Η ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ και η σχέση της με το τραγικό

Albert Bloch, Masked Portrait (Georg Trakl), 1943

Ευσταθία Δήμου*

Η έννοια και η μορφή του τραγικού θεμελιώθηκαν για πρώτη φορά μέσα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας στην αρχαία ελληνική τραγωδία, όπως τη διαμόρφωσαν και την εκπροσώπησαν οι τρεις βασικότεροι δραματουργοί, Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης. Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε και αναδύθηκε το τραγικό σε καθέναν από αυτούς παρουσιάζει φυσικά αισθητές διαφορές και διαφοροποιήσεις, κυρίως σε σχέση με τους ήρωες και την ιδιαίτερη θέση και λειτουργία τους μέσα στο δραματικό σύμπαν. Έκτοτε, η έννοια του τραγικού πέρασε όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και γενικότερα στη λογοτεχνία, δίνοντας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονα, το στίγμα της παρουσίας της στα δραματικά, αφηγηματικά και ποιητικά έργα. Βεβαίως, τόσο λόγω της προέλευσης, όσο και λόγω της ίδιας της φύσης του, το τραγικό συνυφάνθηκε πολύ περισσότερο με τα δύο πρώτα λογοτεχνικά γένη, στο μέτρο και στο βαθμό που αυτά έχουν ως πυρήνα τους τον άνθρωπο και τη δράση του, και με διαφορετικό τρόπο με την ποίηση και το πεδίο της. Εδώ το τραγικό προσέλαβε μιαν άλλη απόχρωση, καθώς ενοποιήθηκε κατά τρόπο αξεχώριστο και αξεδιάλυτο με την ίδια την εκφορά του ποιήματος, έγινε δηλαδή γνώρισμα του λόγου τόσο σε επίπεδο επιφανειακό, όσο και σε επίπεδο βάθους, περιεχομένου δηλαδή και νοήματος. Η τραγικότητα και το τραγικό ως στοιχείο ειδοποιό, λοιπόν, του ποιητικού λόγου μπορεί να εντοπιστεί σε πολλές ποιητικές συνθέσεις και σε πολλούς ποιητές ως πυρήνας της σκέψης και της έκφρασής τους, κυρίως όμως ως τεχνική και μέθοδος για τον εμποτισμό του ποιήματος με το αίσθημα και την εντύπωση εκείνη του στίγματος το οποίο φέρει ανεξίτηλο η ανθρώπινη ύπαρξη και ζωή. Σε μερικές όμως περιπτώσεις, το τραγικό παύει να αποτελεί μονάχα τον πυρήνα και το κέντρο και εξακτινώνεται σε πολλές κατευθύνσεις, φτάνοντας, ουσιαστικά, μέχρι την περιφέρεια του ποιήματος και αποτελώντας, εντέλει, ένα δίχτυ μέσα στο οποίο είναι μπλεγμένη, παγιδευμένη θα έλεγε κανείς, κάθε λέξη και κάθε λεκτικό σχήμα. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του αυστριακού ποιητή Γκέοργκ Τρακλ (1887 – 1914), ενός από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που σφράγισε με το πρωτοποριακό του έργο την ευρωπαϊκή ποιητική παράδοση, από το πρώτο του μάλιστα ποιητικό του φανέρωμα το 1908, με το ποίημα «Το πρωινό τραγούδι» που δημοσιεύθηκε στην Salzburger Volkszeitung, ως και τα τελευταία του ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Der Brenner λίγο καιρό μετά τον θάνατό του. Από την περίοδο εκείνη και μετά, το έργο του δεν έπαψε ποτέ να μεταφράζεται και να μελετάται λόγω ακριβώς του βάθους της γραφής του, του ιδιαίτερου κλίματος των στίχων του, της αιχμηρότητας της έκφρασης και της πυκνότητας του ύφους του που εξέβαλαν σε μια ποίηση μοναδική και αξεπέραστη.

