Οχλοβοή
στον ναό της αστικής μάχης.
Θαμώνες και περαστικοί
με ένα κερί χλωμό στο χέρι
-φορώντας προβιά λύκου-
στέκουν στον μαρμάρινο σολέα,
και περιμένουν την γέννηση της Κίρκης.
Φωνασκούν και διαπληκτίζονται,
δίχως αίτιο και Ιούδα.
Στις τσέπες φυλούν γάλανθο
και κέρματα από ασήμι.
Στον ομφαλό του τρούλου,
άγιοι με βλέμμα στωικό
ακολουθούν την ραψωδία,
από τα μάτια τους
αναβλύζει αίμα μνηστήρων,
που καταλήγει στον Ιορδάνη ποταμό.
Κανένας ήρωας
δεν περνά το κατώφλι του ναού,
κανένα θαύμα δεν λαβώνει
την γέννηση της Κίρκης.
Ο χρόνος παντοκράτορας,
και η θλίψη δεν παύει
να δίνει χρησμούς στους απόντες θνητούς.
Author Archives: Το κόσκινο
Hans Magnus Enzensberger, Δύο ποιήματα
ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΣΕ ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
Δημιουργοί της Ιστορίας! Λύκοι φοβισμένοι
μακιγιαρισμένοι αγριόχοιροι, ευνούχοι
με τους βηματοδότες σας, πιθηκόζουμο
σε ζαρωμένη σπλήνα, ένα απολειφάδι στέργε ή
ανάμεσα στα σκέλια:
άυπνοι πάνω απ’ το ρεύμα του κόλπου
εκτιναγμένοι από υπέροχους υφάλους
μέσα σε λαγούμια νεφών, κι όμως
κανένα αερικό, καμιά θυγατέρα τ’ ανέμου
δεν σας κρατά μέσα στην άγρια καρδιά της
ούτε κι εσείς κουρνιάζετε
μες στο σοφό της κορμί.
πάντοτε μη ίδια μπαμπόγρια, η Ιστορία,
ετούτη η φρικτή οικοδέσποινα,
θα σκαρφαλώνει στα ξινά σας κρεβάτια
αρμέγοντας
τις θολές σας ηδονές.
κατεβείτε! χωρίς αλεξίπτωτο!
παλέψτε το!
ούτε ένα θηλυκό
δεν θα ρίξει για εσάς ένα δάκρυ:
ακόμα και η μπαμπόγρια θα σας ξεχάσει.
*
ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΤΡΟΜΟYΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ
Η νύχτα είναι ένα κρεβάτι από τσουκνίδες
τρίζει το χέρι σου σαν ρόδι
κάποτε χαμογέλασε στον λαιμό μου η θηλιά
έκαψε την τυφλή μου καρδιά
τ’ άλμπουρα του καραβιού τώρα φλέγονται
στους υφάλους της ακτής Bagouse
στη δαγκωματιά της θαλασσινής άλμης
ω δείξε μου το τσακισμένο ποδάρι
μυρίζει καμφορά το σκοτεινό μάτι σου
και βυθισμένο στο αίμα σέρνεται ένα μπλουζ
ω μίσος εσύ κούφιο σύνθημα
απελευθέρωσε την ύστατη ώρα μου
ένα τρένο σφυρίζοντας τη διαπερνά
θεόρατες αίθουσες αναμονής
οι σερβιτόροι καλούν σε προσευχή, μαζευτείτε!
*Από τη συλλογή “Η υπεράσπιση των λύκων έναντι των αμνών” (1957). Περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.
Philippe Jaccottet, στίχοι
Το παιδί, από τα παιχνίδια του, διάλεξε μια βάρκα πήλινη
για να την αποθέσουν πλάι στον νεκρό.
Θα κυλήσει ο Νείλος μέχρι εκείνη την καρδιά;
Άλλοτε κοίταζα επί ώρες αυτά τα πορθμεία των μνημάτων
όμοια με το κέρας της σελήνης.
Σήμερα δεν πιστεύω πως η ψυχή τα χρησιμοποιεί, ούτε αυτά,
ούτε κανένα βάλσαμο, ούτε κανένα χάρτη του Άδη.
Αν όμως η τρυφερή εφεύρεση ενός παιδιού
έβγαινε απ’ τον κόσμο μας,
Θα συναντούσε αυτόν που τίποτα δεν τον συναντάει;
Ή είναι για παρηγοριά δική μας σ’ αυτή την όχθη;
*Το ποίημα ανήκει στο ποιητικό βιβλίο Leçons (πρώτη δημοσίευση το 1969). Περιλαμβάνεται σε μια πρώτη συγκεντρωτική έκδοση. Έιναι η έκδοση που κυκλοφόρησε από τον Gutenberg, σε μετάφραση Θανάση Χατζόπουλου.
Κώστας Ρεούσης, Το καρναβάλι των στίχων
στον Ηρακλή Παντελιδάκη
(I)
Ο ήχος απ’ το καπάκι
Μιας παγοθήκης
Προσγειώνει τα γαϊδουράγκαθα
Ενός βάζου Βοημίας
Στο στόχο της φαρέτρας
Μιας μπρούντζινης
Αρτέμιδος.
(II)
Η βάρβαρη δεκαετία
Μιας ηλικίας μεταιχμιακής
Εκεί στη νέκρα
Μιας πόλης συνοριακής ν’
Αγγίζει τον καύσωνα που
Ένας του νότου ποιητής
Αντέχει.
(III)
Βρισκόμαστε σ’ έναν
Αιώνα άκυρο
Νευμάτων ποντοπόρων
Όλα μες στην ταχύτητα
Μίας οθόνης αλγοριθμικής
Μ’ ανούσιες επαναλήψεις
Φλεγματικών καταρρίψεων.
(IV)
Κι όλα αυτά τα χέλια
Γλοιώδεις παρακρούσεις
Θαλασσινών σαλιγκαριών
Μέσα στο δίκοχο
Και στην αρβύλα
Ενός πολέμου που
Συνεχίζεται αναίμακτα κι επικερδώς.
(V)
Καθώς κι ενώ τα γράμματα
Συγκεντρώνονται στην
Ετήσια θερινή παράκρουση
Των αστρικών παρατηρήσεων
Ενός καρφωμένου ουρανού
Στο βλεφάριασμα του ακροτελεύτιου
Πελασγού στιχοπλόκου.
(VI)
Ακόμη και το «αίφνης»
Ξεφώνισε το «ξαφνικά»
Βρίσκοντας την καλοκαιρινή
Ποπλίνα βάλσαμο των
Εκροών μίας
Ανταριασμένης
Πνευμονικής συνουσίας.
(VII)
Σπερματικός εκτοξεύομαι και
Μαλάκας ολκής
Επίπλαστης σιωπής παρανυχίδα
Του δάκτυλου που είμαι αγωγός
Παράφωνων παιάνων και
Πενταγράμμου μυστικού
Κυκλαδικός πανηγυρτζής.
Λευκωσία, καλοκαίρι 2024
*Δημοασιεύτηκε στο exitirion.wordpress.com Επιμέλεια δημοσίευσης: Κωστής Παπαζάκ
Μετεπαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση στην ελληνική ποίηση
Βασίλης Λαμπρόπουλος*
Στο δοκίμιο αυτό επισημαίνω δύο μείζονα πολιτικά αισθήματα στη νεωτερική ελληνική ποίηση, την ανάταση και την απογοήτευση. Από την Επτανησιακή ποιητική γενιά του 1820 ως σήμερα, διατρέχουν την ποίηση ένα κυρίαρχο ρεύμα εθνικής απελευθέρωσης και ανάτασης και ένα υπόγειο ρεύμα μετεπαναστατικής απογοήτευσης και μελαγχολίας. Η αρνητική στάση συμπορεύεται χρονικά με πολλές ξένες πρωτοβουλίες στοχαστικής αντίστασης και αποσύνδεσης των τελευταίων εβδομήντα ετών και αξίζει να μελετηθεί παράλληλα με διεθνείς τάσεις κομματικού μηδενισμού, φιλοσοφικού σκεπτικισμού και πολιτικού αναρχισμού. Εδώ θα σκιαγραφήσω εν συντομία μια ελληνική διαδρομή του υπόγειου ρεύματος στο ευρύτερο πλαίσιο της μετεπαναστατικής διάψευσης στη λογοτεχνία από τη Γαλλική Τρομοκρατία ως τη ματαιωμένη Μετα-αποικιοκρατία.
