Audre Lorde, Η επανάσταση είναι μια μορφή κοινωνικής αλλαγής

Όταν ο αφέντης είναι απασχολημένος
να κατασκευάζει αράπηδες
δεν έχει μεγάλη
σημασία
τι απόχρωση
είσαι.

Αν του τελειώσει ένα
συγκεκριμένο χρώμα
μπορεί πάντα να μεταπηδήσει
στο μέγεθος
και όταν ξεμπερδέψει
με τους μεγαλόσωμους
θα το γυρίσει
στο φύλο
που είναι
τελικά
η αρχή όλων.

*Μετάφραση: Kyoko Kishida-Jazra Khaleed. Δημοσιεύτηκε στο 12ο τεύχος του Τεφλόν, Χειμώνας-Άνοιξη 2015.

Νίκος Κωσταγιόλας, Ενυδρείο

Αυτός ο γυάλινος τοίχος ο αδιαπέραστος
που βαδίζει μαζί μου
είναι η μέρα η ανυπόμονη
είναι οι μυριάδες αυλακιές
– τα λούκια του προσώπου μου –
είναι οι μαύρες σακούλες,
σαν νυχτερίδες αγκυροβολημένες
στα γείσα των ματιών
εκεί όπου στροβιλίζεται
εσαεί ωραιόμενη
του ήλιου η ακίδα
ή τροχάζουν τέθριππα ακατάπονα
στους δροσερούς, φιδίσιους δρόμους
κάτω απ’ του απείρου τους κυπαρισσώνες

Τα χέρια μου είναι δυο σαράβαλες φτερούγες
τα πόδια μου κάποιας λοκομοτίβας
άβουλης πόδια
τα δε μάτια μου, πάνω απ’ τον ώμο σαν κοιτάξω
είναι δυο φινιστρίνια
απ’ όπου παρελαύνουν
ντυμένες φράκα τελετουργικά
και κρινολίνα πάγχρωμα
όλες εκείνες οι ευτυχίες
που δε θ’ αυτομολήσουν από κανενός την τσέπη
για να τις βρω τυχαία εγώ
σαν πεντοδόλλαρα σκύβοντας
πλάι σ’ ένα ναυάγιο αύτανδρο με προοπτικές
που βγάζουν ασπροπρόσωπα τα ονόματά τους

Είναι κάπου εκεί που αντιλαμβάνομαι
πως είμαι ενός ενυδρείου
το κύριο έκθεμα
κι εκείνα τα σουβλίσματα στις κόρες
είναι οι καταπράσινοι καιροί
του παιδιού που υπήρξα
που αναλάμπουν σφύζοντες ζωή
καίτοι διαιώνια ανίκανοι
φριχτά ν’ ανακληθούν

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/06/10/%CE%B5%CE%BD%CF%85%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CF%82/

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, FRONTEX μανιφέστο 

Η θάλασσά μας απειλείται από ορδές σωμάτων
τορπιλίζουν τα ύδατά μας και μας λυμαίνονται
η θάλασσά μας ζητά να προστατευθεί
θα στείλουμε αυτόματα
με σημαντήρες, σανίδες κολύμβησης και πλωτήρες
για να υποστηρίξουμε τους κολυμβητές
η διαδικασία πρέπει να γίνει σωστά
στη Μελίγια και τη Θέουτα θα δίνονται βαράκια και ζώνες νερού
γάντια κολύμβησης, κουπιά χεριών και πτερύγια
όσοι έχουν δυνατά κίνητρα θα έχουν το προβάδισμα
για να φτάσουν επιπλέοντας γρήγορα στ’ανοιχτά της Λαμπηδούσα
ενώ στη γραμμή τερματισμού θα μοιράζονται στεγανές τσάντες
προς αποθήκευση και μεταφορά του εξοπλισμού
δε θ’ αφήσουμε τίποτα πίσω τίποτα
η θάλασσά μας, η θάλασσά μας
αυτή η άδολη φόνισσα

*Από τη συλλογή “Ρακοσυλλέκτης χρόνος”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2015.

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Ανομβρία παντού!

Ανομβρία παντού!
Νυσταγμένα μάτια στις ώρες του δειλινού .
Μουσκεμένα βλέφαρα σε αφέγγαρες νύχτες.
Οι μέρες μεσίστιες και σκοτεινές,
γεννούν φονιάδες.
Σε κάθε γωνιά, παράσημα, θέσεις
και τρανά αξιώματα, πουλιούνται
σε τιμή ευκαιρίας.
Οι σταυρωτήδες πλήθυναν ανησυχητικά…
Και
γύρω μας
φωτιά, καπνός, καταστροφή και αίμα.
Μέσα μας, κλυδωνισμός, ντροπή και ψέμα.
Γύρω μας πείνα, εξαθλίωση κραυγή.
Μέσα μας, εντολή, αποκλεισμός σιωπή.
Στις θάλασσες απόκληροι… λυγμοί
καράβια σάπια…καθημερινά πνιγμοί.
Κι έτσι,
στέκω αναποφάσιστος,
ανάμεσα σε δυο πύρινες ατραπούς,
ή να κόψω τον ομφάλιο λώρο μου
με τον άθλιο κόσμο,
ή να πορευτώ άθλια σφαίρα
σε πιστόλι…!