Θα μπορούσε κανείς εύλογα και εύκολα να μπει στον πειρασμό και να θεωρήσει φυσική και αναμενόμενη, απολύτως αρμοστή μια εξήγηση που θα αιτιολογούσε την παρουσία του τραγικού μέσα στο έργο του Τρακλ ως άμεση και αναπόφευκτη απόρροια των συνθηκών της ζωής του, του δράματος στο οποίο μετουσιώθηκε ο βίος του με την μειωμένη μητρική ανταπόκριση και αγάπη, τον ενοχικό του έρωτα προς την αδερφή του, τις επαγγελματικές αποτυχίες, τις οικονομικές δυσκολίες, το βούλιαγμά του στον κόσμο των ναρκωτικών, το οποίο άλλωστε επέφερε και τον θάνατό του στα 27 μόλις χρόνια. Η προσέγγιση όμως αυτή, σε μεγάλο βαθμό, λειτουργεί σε βάρος της ποίησής του και την απαξιώνει, συναρτώντας την άμεσα και αποκλειστικά προς την πραγματική συνθήκη και συγκυρία. Γιατί, στην πραγματικότητα, όσο κι αν μπαίνει κανείς στον πειρασμό να ερμηνεύσει τους στίχους του Τρακλ μέσα από το πρίσμα του βίου του, έχει συνείδηση ότι εξέρχεται έτσι από το ποιητικό του σύμπαν, με την αυτονομία και την αυταξία του, ως χώρο όπου οι όποιες συνδέσεις με την πραγματικότητα έχουν πάψει να λειτουργούν και να ισχύουν. Κι αυτό γιατί εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το τραγικό και οι παράμετροί του που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τη θεώρηση και την ενατένισή του ως αξία αισθητική, καλλιτεχνική, ποιητική, ως αφετηρία και κατάληξη της δημιουργίας στο σύνολό της, όχι δηλαδή μονάχα στα επιμέρους ποιήματα, αλλά στον τρόπο με το οποίο συντίθεται το corpus του έργου του. Παρατηρείται δηλαδή στην περίπτωση του Τρακλ μια μετακύλιση από το τραγικό, όπως εντοπίζεται στην αρχαιοελληνική τραγωδία, ως αναπόσπαστο στοιχείο και κατευθυντήρια γραμμή της δραματικής κίνησης, σε μια διαφορετική σύλληψη, με βάση την οποία σχηματοποιεί κατά τέτοιον τρόπο τον λόγο, ούτως ώστε αυτός να καταυγάζει την απόλυτη, τη μόνη και αδιαίρετη αλήθεια του, την ίδια του δηλαδή την περιπέτεια μέχρι να καταστεί έργο τέχνης. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μετακίνηση και μια μετάβαση που τεχνουργείται από το ίδιο το είδος του ποιητικού λόγου, μια μεταλλαγή όχι τόσο της ουσίας του τραγικού, όσο του πεδίου στο οποίο αυτό εντοπίζεται και υπάρχει. Στην ποίηση δηλαδή, εν προκειμένω στην ποίηση του Τρακλ, η τραγικότητα είναι στενά συνυφασμένη με την ποιητική γραφή ως πορεία και διαδρομή, η οποία δεν κρύβει ούτε αποσιωπά στιγμή τη συνεχή, την αδιάκοπη και σταθερά επαναλαμβανόμενη αίσθηση της ματαίωσης, της πτώσης και του απροσπέλαστου που συνιστά η δημιουργία ακόμα κι όταν αυτή καταλήγει τελικά στο ποιητικό σχήμα.

