Οκτάι Ριφάτ (1914-1988), Ποιήματα

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΑ ΛΕΥΚΑ

Στο μονοπάτι του λόφου
μια γυναίκα στα λευκά κατεβαίνει προς τον σταθμό,
θα πάρει το τρένο και θα φύγει,
θα διασχίσει τα νερά με το φέρι,
θα κάνει ψώνια και θα σεργιανίσει,
θα γυρίσει στο σπίτι
απ’ το μονοπάτι του λόφου,
κι όπως το πλοίο στη θάλασσα ή το τρένο στη στέπα
θ’ αφήσει πίσω της ένα ίχνος
από αφρό ή καπνό
μέσα στον ωκεανό των ανθρώπων
φτιαγμένο από αναμνήσεις.

*

Η ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΠΟΥΛΑΕΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Η νεαρή τσιγγάνα που πουλάει λουλούδια
έχει βρώμικα χέρια και πόδια,
καπνίζει,
τα λουλούδια της μυρίζουν τσιγάρο,
και καθώς μιλάμε κρατά τα τριαντάφυλλα
με το μακρύ τους κοτσάνι ανάμεσά μας,
ένα ανοιξιάτικο σύννεφο ακριβώς
από πάνω μας
κι ο ουρανός
απίστευτα γαλάζιος.

*

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Το κορίτσι τραυλίζει, το αγόρι κουτσαίνει
ο πλατύς ουρανός έχει το πιο γαλανό γαλάζιο-
αυτές οι μεγάλες μέρες του καλοκαιριού.

*

ΤΟ ΡΟΖ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ

Κορίτσια τραγανά σαν το μαρούλι
στρογγυλό στόμα, σουφρωμένη μύτη.
Καθισμένα σταυροπόδι στο κατάστρωμα –
φυσά και καθώς τους ρίχνεις κλέφτες ματιές
η καρδιά σου χτυπάει σαν τρελή.
Αχ, Ιστανμπούλ, γερο-διάολος που ‘σαι!
Κάτω, στο Φιντικλί, βολτες και παιχνίδια.
Κρατώ μια πετονιά με εκατό αγκίστρια.
Βουτώ απ’ το καΐκι του καπετάν-Τουργκούτ
και βρίσκομαι ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι τόνους.
Δεν πήγα ποτέ στον τάφο του Ορχάν
στο Ρούμελι Χισάρ –
κι ούτε θέλω.
Μια φρέσκια φέτα ψωμί, ένα κομμάτι λευκό τυρί’
θα ‘ναι ‘κεί; – ποιος ξέρει!
Θ’ αγναντεύει τη θάλασσα και θα πίνει τη ρακή του.
Από την προκυμαία μ’ ένα σάλτο βουτώ στο νερό-
από κάτω ψάρια
από πάνω σύννεφα.
Κύμα το κύμα ο Βόσπορος θέλει να με καταπιεί,
κι εγώ συνεχίζω κολυμπώντας προς το ροζ σπίτι στην ακτή.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Σπύρος Θεριανός.

Γιάννης Κοντός, Το χρονόμετρο

Όπως γυρίζει η νύχτα μέσα μου
φέρνει πνιγμένους στην επιφάνεια.
-Το στήθος κλείνει για να κρατήσει
ό,τι προλάβει –
Έρχεται η μέρα.
Αλλά τι μέρα – τυλιγμένη σαν μπαμπάκι
γύρω στα δέντρα σε μια γη
κρεμασμένη από κλωστή που είναι
έτοιμη να σπάσει.

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη, Έξι ποιήματα

Ομορφιά και υποταγή

Αχ, ομορφιά!
Δεν υποτάσσεσαι στις λέξεις

Εικονοστάσι

Η ομορφιά σου αιχμάλωτη
Σε εικονοστάσι
Κατασκευή των φόβων μου
Μήπως σε χάσω

Μέλισσα ψυχή μου

Αυτή τη νύχτα αποκοιμήθηκες στα χείλη μου
Η μέλισσα ψυχή μου τρυγά το μέλι σου

Ουρανέ μου

Λάμψε ουρανέ μου!
Ντύσου μ’ εκείνο
Το γαλάζιο
Της προσδοκίας

Τρόμος ο έρωτας

Πεινώ για κάτι που αγνοώ
Που το χρειάζομαι πιο πολύ
Κι από το ψωμί
Σκοτεινή του μαχαιριού η θωριά
Τρόμος ο έρωτας

Σε δημιουργό

Δεν θα μπορούσε ο θάνατος
Να με απομακρύνει από κοντά σου
Αφού η αθανασία σού χαρίστηκε

*Από τη συλλογή “Μινιατούρα”, (.poema..) εκδόσεις, 2015.

Θανάσης Κωσταβάρας, Σαν τη θάλασσα ανθίζεις

Σαν τη θάλασσα ανθίζεις.
Σαν τη θάλασσα ανθίζεις και πάλλεσαι.
Κι ύστερα γαληνεύεις κι ύστερα πάλι φουσκώνεις και μεταμορφώνεσαι
μέσα μου.

Εσύ που είσαι πιο άσπρη απ’ τ’ αλάτι και γίνεσαι απ’ το νερό
γαλανότερη.
Κι απ’ τον ήλιο που βασιλεύει πιο ρόδινη.

Εσύ που δεν έχεις τέλος.
Που σε κοιτώ και δε σε χορταίνω, δεν σε εξαντλώ ούτε μέσα στο χρόνο
ούτε μέσα απ’ το πολυμήχανο όνειρο.