Κυπαρισσία 15 Ιούνη ´23

Αγνή Μπαγκέρη, σ’ αφρίζοντα κανάλια

Είναι που κάθε λίγο τα νέα
αχνίζουν μαύρες πτωματοσακούλες
σ’ αφρίζοντα κανάλια
είναι που η θάλασσα
δεν μπορεί να πάρει τη θέση της μάνας
κι ας της δίνεται αυθαίρετα
είναι που δε – θέ – λω
εκεί που τα νερά θα ‘ναι κρυστάλλινα
να φανούν τα μάτια μιας κόρης
κι ενός γιου
– τρέμω
μην είν’ μελιά
σαν της αδελφής μου.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα

Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα,
πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος;
Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα…
Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει
πώς αντέχει και τους πνίγει
κι έπειτα βάζει τα καλά του
και φρεσκολουσμένο
δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια,
κι έπειτα βάζει τα καλά του
και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια;
Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…

Τώνια Τσαρούχα, Κόρη για πούλημα

Καμιά φορά τα πράγματα ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχο.
Αστέρια καμικάζι πέφτουν απ’ τον ουρανό
Οι ευχές ξεχειλώνουν απ’ το πρώτο πλύσιμο.
Κάποιοι ισκιοπατιούνται στις ροδοδάφνες.
Οι ταξιανθίες του σολιδάγο επαναστατούν.
Στην αγορά υπάρχει έλλειψη σε βασικά αγαθά,
όπως λάμπες θυέλλης, μουσικά κουτιά
και αψέντι από βροχή φιλιών.

Μη με ρωτάς γιατί συμβαίνει αυτό
ή γιατί η γιαγιά έχει τόσο μεγάλο στόμα.
Μη με ρωτάς ποιος φταίει που εξαφανίστηκαν
τα λευκά κοράκια απ’ τα ποιήματα,
ή που υπάρχουν κόρες για πούλημα.
Όπως κάθε αυγό εμπεριέχει τον κοραλλένιο κρόκο του,
κάθε ερώτηση εμπεριέχει την απάντηση.

Λίνα Βαταντζή, Στη γη αυτή

Με απαλότητα γλιστρά η Γη
ανεπαίσθητα
στην πορεία γύρω από τον ήλιο
και ελλειπτικά του γαλαξία –
ύπουλα μας παρασύρει
μέσα από την ύλη του στερεώματος
και συνοδεύει με μουσική του κενού
το μεροδούλι και το μεροφάι

ανάμεσα στα λαμπρά χρώματα του ουρανού
και στις φαιές σκιές των πόλεων
μας καταδιώκει με μύρια ασύμμετρα ρολόγια
και με φραγγέλια μεταμφιεσμένα
υποδεικνύει ανάλγητα τη θέση μας
στις τριγωνομετρίες της ζωής –

μοχλούς δεν κατέχω “ταν Γαν κινήσω” –
κρατώ, ωστόσο, μέσα μου
δύναμη φλογερή
να απαλύνω τα επί γης άλγη.

Βασίλης Ιωαννίδης (1948-2022), Από τα “Μικρά Ερωτικά” (1998)


Έργο Βασίλη Ιωαννίδη

Στη μυγδαλιά
θ’ ανέβω
να σε φτάσω∙
έρωτα,
πιο ψηλά
απ’ τον ήλιο

*

Κάτω απ’ το παραθύρι σου
θα ’ρθω κι απόψε
από το φως σου
φως να κλέψω
και να πιω
να ζεσταθώ

*

Πού να σε κρύψω
μη χαθείς,
απ’ τη βροχή
μη λιώσεις

*

Κισσό
πλέκω τα χέρια μου
γύρω
απ’ το μέτωπό σου

*

Σπέρμα σιωπής
στον κόλπο∙
μέσα μου βλασταίνω
εντός μου ανθίζεις

*

Θέλω το αίμα σου
να υπάρξω
θες την ψυχή μου
για να ζήσεις

*

Μια μια
τις λέξεις
της σιωπής σου
πίνω

*

Με λησμονάς
με κόβεις
με χωρίζεις
και πάλι
ξαναρχίζω
απ’ την αρχή

*

Πώς να σε συντηρήσω;
φλόγα που άναψε
φωτιά που καίει
σιγανή,
σπίρτο μικρό,
κερί που λιώνει
μοναχό
γρήγορα
ελπίζω να καώ