Ο Τρακλ παραδίνεται, λοιπόν, σε αυτήν την παγίδευση που συνιστά το τραγικό στην ποίηση, σε αυτό το δίχτυ προστασίας του από τη σιγουριά του καλλιτέχνη πως έφτασε στον στόχο και την τελείωση, από την απατηλή αίσθηση ότι κατέκτησε τον λόγο. Ο λόγος του Τρακλ μοιάζει απόλυτα κατακτημένος ακριβώς επειδή κρύβει και, παράλληλα, τεχνουργείται με την απόλυτη συνείδηση, την πικρή συνειδητοποίηση του άφθαστου της τέχνης, του ανέκφραστου και του ανολοκλήρωτου που τη συνέχει και την εμποτίζει. Γι’ αυτό και τα ποιήματά του αποπνέουν αυτήν την σπασμωδικότητα, αυτό το κομμάτιασμα κι ο κάθε στίχος του φέρει έκδηλα επάνω του τα ίχνη της μάχης που δίνει ο δημιουργός. Μια μάχη που παραπέμπει στους ήρωες της αρχαίας τραγωδίας, οι οποίοι παρουσιάζονται να διαμορφώνουν μια σπονδυλωτή κίνηση, μια διαδρομή γεμάτη τομές, αναβάσεις και καταβάσεις οι οποίες συνέθεταν την τύχη και την προαίρεσή τους, την ολοκληρωτική τους μέθεξη και απορρόφηση στο τραγικό που ταυτίζεται με τη ζωή όταν αυτή θέλει να υψωθεί πάνω και πέρα από το γήινο και το λιμνάζον. Έτσι και η ποίηση του Τρακλ υψώνεται σε ένα πεδίο όπου το μόνο που κυριαρχεί είναι ο λόγος, εντελώς αποδεσμευμένος -όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται πάντα καθαρά- από την εμπειρική πραγματικότητα. Η οποία είναι βέβαια επίσης τραγική, αλλά με διαφορετικό τρόπο, αφού δεσμεύεται από συνθήκες και δεδομένα τα οποία δένονται με το τοπικό και το επικαιρικό, σε σύγκριση με την τέχνη που εναγκαλίζεται την τραγικότητα ακριβώς για να μπορέσει να φωτίσει την επώδυνη, επισφαλή και πάντα υπό αίρεση συνθήκη της δημιουργίας, την πάλη με την ανώτερη εκείνη δύναμη που είναι η μορφή και η δούλεψή της, ώστε να μπορέσει να δώσει στις ίδιες κάθε φορά ιδέες μια διαφορετική, μια νέα προοπτική και λειτουργία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/η-ποίηση-του-γκέοργκ-τρακλ-και-η-σχέση-τ/

Χάρης Σακελλαρίου (1923-2007), Prevention

Πιάστε αυτό το σκελετό
που τρέχει στους δρόμους
των ματιών – μας
ενθουσιώδης περιχαρής κροταλίζοντας
το κίτρινο του φόβου – μας
προβάλλοντας σε κάθε γωνιά
τα ικριώματα της αυριανής μέρας
Ακούραστος σπεύδει
αδειάζει την άβυσσο στο κρανίο – μας
γεμίζει την άσφαλτο κόκαλα
αριθμημένα
δοκιμάζει τα καρφιά
στις πόρτες

Μας φτάνουν τόσοι σκελετοί
στις καρέκλες
με τον πονόδοντο
και τους καθρέφτες

Η μέρα αλέθει τη στάχτη
σε ανέχυρα

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτα”, εκδ. Κέδρος 1978.

«Καταυλισμός», του Γιώργου Βέη

Δάφνη Μαρία Γκυ-Βουβάλη*

Η ποίηση που αναζητά. Που, ως άλλος Διογένης με το φανάρι του, γυρεύει την ψυχή των πραγμάτων. Και ανευρίσκει, ως έπρεπε, χρυσάφι. Η ποίηση που, ως άλλη Αμάλθεια, ξεχύνει από το κέρας της λέξεις και νοήματα, και πλάθει τον κόσμο. Ή τον αναπλάθει. Ή τον αντικαθρεφτίζει. Σε κάθε περίπτωση, που φωτίζει και ανθίζει στους κήπους των αναγνωστών της. Όπως άνθισε στον δικό μου, η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Βέη, «Καταυλισμός», η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ύψιλον.

