριν από το μήλο
καταμόναχο ήταν το άνθος το λευκό
το σκίσαν με μαχαίρια και ψαλίδια
μ’ αίμα το πότισαν
και τώρα πάνω στο κρεβάτι
κείτεται σάπιο μήλο
γι’ αυτό ο άγγελος στην άκρη κάθεται
του κρεβατιού
πίσω από τις μαυροφορεμένες γριές
πίσω απ’ την πλάτη τους
ανοίγει τ’ άσπρα του φτερά
το χέρι απλώνει προς το μήλο

*Από τη συλλογή “Φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958)

Δήμητρα Γερογιάννη, Δύο ποιήματα

είναι απλώς πόνος
είπε τότε στον εαυτό της
όπως είναι απλώς λεφτά
απλώς θάνατος
απλώς ζελεδάκια φράουλα
απλώς σεξ
είναι απλώς αυτό που είναι
-αν αφαιρέσεις την αγωνία-
ύστερα άρχισε να αναλύει ελλειπτικές
ιστορίες αγάπης
ύστερα ξάπλωσε και είδε βίαια καρτούν
μέχρι να την πάρει ο ύπνος
μέχρι να ξυπνήσει ξανά τα ξημερώματα
να κλάψει για λίγα λεπτά σιωπηλά
-είναι απλώς πόνος-
να σκεφτεί μια ανατροπή
που δε θα πραγματοποιηθεί ποτέ
και ν΄ αποκοιμηθεί ξανά

*

δίπλωνα την καρδιά μου
ξανά και ξανά
κι έφτιαξα ένα
μικρό κατακόκκινο ψάρι
γέμισα την μπανιέρα
μέχρι τη μέση
το πέταξα μέσα
το παρατήρησα
να βουλιάζει
να λιώνει
να κοκκινίζει το νερό

βούτηξα το κεφάλι μου

κι ένιωσα
επιτέλους
πιο
ελαφριά

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρός όνομα”, εκδ. Θράκα 2016.

**Στη φωτογραφία της ανάρτησης Rene Magritte, Checkmate (1926).

Popi Aroniada, Without limits

…in search
for an intellectual clarity
I learned upon
a glass sphere
under the light
of a pale sculpted “aplica”
my sky appeared
my stars thrown
on the ground
I cry
For the stolen beauty
the moment when lava
pores out in the sea
burning the extremites
of my limits
free now
with no limits
I am inclined to orgies
with fathom steps
I run far away
from the crazy “piranhas “
of the living ghosts
I step on the flesh rags
of self –delusion
I stretch my hand
out of the white surfaces
of closed eyelids
until a whole
swarm of bees
is caught
at the finger tips …

*Translation from Greek: Katerina Anghelaki Rook

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

ΕΥΞΕΙΝΩΣ

Η Φύση απλόχερα σου δόθηκε,
κι η μορφή σου, θάλασσα που λικνίζεται,
που παθιασμένα χορεύει,
πραϋνοντας τα μπαχάρια τα εσώτερα που τα μάτια σου γέμουν.
Μείνε εκεί ! Το πένθος να φοβάται,
η θλίψη να σε ερωτεύεται, κυοφορώντας όλβο.

*

ΧΙΜΑΙΡΑ

Όταν γίνεσαι ευχή,
όταν γίνεσαι κραυγή,
μέσ’ τα δάση αντηχείς
νότα σιωπής.

Δάκρυα όταν σε κοιτώ,
φτερά ζητώ.

Όταν γίνεσαι αυγή,
θλίψης ράϊσμα, βροχή,
τότε αγέρες σε κρατούν,
όταν ρωτούν.

Περσέας Ρίζος, Συνάψεις

Λαβύρινθος είναι μια τέλεια ευθεία
Παρατηρήσατε και εσείς τη διχαλωτή γλώσσα αυτού του τραίνου;
Η Αρμονία δεν θέλει καβαλιέρο
Θέλω να πω
Η πραγματικότητα είναι από μόνη της μια επανάσταση
Μείνετε ήσυχος κύριε, σκοπός του ποιητή είναι να κατακτήσει τον κόσμο
Και δεν ευθύνομαι εγώ
Αν μέσα σ’ αυτήν την πρόταση δεν ακούτε το κελάρυσμα της ταπεινοφροσύνης
Τα έγχορδα μιας αθώας θέλησης
Αυτές οι λέξεις, στην αρχή κατέφθασαν ως φίλοι
Αλλά είναι άλογα κουτσά
Μη φοβάσαι δεσποινίς, όσο γρήγορα και αν τρέξουν, ποτέ δεν θα μας φτάσουν
Ακούστε με προσεχτικά
Η Τέχνη είναι μια εγρήγορση, αλλά αυτή η εγρήγορση δεν είναι μία Τέχνη
Θέλω να πω, από πού έρχεσαι;
Κλαίγοντας το φως, γαλάζιο βρέφος, δεν είσαι παρά μόνο ένας άνθρωπος
Ένας απεσταλμένος Πρέσβης του Απείρου

*Από τη συλλογή ”Ποιήματα”, εκδ. Φαρφουλάς 2021.

