Γιώργος Αναγνώστου, Diasporic Anxiety [Διασπορική Ανησυχία]

Το γνωρίζουμε, και βέβαια το γνωρίζουμε
Μας στοιχειώνουν στοιχεία
Αποδείξεις τρανές
Της αλήθειας ο λέων εξαγριωμένος
βρυχάται πλέον.
Τα κλεμμένα εδώ, τα κλεμμένα εκεί
Τα τριπλά κλεμμένα παραπέρα
Κλαμένοι δημόσιοι πόροι
Δρόμοι κλανιά ασφάλτου χυμένη
Βρωμάει το κόλπο φακελάκια δυσωδίας
Εργολάβοι, ελεγκτές, πολυμήχανοι
μηχανικοί, περιφερόμενοι περιφερειακοί
εποχιακοί επαρχιακοί
Διπλής μόνωσης μεζονέτες
επ-ενδύσεις μπετόν αρμέ εν Αθήναις.
Mug-yeah, me, me!
(μαγκιά μου, ελληνιστί)
Τα κλεμμένα εδώ, τα κλεμμένα εκεί
Το κλασμένο δημόσιο χρήμα
Πράι-βετ Ριάλια Eστέιτ
Βίλλες plush, διαμερίσματα τώρα Airbnb plus
Κολασμένα.

*

Τους γνωρίζουμε, κάπως τους γνωρίζουμε
Μπορεί, ίσως, ίσως όχι
Μα να, σκάνε μύτη στην σκηνή
κάτι τύποι Ελληνοαμερικανοί
Jet lagged, ζαλισμένοι
Πarea ωραία, αστειάκια, θυμηδία
καλοκαιρινή, mojo αλχημιστές
το καλεί η επιστροφή. Υπερφορτωμένοι
ως επί το πλείστον––Didn’t look up
minded the gap––
ροδάκια τους δρομολογούν
εκεί που έχουν φυσήξει στο περίπου
του Airbnb το ζάρι
η έρμα νέα ξενιτιά
κατάλυμα
να βρει.

Σύννεφα λοιπόν διακρίνονται, το κέφι σκιάζουν.
Παίρνει το μάτι μας το κοινό τους μερτικό
Άκληροι, απουσία στέγης κληρονομημένης
σταθερή η μέσα τους μελαγχολία.
Φαντάσματα φτώχειας παλιάς το
θέμα προκαλεί, μνήμες γονέων εργατιάς
πληγές άγνωστες σ΄αυτές η λέξη νοσταλγία.

*

Βάσανο επίσης οικείο, στριγκλίζει άγχος του καταλύματος η τιμή.
Άσχετοι με την πρώτη μας στροφή
βλέπετε δεν είναι––ψαγμένους τους βρίσκω
περί άπληστων ληστών, της
θείας τους τώρα Κώσταινας άπλυτων γλουτών.
Ανίσχυροι όμως, ξένοι στο παζάρι
heir-bee & bee, ανήσυχοι
Αφόρητη υποψία
Μέλισσας κεντρί στα σωθικά
μη και
Σε κάποιου σύγχρονου μπέη που το
πλιάτσικο το έκανε ρίμα
––Λουτρό πλούτου, δημόσιο τσίρκο
λεηλασία γης αρπακτικό ρήμα
––Άρπαξε φιλέτο, παραβίασε ρήτρα
Σε αυτού τα τσιφλίκια δόλου
τα $άκια τους––με ιδρώτα μουλιασμένα
σε χλωρίνη πισίνας εξατμισθούν
σε χρυσαφένιες ξαπλώστρες βουτάνιο για πούρα…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://diasporic-skopia.blogspot.com/2023/09/diasporic-anxiety.html?fbclid=IwAR1YrUvJniWRe–3HwQ4mtbO69DCC5ruCBC7Fc8SQ2U67bFA1Jg_VmGKn2oψ


Marin Sorescu, The wind / Ανεμος

He collects leaves,
puts them together,
paper in red, blue, green,
written on sheets,
pushpins stuck in them.

Passing by he bends,
about books.
his lifelong,
my God, so much paper!
so many rags!

He collects them,
bundles them
day in and day out, his entire life -.
You ask “Where to?”’
“Nowhere, I throw them away.