Κι ας ξαναγυρίσουμε στην πρώτη φράση μας: η ποίηση που αναζητά. Την ουσία των όντων. Και ταυτοχρόνως, την εκπέμπει. Γιατί αυτή είναι η ποίηση του Βέη. Ο «Καταυλισμός» απαρτίζεται από δύο ενότητες ποιημάτων, (30 καταμετρώνται στην πρώτη και 27 στη δεύτερη), τα οποία συνδυάζουν τον ελεύθερο στίχο με το σονέτο. Και μέσ’ από όλους τους στίχους, μ’ ένα πνεύμα άλλοτε σαν υπαινικτικό μωσαϊκό, άλλοτε περιγραφικό και διεισδυτικό ταυτόχρονα, και με ποικίλη θεματολογία, ο ποιητής αποτυπώνει τον στοχασμό του, τη μια επισημαίνοντας την έγνοια του για τον κόσμο, την Ιστορία και την πραγματικότητα που κυλά ανάμεσά μας σήμερα, και την άλλη ζωγραφίζοντας τα πορτρέτα πόλεων, ανθρώπων και της ίδιας της φύσης. Παντού ξεχωρίζει η αγάπη του για την ζωή, τη φύση, και για την ίδια την αγάπη, και η αντίστοιχη αποστροφή του για την καταστροφή, μαζί με όλα της τα ονόματα.

«Η μυρωδιά της φλούδας του ευκάλυπτου
έντονη σήμερα,
δεν θυμάμαι άλλη φορά
να μου έγνεφε έτσι η σκιουρίνα
από το πρωί η υπόμνηση
της αλλαγής του αιώνα σε στάχτη
σε απόλυτη στάχτη των χαμένων ευκαιριών
στην αυτοκρατορία της προδοσίας
μόνιμοι κάτοικοι του μέλλοντος
οι κορμοράνοι με τα καψαλισμένα φτερά
που πρόλαβαν την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή
να πετάξουν ως εδώ, να με βρουν
που σώθηκα μέσα στο όνειρο».

Γράφει λόγου χάρη σ’ ένα πολύ αντιπροσωπευτικό ποίημα της πρώτης ενότητας, «Το τετράδιο του καιρού», στη σελίδα 39. Στο νου και την ψυχή του, οι πυρκαγιές που ταλανίζουν την ανθρωπότητα και αυτή την ίδια την πατρίδα μας, κυριολεκτικές και μεταφορικές. Κανόνας: ο ποιητής πάντα σώζεται μέσα στ’ όνειρο – πώς αλλιώς θα γινόταν; Για να κοινωνήσει τις απειράριθμες, ως οι κόκκοι της άμμου, σκέψεις και τα συναισθήματά του.

«Τα γράμματα, οι συλλαβές
πάνω στο τραπέζι τόσο ξεκάθαρα
ναι, εδώ μπροστά μου, προτού ενωθούν
και πώς γίνονται σε μια στιγμή
όλα μαζί αυτά τα σποράκια
οι λέξεις σου
πώς δένουν αμέσως σε νόημα

……………………………….

να πέφτει ένα σώμα
από ιδέα και νερό
σουσάμι σοφό»

(«Μια χούφτα σησαμόσποροι», σελ. 15.) Καίριες λέξεις, τοποθετημένες η κάθε μια στη θέση της, πλάι σ’ ένα δεύτερο ενικό που λειτουργεί σαν πρώτο. Το νερό είναι η πηγή της ζωής, άρα και της ποίησης, και συνάμα η κάθαρση· «Διότι το νερό θα τα παρασύρει όλα στο τέλος», όπως μας δηλώνει ο Βέης αποφθεγματικά στο ποίημα «Νοσταλγία της άφεσης» (σελ. 22). Νερό, και μνήμη. Δυό λέξεις κυρίαρχες σε πολλά ποιήματα της πρώτης ενότητας αυτής της συλλογής, («η μνήμη σημαίνει υπεροχή του φωτός», μεταφέρει τη φράση του Παρμενίδη στο ποίημα «Με τον αμπελοσαλίγκαρο», σελ. 27), οι οποίες λειτουργούν ως κιβωτοί σωτηρίας μέσα σ’ έναν κόσμο που συστηματικά βουλιάζει.

