Όταν ο αφέντης είναι απασχολημένος να κατασκευάζει αράπηδες δεν έχει μεγάλη σημασία τι απόχρωση είσαι.
Αν του τελειώσει ένα συγκεκριμένο χρώμα μπορεί πάντα να μεταπηδήσει στο μέγεθος και όταν ξεμπερδέψει με τους μεγαλόσωμους θα το γυρίσει στο φύλο που είναι τελικά η αρχή όλων.
*Μετάφραση: Kyoko Kishida-Jazra Khaleed. Δημοσιεύτηκε στο 12ο τεύχος του Τεφλόν, Χειμώνας-Άνοιξη 2015.
Αυτός ο γυάλινος τοίχος ο αδιαπέραστος που βαδίζει μαζί μου είναι η μέρα η ανυπόμονη είναι οι μυριάδες αυλακιές – τα λούκια του προσώπου μου – είναι οι μαύρες σακούλες, σαν νυχτερίδες αγκυροβολημένες στα γείσα των ματιών εκεί όπου στροβιλίζεται εσαεί ωραιόμενη του ήλιου η ακίδα ή τροχάζουν τέθριππα ακατάπονα στους δροσερούς, φιδίσιους δρόμους κάτω απ’ του απείρου τους κυπαρισσώνες
Τα χέρια μου είναι δυο σαράβαλες φτερούγες τα πόδια μου κάποιας λοκομοτίβας άβουλης πόδια τα δε μάτια μου, πάνω απ’ τον ώμο σαν κοιτάξω είναι δυο φινιστρίνια απ’ όπου παρελαύνουν ντυμένες φράκα τελετουργικά και κρινολίνα πάγχρωμα όλες εκείνες οι ευτυχίες που δε θ’ αυτομολήσουν από κανενός την τσέπη για να τις βρω τυχαία εγώ σαν πεντοδόλλαρα σκύβοντας πλάι σ’ ένα ναυάγιο αύτανδρο με προοπτικές που βγάζουν ασπροπρόσωπα τα ονόματά τους
Είναι κάπου εκεί που αντιλαμβάνομαι πως είμαι ενός ενυδρείου το κύριο έκθεμα κι εκείνα τα σουβλίσματα στις κόρες είναι οι καταπράσινοι καιροί του παιδιού που υπήρξα που αναλάμπουν σφύζοντες ζωή καίτοι διαιώνια ανίκανοι φριχτά ν’ ανακληθούν
Η θάλασσά μας απειλείται από ορδές σωμάτων τορπιλίζουν τα ύδατά μας και μας λυμαίνονται η θάλασσά μας ζητά να προστατευθεί θα στείλουμε αυτόματα με σημαντήρες, σανίδες κολύμβησης και πλωτήρες για να υποστηρίξουμε τους κολυμβητές η διαδικασία πρέπει να γίνει σωστά στη Μελίγια και τη Θέουτα θα δίνονται βαράκια και ζώνες νερού γάντια κολύμβησης, κουπιά χεριών και πτερύγια όσοι έχουν δυνατά κίνητρα θα έχουν το προβάδισμα για να φτάσουν επιπλέοντας γρήγορα στ’ανοιχτά της Λαμπηδούσα ενώ στη γραμμή τερματισμού θα μοιράζονται στεγανές τσάντες προς αποθήκευση και μεταφορά του εξοπλισμού δε θ’ αφήσουμε τίποτα πίσω τίποτα η θάλασσά μας, η θάλασσά μας αυτή η άδολη φόνισσα
*Από τη συλλογή “Ρακοσυλλέκτης χρόνος”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ 2015.
Ανομβρία παντού! Νυσταγμένα μάτια στις ώρες του δειλινού . Μουσκεμένα βλέφαρα σε αφέγγαρες νύχτες. Οι μέρες μεσίστιες και σκοτεινές, γεννούν φονιάδες. Σε κάθε γωνιά, παράσημα, θέσεις και τρανά αξιώματα, πουλιούνται σε τιμή ευκαιρίας. Οι σταυρωτήδες πλήθυναν ανησυχητικά… Και γύρω μας φωτιά, καπνός, καταστροφή και αίμα. Μέσα μας, κλυδωνισμός, ντροπή και ψέμα. Γύρω μας πείνα, εξαθλίωση κραυγή. Μέσα μας, εντολή, αποκλεισμός σιωπή. Στις θάλασσες απόκληροι… λυγμοί καράβια σάπια…καθημερινά πνιγμοί. Κι έτσι, στέκω αναποφάσιστος, ανάμεσα σε δυο πύρινες ατραπούς, ή να κόψω τον ομφάλιο λώρο μου με τον άθλιο κόσμο, ή να πορευτώ άθλια σφαίρα σε πιστόλι…!
