Φαίδων ο Πολίτης, Δύο ποιήματα

ΕΡΓΑΤΙΚΟ

Το βίδωμα τέλειωσε
Ρουφήξαμε τσιγάρο
Ήπιαμε καφέ
Σκουπίσαμε τον τίμιο ιδρώτα

Ντυθήκαμε

Κι ύστερα τραβήξαμε
Προς τα σπίτια
Των ορθοδόξων οικογενειών μας

Σιγά
Με διστακτικά
Κουρασμένα βήματα
Με μισόκλειστα
Μάτια
Τραβήξαμε

Μάιος 1955

*

ΤΥΦΛΟΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ

Επειδή δεν μας έμεινε
Σχεδόν καθόλου αναπνοή
Επειδή βουβοί λυγμοί μάς ξεχειλίζουν
Επειδή το μένος μας βρίσκεται
Κάτω από την επιφάνεια
Και μάλλον εκεί θα μείνει

Πρέπει να παραιτηθούμε
Του δικαιώματος των στεναγμών
Εμείς οι τυφλοί κροκόδειλοι της γενιάς μας

1959

*Από τη συλλογή «Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι» (1961).

**Φαίδων ο Πολίτης: Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Φαίδωνα Ιωαννίδη. Γεννήθηκε το 1928 στην Κωνσταντινούπολη. Μαζί με την πατρική του οικογένεια εγκαταστάθηκε από πολύ μικρός στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε. Σπούδασε αγγλική γλώσσα και φιλολογία στην Αγγλία και στο Λος Άντζελες της Αμερικής. Πέθανε από καρδιακό νόσημα το 1986.
Ποιητικές συλλογές:
«Σαχάρα – In Memoriam», 1951
«Ersatz?», 1953
«Adios», 1953
«Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι», 1961
«Φαίδων ο Πολίτης, Ποιήματα» (εισαγωγή & επιλογή Ντίνου Χριστιανόπουλου), εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1988

***Τα ποιήματα και τα βιογραφικά στοιχεία είναι από εδώ: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=11780.msg152780#msg152780

Νίκη Χαλκιαδάκη, Ξύλο που δεν σαπίζει 

Όταν φτάσαμε στο βου και ήρθε η σειρά μου είπα βάλανος
με χαστούκισες γιατί ήσουν δάσκαλος
είχες περάσει τις εξετάσεις σου τις παιδαγωγικές
μα εγώ ήμουν παιδί και εκείνη τη Δευτέρα το ομολογώ πως είχα πιει
Μπορούσα να πω ότι εννοούσα βελανίδι ή να περιμένω το δέλτα
να πω δρυς να μου βάλεις άλφα
δεν ήθελα όμως βελανίδι, καρπό, φυτό δικοτυλήδονο
το ζωγράφισα κιόλας στον τοίχο του σχολείου
αυτό -το παραδέχομαι- έκανε τα πράγματα κάπως χειρότερα
Ρώτα με τώρα αν θες και εγώ μπροστά σε όλους θα πω
βιβλίο, βάτραχος, βουνό ή βόστρυχος
μόνο μην αλλάξουμε γράμμα και γίνει καμία παρεξήγηση
Πόσο να κρατηθώ και εγώ από λέξεις που δεν με κινδυνεύουν

*Από τη συλλογή μικρές κανίβαλες, εκδ. Μανδραγόρας, 2022.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Μονοσάνδαλος

Ο θόρυβος μιας μικρής πυγολαμπίδας
το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει
Από έλλειψη πίστης στην απώλεια
ίσως από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος
Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
Να βρει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια
π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει

Πώς ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται

*Από τη συλλογή “Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν”, εκδ. Σμίλη, 2019.

Θεόδωρος Ντόρρος, Τα γινομένα

Έργο Joan Miro

Τα όμορφα -μεγάλα- γινομένα
φτάνει να δίνουν σεβασμό και δάκρυα.