Το ιστορικό φαινόμενο που αποκαλώ «μετεπαναστατική συντριβή» είναι επακόλουθο μιας συλλογικής αποτυχίας ‒ μιας πολιτικής, πολεμικής, ταξικής, εθνικής, πολιτιστικής και άλλης απόπειρας να ανατραπεί και να αλλάξει ένα κυρίαρχο καθεστώς πραγμάτων. Η σύγχρονη ιστορία των ιδεών ανάγει ιδέες επαναστατικής ήττας και απογοήτευσης στις απαρχές του Ρομαντισμού, όταν το απελευθερωτικό ιδεώδες του Διαφωτισμού άρχισε να διαψεύδεται για διάφορους λόγους ‒ επειδή δεν υλοποιήθηκε ή αυτοκαταργήθηκε, ή έγινε τυραννικό. Είναι αξιοσημείωτο πως ήδη από την αρχή της νεωτερικότητας η ποίηση χαιρέτησε την επανάσταση και θρήνησε τη ματαίωσή της. Ας αναλογιστούμε πως η ποίηση εξέφρασε μετεπαναστατική μελαγχολία για την περιοδική συντριβή τής επανάστασης από την εποχή των Chenier (1762), Wordsworth (1770), Kleist (1777) και Leopardi (1798). Ας αναλογιστούμε επίσης και πολλές κατοπινές εκφάνσεις αριστερής μελαγχολίας στο έργο ποιητών από διάφορες χώρες (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): Alexander Blok (1880-1921), Anna Akhmatova (1889-1966), Osip Mandelstam (1891-1938), Vladimir Mayakovsky (1893-1930), Bertolt Brecht (1898-1956), Pablo Neruda (1904-1973), Léopold Senghor (1906-2001), W. H. Auden (1907-73), Tillie Olsen (1912-2007), Aimé Césaire (1913-2008), Pier Paolo Pasolini (1922-75), Denise Levertov (1923-1997), Christopher Logue (1926-2011), Hans Magnus Enzensberger (1929-2022), Heiner Müller (1929-95), Amiri Baraka (1934-2014), Audre Lord (1934-92), Wolf Biermann (1936) και Ngũgĩ wa Thiong’o (1938-2025).
Ο όρος «αριστερή μελαγχολία» είναι ένας ειδικός όρος πολιτικής και πολιτιστικής κριτικής. Προέρχεται από μια συγκεκριμένη βιβλιογραφία που αρχίζει με τον εβραϊκό γερμανόφωνο μοντερνισμό (Freud, Warbourg, Benjamin, Adorno) και φτάνει ως τη σημερινή πολιτική, κοινωνική και και αισθητική θεωρία. O όρος έγινε εξαιρετικά επίκαιρος με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου (1989) και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (1991) και αναφέρεται σε μια στοχαστική στάση απογοήτευσης από το επαναστατικό ιδεώδες, η οποία αρνείται ταυτόχρονα να το απαρνηθεί, διότι εξακολουθεί να πιστεύει στην εξέγερση. Η στάση αυτή μπορεί να επέλθει πριν ή ύστερα από ένα επαναστατικό γεγονός, αλλά εκφράζει μια ριζική απογοήτευση από το σχετικό πρόταγμα. Το αριστερό άτομο αισθάνεται προδομένο ή από την επαναστατική πορεία ή από το αποτέλεσμά της. Όμως, παρ’ όλη την οδύνη, αρνείται να πενθήσει το όραμά του και να το ξεπεράσει. Εξακολουθεί να ατενίζει τα ερείπιά του και να πιστεύει στην ακεραιότητά του, πιστεύοντας πως η ιστορία καταρράκωσε την πραγματοποίηση αλλά όχι την αξία του. Το όραμα της εξέγερσης διαρκεί.
Θέτω τις απαρχές της μετεπαναστατικής συντριβής της ελληνικής ποίησης στους επαναστατικούς Αντρέα Κάλβο και Διονύσιο Σολωμό και στους συγχρόνους τους Αδριατικούς λόγιους και διανοούμενους της μεταιχμιακής εποχής μεταξύ της Αυτοκρατορίας και του Έθνους, όπως την περιέγραψε η Κωνσταντίνα Ζάνου στο βιβλίο της Τραυλίζοντας το έθνος: Διεθνικός πατριωτισμός στη Μεσόγειο, 1800-1850 (2019). Θεωρώ πως η αφετηριακή συντριβή της ελληνικής ποίησης είναι το χαμένο μέλλον εκείνης της διεθνικής γραφής που την εποχή των νοτιο-ευρωπαϊκών επαναστάσεων, για 30 περίπου χρόνια στις αρχές του 19ου αιώνα, κυκλοφορούσε ανάμεσα σε διάφορα γλωσσικά ιδιώματα, λογοτεχνικά είδη, πολιτικά καθεστώτα, γεωγραφικά σύνορα και πολιτιστικά πλάτη.
Εδώ και δύο αιώνες, από τον Ρομαντισμό ως τον ύστερο Μεταμοντερνισμό, στα περιθώρια και υπόγεια της ελληνικής ποίησης υποβόσκουν η περιοδική μετεπαναστατική συντριβή και μελαγχολία που κάνουν ποιήτριες και ποιητές κάθε είδους, φύλου, τάξης, γλώσσας και καταγωγής να διαταραχτούν, να οργιστούν, να σαρκάσουν, να καταδικάσουν, να σωπάσουν. Αναφέρω μερικά αντιπροσωπευτικά και πολύ διαφορετικά ονόματα (κατά χρονολογική σειρά γεννήσεως): Ανδρέας Kάλβος (1792), Αλέξανδρος Σούτσος (1803), Παναγιώτης Πανάς (1832), Μικέλης Άβλιχος (1844), Κ. Π. Καβάφης (1863), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888), Θεόδωρος Ντόρρος (1895), Κ. Καρυωτάκης (1896), Νικόλαος Κάλας (1907), Μιχάλης Κατσαρός (1919), Γιώργος Μακρής (1923), Βύρων Λεοντάρης (1932), Κατερίνα Γώγου (1940), Κυριάκος Σταμέλος (1951) και Κατερίνα Ζησάκη (1984). Σπεύδω να τονίσω πως δεν προτείνω έναν εναλλακτικό κανόνα. Ο κατάλογος που παρέθεσα δεν έχει ενότητα, συνέχεια ή εγκυρότητα. Απλώς περιέχει παραδείγματα και ερεθίσματα. Τα άτομα αυτά, και δεκάδες παρόμοια, δεν άφησαν μνημεία, σχολές ή κανόνες. Έθεσαν όμως τα πιο καίρια ζητήματα ποιητικής στον δημόσιο χώρο.