Ο ποιητής ισορροπεί ανάμεσα στη θέαση και την αντίληψη αυτού του κόσμου, αφ’ ενός, και την επιθυμία της αισιοδοξίας για την έλευση καλύτερων ημερών αφ’ ετέρου:

«’Τόσο περίκλειστος κόσμος
ούτε ένα εκατοστό του μέτρου
ελεύθερο από πλάνη, απάτη, απειλή’
έτσι τους έλεγε μέρα παρά μέρα
ο νεαρός φιλόλογος
οι μαθητές καταλάβαιναν αρρώστια».

(«Σαρκοφάγος», σελ. 28). Όπου πριν από την αρρώστια βρίσκεται η καχεξία και μετά, ο μη κατονομαζόμενος παρά μόνο μεταφορικά στον τίτλο θάνατος, θα συμπληρώναμε εμείς. Ενώ, στην αντικρινή σελίδα 29, στο «Έναστρη χλόη», ο ποιητής γράφει:

«Αιωρείται πάλι αυτήν τη στιγμή
κοντά μας, σαν αλήθεια
όσα πιστέψαμε ότι ήταν λίγο πριν
από μάρμαρο ή από σκέτο ατσάλι
πυγολαμπίδες μήπως
δενδρόβια μυστικά να είναι άραγε
ή προσευχές ξανά των βουδιστών
καθώς σηκώνεται το χορταριασμένο μονοπάτι
με τη δύναμη των θαυμάτων, κάθετα
ένα λάβαρο δηλαδή μέσα στο όνειρο
δεν ακούμε αλλά ξέρουμε
στρατώνες αδειάζουν εντελώς

…………………………………

αλογοπέταλα με νόημα
από μακριά τώρα πια όλα αυτά
όπως ομίχλη με σθένος
πέπλο να σκεπάσει το μάτι του κακού
βασκανία έρεβος χολή μικραίνουν
μικραίνουν κι άλλο
…………………………

ενώ ο μέγας κυματισμός της βλάστησης
να παραμείνει κυρίαρχος
η μόνη βεβαιότητα ασίγαστη
συνεπής, όσο ο θεός Παν
…………………………

Εδώ το «χορταριασμένο μονοπάτι» μετατρέπεται σε «λάβαρο μέσα στο όνειρο» – είναι κι αυτός ένας τρόπος «για να γενούν τα σκοτάδια λάμψη», όπως λέει και ο υπέροχος στίχος του Ναζίμ Χικμέτ.

Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη ενότητα ποιημάτων, είναι γνήσια ζωγραφική. Ο πολυταξιδεμένος Βέης μας περιδιαβάζει στον κόσμο, και βέβαια στην Ασία, καταδηλώνοντας παράλληλα και την αγάπη του για την πατρίδα. Μιαν αγάπη που εκφράζεται αναφανδόν στο πρώτο κιόλας ποίημα, το «Είσοδος της Αθηνάς στο πάρκο», στην σελίδα 46:

«Βρήκα το μονοπάτι
τη χλόη με θάρρος ν’ απλώνεται
εκείνη την πηγή
την ίδια των ονείρων μας να παραμιλάει
μάλλον θα είναι η σωστή μέρα
η σωστή βδομάδα
ο δικός μας ήλιος
κανένα πουλί ακόμη
αλλά μόνο αυτό το απρόβλεπτο ελάφι
με τα μεγάλα, υπέροχα ελληνικά του».

