Δημήτρης Μιχελουδάκης, Louise

Πηγή φωτογραφίας: Kate Sharpley Library

Αυτή τη βάρκα πέρα ‘κει
που γδέρνεται στην ξέρα,
γι’ ατμόπλοιο την είχανε·
για πράγματα μεγάλα και σπουδαία.

Ήτανε κι ο πατέρας της
γνωστό πλοίο της γραμμής-
με τους επιβάτες του
νύχτα-μέρα συνεπής.

Εκείνη το πέλαγος δεν άντεχε.
Ξένη σε θάλασσ’ ανοιχτή,
έφτιαξε ποτάμι πέτρινο
δικό της, χωμάτινο κελλί.

Θα ‘χε πορεία καλή…
αυτή η βάρκα πέρα ‘κει
που ξέθωρη και μόνη
χάνεται στην ξέρα.

Αλλά η Louise έμεινε
απ’ τις γραμμές και τις γιορτές,
από καπεταναίων εντολές
κι απ’ όλους, πέρα…

Νίκος Σφαμένος, Ποιήματα

Εσύ
να
δώσεις
λίγο
αίμα
φωνή
και
μια
μικρή
ηλιαχτίδα
αρκετά
με
τη
βαρετή
ποίηση
και
ακόμα
χειρότερα
με
τους
βαρετούς
Ποιητές

*

Γλυκό βύσσινο
πίνει σκυφτή τον
καφέ της
μαζί με γλυκό βύσσινο
ρυτίδες και ένα
παλιό φόρεμα
ενώ δίπλα στη παραλία
νέοι πάνε κι έρχονται
παίζουν στο νερό
τραγουδάνε χαρούμενα τραγούδια
και η μουσική πάντα εύθυμη
εκείνη εκεί
να μετρά τα λεπτά
τις ώρες που φεύγουν
κανείς δεν της μιλά
κανείς δεν τη προσέχει
και καθώς γυρίζω σπίτι
τούτη την αποπνικτική
καλοκαιριάτικη μέρα
σκέπτομαι μόνο εκείνη
και τα κρύα
νεκρά
βράδια της

*

Παιδί στον ήλιο
η πόλη θρυμματίζεται
φλέγεται
καθώς το κεφάλι σου
αδειάζει
καβαλα σ’ ένα παλιό μηχανάκι
μυρίζεις την ήρεμη
αυγουστιάτικη θάλασσα
οι όμορφες μέρες περιμένουν
πολύχρωμες
γαλήνιες
ολοφώτιστες
παιδί στον ήλιο
του απλώνεις τα χέρια
και χάνεσαι
χάνεσαι
Χάνεσαι

*

Ποίηση
σε πείσμα των καιρών
κάποιοι άναψαν μια μικρή φλόγα
με σκισμένα ρούχα και λιωμένα πρόσωπα
βάδισαν στα υπόγεια
εκείνοι προχώρησαν
προχώρησαν
όταν όλα γύρω τους έλεγαν
μείνε
εκεί

Ζωή Καραπατάκη, Ένας άθλιος καιρός

Artwork: Johann Heinric

Οι ζωές μας είναι τα ποτάμια
Nuestras vidas son los rios

Jorge Manrique

Η πλημμύρα ξεχύλισε απ’ τα στήθη μας
και κάποια στιγμή
θα σας πνίξει –
να τη φοβάστε
Δεν είναι ήρεμα πια τα ποτάμια
ούτε στεγνές οι όχθες
και νομοταγή τα βατράχια
άγρια γίνονται τα κοάσματά τους –
δεν θέλουμε να τ’ ακούμε
Δεν είναι αυτή η άνοιξη που ξέρουμε
μόνο ένας άθλιος καιρός είναι
που παραμονεύει σαν ενέδρα
κυρίως όσους ανυποψίαστοι περπατάνε
μέσα σ’ αυτόν τον καιρό
λες και κρατάνε
το μπαστούνι του τυφλού
στο χέρι