Έχω αποκαλέσει «αποποίηση» τη φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση η οποία αρνείται να αποδεχθεί τίτλους, περιουσίες, δικαιώματα και αρχηγίες, δηλαδή απορρίπτει κάθε νομική, φιλοσοφική και ηθική κυριότητα και κυριαρχία. Όχι μόνο δεν διεκδικεί, αλλά ούτε καν αποδέχεται. Αποδοκιμάζοντας προβλέψιμες στρατηγικές παραχωρήσεις και τακτικούς συμβιβασμούς, διαχωρίζει τη θέση της αρνούμενη να συνεργαστεί, χωρίς όμως να αποκηρύσσει τις αρχές της, πράγμα για το οποίο υφίσταται εξοστρακισμό και από τις δύο εξουσίες: κυβερνητική και αντικυβερνητική. Αποποίηση είναι η στάση ζωής όσων έχασαν, αποσχίσθηκαν και αποχώρησαν, αλλά δεν παραιτήθηκαν από τον καθημερινό αγώνα. Όσοι αρνήθηκαν, χωρίς όμως ποτέ να απελπιστούν και να αποκηρύξουν, είναι εκείνοι που έχασαν την πίστη τους στην ουτοπία, αλλά παραμένουν πιστοί στη μοναδική εξέγερση. Το συμβάν της εξέγερσης είναι μια έκρηξη που αναλώνεται, μια έκλαμψη που σβήνει ‒ μια ρήξη με τη νομιμότητα, όχι με την Ιστορία· μια ρωγμή στην κανονικότητα, όχι μόνο στην κυριαρχία.
Στον αιώνα μας μπορούμε να συλλάβουμε αυτή την περιθωριακή και ασυνεχή διαδρομή καλύτερα από ποτέ, επειδή για πρώτη φορά έχουμε μια ολόκληρη ποιητική γενιά να κινείται σε τέτοια πλαίσια. Η συντριβή της επανάστασης δεν έχει πια την παρηγοριά της εξιλέωσης και της ουτοπίας, καθώς ο μεσσιανισμός χρεοκόπησε. Η απογοήτευσή της έχει μεγαλύτερο πλάτος και βάθος, καθώς η γενιά του 2000 φέρνει δυναμικά στο προσκήνιο ένα περιθωριακό και απωθημένο ποιητικό φαινόμενο με ιδιαίτερη πολιτιστική σημασία, την μετεπαναστατική συντριβή, μελαγχολία και αποποίηση, και έχει πλήρη επίγνωση της γενεαλογίας του, όπως φαίνεται στα παρακάτω λόγια:
«Εδώ και διακόσια χρόνια, με ελάχιστα διαλείμματα, αυτός ο τόπος εξουσιάζεται απ’ τους ‘νόμιμους’ ιδιοκτήτες του, τους Μαυρομιχαλαίους, τους κοτζαμπάσηδες και τα αργυρώνητα πολιτικά φερέφωνά τους, κάτι κωλοπαιδαράδες και γελοιωδέστατους Κωλέττηδες, αφιονισμένους απ΄ τη μέθη της Εξουσίας. Απέναντι σ’ αυτούς και σ’ όσους, με τον έναν ή άλλο τρόπο, τρέφονται απ’ αυτούς βρίσκονταν πάντα, εδώ και διακόσια χρόνια, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πόσες διαδοχικές γενιές, που ονειρεύτηκαν ένα άλλο μέλλον γι’ αυτόν τον τόπο. Λίγοι, όχι πολλοί. Σαν τον Σίσυφο ανεβάζουν τον βράχο στην κορυφή κι εκείνος κατρακυλά και πάλι, χαμηλότερα κάθε φορά. Διαψεύσεις, ήττες, πανωλεθρίες, συντριβές. Κι όμως. Αυτόν τον βράχο εξακολουθούν να τον κυλούν και να τον ξανανεβάζουν τόσες γενιές, πιστεύοντας κι ελπίζοντας η καθεμιά στην επόμενη. Η σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι και θα μείνει διφυής. Από τη μια μεριά θα στέκονται πάντοτε οι ‘νόμιμοι’ ιδιοκτήτες αυτής της χώρας και από την άλλη όσοι και όσες, σε πείσμα των πάντων, στέκονται και θα στέκονται απέναντί τους. Όσο και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι κάτι τέτοιο δεν έχει νόημα, ότι πρέπει πια ν’ αποδεχτούμε τη συντριβή μας, να συμφιλιωθούμε με τη διαγενεϊκή μας διάψευση και να κάτσουμε αποκαμωμένοι και φοβισμένοι σε κάποια γωνιά της ανηφόρας, στον ίσκιο ίσως αυτού του τεράστιου βράχου που εμείς οι ίδιοι κουβαλάμε, η Ιστορία επιμένει να τους διαψεύδει. Καμιά γενιά σ’ αυτόν τον τόπο δεν συμβιβάστηκε μ’ αυτήν τη μοίρα. Επιμένουμε και θα επιμένουμε ‘να τραβάμε την ανηφόρα’ σπρώχνοντας τον βράχο προς την κορυφή με τις πλάτες μας» («Σημείωμα της Συντακτικής ομάδας», Βόρεια Βορειοανατολικά 7, 2023, σελ. 9-10).
Η αριστερή μελαγχολία της γενιάς του 2000 κατάγεται κατ’ αρχάς από τις πολιτικές και ποιητικές απογοητεύσεις της γενιάς του 1950. Από τον Εμφύλιο και μετά, η ελληνική Αριστερά υπήρξε ή εθνική (ιστορικά συμβιβασμένη) ή διαψευσμένη (ιδεολογικά ηττημένη), δηλαδή ή της εξουσίας ή της απόγνωσης (και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να γίνει της διακυβέρνησης). Η δεύτερη στάση είναι η επαναστατική διάψευση και απογοήτευση. Εδώ και εβδομήντα χρόνια ο ένας μετά τον άλλο οι ανυποχώρητα απογοητευμένοι του ΚΚΕ, του Τροτσκισμού, της ΕΔΑ, του Ρήγα, του Μαοϊσμού, του ΠΑΣΟΚ, του Συνασπισμού, του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων σχημάτων ήταν πάντα οι μελαγχολικοί και ανένταχτοι. (Δεν αναφέρω τους διάφορους αντι-εξουσιαστές επειδή δεν ανήκαν σε οργάνωση ή κόμμα, ήταν έγκαιρα πληροφορημένοι κι έτσι δεν απογοητεύτηκαν.) Ήταν αυτοί που δεν ήλπισαν σε μια επόμενη φορά, δεν επένδυσαν σε μια καλύτερη ευκαιρία, δεν κράτησαν τίποτε δικό τους ‒ εκείνοι που διαφοροποιήθηκαν, αλλά δεν παραιτήθηκαν. Αυτή η διαφοροποίηση οδηγεί στη φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση της αντι-εξουσιαστικής σκέψης στην Ελλάδα, τη στάση μιας κάθετης απόρριψης απέναντι σε κάθε κυριαρχία, ακόμη και αριστερή.
Η «αριστερή μελαγχολία» έγινε κοινόχρηστος όρος πολιτικο-κοινωνικής ανάλυσης από Έλληνες και ξένους σχολιαστές ειδικά από το 2015, για να δηλώσει την αυτο-ματαίωση του ΣΥΡΙΖΑ, πρώτα ως κυβέρνησης και ύστερα ως κινήματος. Το αξιοσημείωτο είναι πως η ποιητική παραγωγή της δεκαετίας του 2000 δείχνει πως, πολύ πριν οι πρώτοι αριστεροί αναλυτές και αγωνιστές αρχίσουν το 2015 να κάνουν κριτική εκ των έσω, πολλοί ποιητές (μεταξύ των οποίων και ράπερς!), οι οποίοι δεν κομματικοποιήθηκαν, έκαναν ποιητικά παρόμοια κριτική στο ίδιο το κίνημα, διαχωρίζοντας τη θέση τους περίπου δέκα χρόνια πριν αυτό έρθει στην εξουσία και προφητεύοντας τη μετεπαναστατική συντριβή του. Εκείνο που τους έκανε ανυπέρβλητα μελαγχολικούς ήταν η αθεράπευτη και τρυφερή αφοσίωσή τους στο ιδανικό της εξέγερσης, σε έναν αγώνα που η ιστορία ματαιώνει, αλλά δεν μπορεί να ακυρώσει.