*

ΑΝΕΜΟΣ

Μαζεύει τα φύλλα
κάνει ένα σωρό
σε κόκκινο χαρτί, μπλέ, πράσινο
τα στερεώνει σε φύλλα χαρτιού
με καρφίτσες
καθώς περνά σκύβει
πάνω απ’ τα βιβλία
ολόκληρης ζωής
Θεέ μου, τόση χαρτούρα
τόσα κουρέλια
τα μαζεύει
τα ταχτοποιεί
κάθε μέρα, όλη μέρα, όλη του τη ζωή
και ρωτάς: για ποιό σκοπό;
Δεν υπάρχει λόγος, τα σκορπίζω ένα γύρο

*Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης / Translation: Manolis Aligizakis

Ανέστης Ευαγγέλου (1956-1993), Τρία ποιήματα

ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ

Πόσες φορές δε σ΄αναζήτησα μέσα στον ύπνο,
παλιά, ξεχασμένη μορφή, αγλαϊσμένη από το χρόνο·
πόσες φορές καραδοκώντας στις σκοτεινές γωνιές της μνήμης
πέφτοντας πάνω μου μ’ όλο το αιθέριο βάρος σου
δείχνοντας αδυσώπητα το σκεπασμένο πρόσωπό μου
σαρκάζοντας τα συντριμμένα μέλη.

Πόσες φορές
παλιά, ξεχασμένη μορφή, ανάμνηση
του τι υπήρξαμε κάποτε.

*

ΕΔΩ

Εδώ που βρίσκομαι τώρα, μέσα μ’ αυτούς
τους σκοτεινούς λασπωμένους δρόμους όπου προχωρούμε,
όλο προχωρούμε μέσ’ από γούβες ψηλαφώντας,
τυφλοί μές στο σκοτάδι και την καταχνιά
βουτώντας ώς τα γόνατα στην παχιά λάση-
εδώ που βρίσκομαι σε σάς μιλώ
εγώ ο φτωχός καθώς εσείς, ο έρημος,
γυμνός μέσα στα βρώμικα νερά σε σάς μιλώ
εδώ που τώρα βρίσκομαι, εδώ
που τα κοράκια διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου.

*

ΠΡΟΛΑΒΕ ΠΟΙΗΣΗ

Τούτη την τελευταία ώρα που νιώθω κιόλας
να τρίζουν τα θεμέλιά μου, που ακούω
οι μυστικοί μου αρμοί να παίζουν, απειλώντας με
κάθε στιγμή να πέσω και να σωριαστώ-
τούτη την ύστατη ώρα
πρόλαβε, ποίηση
λέξεις
αίμα από το αίμα μου
από τη σάρκα μου σάρκα
πρόλαβε, ποίηση
πριν έρθει η νύχτα
να διασώσω κάτι από το προσωπό μου

*Από τη συλλογή “Περιγραφή εξώσεως”, 1960.

Αλέκος Λούντζης, Σημείο φυγής

Γδέρνεις την επιφάνεια με το νύχι
όλο και πιο μακάβρια η άσκηση
πόσος εαυτός κάτω απ’ τα στερεότυπα
φεύγει σάρκα μαζί με κάθε ράμμα

στροφή τριάντα μοιρών
ακριβώς στο σημείο φυγής
όχι προς θεού να γυρίσεις το μάγουλο
Απλώς να δείξει το καλό προφίλ

Όταν ο φακός εστιάζει
κάθε αντίθεση βγάζει μάτι
ανά ζεύγος, τάξη και γωνία λήψης
Στενός παράδεισος μικρών διαφορών

Όσο απομακρύνεται
παγώνει και αποτυπώνει
συνοικίες σαν ρυτίδες στο μέτωπο
αυτών, ημών, των άλλων

Ίλιγγος σε δέσμη από κουκκίδες
Κάθε παύση ανυπόφορη
κάθε υποσημείωση
ορφανή από αναφορά

Οι επόμενοι
αναμενόμενοι
όσο εμείς

Ό,τι ακολουθεί διαμείφθηκε εν τω μεταξύ

στην εμμενή απόπειρα να βρεις
Μια ελάχιστη ρωγμή
για να μη μείνουν όλα στη θέση τους.

*Από τη συλλογή “Οι επόμενοι εμείς”, εκδ. Στιγμός, 2021.

Θένια Πραντίκου – Μαρία Μπουσδέκη, Δύο ποιήματα

Μαμά Μάγδα

Αν μια μέρα χτυπήσει το τηλέφωνο
Αν μια μέρα σου πουν πως είμαι πλέον αιχμάλωτη
Αν μια μέρα σου πουν πως με χτύπησαν βαριά
Αν μια μέρα σου πουν πως με σκότωσαν
Ένα πράγμα θέλω, μάνα
Στάσου σαν κι εκείνη

*

Οι μέρες τους

Οι μέρες τους
Εκείνες οι πολύ ζεστές
Ή χειρότερα οι βροχερές
Ή οι χιονισμένες
Εκείνες που τελικά γυρίζουν σπίτι
Κάποιοι
Οι μέρες αυτές που παύουν να περνιούνται για άνθρωποι
Οι μέρες εκείνες που κάποιοι πλουτίζουν και άλλοι
ικανοποιούν την ανάγκη τους να τους υπηρετούν
Οι μέρες τους αυτές είναι εφιάλτες
Μα μια μέρα δε θα δουλέψουν
Μια μέρα σαν εκείνη θα κατέβουν χιλιάδες μαζί τους
σε δύο ρόδες
Και θα πληρώσουν οι υπαίτιοι για αυτές τις μέρες που
η καρδιά τους κι η καρδιά μας
χτυπούσε δυνατά
μην τυχόν και κάτι πάθουν

*Από τη συλλογή “Λέξεις που γεννήθηκαν στο δρόμο”, εκδ. Δυσήνιος Τύπος, 2022.