Μα ό,τι κάνει τη ζωή μας
-εκείνηνε που δρα-
πρέπει να θέλει το ξεγίνομα
της καθισμένης της προσπάθειας
που ’μεινε μόνο κόπος,
και χωρίστηκε
στο γύρεμα της γνώσης,
στο ξέχασμα μέσ’ στου κορμιού μας το βασίλειο,
στον νου μας την κατάχτηση πάνω στους άλλους
και στον ίδιο εαυτό μας,
στις ομορφιές. Τέτοιες, δεν έφτιασαν,
δεν είδανε ως τα σήμερα καμιά, απόλυτη.
Γιατί οι αληθινές δε φανερώνουνται σε κόσμο που ‘ναι
θρονιασμένη η ασχημιά πονηρεμένης βαρβαρότητας.
Κι όσοι, ανάμεσά του, προσπαθήσαν
να τις ιδούνε, να τις φτιάξουνε, εγελαστήκαν.

Μεγαλωμένος σήμερα. Μ’ ό,τι μου δόθηκ’ απ’ τη
φύση κι απόμειν’ απ’ των άλλωνε τα κέφια.
Δε σέρνουμαι απ΄ τους αιώνες πίσω μου,
τους κρατημένους στα μουσεία, στα ερείπια,
και που ακουω να μου λέν ότι τρέχουνε ακόμα
μέσ’ στο αίμα μου.

Ούτε τραβιέμαι ΄άθελα μέσ΄ στο σκοτάδι
κείνων που θα ΄ρθούνε.

Οι λίγοι που κρατιώνται ζωντανοί
μ ο ν ά χ α
για ένα έ π ε ι τ α καλύτερο της ράτσας μας, μισούν
τα φίλτρα που κολλούν στα γινομένα της ζωής μας,
σαν το παιδί στη μάννας την ποδιά.

Η όρεξη για δράση
πρωτοφανέρωμα ζωής,
της μόνης,
σαρκωμένης,
πάντα καινούριας
-όπως είναι-
μπρος στη γδυτή ψυχή μας
και στην τέτοια γνώση μ ό ν ο
που μπορεί να στέκετ’ εκεί μπρος.

*Από το βιβλίο “Στου γλυτωμού το χάζι”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, σε γενική επιμέλεια Μαρίας Αθανασοπούλου.

Julio Llinas (1929-2018), Οι φυσικές επιστήμες

Μαζί με τους βράχους
το μαύρο ακτινιβόλο αλάτι
Αφτιά!
Τρίζουν οι στοιβάδες της Γης
φαγωμένες απ’ τον ύπνο
ενώ τις πατάει μια ηρεμία κολάσεως.
Πού είναι ο άνθρωπος που ξαναγεννιέται
μέσ’ απ΄ τις στάχτες κάποιας μεγάλης ποίησης;
Το χρυσό χέρι
που εγκαινιάζει κι αναπτύσσει
τις φυσικές επιστήμες;
Λόγια,
ερπετά της ασφυξίας.

*Περιλαμβάνεται στον βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Jorge Luis Borges, Ποίημα στους φίλους

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

*Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Σαλώμη, Άστολοι 

Εμένα δε τολμώ να αγαπήσω
σφίγγω τα δόντια μέχρι να ματώσω
κι όταν αφήνομαι, ξεχνάω
ξεχνάω να χαμογελάω
ξεχνώ πως μ΄αγαπάς
όχι ακόμα, αλλά παντοτινά
όχι παράπλευρα, αλλά συνειδητά
ούτε με προϋποθέσεις και δεσμά

Η φωνή δεν τρέμει πια
τα δάκρυα έπαψαν να τρέχουν
μετράω 25 χρόνια πια
και σε κοιτώ κατάματα

Δεν υπάρχει σάλτσα και ντροπή
το τραπέζι μας ενώνει,
μαζί και το όνομα, τα μάτια, το μυαλό
σα να μοιάζουμε εν τέλει …

Η γλώσσα δεν πικραίνει όπως παλιά
δε σε φοβάμαι πια
υπάρχει σιγουριά στα λόγια μου,
μα δε φωνάζω, δε χρειάζεται
γιατί πλέον ακούς
είσαι εδώ, απέναντί μου
όχι στους εφιάλτες μου

Δε φλέγεται η καρδιά μου
δεν περιμένω χάδια και θαύματα, τα έχω ήδη
δεύτερη ευκαιρία; κερδισμένη
δεύτερη ζωή; ανανεωμένη