Μετά την πολιτική συντριβή, η μετεπαναστατική αριστερή μελαγχολία σε όλο τον κόσμο δραστηριοποιήθηκε βαθμιαία σε θέματα φύλου, εθνότητας, φυλής, μετανάστευσης, ανεξαρτησίας, κοινών κτλ., καθώς και στη λογοτεχνική ταυτότητα. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα βλέπουμε πως η πιο πρόσφατη ποίηση, εκτός από τη χαμένη επανάσταση, δίνει έμφαση στις διαστάσεις του φύλου, της τάξης και της φύσης, τις οποίες στοχάζεται με όρους αγωνιστικότητας και αλληλεγγύης, επιδιώκοντας να βιώσει και να αρθρώσει ένα εναλλακτικό παρόν.
Καταγράφω λοιπόν εδώ με όρους λογοτεχνικής γενεαλογίας ένα σημερινό και αξιομνημόνευτο φαινόμενο, συγκεκριμένα, ένα εγχείρημα πολιτιστικής αυτονομίας. Δανείζομαι τον όρο «αυτονομία» από την αναρχική παράδοση, για να τονίσω ότι οι ριζοσπάστες ποιητές/τριες και οι συνεργάτες/τριές τους που εμφανίστηκαν στον αιώνα μας κρατούν μια στάση αποποίησης και επιχειρούν να αυτονομηθούν από θεσμούς που επιτηρούν τα ποιητικά πράγματα –από το κόμμα, το πανεπιστήμιο, τον μείζονα εκδοτικό οίκο, το παραδοσιακό περιοδικό, την κυρίαρχη κριτική, το κοινό γούστο, τις καθιερωμένες παρουσιάσεις‒ και να παίξουν έναν εναλλακτικό, αμφισβητησιακό ρόλο στην παραγωγή και την κατανάλωση της ποίησης και των συναφών λόγων.
Ποιο θα είναι το μέλλον αυτής της ασυμβίβαστης ποίησης; Συγκρίνοντας διαφορετικά είδη επαναστάσεων, ο Karl Marx έγραφε το 1852: «Η κοινωνική επανάσταση του 19ου αιώνα δε μπορεί να αντλήσει την ποίησή της από το παρελθόν, αλλά μόνον από το μέλλον. Δε μπορεί να αρχίσει με τον ίδιο τον εαυτό της, προτού σβήσει όλες τις προλήψεις σχετικά με το παρελθόν. Οι προηγούμενες επαναστάσεις είχαν ανάγκη από κοσμοϊστορικές αναμνήσεις για να κρύψουν από τον εαυτό τους το περιεχόμενό τους. Για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο, η επανάσταση του 19ου αιώνα πρέπει να αφήσει τους πεθαμένους να θάψουν τους νεκρούς τους».[1] Παρατηρούσε δηλαδή ο Μαρξ πως, αν οι αστικές επαναστάσεις χρησιμοποίησαν με συμβολικό τρόπο κλασικά ενδύματα, η επόμενη επανάσταση δεν πρέπει να κάνει το ίδιο για να στηριχτεί σε κοσμοϊστορικές αναμνήσεις, αλλά να σχεδιάσει μια διαφορετική πάλη μαθαίνοντας από μια διαφορετική ποίηση. Η παρατήρηση αυτή παραμένει επίκαιρη. Η κοινωνική εξέγερση του 21ου αιώνα πρέπει να σβήσει όλες τις προλήψεις και τις ξεπερασμένες αφηγήσεις, ώστε να αντλήσει την ποίησή της από το μέλλον και όχι από το παρελθόν. Μια τέτοια μελλοντική ποίηση καλλιεργεί η γενιά του 2000.
Το κείμενο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη και αναδομημένη μορφή του φετινού κειμένου μου «Δύο αιώνες επαναστατικής συντριβής και μελαγχολίας στην ελληνική ποίηση» (επιμ. Δημήτρη Τζιόβα: Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα, Διόπτρα 2025, σελ. 168-80).
[1] Καρλ Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Αθήνα, Ηριδανός 1977, σ. 14.
*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://culturebook.gr/logotechnia/diagonios/vasilis-labropoulos-metepanastatiki-syntrivi-melagcholia-kai-apopoiisi-stin-elliniki-poiisi/?fbclid=IwY2xjawNRFotleHRuA2FlbQIxMAABHr6FPI584Y675hCGLT95r0ZDT7QmFV9_0YpOAdCm6adFb91ldcxzgOhDtuU8_aem_Ztlr8t-k0gax-ObmjavSIA
Jacques Prévert, Τρία ποιήματα
Τα κλειδιά της πόλης
Τα κλειδιά της πόλης
είναι βαμμένα στο αίμα
ο Ναύαρχος κι οι αρουραίοι εγκαταλείψανε το πλοίο
καιρό τώρα μια μέρα
αδελφή Άννα αδελφή μου Άννα
δε βλέπεις τίποτα που να έρχεται
βλέπω μες στη μιζέρια το πόδι ενός παιδιού γυμνό
και την καρδιά του καλοκαιριού
ήδη σφιγμένη στο μεταξύ των πάγων του χειμώνα
βλέπω μέσα στη σκόνη απ’ τα ερείπια του πολέμου
ιππότες της βαριάς βιομηχανίας
με δρασκελιές πάνω από αξιωματικούς του ελαφρού ιππικού
να παρελαύνουν κάτω από την ασπίδα
μέσα σε κάποια μουσική του τσίρκου
και δασκάλους απ’ τα σιδηρουργεία
δασκάλους του μπαλέτου
να διευθύνουν μια καντρίλια ακούνητη και παγωμένη
όπου οι φτωχές οικογένειες
όρθιες μπροστά απ’ τον μπουφέ
κοιτάζουνε αμίλητες τ’ αδέρφια τους τα ελευθερωμένα
τα αδέρφια τους τα ελευθερωμένα
απ’ την αρχή και πάλι ν’ απειλούνται
από έναν κόσμο γέρικο, ξεκούτη, κακέκτυπο και καλιμπραρισμένο
και βλέπω εσένα Μαριάννα
φτωχή μικρή μου αδελφή
κρεμάμενη ακόμη μια φορά
στον σκοτεινό θάλαμο της ιστορίας
λαιμοδεμένη από τη Λεγεώνα της Τιμής
και βλέπω
γενειάδα μπλε άσπρη κόκκινη
ατάραχη και χαμογελαστή
να παραδίδει
να παραδίδει τα κλειδιά βαμμένα στο αίμα
στους μεγάλους εξυπηρετητές της Τάξης
της Τάξης των μεγάλων δυνάμεων του χρήματος.
*
Ο λόγος για την ειρήνη
Προς το τέλος ενός λόγου εξαιρετικά σημαντικού
ο μεγάλος άνδρας του Κράτους τρεκλίζοντας
πάνω σε μια ωραία φράση κούφια
πέφτει μέσα
και αβοήθητος με το μεγάλο στόμα του ανοιχτό
ασθμαίνοντας
δείχνει τα δόντια
και η οδοντική αποσύνθεση των ειρηνικών συλλογισμών του
αποκαλύπτει το νεύρο του πολέμου
το ευαίσθητο ζήτημα των χρημάτων.