Charles Bukowski, Αυτό το είδος της φωτιάς

Artwork: Norman Cornish

Κάποιες φορές πιστεύω
πως οι θεοί
επίτηδες επιμένουν να με σπρώχνουν
μέσα στη φωτιά
μόνο και μόνο
για να με ακούσουν
να ουρλιάζω
κάποιες καλές αράδες.
δεν έχουν κανένα σκοπό
να με αφήσουν να συνταξιοδοτηθώ
με το μεταξωτό κασκόλ μου στον λαιμό
να δίνω διαλέξεις στο Γιέιλ.
οι θεοί με χρειάζονται
για να τους διασκεδάζω.
πρέπει να βαριούνται τρομερά
με όλους τους υπόλοιπους
όπως κι εγώ.
και τώρα ο καπνός απ’ το τσιγάρο μου
στέγνωσε.
κάθομαι εδώ
και το τινάζω
απελπισμένα.
αυτού του είδους τη φωτιά
δεν μπορούν
να μου την δώσουν.

Αλέξης Τραϊανός, Ηλεκτρική καρέκλα

∆εν κατασκεύασα κανένα από αυτά
Τα άδεια συρτάρια του κόσμου

Τίποτα από σχήμα απάτης και τίποτα απ’ αυτόν τον κόσμο
Να ζει να τρέφεται απ’ τις λέξεις μου
Να γλείφει τα χέρια μου
Με το σοβαρό μισό του εαυτού μου
Γερνώντας και γέρνοντας σ’ εν’ άλλο μισό γελαστό

∆εν είναι βλέπεις μόνο η πόλη που παίζει μόνη
Με τόσα πολλά αυτοκίνητα
Χίλιες φτηνές ευκαιρίες για τόσα ακίνητα

∆εν είναι βλέπεις μόνο η πόρνη

Όμως άλλες φωνές δεν ήτανε στους δρόμους

Χέρια σκυλιά τινάξανε οι τοίχοι

Λοιπόν πού πήγαινα
Μισός νύχτα μισός κτήνος
Μέσα στον ψόφιο ζέφυρο

Φθινόπωρο και πανικός και παγωμένο φως
Και Μαδιάμ μοίρα από φαντάσματα πράγματα

Πένα σκληρή
Πουλί της καταιγίδας
Πού πήγαινα και είμαι πάντα εδώ
Που αρχίζω να περπατώ
Μέσα στις καιρικές συνθήκες του δωματίου αυτού
Αρχίζω να περπατώ
Σ’ αυτό το γκρο πλάνο του τρόμου
Σαν ένα μπαστούνι δίχως κανένα τυφλό
Τραβώντας από μέσα μου
Τ’ ατέλειωτο τούτο καρφί
Καθώς όλο και πλησιάζει αυτή η κυρία
Με τα μαύρα και τα κεριά
Και βρέθηκα πάλι μέσα στο πάλι σπίτι
Με το στόμα μου απέναντι ή μιαν εκδοχή Από τόσα πεζά κείμενα
Τόσες εκπομπές από κύματα

Αίματα σ’ αυτό το άσπρο
Που είναι για να ματώνει μαζί σου χαρτί
Χωρίς καμιάν έκπληξη που δε ζει κανείς Αφού όλοι γίνανε αντικείμενα
Μέρη που έρχεσαι και φεύγεις
Ή μπορείς να περάσεις τράνζιτο τη ζωή
Σ’ αυτό το σενάριο του κόσμου
Που δεν οδηγείται στη λύση του
Κουτσαίνοντας απ’ τη δεξιά και την αριστερή
Μεριά της ψυχής

Τώρα
Με το χρώμα σου να ξύνεται
Να φεύγει απ’ το πρόσωπό σου
Το πρόσωπό σου να ξύνεται
Να φεύγει απ’ τα κόκαλά σου
Το σώμα σου κάτι το ελάχιστο

Ανάμεσα στο γραφείο και τη ζέστη απ’ τη λάμπα
Ως το τέλος
Το τέλος να κρατήσεις
Γράφοντας άτσαλα πια
Κολλώντας τόσο άτσαλα τα γραμματόσημα
Με λίγο σάλιο από λύπη
Πάνω σε ποιήματα που τα έγραφες
Καθισμένος σ’ αυτή την καρέκλα την ηλεκτρική

Μυαλό θανάσιμο βεγγαλικό
Κρύσταλλο κορμί

*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλω̟πα”.