Και ύστερα ο Βέης μας περιδιαβάζει στον κόσμο. Έτσι απλά; Όχι βέβαια. Η περιγραφή του ζωγράφου-ποιητή Βέη δεν είναι ποτέ επιφανειακή. Μας ξεναγεί κι εδώ, με τον μοναδικό, εκπληκτικό τρόπο που πάντα τον χαρακτήριζε: με το να διεισδύει δηλαδή μέσα σε χαρακτήρες, τόπους, πράγματα και καταστάσεις, και να μας καθιστά ορατό και αισθητό το αόρατο παλίμψηστό τους, εκείνο που έχει ήδη σμιλέψει η ιστορία και ο χρόνος. Και τούτη τη φορά, όχι με την δαψίλεια του πεζού κειμένου, αλλά με την καίρια οικονομία και την λιτότητα της ποίησης. Για του λόγου το αληθές, σταχυολογούμε δύο μικρά ποιήματα:

«ΒΕΡΟΛΙΝΟ, ΟΙ ΦΛΑΜΟΥΡΙΕΣ», σελ. 60.

«Μερικές φορές τα καταφέρνει και περνάει
μέσα από τα φύλλα τους
και φτάνει ως εμάς το φως, ένας νικητής.
Στη σκιά τους όμως, σχεδόν πάντα
στέκονται όρθιες και μας περιμένουν
οι ιστορίες
όλων εκείνων που πέρασαν από δω
νομίζοντας πως ήταν κι εκείνοι
θεοί»

«ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΙΑΒΑΣ», σελ. 62

«Στην άκρη του δρόμου
ένα δεμάτι σανταλόξυλο
από το πρωί την περιμένει
μα η Ιμπουέκα ακόμη να φανεί
ίσως να έχασε το δρόμο του γυρισμού
ψάχνοντας τον πατέρα της.

Νόμιζε ότι τον είδε
πριν δύο χρόνια περίπου
ήταν η τελευταία φορά
εκεί, στη μέση του ρυζοχώραφου
κοντά στα ριζά του λόφου».

Μέσα από το χρυσό στάχυ της ποιητικής του ωριμότητας λοιπόν, ο Γιώργος Βέης μας χαρίζει σήμερα τον «Καταυλισμό» του, σαν να επιχειρεί μια πρόχειρη εγκατάσταση αυτή τη φορά στα συγκεκριμένα ποιητικά μονοπάτια του βιβλίου του, η οποία όμως μας υπενθυμίζει τόσο αντιστικτικά και τόσο ξεκάθαρα την μονιμότητα της ποίησης τόσο στον δικό του εσωτερικό κόσμο όσο και στον εξωτερικό της ζωής μας.

Εμείς, θα ολοκληρώσουμε την παρουσίασή μας καταγράφοντας ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής, που βρίσκεται στην δεύτερη ενότητά της, και τιτλοφορείται «Μπατάβια» (σελ.65).

Πνεύμα το ρεύμα, η δύναμη που έρχεται από
Ισλάμ και Σίβα, Μπάγκαβατ Γκίτα να σηκώνει
την πολιτεία, όλους τους μύθους της τόσο ψηλά
στο στερέωμα ενός πανθέου των ανατροπών

ποτάμι που γυρίζει προς τα πίσω, μάσκες χρόνου
πέπλα πυκνά σκεπάζουν συνωμοσίες τα πάθη
η δωρεά των άστρων τιμή για τους σοφούς
οι βροχές καταπίστευμα, το ρύζι γαλαξίας

θυσίες ακυρώνονται, τα θολά τζάμια δείχνουν
αρχιπέλαγος των ναυαγών των αρχηγών δράκων
πορεία τεθλασμένη, γεωγραφία κινδύνων

από πού ξεφυτρώνουν τα ηφαίστεια οι οφθαλμοί
σκιές τρέχουν στο μέλλον των εκρήξεων, Τζακάρτα
σε λένε τώρα πια κι είσαι το σπίτι μου· δανεικό.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.periou.gr/dafni-maria-gky-vouvali-katavlismos-tou-giorgou-vei/

Ευθύμιος Λέντζας, Ποιήματα

Οι γυναίκες που έθαψα στον ύπνο,
στο στήθος μου φυτρώσανε γελώντας.
Γλυκιά μου απόδραση στο δίχως
κάδρα δωμάτιο με τα δύο κρεβάτια,
την ξύλινη πόρτα και το φως στο διάδρομο.
Πουθενά το βήμα μου απόψε.