*
Ο χαμένος χρόνος
Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου
ο εργάτης σταματάει ξαφνικά
o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ’ το σακάκι
κι όπως γυρίζει
και τον ήλιο ατενίζει
όλον κόκκινο όλον στρογγυλό
να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο
κλείνει το μάτι
με οικειότητα
Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε
δε βρίσκεις
πως είναι μάλλον μαλακία
να δίνεις μία τέτοια ημέρα
σε ένα αφεντικό;
*Μετάφραση: Μαρία Θεοφυλάκου. Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο vakhikon.gr
Το έπος της γυναίκας στην ποίηση της Βίκυς Κατσαρού
Μόρα, Το σημάδι της Σάρας, ενύπνιο, 2025
Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης*
Τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε μια σημαντική άνθιση ποιητικών συλλογών που διαπραγματεύονται τη θηλυκή ταυτότητα μέσα από το πρίσμα του παραλόγου. Αυτά τα έργα, συχνά αξιοποιώντας συμβολισμούς και μεταφορές, αναδεικνύουν αυτό που στο παρελθόν ονομάσαμε «θηλυκοφαγία» ή «κανιβαλισμό σε βάρος του θηλυκού» –μια ιστορική πραγματικότητα καταπίεσης που τώρα επανεξετάζεται με δημιουργικό πνεύμα. Παράλληλα, γίνεται όλο και πιο εμφανής η τάση προς υβριδικές ποιητικές μορφές, όπου τα όρια μεταξύ ποίησης, πεζού λόγου, performance και επικής αφήγησης θολώνουν, δημιουργώντας νέους χώρους έκφρασης. Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται η νέα συλλογή της Βίκυς Κατσαρού, Μόρα, Το σημάδι της Σάρας (ενύπνιο, 2025), ένα έργο που ενσωματώνει και υπερβαίνει αυτές τις τάσεις, προσφέροντας μια ποιητική επανάσταση που συνδυάζει έντονη φεμινιστική συνείδηση με πρωτοποριακή αισθητική.
Η Μόρα της Κατσαρού αποτελεί μια τολμηρή και πρωτότυπη επέμβαση στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Το έργο κινείται στον χώρο του θηλυκού παραλόγου, προσφέροντας μια ισχυρή φεμινιστική διεκδίκηση μέσα από μία γραφή που συνδυάζει οργή, αγωνία και την αναζήτηση μιας νέας έμφυλης ταυτότητας. Η συλλογή δεν φοβάται να κοιτάξει κατάματα την εποχή μας ως εποχή βίας, κανιβαλισμού και καταπίεσης του θηλυκού. Στην πραγματικότητα, η Κατσαρού μάς παραδίδει ένα σύγχρονο έπος με έντονο ρυθμό, όπου εναλλάσσονται άμετροι και έμμετροι στίχοι, δημιουργώντας μια δυναμική αφηγηματική ροή που διατηρείται συνεχής ακόμη και στα πεζά της συλλογής.
Το έργο αποτελεί μια ενιαία σύλληψη που ξεφεύγει από τους παραδοσιακούς ορισμούς της ποιητικής σύνθεσης. Η μεικτή αισθητική και ο ιδεολογικός συγκρητισμός ορίζουν ένα ποιητικό υβρίδιο που συνδέει τη μονολογική σκηνική ποίηση, το spoken word, τον πεζό λόγο και την επική αφήγηση. Αυτή η υβριδική φύση του έργου αποτελεί ουσιαστικά μια ποιητική αντανάκλαση της πολυπρισματικής γυναικείας ταυτότητας που επιχειρεί να αποδομήσει η ποιήτρια. Ο ειδολογικός συγκρητισμός και η απόρριψη των αυστηρών αισθητικών κανόνων υπηρετούν την αίσθηση του “επικού” ρυθμού και της προφορικής έντασης, κάνοντας την ανάγνωση να θυμίζει κάποιες φορές θεατρική performance.
Στην ποιητική αφήγηση, εναρμονισμένοι στίχοι επαναλαμβάνονται κατά το πρότυπο των επικών μοτίβων, δημιουργώντας έναν ρυθμικό παλμό που θυμίζει τα ρεφρέν του τραγουδιού ή τις κλισέ φράσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτές οι επαναλήψεις λειτουργούν ως ομογενοποιητικοί δεσμοί στο πολυπρισματικό περιεχόμενο του έργου, προσφέροντας μια αίσθηση ενότητας μέσα στη διακύμανση των θεμάτων και των τόνων. Η ποιητική αφήγηση επικεντρώνεται στις γυναίκες που “γέννησαν την καταστροφή” κατά των ανδρών που τις καταπιέζουν. Πρόκειται για γυναίκες που, μέσα από τους δικούς τους μύθους και τραύματα, στρέφονται ενάντια σε έναν κόσμο και σε άνδρες που τις καταδυναστεύουν, διεκδικώντας χώρο και φωνή μέσα στην Ιστορία. Την αφήγηση αυτή υπηρετεί ένα πλούσιο σύμπλεγμα συμβόλων, το οποίο η ποιήτρια αντλεί τόσο από τη βιβλική όσο και από τη μυθική παράδοση. Η Κατσαρού δημιουργεί έναν ιδιαίτερο συμβολισμό γύρω από την έννοια του θηλυκού, μετατρέποντάς το σε ένα εργαλείο αντίστασης, αποδομώντας συστηματικά την ιστορική θηλυκοφαγίας. Μέσα από το παράλογο και τον υπερρεαλισμό της αποσύνθεσης, εκθέτει τις διαχρονικές μορφές βίας και καταπίεσης που έχουν υποστεί οι γυναίκες.
Η Κατσαρού αξιοποιεί με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία τη λογοτεχνική παράδοση των “επικίνδυνων θηλυκών”, εκείνων των γυναικείων χαρακτήρων που κατά τη μυθολογία και τη λογοτεχνία καταστρέφουν άντρες. Ωστόσο, εδώ αυτή η παράδοση ανασυντίθεται μέσα από ένα αποκλειστικά γυναικείο βλέμμα, γεμάτο συμβολισμούς και κοινωνικό σχολιασμό. Οι μυθικές φιγούρες και πρόσωπα της θρησκευτικής η λογοτεχνικής παράδοσης δρουν σε ένα έπος που ανατέμνει τον κανιβαλισμό σε βάρος του θηλυκού σώματος και της γυναικείας ύπαρξης. Η λογοτεχνική παράδοση των “επικίνδυνων θηλυκών” επανέρχεται όχι ως στερεότυπο, αλλά ως όπλο. Η γυναίκα παρουσιάζεται όχι ως απειλή για το ανδρικό σύμπαν επειδή είναι το Άλλο (κλασική δυϊστική αντίληψη με καταγωγή στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τον Χριστιανισμό), αλλά επειδή αρνείται πια να υποταχθεί στους όρους του.
Το παράλογο κυριαρχεί στη σύνθεση, υποστηρίζοντας έναν υπερρεαλισμό της αποσύνθεσης, βασισμένο στην ανοικείωση και στη συνειρμική κίνηση εφιαλτικών εικόνων. Οι εικόνες γεννιούνται από την ιστορική εμπειρία της γυναικείας καταπίεσης και τη μνήμη της συλλογικής εξέγερσης. Έτσι, η Μόρα αποκτά μια σκοτεινή ονειρική υφή, όπου το όνειρο γίνεται εφιάλτης και ο εφιάλτης μετατρέπεται σε πολιτική πράξη. Κεντρικό ρόλο στο έργο παίζει το σωματικό στοιχείο. Ακολουθώντας την παράδοση της μεταπολεμικής έμφυλης ποίησης, η Κατσαρού αξιοποιεί τον διαμελισμό του γυναικείου σώματος (ένα μοτίβο που εισήγαγαν άνδρες ποιητές) για να το ανατρέψει. Μέσα από το παράλογο, αποκαλύπτει τη θηλυκοφαγία που διαπερνά πολιτισμούς και αιώνες. Η σύνδεση με τη θρησκευτική και μυθική παράδοση τής επιτρέπει να δώσει διαχρονικό βάθος στις μορφές της καταπίεσης (αγιοποίηση της παρθενίας, κοινωνική επιταγή της τεκνοποίησης, κυνήγι μαγισσών, διώξεις μαιών, καταραμένες γυναικείες φιγούρες της αρχαιότητας). Όλα αυτά επανεμφανίζονται μεταμορφωμένα, σαν φαντάσματα που απαιτούν δικαίωση.