Ελευθερία Θάνογλου, Οι μέρες μίκρυναν για μεγάλες επαναστάσεις

Κι όμως
κάτι ακούστηκε
κείνο το βράδυ που μας πλησίαζε το κακό˙
κείνος ο κρότος, σα σπάσιμο
ξερού κλαδιού πίσω απ’ τα δέντρα˙
αλλά εμείς είχαμε ξεχάσει από καιρό
ν’ αναγνωρίζουμε τέτοιους ήχους.
Κι όμως
κάτι ξεχωρίσαμε
κείνο το βράδυ˙
μα είναι υπόθεση σοβαρή για έναν τυφλό
ν’ αναγνωρίσει το σκοτάδι μέσα στο σκοτάδι
και το ψηλάφισμα θέλει χέρια ζωντανά.
Ν΄ ανοίξουμε, μας είπαν, έναν λάκκο,
σαν βάρος περιττό πετάξαμε τα δικά μας.
Δυο άκρα κρεμασμένα, μας είπαν, τι οφελούν;
Τα δάση πλέον καίγονται χωρίς το τρίξιμο δυο ξύλων.
Τι οφελούν λοιπόν;
Γροθιά τώρα κανείς δε βρίσκει υψωμένη.
Κι όμως
κάτι σα να υποπτευθήκαμε
κείνο το βράδυ.

*Από τη συλλογή “Οι τίμιοι ψεύτες – Μια τραγική ιστορία ενός κωμικού ανθρώπου”, εκδ. ΑΩ, 2023.

Αναστάσιος Δρίβας (Αθήνα, 1899 –1942), Ποια χέρια τραγουδάνε

Ποια χέρια τραγουδάνε
Τα χέρια της ερωμένης
Όταν η αφή μεθύσει
Με την αφή αγαπημένης
Ξένης σάρκας.
Ποθολυμένο σκίρτησε το γλυπτικό της σώμα.
Σκόρπισε
Τη δροσιά της σελήνης
Τη φλόγα του τριαντάφυλλου
Το τρεμούλιασμα του κεριού
Τον ανασασμό
Ερωτεμένης ανοιξιάτικης νύκτας.

*Από τη συλλογή “Μια δέσμη αχτίδες στο νερό”, εκδ. Προσπέρος 1978 (α΄ έκδοση 1937).

Χαρά Παπαδοπούλου, Τρία ποιήματα

ΣΙΝΕΦΙΛΙΚΗ

εικόνες εκκωφαντικές
Ανεξέλεγξτεσ
ουρλιάζουν την ορμορφιά

τζάμι καθρέφτης
πάνω του ξεκουράζομαι

ρούχα πεταμένα
άνθρωποι άδειοι
ξεκοιλιασμένοι στο πάτωμα

Κίτρινο καπέλι με πράσινο γείσο
λύτρωση η αναμονή
στο κόκκινο έρχομαι

*

Ο ΠΙΟ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ

Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται. Τρις.
Ποιος είναι ο πιο αγωνιστής; φώναξε ο ηγέτης.
Εμείς! Κραύγασε το συγκεντρωμένο πλήθος.
Μιακατσαρίδα κύησε στον υπόνομο.

*

ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΠΑΙΔΙΑ

Τα δικά μας παιδιά είναι πιο αγωνιστικά
πιο ανταγωνιστικά.

Είναι αναπάντεχα και πρωτοποριακά
ισχυρά καθαριστικά για δύσκολους λεκέδες.
Τα δικά μας παιδιά τα βάζουμε στους ενενήντα βαθμούς
και πλένουν ικανοποιητικά τις αμαρτίες μας
βορά στα κανόνια σας.

Τα δικά μας παιδιά να προτιμήσετε
πιστοποιούν καλά τα ανέφικτα
στις πλάτες τους φορτώστε ό,τι έχετε.
Είναι γερά και ανθεκτικά.
τα δικά μας παιδιά

*Από το βιβλίο”Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδόσειςτωνάλλων, Απρίλης 2016.