*

Στενόκαρδα στρώματα·
Πώς να συμφιλιωθώ με τα κόκαλα;
Θεέ μου, τι μεσημέρι κι αυτό,
με κίτρινο τοίχο και χελιδόνια στα κάγκελα.
Όταν ο κίνδυνος γίνεται δεύτερη γλώσσα
δεν με τρομάζουν οι κηλίδες στο πάτωμα:
Η κοινή μας ζωή στο σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο”, εκδ. Θράκα, Ιούνιος 2022.

Ella Wheeler Wilcox, Μοναξιά

Γέλασε, και ο κόσμος θα γελάσει μαζί σου.
Κλάψε, και μονάχος θα κλαις.
Γιατί η λυπημένη γέρικη γη πρέπει να δανειστεί την ευθυμία της,
ενώ έχει δικά της προβλήματα αρκετά.
Τραγούδησε, και οι λόφοι θα απαντήσουν.
Αναστέναξε, κι ο στεναγμός σου στον αέρα θα χαθεί.
Αναπηδούν οι αντίλαλοι σε ήχο χαρωπό,
μα συρρικνώνονται στης έγνοιας τη φωνή.

Αγαλλίασε, και οι άνθρωποι θα ψάξουν να σε βρουν.
Πένθησε, και την πλάτη θα γυρίσουν ν’ απομακρυνθούν.
Θέλουν γεμάτο μερτικό απ’ όλες τις χαρές σου,
μα δεν χρειάζονται τη θλίψη από τις συμφορές σου.
Είσαι χαρούμενος, και οι φίλοι σου είναι πολλοί.
Γίνε λυπημένος, και τους έχασες όλους.
Ούτε ένας δεν αρνείται το νέκταρ του οίνου σου,
αλλά μονάχος πρέπει να πιεις της ζωής τη χολή.

Γιόρτασε με γεύμα πλούσιο, και οι αίθουσές σου θα γεμίσουν από πλήθη.
Νήστεψε, κι ο κόσμος θα σε προσπεράσει.
Να πετυχαίνεις και να δίνεις, κι αυτό σε βοηθάει να ζήσεις,
μα κανένας δεν σε βοηθάει να πεθάνεις.
Υπάρχει χώρος στους διαδρόμους της χαράς
για ένα μακρύ κι αρχοντικό τραίνο,
αλλά όλοι πρέπει να μπούμε ένας-ένας στη σειρά
για τα στενά περάσματα του πόνου.

*Μετάφραση: Αγγελική Μπούλιαρη. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από εδώ: https://poiimata.com/2023/07/04/monaxia-ella-wheeler-wilcox/

Δημήτρης Πέτρου, από τον ”Εικοστό κόσμο”

Πρώτο έσπασε το Σύμφωνο.
Νύχτα ψυχρή, ξημέρωναν ιδανικές συνθήκες.
Χώμα κατάλληλο για άρματα, θερισμένο,
και βρέθηκα να κοιτάζω στο μέσο της ζωής
έναν κόσμο σε ετοιμασίες.

Δίπλα μορφή τυφλή, απορημένη
σε ραψωδίες πάλευε να κλείσει την παραφροσύνη.
Γυρίζει και μου λέει:

-Πού πήγαν οι θεοί;
Δεν βρίσκω πρόσωπο να τραγουδήσει.
Το φτερωτό άλογο νεκρό.
Η γυναίκα με τα λυτά μαλλιά
μακριά πολύ από τα χρόνια.
Τώρα ποιοςθα βάλει το θυμό σε τάξη;

Νύχτα ψυχρή χωρίς διαβουλεύσεις.
Δεν απαντώ.