Η Μόρα είναι, με αυτή την έννοια, μια βλάσφημη παρέμβαση στον δημόσιο λόγο. Αμφισβητεί αισθητικά, θρησκευτικά και έμφυλα στερεότυπα, προκαλώντας τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να αντιμετωπίσουν το δικό τους βλέμμα πάνω στη γυναίκα. Η πρόκληση αυτή, όπως συμβαίνει συχνά, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί “μισανδρισμός” (φευ) από ένα μέρος του κοινού. Η ιστορία της λογοτεχνίας μάς θυμίζει πως η εγκατάλειψη των “υψηλών” ιδανικών για χάρη θεμάτων φύλου και σεξουαλικότητας συχνά οδηγούσε σε περιθωριοποίηση των δημιουργών. Όταν όμως τέτοια θέματα γίνονται μέρος του mainstream προβληματισμού, η αντίδραση κατηγορείται για “προκλητικότητα”. Αλλά η Κατσαρού ακριβώς σε αυτές τις προκλητικές στάσεις θεμελιώνει την κύρια προβληματική της. Επιδιώκει την ανατροπή των παγιωμένων αντιλήψεων για την ποίηση (τη φόρμα, το ύφος, τον λόγο) αλλά και για την εικόνα της γυναίκας στις αβρααμικές θρησκείες και στον ανδρικό φόβο απέναντι στο θηλυκό που απειλεί να καταστρέψει το πατριαρχικό οικοδόμημα. Αυτή η διπλή ανατροπή −αισθητικά και ιδεολογικά− καθιστά το έργο της Κατσαρού μια παρέμβαση στον δημόσιο λόγο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ριζικής στάσης της Κατσαρού είναι η πλήρης απουσία ανδρικών ονομάτων στη συλλογή (με τη μοναδική εξαίρεση του κωδικοποιημένου “Χ.”). Αυτή η επιλογή αντιστρέφει τους παραδοσιακούς λογοτεχνικούς κανόνες, όπου για δεκαετίες (από τον ρομαντισμό και έπειτα) οι γυναίκες έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα, συχνά παραμένοντας ανώνυμες. Στο έργο της Κατσαρού, οι γυναίκες καταλαμβάνουν κεντρική θέση, τοποθετώντας στη γωνία του πλάνου το αρσενικό και επαναπροσδιορίζοντας τη λογοτεχνική αφήγηση από μια αποκλειστικά γυναικεία οπτική.
Η Μόρα της Βίκυς Κατσαρού, λοιπόν, αποτελεί μια τολμηρή και πρωτότυπη επέμβαση στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Μέσα από την πολύπλευρη και υβριδική γραφή της, η ποιήτρια καταγράφει την γυναικεία εμπειρία σε μια εποχή βίας και συστημικής καταπίεσης, μετατρέποντας την ποίηση σε όπλο αντίστασης και απελευθέρωσης. Το έργο της προκαλεί και προβληματίζει ως μια ζωτική φωνή στον σύγχρονο λογοτεχνικό διάλογο για τα ζητήματα φύλου.
*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο fractalart.gr
Jorie Graham, Τενεσί, Ιούνιος
Αυτή είναι η ζέστη που ψάχνει το ψεγάδι σε καθετί
κι αγαπά το ψεγάδι.
Δεν είναι τίποτα
πιο ασήκωτο απ’ το πνεύμα της,
τίποτα πιο έγκλειστο
απ’ το σώμα εντός της.
Εν μία νυκτί
φυτρώνουν τα κρίνα της·
οι αυλές μας —
γυμνές, ύστερα ψεύτικα χαρούμενες, μετά ξανά γυμνές.
Φαντάσου
να παραδέρνει ο νους γδυτός τη λογική του,
δες στο κορμί σου όχθες ποταμού που σιγοτρώγονται…
Μέσα της, δεν επιζεί κανένας κόσμος
σωρεύοντας περισσότερα απ’ τους γύρω του·
εκεί, η πίεση να γίνεσαι όλο και λιγότερος
είναι η πίεση να παίρνεις
όλο και περισσότερο
για να φτάσεις ως εκεί.
Ω —
άφησέ τη να σε αγγίξει…
Η βεράντα — μικρή κάσα του σώματος — φωτίζεται απότομα
κι η αιώρα ταλαντεύεται αβίαστα πέρα απ’ το χείλος της.
Παρακάτω οι φτέρες — τα καυτά τους στρωσίδια —
και λαμπυρίδων επίδεσμοι
πάνω απ’ τα παχιά καπνοχώραφα·
γρύλλοι κεντώντας τη ζέστη
για να γεμίσουν οι ίδιοι τα κενά.
Λικνίσου στο σκότος εκείνο
κι ύστερα πίσω εκεί
όπου οι τυφλές πεταλούδες της νύχτας
γυροφέρνουν, γυροφέρνουν,
πίσω και μπρος απ’ το ολόλευκο σπίτι
ως τους κισσούς που ξεπλέκονται.
Τίποτα δεν θα σε πιάσει.
Τίποτα δεν θα σ’ αφήσει να φύγεις.
Το λέμε άνθισμα —
το πνεύμα από σένα σκιρτά
κι εσύ παραμένεις.
*Μετάφραση: Ν. Κωσταγιόλας
Σούζαν Αμπουλχάουα: Ποίηση της μαχόμενης Παλαιστίνης
Παναγιώτης Ελ Γκεντί, Σούζαν Αμπουλχάουα*
«Άλμπι», «κάλμπι» ή «γκάλμπι» είναι η καρδιά στα αραβικά· η λέξη, ενταγμένη στη φράση «για κάλμπι», σημαίνει «καρδιά μου» και απευθύνεται συνήθως στο αγαπημένο πρόσωπο. Οι σημασίες όμως μεταβάλλονται, όταν οι άνθρωποι πονούν, διψούν ή πεθαίνουν· «για κάλμπι» σημαίνει πλέον και «πατρίδα μου» / «χώρα μου» / «σπίτι μου» και η φράση εκφέρεται οδυνηρά από το στόμα των Παλαιστινίων, δηλώνοντας όσα χάνονται, όσα πεθαίνουν ή όσα ελπίζεται πως θα ξαναγίνουν.
«Ραζάα» σημαίνει «επιστροφή» και αυτή η λέξη χρησιμοποιείται σήμερα για να δηλώσει την υπόσχεση των Παλαιστινίων προς τη γη από την οποία εκτοπίζονται. Αυτή η υπόσχεση έχει εν μέρει μόνο χαρακτήρα υπερβατικό· εκφωνείται μαχητικά urbi et orbi, δηλώνοντας την επιμονή στον δίκαιο αγώνα για ελευθερία, ενάντια στο εποικιστικό αποικιοκρατικό σχέδιο του Ισραήλ και του σιωνισμού. Επιστροφή επειδή τα κλειδιά των σπιτιών και της χώρας τους τα έχουν μέσα στην καρδιά τους.
«Σουμούντ» είναι ο πολύσημος εκείνος όρος με τον οποίο δηλώνεται, μεταξύ άλλων, η σταθερή επιμονή, η διαρκής και καθημερινή αντίσταση στις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής, οι πολιτικές πράξεις στο επίπεδο της καθημερινότητας. «Σουμούντ» μπορεί να θεωρηθεί και η διακήρυξη της επιστροφής και η επίκληση στην ιθαγένεια και η με κάθε καλλιτεχνικό μέσο αντίσταση εκ μέρους των Παλαιστινίων σε ό,τι το Ισραήλ συμβολίζει.
Η Σούζαν Αμπουλχάουα, με τον αιχμηρό της λόγο, εξ ονόματος της μαχόμενης Παλαιστίνης, προσπαθεί να πει ότι ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι διαρκής, καθημερινός και επίμονος – όσο διαρκής, καθημερινή και επίμονη είναι η σφαγή που υφίσταται η Παλαιστίνη.