*Από εδώ: https://losinnuendos.com/2023/09/19/άστολοι-της-σαλώμης/#like-6433

Jack Micheline, Δύο ποιήματα

Δήλωση για την ποίηση


Ποίηση
είναι
οι βλέψεις
της απίστευτης
πραγματικότητας

Θα κάψουμε τις γέφυρες
και θα φτιάξουμε τις δικές μας

Ποίηση
είναι το συναίσθημα
ένα κονσέρτο
για τα αυτιά
για των τυφλών τα μάτια
δεν είναι των σημασιών οι άχρηστοι στίχοι
βρες την αλήθεια στην ψυχή σου
και φρόντισε τα λουλούδια


*


Έτσι γράφονται, φίλε μου, τα σπάνια ποιήματα


Τα βήματα συγκινούν την καρδιά
Η καρδιά φουντώνει τη φωτιά
Του νου τον καθρέφτη
Άκου τους ρυθμούς της ανάσας σου
Έτσι γράφονται τα σπάνια ποιήματα
Όχι με λέξeις μα με νότες περίεργες
Που κινούν την πένα πάνω στο χαρτί
Αυτό είναι το μάτι του κυκλώνα
Ο σεισμός
Το δώρο του θεού στη φύση
Αθανασία.

*Τα ποιήματα περιέχονται στο βιβλίο του Γιάννη Λειβαδά «Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς – Στοιχεία για την beat generation», εκδ. Κέδρος, 2010. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Karen Van Dyck, Two Poems

Karaghiozis

How heavy is my tiredness?
How much does it weigh?
Can the umbrella of my shadow puppet
keep me up tonight, hold me halfway
between the water and the Brooklyn bridge,
unfurl my manly skirts flapping in the wind –
foustanella, foustanella, can you keep me safe tonight?

E.L.I.A Collection

*

Compensation

for Katerina Anghelaki-Rooke

The rhyme of an uneven gait
is the measure of her poetry,
words that come from here and there
whose balance and proportion
owe everything to chance,
a wobbly joyousness that gasps for air
and comes up empty-handed,
only to dive down again for more.

If certain streets have traffic
and others less
this is not a condemnation of the whole.

The wildly loping hobble of the poet
does not mean she won’t arrive
in time for dinner.

*Karen Van Dyck has published an anthology of translations “Austerity Measures: New Greek Poetry” which won the London Hellenic Prize (2016). Her poetry has appeared in Tender, Locomotive and Poiitiki.

**Taken from https://ergon.scienzine.com/article/poetry/two-poems?fbclid=IwAR1bIIs6ZYeiX28b6VgytFd-WNah-56k6zgQj65PjDOjpmEB8juCZ9CdpY8

Ο τελευταίος για τον οποίο θες να μάθεις είναι ο Μοντάρτ: Μια αναγνωστική εμπειρία

Γιάννης Λειβαδάς «Μοντάρτ», alloglotta, 2015

Γράφει ο Γιώργος Πάνος*

«“Ο τελευταίος για τον οποίο θες να μάθεις είναι ο Μοντάρτ»”. Το πεζό ποίημα «Μοντάρτ» του Γιάννη Λειβαδά είναι ενέργεια συμπυκνωμένη σε λέξεις που διαβιβάζεται με ρυθμούς. Ο Μοντάρτ αποκαλύπτει τη σύζευξή του με τον κόσμο δίχως να συγχέεται με αυτόν, διακρίνεται από τον κόσμο χωρίς να διαχωρίζεται από αυτόν. Ο Μοντάρτ καλλιεργεί το ανεπίτευκτο, είναι μια δια ζώσης απεύθυνση σε αυτό που πάντοτε διαφεύγει». Η περιγραφή που συνοδεύει την παρουσίαση του έργου θα έλεγα ότι κάτι ξύπνησε μέσα μου αλλά στην πραγματικότητα το εξάλειψε, με απάλλαξε απ’ αυτό.

Το παρόν κείμενο είναι a priori ανεπαρκές. Ο Μοντάρτ έπεται.

Συνήθως η ποίηση διαβάζεται σε μια διάσταση που μοιράζονται ο αναγνώστης και το έργο, στην περίπτωση της ποίησης του Γιάννη Λειβαδά έχω την αίσθηση πως η ανάγνωση εξοβελίζει για λίγο οτιδήποτε άλλο έχει διαβαστεί. Η λιγόστεψη, στην οποία ο ίδιος έχει αναφερθεί κάμποσες φορές σε γραπτά του, είναι μονόδρομος, με την αφετηρία να απομακρύνεται ασταμάτητα όσο και η προοπτική. Μετά τον εξοβελισμό, με την επαναφορά των υπολοίπων στη μνήμη, ο Μοντάρτ γίνεται πιο προσιτός μα ο αναγνώστης αρχίζει να μοιάζει άγνωστος, κάποια πλευρά του που βρισκόταν στην αφάνεια ξεπροβάλλει μέσα από το κείμενο.