Δήμητρα Κατιώνη, Ποιήματα

Η γεωμετρία του ελλείμματος
αν αφαιρέσεις την πληρότητα μις υπόσχεσης
είναι
ένα οποιοδήποτε ημικύκλιο
σαν
προφίλ αγκαλιά φεγγαράκι
κοίλο θεάτρου χαμόγελο αυτάκι
σαν μια ευθεία σε απόγνωση
η κυριολεξία της απεύθυνσης
είναι να ισιώνω
επανορθώνοντας το λόγο μου
προς εσένα

*

ψίθυρέ μου
αποψινέ
παντοτινά ξένη
γλώσσα μου
είσαι η λέξη που δεν άκουσα
είσαι η λέξη που μόνο άκουσα

δεν απαντάς
ισμαήλ
ξέρεις είσαι
η απάντηση

*

η εποχή της εικόνας
ξεκίνησε κάπου εκεί
με τις πλάκες του σινά
έκτοτε κανένας θεός δε βλέπει
δεδομένου ότι η όραση έχει παραδοθεί
στη γνώση κι η γνώση
στον άνθρωπο
ισμαήλ όμως θα πει
ο θεός ακούει
κι εσύ είσαι
η άχνα σου
το τραγουδάκι μου
κι ο λυγμός μου

*Από τη συλλογή “Τρεις μερες κι ένα τρίτο”, εκδ. θράκα, 2016.

Jorge Guillen, Δύο ποιήματα

FIGMENTS
(Before falling asleep)

Fancy has placed me
on a white pillow.
The whiteness is not seen,
but I sense how a color so light
softens the support
offered to my tired
head.
A performance
staged by my memory.
am simply spectator,
the only one in the theater.
How many figures of the day
stampede over my night
fixing me with glances
bright with alarm,
so very apt to heighten
the dramatic elements!
Thus I recover my yesterday
with tomorrow’s unease,
now everything inside,
heavy with menace:
Let it happen for real
this more and more fantastic
show in a form
so very cinematic.

*
IN PLAIN SIGHT

Within sonorous nights,
those stars—soundless
to the human ear—
share our minutes and hours,

gleam with discreet glitters,
and are resolved into figures,
though tremulous, never equivocal
over so many secrets.

Does our knowledge distress us?
We will always feel reticent
before those vast spaces o
f feverish immensity.
The immensity offers no visions,
and is so superior to the mind
that in the darkness it says: stop,
do not give in to rapture.

Our visible sky houses
—so well named, so familiar—
stars over our hearths,
by paradox, such close friends.


*


ΑΠΟΚΥΗΜΑΤΑ
(Πριν κοιμηθώ)

Η φαντασία με έχει τοποθετήσει
σε ένα λευκό μαξιλάρι.
Η λευκότητα δεν φαίνεται,
αλλά αισθάνομαι πως ένα τόσο ελαφρύ χρώμα
μαλακώνει το στήριγμα
που προσφέρεται στο κουρασμένο μου
κεφάλι.
Μια παράσταση
σκηνοθετημένη από τη μνήμη μου.
Είμαι απλά ένας θεατής,
ο μόνος στο θέατρο.
Πόσες φιγούρες της ημέρας…
περνούν πάνω από τη νύχτα μου.
που με σημαδεύουν με τις ματιές τους…
Φωτεινές με συναγερμό,
τόσο ικανά να εντείνουν
τα δραματικά στοιχεία!
Έτσι ανακτώ το χθες μου
με την ανησυχία του αύριο,
τώρα τα πάντα μέσα μου,
βαριά υπό απειλή:
Αφήστε το να συμβεί πραγματικά
Αυτή η όλο και πιο φανταστική
παράσταση σε μια μορφή
τόσο πολύ κινηματογραφική.

*

ΣΕ ΚΟΙΝΗ ΘΕΑ

Μέσα σε ηχηρές νύχτες,
αυτά τα αστέρια -άηχα
στο ανθρώπινο αυτί-
μοιράζονται τα λεπτά και τις ώρες μας,

λάμπουν με διακριτικές λάμψεις,
και αναλύονται σε μορφές,
αν και τρεμάμενα, ποτέ διφορούμενα
για τόσα πολλά μυστικά.

Μας στενοχωρεί η γνώση μας;
Πάντα θα αισθανόμαστε επιφυλακτικοί
μπροστά σε αυτούς τους τεράστιους χώρους…
πυρετώδους απεραντοσύνης.
Η απεραντοσύνη δεν προσφέρει οράματα,
και είναι τόσο ανώτερη από το μυαλό
που στο σκοτάδι λέει: σταμάτα,
μην ενδίδετε στην έκσταση.

Ο ορατός μας ουρανός στεγάζει
-τόσο καλά ονομασμένα, τόσο οικεία-
τα αστέρια πάνω από τις εστίες μας,
παράδοξα, τόσο στενοί φίλοι.

*Από τη συλλογή “Horses in the Air and Other Poems”, City Lights Books, San Francisco 1999.
**Αγγλική μετάφραση από τα Ισπανικά: Cola Franzen. Απόδοση στα Ελληνικά: Δημήτρης Τρωαδίτης.