Η Αμπουλχάουα, ποιήτρια της διασποράς, όπως τόσες και τόσοι άλλοι, είναι πρωτίστως πεζογράφος και ακτιβίστρια. Τα τρία αγγλόφωνα μυθιστορήματά της (Πρωινά στη Τζενίν, 2010· Το μπλε ανάμεσα στον ουρανό και το νερό, 2015· Ενάντια στον δίχως αγάπη κόσμο, 2020) απέσπασαν πολλά βραβεία και μεταφράστηκαν σε πληθώρα γλωσσών. Η ίδια σήμερα ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ, όπου έχει ιδρύσει τη ΜΚΟ για παιδιά «Παιδικές χαρές για την Παλαιστίνη». Ως ακτιβίστρια συμμετέχει ενεργά στο κίνημα «Μποϊκοτάζ, Αποεπένδυση και Κυρώσεις» (Boycott, Divestment and Sanctions: BDS) εναντίον του Ισραήλ, ενώ σειρά ομιλιών της προασπίζεται τον αγώνα των Παλαιστινίων. Η αγγλόφωνη ποιητική της συλλογή Η φωνή μου αναζητούσε τον άνεμο εκδόθηκε το 2013, ενώ συμμετείχε και επιμελήθηκε ανθολογήσεις κειμένων και συλλογικών τόμων.
Το δεύτερο από τα εδώ μεταφραζόμενα ποιήματα ανήκει στη συλλογή του 2013, ενώ το πρώτο εκφωνήθηκε στο άνοιγμα του δεύτερου φεστιβάλ λογοτεχνίας «Η Παλαιστίνη γράφει», το οποίο διεξήχθη στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2023. Στη συνανάγνωσή τους παράγουν ένα ενδιαφέρον κοντραπούντο: τα δεινά, που παρουσιάζονται στο δεύτερο ποίημα, είναι μία από τις προϋποθέσεις για τη σταθερή επιμονή στον αγώνα, που παρουσιάζεται στο πρώτο ποίημα.
Δεν φύγαμε ποτέ
Δεν έχει σημασία τι ζητάτε
Επειδή είμαστε οι άνθρωποι της χώρας
Επειδή είμαστε οι φύλακες των ιστοριών της
που μας κληροδοτήθηκαν από τα ελαιόδεντρα
Επειδή τα ποτάμια της διατρέχουν τα σώματά μας
και οι γιαγιάδες μας κεντούσαν το τοπίο της
στο δέρμα μας εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια
Επειδή σελώσαμε τα πρώτα της άλογα
τραγουδήσαμε τις πρώτες της μπαλάντες και
θερίσαμε το σιτάρι της με αγάπη
άσχετα με το ποιος κρατούσε όπλα εναντίον μας
Επειδή η ποίησή μας πότισε τους κήπους της
από τότε που ήταν ακόμα Χαναάν
Επειδή χορέψαμε όταν παντρεύτηκε τη Μεσόγειο Θάλασσα
και της φτιάξαμε για γαμήλια τούρτα έναν δίσκο
κιουνεφέ από τη Ναμπλούς
Επειδή ήμασταν πάντα εκεί
Είμαστε οι Εβραίοι, οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι
ζήσαμε μετασχηματισμένοι μεταξύ των θρησκειών
κατοικήσαμε τόπους προσκυνήματος που χάθηκαν και επέστρεψαν
αναμιχθήκαμε με τους κατακτητές μας
πεθάναμε από τα σπαθιά τους και
θρέψαμε το χώμα της με τα σώματά μας
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Όταν ο Ερρίκος Η΄ έστειλε την Άννα Μπολέιν στον πύργο
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν η Μαρία Αντουανέτα οδηγήθηκε στη γκιλοτίνα
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν ο Γαλιλαίος κοίταξε τους ουρανούς
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν ο Κολόμβος χάθηκε, λεηλάτησε και βίασε εκεί όπου αποβιβάστηκε
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν η βασίλισσα Νζίνγκα κυβέρνησε τα βασίλεια του Ντόνγκο και της Ματάμπα
Όταν ο Τζένγκις Χαν εκπόρθησε το Σινικό Τείχος
Όταν οι σουφραζέτες έκαναν πορεία
Όταν όλη η ιστορία σας
εμείς ήμασταν εκεί
Όχι στην Ευρώπη ή τη Ρωσία ή την Πολωνία ή
το Μπρούκλιν ή την Υεμένη ή
ή το Ιράν ή το Ιράκ
αλλά στην Παλαιστίνη
συνεχώς, για χιλιετίες
Επειδή εμείς δημιουργήσαμε τους χορούς της
καλλιεργήσαμε όλους τους λόφους της και
φτιάξαμε τα σπίτια μας μέσα στα αυλάκια της
Επειδή κοιμηθήκαμε, φάγαμε, γεννήσαμε
παντρευτήκαμε, αγαπήσαμε, γεράσαμε και πεθάναμε στην αγκαλιά της
από τότε που ο χρόνος ήταν σχεδιασμένος για ημερολόγιο
Επειδή τώρα είναι κάτω από τη μπότα ενός ξένου
Οι καμπύλες της ισοπεδώθηκαν από τους πολεοδόμους
τα δέντρα της κόπηκαν και κάηκαν από το μίσος τους
το σώμα της χαρακωμένο και αποστεγνωμένο
το ρόδι της κυριευμένο και φυλακισμένο
το ζάταρ της θαμμένο στο τσιμέντο και
η άγρια ταραχώδης ιστορία της
βιαίως χωμένη σε ένα πλαστικό κουτί
με ένα νέο όνομα και έναν νέο επικό μύθο
Σκότωσαν τα πουλιά της
πήραν το χούμους και τα φαλάφελ μας ως ομήρους σε ένα μουσείο
που έχτισαν πάνω από τους τάφους των προγόνων μας
Αλλά εμείς ξέρουμε και
μόνο εμείς μπορούμε να πούμε τις ιθαγενείς ιστορίες της
να τραγουδήσουμε τα ντόπια τραγούδια της και
να χορέψουμε γι’ αυτήν μια υπόσχεση από τα παιδιά της
που είναι αποφασισμένα να γυρίσουν πίσω
στην αγκαλιά των ηλιόλουστων λόφων της
στους πορτοκαλεώνες και τους ελαιώνες της
να αναζωογονήσουν τα αποξηραμένα ποτάμια της
για να μπορέσουν και πάλι να βροντοφωνάξουν γεμάτα ζωή
όπως έκαναν όταν η οικογένειά μας
ήταν ολόκληρη στις όχθες της
Εμείς
πάντα θα της γράφουμε τα ερωτικά μας γράμματα
πάντα θα τραγουδάμε και θα ζωγραφίζουμε και θα ράβουμε και
θα μαγειρεύουμε τα αγαπημένα της φαγητά
και θα σκεφτόμαστε και θα μαλώνουμε και θα κλαίμε και θα φυτεύουμε
και θα θερίζουμε και θα γιορτάζουμε γι’ αυτήν
την Παλαιστίνη μας
Στηριζόμαστε ο ένας στον άλλο
Βασιζόμαστε στους φίλους μας και
αποκηρύσσουμε τους κανονικοποιητές της καταπίεσής μας
Επιμένουμε
Υπάρχουμε
Είμαστε ένα έθνος
μία ιστορία
μία κληρονομιά
ένας λαός
αποφασισμένοι και προορισμένοι να επιστρέψουμε στην πατρίδα
Ουαλά
Είναι 3 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
Η ουρά είναι μεγάλη
Και πυκνή
Με σώματα
Περιμένεις
Ένα σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε πλαστική σακούλα
Σφιχτά στο χέρι σου το εξαντλημένο απ’ τη δουλειά
Η γυναίκα σου ετοίμασε το πρωινό και το μεσημεριανό σου
Σηκώθηκε πριν από σένα
Και μαζί προσευχηθήκατε πριν την αυγή
Σε φίλησε στο πρόσωπο και είπε
Άλλα μαάκ για χαμπίμπι
Ο Αλλάχ μαζί σου, αγάπη μου
Φιλάς τα πρόσωπα των παιδιών σου που κοιμούνται
Δεν τα έχεις δει ξύπνια εδώ και μήνες
Και αναρωτιέσαι
Έχει αρχίσει να σπάει η φωνή του Ουαλίντ;
Έχουν αρχίσει να φουσκώνουν οι γοφοί της Ουιζντάντ;
Πόσο μεγάλο ήταν το χαμόγελο της Σοράγια όταν γύρισε σπίτι
με τον έλεγχό της;
Είναι 4 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
Ακόμα περιμένεις
Η ουρά μπροστά σου είναι τόσο μεγάλη
Και πίσω σου τώρα είναι μεγαλύτερη
Λίγοι μιλούν
Είστε τόσο στρυμωγμένοι
που κρατάτε ο ένας τον άλλον όρθιο
Βλέπετε τη δική σας κούραση
που αντανακλάται στην κούραση που είναι χαραγμένη
Στα πρόσωπα γύρω σας
Κοιτάτε αλλού
Ψάχνετε για ένα τσιγάρο
Αλλά ποιος στο διάολο μπορεί να το αντέξει αυτό;
Κοιτάζεις τα γκράφιτι πέρα από τα
Σιδερένια κάγκελα που σε κρατούν μέσα
Γραμμένα μόνο για σένα
Από σιωνιστές εποίκους που σου ρουφάνε την ανάσα από τα πνευμόνια
Καταλαβαίνεις το νόημα
των αγγλικών τους λέξεων
«Ψοφήστε αράπηδες της άμμου»
Μερικές φορές
το αποζητάς κι εσύ αυτό
Είναι 5 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
Οι στρατιώτες φτάνουν
Η γραμμή χαλαρώνει
Κάνεις ένα βήμα μπροστά
Κινούμενος από το βάρος των σωμάτων
Πίσω σου
Το σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε μια πλαστική σακούλα
είναι συνθλιμμένο.
