Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Η πρόβα / The rehearsal

Στο θίασο που έκανε πρόβα για τη θεατρική παράσταση
ο σκηνοθέτης συχνά επαναλάμβανε
στους ηθοποιούς του:
“Άμεσα βγάλτε έξω τον πυρήνα των συναισθημάτων,
άμεσα εκτεθείτε”.

Σκέπτομαι:
Ό,τι εξουθενωτικά ζητάει και η ποίηση,
τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις,
μέχρις εσχάτων.

During rehearsal for the troupe’s opening night
The director often repeated
To his actors:
“Give vent to the core of your feelings,
Reveal what’s kept inside”.

And I’m thinking:
“However exhausting the demands of poetry,
To expose your secret self
Is a struggle to the death.”

*Από το βιβλίο “Tragedy and the den of the senses”, εκδ. Αλφειός, 2020.
**Αγγλική μετάφραση: Douglas Bablington.

Ειρήνη Παραδεισανού, Παιδικές παλάμες

Κάθε που μου ζητούν τη γνώμη
για όσα αλλόφρονα περιστρέφονται γύρω μου
νοιώθω μια ζάλη
σαν να κατάπια με μιάς όλον τον αέρα
κι άφησα τον χώρο ξερό κι αποσβολωμένο

Δεν είναι πως δεν έχω τι να πω
είναι που δεν βρίσκω κανέναν λόγο να το ξεστομίσω

Και τότε
πιάνω τον εαυτό μου να μουρμουρίζει ένα τραχύ κι
ασυνάρτητο φθόγγο
διαρκώς επαναλαμβανόμενο
σαν γρύλισμα σκυλιού
που το άφησαν δεμένο για μέρες
δίχως νερό και φαγητό
να κοιτά έναν τοίχο

Το στόμα μου
γίνεται ράμφος σπουργίτη
που του φεύγει η ψυχή

Κι οι παιδικές παλάμες
με χτυπούν να ξυπνήσω

*Από τη συλλογή “Παιδικές παλάμες”, εκδ. Βακχικόν, 2021.

Ζωή Καραπατάκη, Πάνω στους ” Δεκατρείς τρόπους να κοιτάξεις έναν κότσυφα” του Wallace Stevens 

I

Λευκό χιόνι
Είκοσι βολβοί κοτσυφιών
Το ατενίζουν
Παρέα

ΙΙ

Δεν το καταλαβαίνουμε
Αλλά άνθρωποι και πουλιά
Είμαστε
Ένα

ΙΙΙ

Τα παγοκρύσταλλα
Σκέπασαν το πλατύ περβάζι
Που έγινε σκληρό σα γυαλί
Πάνω του σύρθηκε
Η σκιά του κότσυφα
Ανατριχιάζοντας

IV

Ω ισχνοί άνδρες της πόλης,
Αν ακούγατε τα πρωινά
Τον κότσυφα
Θα ήσασταν όλοι
Όμορφοι

V

Γκρίζο απόγευμα
Με χιόνι πολύ
Μα στο λευκό κλαρί
Ανασαίνει αργά αργά
Ένας κότσυφας

VI

Η άμαξα έτρεχε
Αφήνοντας σκιές στο χώμα
Τις έπαιρνες για πουλιά
Για μαύρα
Κοτσύφια

VII

Ακούω τα κοτσύφια
Να γλυκοσφυρίζουν
Και τα ζηλεύω
Πολύ

VIII

Γοητεύεσαι από το τραγούδι
Του κότσυφα,
Βρες όμως κι εσύ έναν τρόπο
θελκτικό
να του μοιάσεις
Πάρε τη μπλε κιθάρα και
Φώτισε
τον σιωπηρό ουρανό

Κατερίνα Φλωρά, Αργόρυθμα

Ράθυμος ο απόηχος του μεσημεριού
δειλά ξεπρόβαλλε
μέσα από των ιαχών την επέλαση

Βαρύ το σώμα περιφέρεται
στου σπιτιού την ανοίκεια ησυχία
που ευθύς χάνεται
μόλις τη συνηθίσουμε

Εικόνες αδιάφορες
διέρχονται μπροστά μας
με εκλάμψεις στιγμιαίας έκπληξης
για να χαθούν ευθύς κι αυτές

Στου πρώτου ήχου το άκουσμα
σαν κινηθούμε
την ηρεμία ίσως έχουμε οικειοποιηθεί
αν ο χρόνος το επιτρέψει