Έχω την αίσθηση πως, ευρύτερα, όσα αποφασίσαμε να κρατήσουμε από τη νεότερη ελληνική ποίηση, χρησιμοποιήθηκαν σαν αερόσακοι προστασίας απ’ ότι ζούμε, από τον τρόπο που ζούμε και σκεφτόμαστε (εάν σκεφτόμαστε, γιατί συχνά έχω την εντύπωση ότι μόνο τυρβάζουμε), ενώ τα έργα του Λειβαδά μας οδηγούν σε μια αδόκητη σύγκρουση, λάθος, σε συντριβή.

Προσπαθώ να πω κάτι μέσα απ’ αυτή. Το σκηνικό: ένα τραπέζι, τρεις καρέκλες, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα. Ανυπόφορη ζέστη. Ζωή κολλημένη σε ρεύματα, πρότυπα κι εμμονές. Μες στο καταμεσήμερο ο υποφαινόμενος βρίσκει τον μπελά του ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του Μοντάρτ. Η σιωπή του δεν αρκεί, επισκιάζεται. Συνέρχεται από το γρονθοκόπημα της τρίτης επανάληψης με μια ανάγκη να σημειώσει πράγματα για τον Μοντάρτ.

Το ερευνητικό ενδιαφέρον είναι ακατάλληλο μέσο, η αυτενέργεια δείγμα φαντασιοκοπίας. Ο Μοντάρτ αναζητείται, αποτελεί στόχο, αυτός που έχει βαλθεί να τον εντοπίσει άθελά του τον καταδιώκει. Οι λέξεις, σκουπιδαριό, οι έννοιες, τελειωμένες. Ο «ερχόμενος άνθρωπος της δημιουργικής διάλυσης» από τα κατάβαθα της Απτέρου Νίκης (2005) εκκενώνεται και μετατρέπεται σε παρουσία δίχως πρώτο πρόσωπο, δίχως λειτουργίες και δυνατότητες, μια παρουσία αντιμετάθεσης του απροσέγγιστου.

Στην περίπτωση του Λειβαδά μοιάζει εύλογο οι κριτικές γνωματεύσεις με τις οποίες προασπίζονται παραδοσιακά οι βιβλιοκρισίες να μην είναι αρκετές για την απόδοση του περιεχομένου της ποίησής του, για να τονιστούν οι ποιοτικές της διακυμάνσεις και ο ρόλος της, οι διαδοχικές της φάσεις και η επίδρασή της στην ποίηση που εκδόθηκε μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία.

Γράφω δέκα αράδες και σβήνω τις οκτώ. Ο Μοντάρτ είναι τόσο καλά συναρμοσμένος που δεν γίνεται ν’ αντιγράψω στίχους για να δείξω αυτό που συμβαίνει. Προτιμώ να φυλάξω το βιβλίο κρατώντας το μυστικό παρά να το προτείνω. Θέλω να προσθέσω πράγματα μα δεν νιώθω έτοιμος να διαγράψω όσα χρειάζεται να διαγραφούν, κινδυνεύω να αποκλειστώ στο σκηνικό: ένα τραπέζι, τρεις καρέκλες, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, ανυπόφορη ζέστη, ζωή κολλημένη σε ρεύματα, πρότυπα κι εμμονές. Κάτι γίνεται.

Όπως ο Μοντάρτ διατελεί «παραστάτης της μοναξιάς του», το έργο αποτελεί οριακό μέρος της ποίησης στην οποία λειτουργεί. Ο Μοντάρτ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεταφυσικός παρείσακτος εάν η επικράτεια κοινού τόπου και χρόνου δεν εντοπιζόταν στην ιδιότητά του: ένα λείμμα που η απόρριψή του δεν είναι εφικτή γιατί απέσυρε τις σημασίες και τις ερμηνείες που αποτελούσε και τώρα δεν αποτελεί τίποτα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/montart/