Δεν επιβιώνει ποτέ
Είναι 7 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
Τώρα είναι η σειρά σου
Παρουσιάζεις τα χαρτιά σου
Ξεδιπλώνεις και ξαναδιπλώνεις
Τα μάτια κάτω
Η καρδιά κάτω
Χάλι μαύρο
Αλλά
Είσαι έξω από τη γραμμή
Δεκαπέντε άντρες πριν από σένα τραβήχτηκαν στην άκρη
Και προσπάθησες να μην κοιτάξεις
Να μην ακούσεις αυτόν που ικετεύει
Μη με χτυπήσεις
Είναι 7:30 π.μ.
Στο λεωφορείο με τα βοοειδή
Είσαι στον δρόμο
Η χώρα που σου έκλεψαν
διασπείρεται έξω από το παράθυρό σου
Και φαντάζεσαι
Ο άντρας που θα ήσουν
Ο άντρας που θα έπρεπε να είχες γίνει
Εκεί έξω
Ιππεύοντας το άλογο της οικογένειας
Τις καθαρόαιμες φοράδες του παππού σου
που μεγάλωσε κι ανέθρεψε κι αγάπησε
Σε μια Παλαιστίνη
Μη βιασμένη
Μη κλεμμένη
Είναι 8 π.μ.
Κατεβαίνεις από το λεωφορείο με τα βοοειδή
Στραπατσαρισμένο το σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε μια πλαστική σακούλα
Στο ένα χέρι
Τα μάτια σου κάτω
Η καρδιά κάτω
Βάζεις την εργαλειοθήκη σου κάτω για να χτυπήσεις
στην πίσω πόρτα των σιωνιστών εποίκων
που δίνουν δουλειά
Αλλά
Το αφεντικό των σιωνιστών εποίκων φωνάζει
Ουαλά
Μις χον ελ γιομ!
Δεν υπάρχει σήμερα
Αγόρι μου!
Και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ευχαριστείς τον Αλλάχ που
η γυναίκα σου και τα παιδιά σου δεν είναι εκεί
για να τους ακούσουν να σε φωνάζουν
Ουαλά
*Εισαγωγή και απόδοση από το πρωτότυπο: Παναγιώτης Ελ Γκεντί
**Δημοσιεύτηκε στο jacobin.gr
ένα έτσι, ποιήματα
η γριά έψελνε στο διάδρομο
ο γέρος διάβαζε Μπουσκάλια
οι συνοδοί μοιάζανε θλιμμένοι
περισσότερο από τους ασθενείς
οι πρωτάρηδες ξεχωρίζαν
ο Θεός είχε ήδη πάρει τη θέση του
μπροστά στον υπολογιστή
στα δεξιά της μακάριας πύλης
διαβάζοντας στις φλέβες μας
βαρετές καθημερινές ιστορίες
ξημέρωμα πάνω στις ταράτσες
κεραίες, δορυφορικά πιάτα
ένας γερανός στο βάθος γυρίζει
μια κουρούνα στέκεται και φεύγει
το φως ως συνήγορος του θύματος
το φως ως δικαστής συνταξιούχος
με τα φρύδια της λογικής γερμένα
στο βάρος της μεγάλης απόφασης
και τα μάτια άδεια, πλημμυρισμένα
από αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο
που οι άνθρωποι αποκαλούν ζωή
μετράω πόδια, λεπτά
που θα γίνουν ώρες
η μέρα Πέμπτη
το ταξίδι στην μητρόπολη
κι άλλα πόδια κι άλλα λεπτά
πέρα δώθε στον διάδρομο
καθώς ξημερώνει
φτηνά αθλητικά παπούτσια
περιμένουν το όνομά τους
ανυπομονούν να γιατρευτούν
έστω και για σήμερα μόνο
η μέρα Πέμπτη
σκονισμένα μαύρα adidas
πλαστικό λευκό δάπεδο
ο καφές τελείωσε, περιμένω
*
στην παρθενούλα μας
όταν σου μιλάω για μένα
μου απαντάς εσύ
επιστρέφοντάς μου την απόσταση
χαρίζοντάς τη μου
για οποιαδήποτε περίτεχνη μανούβρα
διαλέξω και πάλι
τα χέρια πίσω
από τα πόδια / στο κεφάλι
μια τρυπούλα ενδιάμεσα
εσύ μου λες είσαι αυτό
όπως εγώ εκείνο το άλλο
λιγάκι πιο πέρα, συνέχισε να μιλάς
μπορώ να αγγίξω
τα πολλαπλά σου φεγγάρια
και τις άνυδρες ακτές
δίχως να χρειαστεί ποτέ
να τα ονομάσω σπίτι
ή ακόμη χειρότερα, θεέ μου
χωρίς ποτέ να συμφωνήσω
πως καλό θα ήταν εκεί
να επιστρέψεις
όταν κάποτε σου ζητηθεί
μία αλήθεια
για να σε δουν
μίλησέ μου για σένα
και πήγαινε μας όπου εσύ θες
αρκεί να μπορώ να αισθάνομαι
το πότε φεύγεις
προς το αστείρευτο πουθενά
αυτής της ύπαρξης
ένα σημείο
από όπου σε αποχαιρετώ
για να σε βρω ξανά μετά
στην δεξιά μεριά του κρεβατιού
το μέρος από όπου όλα
τα σύννεφα περνάνε
έτσι
για να συνεχίσω να ακούω
κι ας μην έχω ιδέα τι λες
κι ας μην προσπάθησα ποτέ
να καταλάβω
αν όντως λες κάτι
ή απλά αγαπάς! τον τρόπο
που σε ακούω
όπως κι εγώ γίνομαι ο τρόπος
που όλα αυτά σιγά σιγά
χάνουν όποιο νόημα
κι αν είχαν
γελώντας και κλαίγοντας
στο βλέμμα που ανταλλάξαμε
την πρώτη φορά
που σε είδα
να πλησιάζεις το πρόσωπό μου
κι εγώ το δικό σου