**Στην εικόνα της ανάρτησης σχέδιο/κολάζ του Περσέα Ρίζου.

“Ted 2”

(from Peter Dahlstrand, The Home Depot, Human Side Press, 2020)

Ted was telling us about his previous employment as a secret government agent. He had been at every major conflict of the last twenty years: the first Iraq war, the Yugoslav wars, Kosovo—he was there when the Blackhawk helicopters went down in Somalia. He knew those Delta guys. He was there gathering intel. He was once in Africa on safari and got lost from his guide. Follow the river is what you are supposed to do and that is what he did. Clans of bushmen attacked Ted and he repelled their attacks. He followed the river for days and back to civilization. Did we know that he laid 100 girls during spring break 1992? No, we did not. A young blond with a huge ass walked by us toward Garden and Ted stopped talking. I laid her when I was in high school, he whispered. But Ted, she’s in her twenties and you’re almost forty? What does that got to do with anything, he replied.

Μετάφραση: Νικόλαος Τρακάκης

Ο Τεντ μας εξιστορούσε την εμπειρία του ως πρώην μυστικός κυβερνητικός πράκτορας. Ήταν εκεί σε κάθε μεγάλη σύρραξη των τελευταίων είκοσι ετών: στον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ, στη Γιουγκοσλαβία, στο Κόσοβο—ήταν εκεί όταν τα ελικόπτερα Blackhawk κατέπεσαν στη Σομαλία. Γνώριζε εκείνα τα παιδιά της ομάδας Δέλτα. Ήταν εκεί συλλέγοντας πληροφορίες. Ήταν κάποτε στην Αφρική για σαφάρι και έχασε τον ξεναγό του. Σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να ακολουθήσεις το ποτάμι και αυτό έκανε. Πατριές βουσμάνων επιτέθηκαν στον Τεντ και εκείνος απέκρουσε τις επιθέσεις τους. Ακολούθησε το ποτάμι για μέρες και επέστρεψε στον πολιτισμό. Το γνωρίζαμε ότι πήδηξε 100 κορίτσια στις φοιτητικές διακοπές της άνοιξης του 1992; Όχι, δεν το γνωρίζαμε. Μια νεαρή ξανθιά με τεράστιο κώλο μας προσπέρασε οδεύοντας προς το τμήμα κήπου και ο Τεντ σταμάτησε να μιλάει. Την πήδηξα όταν ήμουν στο λύκειο, ψιθύρισε. Μα Τεντ, είναι στα είκοσί της κι εσύ σχεδόν σαράντα. Τι σχέση έχει αυτό; απάντησε.

*Ο Peter Dahlstrand είναι συγγραφέας και εκδότης με έδρα το Ντάλας του Τέξας. Η συλλογή διηγημάτων του, The Home Depot, πήρε το όνομά του και έμπνευση από το κατάστημα λιανικής με είδη βελτίωσης κατοικιών όπου εργάστηκε για λίγο.

**O Νικόλαος Τρακάκης διδάσκει Φιλοσοφία, και γράφει και μεταφράζει ποίηση.

[Σημείωμα του μεταφραστή: Οφείλω ευχαριστίες στις Dr Konstantina Georganta και Dr Kelly Pasmatzi για την βοήθειά τους με την μετάφραση.]

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Παραμονή γιορτής

Του ανέμου η τραγική φωνή
Της μοναξιάς οι μυρωδιές
Ξυπνήσανε τα φώτα

Κοίταξε ακόμα μια φορά
Τ’ αποδημητικά πουλιά
Τους μυθικούς θανάτους

Χάρισε στο περιστέρι
Την άσπρη γαρδένια των χεριών σου

Διάβασε στα σύννεφα
Τη θλίψη των ματιών σου

Και μες στα χρώματα του πυρετού
Τη λάμψη των χειλιών σου

Στα ερημικά δωμάτια
Δακρύζουν
Τα λυχνάρια

*Από την Ενότητα “Τα ρυάκια” (1945-1947) της συλλογής “Φύλλα ύπνου” (1949).

**Στην εικόνα της ανάρτησης Marialena-Vyzaki Solo Hack, Athens

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Παγίδα βαρύτητας

Με την αυγή δε λησμονιούνται
τα πετάγματα των απογευματινών σκώρων
στο τυφλό μας παράθυρο
ή οι βάρκες που καθελκύονταν άηχες
στα μελανά νερά
από δω,
πέρασαν άνθρωποι σαν του χρόνου το δάκρυ,
πέρασαν
των γονιών μας τα βήματα
που φύτρωναν στο πλάι μας σαν τρίτο πόδι,
και το στάχυ της ανάμνησής τους που παραμένει
για πάντα ανοιχτό
Ανυπόμονος θα μας καλωσόριζε ο Έσσε,
Όπως η Ερμίν τον Χάρι Χάλερ,
κι ο Ρίλκε θα μας διάβαζε
τα “Γράμματα σε ένα νέο ποιητή”,
ενώ θα ζωγραφίζονταν τα πέλαγα
με το γαλάζιο τους πάγο,
κι οι πρώιμοι ηρωικοί εαυτοί μας θα εξημέρωναν
το ποδοβολητό των ορφανών δράκων στο κατάστρωμα,
ή τις ιαχές των νηπίων
κάτω από το άγαλμα του Πίτερ Παν
Κι εδώ κάποτε θα επανεκτεθούμε,
αφού θά ΄χουμε πρώτα σκεπαστεί,
ως ένας ακόμα Πολυνείκης,
περιμένοντας τα τρυφερά όρνεα
να μας ανακουφίσουν
απ’ το βάρος της σάρκας
Απ΄ την αρχή μας άλλωστε,
κατηφορίζουμε δίχως φρένα
προς εκείνη την παγίδα βαρύτητας
όπου όλα καταλήγουν,
αργά ή γρήγορα
και κατηγορηματικά.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ‘Οροπέδιο”, τεύχος 20, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2018, σελ. 577.

**Στην εικόνα της ανάρτησης Joan Miro.