ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ
Χλώμιασα προς στιγμήν.
Ένας άνδρας κλέφτης
κλεισμένος στο σφικτό κοστούμι του
κρατούσε σε σακιά τα πράγματά μου.
Χέρια, ποιήματα, σκιερούς σοβάδες
μάτια, εσένα, νότες κυκλοθυμικές, κύματα
μαχαίρια, φλέβες, της γλώσσας τα κοψίδια
σύννεφα υπέρβαρα, ευμετάβλητους επιβάτες
βέλη κόκκινα καρφωμένα σε κορμούς και άλλα.
Γράψε τώρα αν μπορείς! είπε.
Φέρτε το μυαλό με την ενσωματωμένη γλώσσα μου
και δύο ακροδέκτες να βάλω στα αυτιά του.
Θα σπάσω τη συχνότητα του γέλιου του
αραδιάζοντας ζάρια, την αξέχαστη περιφορά
του στήθους μου και κλαδευτήρια
την αποκόλληση του γελαστού πλακούντα μου
και μια οσμή αποβολής της τρέλας.
Φυτρώνουν πάνω μου τόσα πολλά κουμπιά
που γίνομαι αυτάρκης μες στο τίποτα.
*
ΤΙΠΟΤΑ
Σηκώθηκα, ντύθηκα
φόρεσα τον κόμπο στον λαιμό μου
κι έφυγα.
Έξω έκανε κρύο και πείνα
πίσω από λίγες τζαμαρίες
πάλλονταν γυμνά κρέατα
πάνω σε ιδρωμένες σανίδες
η ώρα ήταν τρεις φορές μεγαλύτερη
απ’ τ’ ανοιχτό στόμα της ασφάλτου.
Κατάπια τον κόμπο μου
και έζησα
την άλλη μέρα ξερνούσα
αυταπάτες.
*
ΕΞΙΛΑΣΤΗΡΙΕΣ ΘΥΣΙΕΣ
Πάλι λερώθηκες;
Έσταξε λίγο φεγγάρι
στο φουστάνι μου
ήταν που ήθελα
να σβήσω χορτασμένη
στην κοιλιά του δάσους
περήφανος ο λύκος
θα μ’ επιδείξει
σ’ όλα τα ξέφωτα
κι ύστερα μαζί
θα αποκαλυφθούμε στο κοπάδι
και οι δύο νεκροί
κι ακίνδυνοι.
*Από τη συλλογή “Φρην”, εκδ. Σμίλη, 2021.