Είναι που κάθε λίγο τα νέα αχνίζουν μαύρες πτωματοσακούλες σ’ αφρίζοντα κανάλια είναι που η θάλασσα δεν μπορεί να πάρει τη θέση της μάνας κι ας της δίνεται αυθαίρετα είναι που δε – θέ – λω εκεί που τα νερά θα ‘ναι κρυστάλλινα να φανούν τα μάτια μιας κόρης κι ενός γιου – τρέμω μην είν’ μελιά σαν της αδελφής μου.
Είπαν τον άνθρωπο λαθραίο, μάνα, πώς γίνεται ένας άνθρωπος λαθραίος; Λαθραία ξέρω τα εμπορεύματα… Και το Αιγαίο πώς μπορεί και τους πνίγει πώς αντέχει και τους πνίγει κι έπειτα βάζει τα καλά του και φρεσκολουσμένο δεξιώνεται ιστιοφόρα τα καλοκαίρια, κι έπειτα βάζει τα καλά του και υποδέχεται τουρίστες τα καλοκαίρια; Αλλιώς ζωγράφισες για μένα το Αιγαίο, μάνα…
Καμιά φορά τα πράγματα ξεφεύγουν απ’ τον έλεγχο. Αστέρια καμικάζι πέφτουν απ’ τον ουρανό Οι ευχές ξεχειλώνουν απ’ το πρώτο πλύσιμο. Κάποιοι ισκιοπατιούνται στις ροδοδάφνες. Οι ταξιανθίες του σολιδάγο επαναστατούν. Στην αγορά υπάρχει έλλειψη σε βασικά αγαθά, όπως λάμπες θυέλλης, μουσικά κουτιά και αψέντι από βροχή φιλιών.
Μη με ρωτάς γιατί συμβαίνει αυτό ή γιατί η γιαγιά έχει τόσο μεγάλο στόμα. Μη με ρωτάς ποιος φταίει που εξαφανίστηκαν τα λευκά κοράκια απ’ τα ποιήματα, ή που υπάρχουν κόρες για πούλημα. Όπως κάθε αυγό εμπεριέχει τον κοραλλένιο κρόκο του, κάθε ερώτηση εμπεριέχει την απάντηση.
Με απαλότητα γλιστρά η Γη ανεπαίσθητα στην πορεία γύρω από τον ήλιο και ελλειπτικά του γαλαξία – ύπουλα μας παρασύρει μέσα από την ύλη του στερεώματος και συνοδεύει με μουσική του κενού το μεροδούλι και το μεροφάι
ανάμεσα στα λαμπρά χρώματα του ουρανού και στις φαιές σκιές των πόλεων μας καταδιώκει με μύρια ασύμμετρα ρολόγια και με φραγγέλια μεταμφιεσμένα υποδεικνύει ανάλγητα τη θέση μας στις τριγωνομετρίες της ζωής –
μοχλούς δεν κατέχω “ταν Γαν κινήσω” – κρατώ, ωστόσο, μέσα μου δύναμη φλογερή να απαλύνω τα επί γης άλγη.
Με χέρι ακουμπισμένο στο κιγκλίδωμα κοιτούσε τη νεκρή αυλή, το ρημαγμένο από την απουσία σπίτι. «Δεν είναι κανείς εδώ», φώναξε κι ένα φεγγάρι κείνη τη στιγμή ανέβηκε απ’το βάθος του βουνού σαν πεθαμένο. Ήτανε τέλος του φθινόπωρου και ο καιρός ψυχρός· κανείς δεν απαντούσε. «Δεν είναι κανείς εδώ», φώναξε πάλι και ο άνεμος παίρνοντας τη φωνή επήγε και την έριξε στου πηγαδιού το νυχτωμένο στόμα μέσα.
*Από τη συλλογή “Να εμποδίζεις τις σκιές”, Εκδόσεις Διαγωνίου 1982. Το ποίημα περιλαμβάνεται και στο συλλογικό τόμο ‘Χρίστος Λάσκαρης, Ποιήματα”, εκδ. Τύρφη, 2022.