*

Το βάραθρο να γίνει φως
πλατύσκαλο
στον κόρφο σου
να περπατήσω

*

Ανοίγουνε
τα φύλλα της καρδιάς σου
και με πνίγουν

*

Σα ναυαγός,
στο σκοτεινό σου βλέμμα
πέφτω

*

Μ’ αγγίζουν τρυφερά
τα δάκτυλα
του ήλιου,
σκίρτημα σάρκας
σιωπηλό

*

Έρως διάφανος
με διαπερνά
απ’ άκρη σ’ άκρη

*

Με στροβιλίζουνε
τα χέρια του αέρα∙
της καρυδιάς
τα φύλλα πέφτουν.
Μες στη σιωπή
το πορφυρό σκοτάδι
λάμπει

*

Νύχτα,
σε κλείνω μέσα μου
μου διαφεύγεις

*

Έρως απόρθητος
και πώς να ξεδιψάσεις;

*

Σταγόνες
πρωινής δροσιάς
τα χείλη σου,
θάμα
που όλο ψηλώνει

*

Διάφανο το κορμί σου
κρυστάλλινο το φιλί
πιο δροσερό
κι απ’ της πηγής
το ύδωρ

*

Η μέρα
ντύθηκε το βλέμμα σου
και τρέχει

*

Έστρωσε η μέρα
ένα φιλί
να περπατήσεις,
έστρωσε ο ήλιος
την χαρά
για να χαρείς,
κι ο δρόμος
απ’ τα βάθη του
στα χείλη σου
να λάμψει

*

Πώς να μιλήσει
η σιωπή
Λόγο δεν έχει∙
μόνο τα μάτια σου
μιλούν
και ας σωπαίνουν∙
μόνο τα χείλη σου
επιμένουν
τραγουδούν

*

Είσαι καθρέφτης,
φως πέρα απ’ τα μάτια,
όπως τα άστρα
ο καθρέφτης τ’ ουρανού

*

Όλες οι λέξεις
γίναν άστρα
και σε ψάχνουν

*

Μέσα στον ύπνο σου
ελπίζεις
ξανανθίζεις

*

Πικρά τα στήθη σου
σαν πικραμύγδαλο
στα χείλη

*

Όπως σιωπή
μετά την καταιγίδα
η πίκρα
στα μαλλιά σου

*

Μικρά τα μάτια σου
κι ο έρωτας μεγάλος∙
τόση σιωπή
μαζεύτηκε,
όμως
δε λέει να βρέξει

*

Ποιο γιασεμί
φυτρώνει
μες στα μάτια σου-
σε μεγαλώνει
η μοναξιά
πλάι στα στήθη,
σε ντύνει απαλά
η μέσα η φωνή σου

*

Συλλογισμένη
κάθεσαι στον ύπνο σου∙
σαν αγκαλιά το χέρι σου,
σταματημένο
στον αέρα

*

Ο μακρινός σου
στεναγμός
καημός που ρίζωσε
στον κήπο

*

Χέρια
που αγωνίζονται
να σε κρατήσουν,
άστρο λευκό
σε μαύρο ουρανό

*

Σβήνεις στη σιωπή
όπως σβήνεις
το τσιγάρο στο χέρι
η αγάπη
καπνίζει ακόμη

*

Λαιμός
λεπτός μίσχος
ανυψούμενη
δίνη δακτύλων

*

Κορμί πλαγιασμένο
στον κάμπο,
περιδινούμενο άστρο

*

Θωπεία
εναγκαλισμός
μέθη,
σιωπηρή
των σωμάτων
ανάλαφρη μέθεξη

*

Στήθη σ’ αναμονή
ανοιχτά στον άνεμο
όλη μέρα

*

Τρύγος το χέρι
γλυκός καρπός
από τα στήθη

*

Μέσα στον κήπο
κόρη γυμνή
στην ρίζα λεμονιάς

*

Φράχτης ο πόθος,
γυμνό κορμί
παραδομένο σε ύπνο∙
μέσα στα σκέλη
αναμμένο κερί

*

Φιλημένη σάρκα
αστράπτουσα
εις ένωσιν μίαν

*

Καλλίγραμμο σύμπλεγμα
ευωδία σωμάτων
πέραν των ορίων

*

Ώσμωση σωμάτων,
μύρο,
κλίνη της ψυχής
αέρας μόνος

*

Χυμός το φιλί
στητός μαστός
καρπός επί τραπέζης

*

Παρθένος άμωμος
θηλάζουσα
την κοίτη του νερού,
πηγή
αιδοίου δροσερού
τη νύχτα

*

Ύπτιος δισταγμός
πάνω στα βράχια-
σώμα
που καίει ακόμα,
μόνο στη σιωπή

*

Κρυμμένα πρόσωπα
πιθάρια ραγισμένα
ρινίσματα χαράς
αστραφτερά
σαν τα χρυσά φλουριά
μες στην καρδιά