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, μία και μόνο ρωγμή μες το πέρασμα

Καιρό τώρα
μία και μόνο ρωγμή μες το πέρασμα
της μεγάλης παλίρροιας, η θάλασσα
ξεθάβεται και το χλωμοφέγγαρο
ξεσβιέται και πεθαίνει.
Και τα μακρινά αστέρια στέλνουν
τη μακρόσυρτη σιωπή τους
καθώς οι μεσίστιες σημαίες μας,
υποκλίνονται στην ουτοπία
της επιείκειας, δίνοντάς μας
όνειρα – μικρές παραχωρήσεις – κομμάτια
απ´το κορμί μας, σε κιγκλιδώματα
κυριαρχίας…
Είναι γιατί οι ένοικοι τούτης της Πατρίδας
υποκλινόμαστε – ως αναλώσιμα όντα
σε πλαστικούς οσφυοκάμπτες
στο δρόμο που οι δήμιοι μας
με προγραφές μας κατευθύνουν…
Κι όμως!
Χειροκροτούμε τ’ ατελείωτο τροπάρι
και τον εμπαιγμό της πολιτικής ανεπάρκειας.
Πάει καιρός πολύς
που χάσαμε τα δυνατά φτερά μας.
Το ύψος, μας φοβίζει.
Το φως δεν το μπορούμε…
Μας τυφλώνει…
Τώρα,
αν και οι μνήμες μας λογχίζουν τα πλευρά,
συνηθίσαμε γονατιστοί, σκυφτοί να ζούμε,
αντί να έχουμε τα μάτια μας
καρσί στον ήλιο…
ψηλά και να μη σερνόμαστε…!

Κυπαρισσία 30 Μάη ´23

Gary Snyder, A spring night in Shokoku-ji

Φωτογραφία: ABC Madrid

Eight years ago this May
We walked under cherry blossoms
At night in an orchard in Oregon.
All that I wanted then
Is forgotten now, but you.
Here in the night
In a garden of the old capital
I feel the trembling ghost of Yugao
I remember your cool body
Naked under a summer cotton dress.

Μια ανοιξιάτικη νύχτα στο Shokoku-ji

Πριν από οκτώ χρόνια σαν αυτόν τον Μάη
Περπατήσαμε κάτω από τα άνθη της κερασιάς
τη νύχτα σε έναν οπωρώνα στο Oregon.
Το μόνο που ήθελα τότε
Το έχω ξεχάσει τώρα, εκτός από σένα.
Εδώ μες στη νύχτα
Σε έναν κήπο της παλιάς πρωτεύουσας
Νιώθω το τρεμάμενο φάντασμα της Yugao
Θυμάμαι το δροσερό σου σώμα
Γυμνό κάτω από ένα καλοκαιρινό βαμβακερό φόρεμα.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

ΝΑ ΓΙΝΩ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝ

…Μικρό καψούλι στα ρηχά του μώλου
Πέρα από κάθε επίδραση…
Ήταν σκληρός όπως η δίψα μου να τον δω
Ήταν πολύ σκληρός σαν πόλεμος, o χρόνος
Που χάνει μια πατρίδα
Προφητικά…
Μια μοιρασμένη Κύπρος
Δυσαρμονία…
Δια-μετανάστευση
Το ποτάμι
Κι όλα όσα φαντάζομαι
Είναι φωνές του όχλου για ειρήνη για να πάψει το μοίρασμα!
Αυτή η στιγμή η μοναδική
όταν ο ένας κοιτάζει τον άλλο
Είναι σαν δύση και ανατολή μαζί
Μα ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι
Λες κι ο ήλιος γεννήθηκε για να πεθάνει μαζί μας
Την ώρα που οι φωνές μας πνίγονται
Ο ποταμός που τραγουδά
Δεν ξέρει να σωπάσει και βραχνάζει