*Φωτογραφία: Γιώργος Χατζελένης

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρικλοποδιά

Τρικλοποδιά-Από μια τρικλοποδιά-Που του βάζει Μανιοκατάθλιψη στην τραπεζαρία-Γιατί κλέβει γλυκό απ’ των συνασθενών τα πιάτα-Και τους πίνει την πορτοκαλάδα-Εκείνος Άσπενγκερ-Που πήγε να κάψει για τρίτη φορά την οικογένειά του την ώρα που κοιμούνταν-Κι ήταν στην κλινική με εισαγγελική παραγγελία-Γίνεται αχώριστος με την Οριακή Διαταραχή-Που τον σηκώνει τρυφερά απ’ το πάτωμα–Άσπρο σαν το πανί-Και ηρεμεί της Μανιοκατάθλιψης την καταιγίδα-Δίνοντάς της τη δική της τη μερίδα-Μετά όπου πηγαίνει αυτή κι αυτός μαζί-Στην αίθουσα ψυχαγωγίας-Τη θλιβερή-Στον κήπο-Στον προαυλισμό-Κάθε απόγευμα-Κάθε πρωί-Σε ομαδικές θεραπείες ζωγραφίζουν τεράστια τριαντάφυλλα-Για να συναντηθούν σε μια γιορτή στο Διάστημα-Που δεν υπάρχει κλινική-Αλλά ύλη σκοτεινή και χρόνου βάραθρα-Κυνηγούν τον ουρανό στων διαδρόμων τα παράθυρα-Κι αυτόν που μαζεύουν τον κρύβουν κάτω από μαξιλάρια-Κάθονται αμίλητοι με μια σιωπή σαν να ατενίζουν από βουνό μια χαραυγή-Που τη διακόπτουν μόνον των νοσοκόμων τα φάρμακα-Από μια τρικλοποδιά-Που του βάζει Μανιοκατάθλιψη στην τραπεζαρία-Γιατί κλέβει γλυκό απ’ των συνασθενών τα πιάτα-Και τους πίνει την πορτοκαλάδα-Εκείνος Ασπενγκερ-Που πήγε να κάψει για τρίτη φορά την οικογένειά του την ώρα που κοιμούνταν-Κι ήταν στην κλινική με εισαγγελική παραγγελία-

*Το ποίημα είναι από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Το βίντεο είναι από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο https://alitispress.blogspot.com/

Μήνυmal, ευγενίδιον

δίπλα
χειμάζει ο λογιστής
των θυμικών μετα
μορφώσεων

κάτω απ
το στρώμα του θα βρουνε
ποδοπατημένα λάφ
υρα

μιαν
ιστορία θα σας πω

ψέλνει το υπερπέρατο

ο λόφος αποκρίνεται
θάλπει τους έρημους παλμούς
εκατομμυρίων εαυτών
των αγορών

ορών
εορακώς την αυγήν
αφίεμαι στην παχυλή σοδειά
δηλωτικών τιτιβισμάτων

ω χάρμα του χαράματος
ω πουλιά μηχανές
της πρωίας

ω
έμπει
εσύ λαλίστατε
σχιζοπροφ
ρίκε

ω παγωμένες
ακτές της συντήρησης
ω γραφικοί μελωδοί
της αντίρρησης
ω λα
λα
α

υποσκ
άψτε τη μέρα μου

ματίστε με
στο φ
ως

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mhnymal.blogspot.com/2021/10/evgenideion.html

**Ακούστε και αυτό: https://bandcamp.com/download?id=3803591153&ts=1681724991.2209007217&tsig=e4cd4d3accaeb78a909572c0b5ee96e9&type=track

Yvan Goll, Το κεφάλι της ερήμου

Έχτιζα το κεφάλι σου εκατό χιλιάδες μέρες
Να εξέχει πάνω απ’ την έρημο του καθημερινού θανάτου
Αναρίθμητοι σκλάβοι ψήναν τα κόκκινα τούβλα της μορφής σου
Με ανεμόσκαλες από ηλιαχτίδες δειλινές ανέβαιναν οι χτίστες
Και με χρυσό ψηφιδωτό της νύχτας στόλιζαν τις κόγχες σου

Ύστερα χρυσουργοί εφάρμοζαν τα μάτια τ’ από κρύσταλλο και σάπφειρο
Κι εκείνα ταλαντεύονταν σαν την αόρατη κι αιώνια ζυγαριά
Που πάνω της ζυγιάζεται φωτιά και νερό
Τα στοιχεία του πάθους

Το στόμα σου το αληθινό ή της απατηλής λαλιάς
Αντιλαλούσε την ηχώ της αλμυρής κρήνης
Τέλος φυτεύτηκε το αρχαίο δέντρο των μαλλιών
Που μέσα του διαβαίναν βιαστικά τα καλοκαίρια
Τα πουλιά χιλιετηρίδες κελαϊδούσαν μέχρι που οι δυνατές του ρίζες φτάναν την καρδιά μου
Και την αφάνιζαν μ’ ένα φιλί

*Από τη συλλογή “Abendgesang”. Μετάφραση: Δημήτρης Π. Παπαδίτσας.