*

Λευκός αστράγαλος
βυθισμένος
σε κρυστάλλινο ύδωρ

*

Πλαγιαστό φεγγάρι
φέτα σιωπής στο στήθος
άδειο μαξιλάρι

*

Φεγγάρι στο μπαλκόνι
κι ας είναι η νύχτα μόνη
δίχως ουρανό

*

Πανσέληνος
κι η μοναξιά
άστρο λαμπρό
καταμεσής στον ουρανό

*

Άστραψε ο ουρανός
γλυκό φιλί
στα χείλη φως

*

Ημιτελή τοπία
μες στη νύχτα
όλο φως∙
σαν ικεσία
το μισό κορμί,
να αιωρείται μόνο

*

Έστω δυο λέξεις
κάποιες σταγόνες
μια ψιλή βροχή
από τον στεναγμό
των άστρων

*

Ανθίζει ο πόνος
δροσερά αστέρια
ανθίζει ο έρως
τριαντάφυλλα
στο στήθος

*

Λειψό φεγγάρι
αγκαζέ
με τ’ άστρα

*

Σειρήνα σιωπηλή
πλοίου που φεύγει
μες στη νύχτα

*

Έναστρη νύχτα
αντίδωρο,
της πικραμένης
μέρας

*

Πώς ξεθυμαίνει
κάποτε ο ουρανός
και πλημμυρίζει
η νύχτα λόγια;

*

Φθινόπωρο
όλα μαραίνονται
κι ο έρωτας
ανθίζει

*

Αγκαλιά
με το γυμνό κορμί
ήρθε και ξάπλωσε
ο στίχος

*

Πλεκτή σιωπή
ατέλειωτη
με νήμα αγάπης

*

Όπως τραγούδι
αηδονιού,
του έρωτα ο πόνος

*

Μικροί οι ώμοι
ασήκωτο
του έρωτα το βάρος

*

Πολύτιμο ορυκτό
ο έρωτας,
μέταλλο αστραφτερό
η αγάπη

*

Σπίτι, του έρωτα
ο στίχος
πριν γίνει σκόνη,
μακρινός του φθινοπώρου
ήχος

*

Πηγή φωτός η σιωπή

*

Λυγερός ανθός
καρπός δακρύων

*

Ευωδιά εντός σιγής
ώριμος πόθος

*

Λίμνη μοναξιάς
στα μάτια∙
Εναγκαλισμός

*

Σιωπηλός έρως
άσβηστη φλόγα

*

Από σιωπή
σε σιωπή
κλίμακα πόθου

*

Μέσα φωνή
άλλη φωνή
κλειστό φως
άκτιστο
εντειχισμένο
στη σιωπή

*

Φλογέρα σιωπής
άηχες λέξεις βροντερές
να κρατηθούν
μέσα σε ρόδο ανθηρό
ελπίζουν

*

Κραυγή ρόδου
ανέσπερο σέλας
ρίγος σιωπής
ανατέλλων βυθός
γλυκύτατου πόνου
σήμαντρον
φως

*

Υδρία στρογγυλή
ρεμβάζουσα
πλήρης πόθων∙
κάνιστρο λυγερό,
λιβάδι
κρεμασμένο
στον λαιμό

*

Βήματα από μετάξι
στο αχυρένιο στρώμα
τ’ ουρανού-
χαμόγελο που φέγγει
μακρινό

*

Σαν απαλό
βελούδινο
χνούδι σιωπής,
επιστροφή,
φιλί
πάνω στο στήθος

Χρίστος Λάσκαρης, Ο ξενιτεμένος

Με χέρι ακουμπισμένο στο κιγκλίδωμα
κοιτούσε τη νεκρή αυλή,
το ρημαγμένο από την απουσία σπίτι.
«Δεν είναι κανείς εδώ»,
φώναξε κι ένα φεγγάρι κείνη τη στιγμή
ανέβηκε απ’το βάθος του βουνού
σαν πεθαμένο.
Ήτανε τέλος του φθινόπωρου
και ο καιρός ψυχρός·
κανείς δεν απαντούσε.
«Δεν είναι κανείς εδώ»,
φώναξε πάλι και ο άνεμος
παίρνοντας τη φωνή
επήγε και την έριξε στου πηγαδιού
το νυχτωμένο στόμα μέσα.

*Από τη συλλογή “Να εμποδίζεις τις σκιές”, Εκδόσεις Διαγωνίου 1982. Το ποίημα περιλαμβάνεται και στο συλλογικό τόμο ‘Χρίστος Λάσκαρης, Ποιήματα”, εκδ. Τύρφη, 2022.