ΑΡΝΟΥΜΑΙ

…Σήμερα αρνούμαι
όσα μακριά μου φαίνονται
κεντριά ημερών
ατελείς λέξεις
ντυμένες πλαστικές ίνες
τεριλέν,
με πατερίτσες που δεν στεριώνουν
νοήματα
αρνούμαι την επικοινωνία την ζεστή
και άδεια αμαρτία
κάτι δεν πάει καλά με τη μέρα μου
η ζωή ήταν γεμάτη λογική
ντυμένη καλά σαν βάτα
σε μπολερό στους ώμους
ένα ζευγάρι γυαλιά μυωπίας
μένουν στα άχρηστα νικημένα της αφής
κάτι δεν μ’ αφήνει να εκφραστώ
κι απόψε πρέπει να δώσω το κρεβάτι μου
στης χαμένης γενιάς τα παιδιά,
όσα χωρέσουν στη στάχτη
που τ’ αφήνω με
τα όνειρα

*Από τη συλλογή “Γλυκός Σιρόκος”.

Edgar Lee Masters, Lucinda Matlock

Επήγα να χορέψω στην Τσέντερβιλ
κ’ έπαιξα χαρτιά στο Βίντσεστερ.
Κάποτε, αλλάξαμε καβαλλιέρους, καθώς με αμάξι
γυρνούσαμε σπίτι, κάτω από το φεγγάρι του μεσοϊούνη
και, τότε, συνάντησα τον Ντέιβις.
Παντρευτήκαμε και μαζί ζήσαμε εβδομήντα χρόνια ευτυχισμένοι
δουλεύοντας κι ανατρέφοντας τα δώδεκα παιδιά μας ·
χάσαμε οκτώ απ’ αυτά
τα εξήντα μου χρόνια πριν πατήσω. Έκλωσα, ύφανα,
νοικοκύρεψα το σπίτι μου, φρόντισα τους αρρώστους,
περιποιήθηκα τον κήπο – και τις μέρες
που ήταν γιορτή, πότε τριγύριζα στους κάμπους
που τραγουδούν οι κορυδαλοί και πότε την όχθη
του Σπουν έπαιρνα μαζεύοντας άπειρα κοχύλια
και κάθε λουλούδι ή φαρμακευτικά βοτάνια
στους δεντροφυτεμένους λόφους φωνάζοντας,
τραγουδώντας στα χλοερά λειβάδια.
Ένεννήντα έξη χρόνια έζησα αρκετά, -αυτό είναι όλο.
Και πέρασα σε μια γλυκιά ξεκούραση. Τώρα
τι ‘ναι αυτά που αγροικώ για λύπες και για μόχθους,
θυμό και δυσαρέσκεια και λυγισμένες ελπίδες;
Θυγατέρες και γιοί αποθαρρεμένοι,
πάρα πολύ δυνατή ‘ναι η ζωή για σας …
Πρέπει να ζήσεις για ν’ αγαπήσεις τη ζωή!

*Από την Ανθολογία Παγκοσμίου Ποιήσεως του Άρη Δικταίου.

Ευαγγελία Τάτση, Ο κύκλος του έρωτα

Με μια απουσία
αρχίζει και τελειώνει
ο κύκλος του έρωτα

στον πρώτο έρωτα
αυτόν που ερωτεύτηκες
ποτέ δεν υπήρξε
στον τελευταίο
αυτός που δεν υπάρχει
είσαι εσύ

ανάμεσα στις απουσίες
ζουν τα σώματα

*Το ποίημα το πήραμε από το “Λογοτεχνικό Δελτίο”.