-Πού είδες ομορφιά;
Βασιλική πληγή μέσα σ’ αυτό το χάος;

Νύχτα ψυχρή και ξάστερη, γεμάτη κρότους.

*Από τη συλλογή ”Εικοστός κόσμος”, εκδ. Πόλις, 2022.

Νίκος Κόλμαν, Δύο ποιήματα

ΙΕΡΟΣΥΛΙΑ

Το φως του φεγγαριού στόχευε τα κλειστά σου μάτια
χαμογελούσε το βλέμμα σου
προστατευμένο από την εμμονή μου

ωσάν να κοιτούσα αλλού
ωσάν να ξυπνήσαμε αλλού, σε ολική μετατόπιση του χωροχρόνου,
ωσάν να ιεροσυλήσαμε στο ιερό μιας εγκαταλειμμένης
βυζαντινής εκκλησίας σ’ άγνωστο χωριό της Καππαδοκίας.

Το ονειρικό ατόπημα
μεταφέρεται από κοπάδι άχρωμων αμνών.

*

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Αυτή τη στιγμή
την επόμενη στιγμή
όλες τις στιγμές
-καλές και κακές-
τις χρονομετρώ, τις πολλαπλασιάζω, τις διαιρώ και
Υπολογίζω
πόσο πολλές είναι
μέσα στη σύντομη ζωή.

Δύο σταγόνες καθώς πέφτανε από ψηλά
Συναντήθηκαν
Αγαπήθηκαν
Φιλήθηκαν
μα μόλις φτάσανε στη γη
για πάντα διαλύθηκαν.

*Από τη συλλογή “Δοκιμές μνήμης”, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2020.

Η καλύβα ψηλά στο βουνό – Σε κοίταζα μ’ όλο το φώς και το σκοτάδι που έχω

Προοίμιο

Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.
Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.
Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*

Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.
Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.
Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.
Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:

Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο. Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…
Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα
συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα: προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής – αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές, με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.
Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.
Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.
Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος
του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε
ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο
τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού! Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.
Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.
Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.
Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.
Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου
1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.
Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…
Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.
*
Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:
Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία «αναγνωρίσεως»
Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία…

Επίλογος

Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.
Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

*Υστερόγραφο: Το κομμάτι αυτό προέρχεται από τα «μυστικά του Κόλπου»:
http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_115598030464363419.html

Κατερίνα Λιάτζουρα, από τη συλλογή “Λευκοί νάνοι”

και έπειτα·

με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siecle·
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας

Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;

Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις

μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;

*“Λευκοί νάνοι”, εκδ. Βακχικόν, 2022.

Γιώργος Κοζίας: Το ανθισμένο καράβι

Στη Χριστίνα

Τα πανιά ξεδιπλώθηκαν. Ο αγέρας φύσηξε
τέντωσε τα σχοινιά. Πάνω στο γέρικο καράβι
άνθισε η τριανταφυλλιά. Τυλίχτηκε στην πρύμνη
και στην πλώρη. Ανέβηκε στην κορυφή του καταρτιού.
Στα κουπιά κρέμασε τα στεφάνια της.
Οι κωπηλάτες φώναξαν στον τιμονιέρη να γυρίσει
το πλοίο κατά τη στεριά. Αυτός αρνήθηκε.
Τρομαγμένοι από αλλόκοτα ρόδα ρίχτηκαν
στη θάλασσα. Η τριανταφυλλιά κράτησε
μόνο τον τιμονιέρη. Τον σπλαχνίστηκε.
Του έδωσε άστρο βάλσαμο, τιμόνι καρυοφύλλι.

*Από συλλογή “Πεδίον ρίψεων”, εκδ. Στιγμή, 2001.