**Στη φωτογραφία της ανάρτησης έργο του Lyonel Feininger.

Aσημίνα Ξηρογιάννη, Δύο ποιήματα

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Θέλω να σου το πω,
μα πώς να αρχίσω;
Σε περιέχω
Τα μάτια σου αγκαλιάζουν τα δικά μου
Τα υιοθετώ
Μου ανήκουν
Κατοικίδια
Τα κουβαλω με τόση στοργή
όπου πάω
Τα προσέχω
Τα αγαπάω πολύ τα μάτια σου
Καθώς ανιχνεύουν την απόγνωση
που το ανείπωτο γεννάει
Και μου μιλούν ψιθυριστά
για σένα και για μένα
Είναι σοφά τα μάτια σου
Τα φυλάω
Τα φιλώ
Τα κοιμάμαι
Τα αντέχω
Τα χαμογελώ
Σ’ αυτά θα το πω
Σ’ αυτά το λέω

Ξέρεις ποιο.

*

ΔΙΚΗ ΜΑΣ

Τώρα χρειαζόμαστε μια λέξη
Δική μου και δική σου μόνο
Μυστική
Σήμα κατατεθέν
για ό,τι μέσα μας συμβαίνει.
Απλά γράψε μου
Θέλεις θάλασσα;
Θέλεις φως,
Θέλεις κόκκινο;
Ή μήπως ορίζοντας,

επειδή ποτέ δεν τελειώνει;

Θεόδωρος Μπασιάκος, Η βόλτα του νεκρού ποιητή

μνήμη Αλέξη Τραϊανού

Ο ποιητής που κάνει τη βόλτα του στην οδό Πατησίων
Ο ποιητής με τα χέρια σταυρωμένα πίσω
ή στις τσέπες
Ο ποιητής σκεπτικός
ή που σφυρίζει μια μελωδία ελαφρά
και πάει –
είναι ένας ν ε κ ρ ό ς ποιητής.
Κανείς φυσικά δεν τον είδε
(ποιος καταλαβαίνει έναν νεκρό ποιητή που κάνει ήσυχα
τη βόλτα του).
Μόνον ίσως ο περιπτεράς στο περίπτερο
που σταμάτησε
(αγόρασε σπίρτα και μια σοκολάτα «ΙΟΝ» αμυγδάλου)

Αλλά κι’ αυτός – λέτε κατάλαβε άραγε τίποτα;

*Στο βίντεο “Η μικρή βόλτα του νεκρού Ποιητή”, αμοντάριστη α/μ ταινία 8 mm του Μίλτου Αρβανιτάκη για τον Αλέξη Τραϊανό.

Μαρία Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

ΑΝΑΠΑΛΙΝ

Κουράστηκαν τα στήθη
Χόρτασες, ζωή
γάλα πικρό γάλα γλυκό.

*

VIRGINIA AND PLATH

Το επόμενο βήμα

  • Λύθηκαν τα μαλλιά στο κύμα
  • Πνίγηκαν οι καπνοί στην τέχνη του θανάτου

*

ΑΤΟΠΑ

Κλουβί για τον αετό
Γκουρμέ πιάτο στον αυτόχθονα του Αμαζονίου
Κολονάτο ποτήρι στο διψασμένο παιδί της Αφρικής
Εξέδρα να αγορεύει το Εγώ

*

ΕΓΚΩΜΙΟ

Βάλαμε
το αηδόνι στο κλουβί
στη γυάλα το χρυσόψαρο
στη γλάστρα παπαρούνες, και
τη ζωή να συλλαβίζει τα τρία γράμματά της.

*

ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ

Τής άρεσαν τα ρόδια
μικρό παιδί.
Όταν μεγάλωσε

επέστρεψε τη γλυκύτητά τους.

*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, εκδ. Περισπωμένη, Φεβρουάριος 2021.