Γι’ αυτό όταν με βλέπεις κάποτε να σωπαίνω
όταν κάθομαι αντίκρυ σου κι ούτε ένας ψίθυρος χλόης δε σαλεύει στα
χείλη μου
δεν είναι επειδή δεν έχω τίποτε να σου τραγουδήσω.
Είναι επειδή δε βρίσκω τον τρόπο να εκφράσω όλα αυτά που
αισθάνομαι.

Γιατί και το τραγούδι δεν είναι καθόλου μια εύκολη άσκηση.

Κι αν η ποίηση είναι τόσο μεγάλη
έρχεται ώρα που δεν χωρεί, που δεν μπορεί να χωρέσει την έκσταση.

Και ίσως τότε μόνον η σιωπή έχει τη δύναμη να μιλήσει.

Εκείνο το βαθύ κοίταγμα μέσα απ’ τα μάτια του άλλου.
Και η τρυφερή περιπλάνηση πάνω στη σάρκα.

Γιατί τι άλλο είναι η αγάπη
παρά το χέρι που μας παίρνει και μας οδηγεί
κάποτε πέρα απ’ το φόβο, μέσα απ’ την κόλαση ακόμα
πάνω απ την ηδονή, σε μιαν άλλη βαθύτερη γνώση
σε μιαν άλλη αποκάλυψη.

Εκεί που μόνο μια καινούργια γλώσσα μπορεί
να σηκώσει την έκφραση.

Νίκος Βιολάρης, Τρία ποιήματα

ΣΤΑΧΤΗ ΣΤΙΓΜΗ

Θα καώ
ας καώ
συνοψίζοντας όλες τις λάμψεις
σε μια στάχτη στιγμή.

*

ΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

Τίποτα πιο οριστικό
απ’ αυτόν τον διαβάτη
που διασχίζει τη νύχτα.
Τίποτα πιο οριστικό
αφού όπου να ‘ναι
θα σβηστεί απ’ το τοπίο
και τα πουλιά
θα ‘χουν ξεχάσει
τη σκιά του.

*

ΟΤΑΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Όταν τα πράγματα ήταν πουλιά
(και πετούσαν)
δεν μπορώ να πω πως πονούσαν.

Όταν τα πράγματα ήταν παιδιά
(και γελούσαν)
δεν μπορώ να πω πως πονούσα.

Μα όταν τα πράγματα ήταν νεκρά
(και σαν δάση ωραία
ωραία σιγούσαν)
κάτι κεριά βροχής γυμνά
μακριά απ’ τα δάκρυα
θρηνωδούσαν.

Φωτεινή Καπελλάκη, Τα ήσυχα πρωινά

Τα ήσυχα πρωινά όταν φοβάμαι
θάβομαι κάτω απ’ το προσωπό μου
καθώς εκπέμπω στο πεπρωμένο
μασκοφόρος πλανόδιο φως.

Και όταν στους δρόμους κατεβαίνω
δροσιά στα κλομπ
άλλο ένα μακελειό στήνεται.
Και όπως στην άσφαλτο
λαμπαδιάζουν όλες οι βεβαιότητες,
που το άρπαγμα, που ο δήμιος, που η κραυγή.
Αυτός που πρόδωσε
Αυτός που χάνεται
Αυτός που προσπερνά.
Η ύλη δονείται στα γόνατα, στις πέτρες, στα δόντια.

Σαν παλαιολιθικο ψέμα
Εκεί που ανατέλλει εκεί
Καίγονται τα δάση
Μαζί και τα φιλιά.
Τέφρα στα χείλη.
Στο στήθος.

Στην πλωτή μου ράχη ταξιδεύουν νεογνά.
Και όμως αντέχουν να ζουν φωναχτά.

*Από τη συλλογή “το ελάχιστο σώμα“, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

Δημήτρης Γκιούλος, Τρία ποιήματα

μικροοικονομία

Σαν κουφάρια μικρών ζώων
στις άκρες εθνικών δρόμων
στη συμπαντική οικονομία
είμαστε
Από την άλλη
κι αυτό υπερβολή είναι
Θα σήμαινε
πως κάποιος χαμήλωσε το βλέμμα
στο θέαμα
Θα σήμαινε
Πως κάποιος νοιάστηκε

*

ασήμι

Σε λιγότερο από έναν χρόνο
το μαλλί μου
το χρώμα του έχασε
Ασημί έγινε
Είναι κι αυτό
μια προσπάθεια του κορμιού
να πει
για το κόστος της απώλειας

Κάπως να την υπολογίσει

*

πρόχειροι υπολογισμοί

Ποτέ
τόσα μικρά
δεν αφορούσαν
τόσους πολλούς

Ποτέ
τα παναθρώπινα
δεν αφορούσαν
τόσους λίγους

*Από τη συλλογή “ακραία καιρικά φαινόμενα”, εκδ. θίνες, β’ έκδοση, Μάιος 2023.

Ελένη Αθανασίου, Τρία ποιήματα

ΛΥΡΑΡΙΣΣΑ

Όταν εκείνος φεύγει
τρέχει στη θήκη του
είναι έμπειρη και ξέρει
πώς νανουρίζεις ένα ελάφι
πριν πλησιάσει η σφαίρα.

*

EL FIN

Τον Αύγουστο
οι πολεμίστρες στο χωριό
μυρίζουν φάβα
και μαλακώνουν,
σαν την κηρύθρα που μασάει
ένα κορίτσι με παρεό

*

ΚΑΜΜΙΑ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΠΙΑ

Μεσημέρι Ιουνίου
κόβω κεράσια από την πλάτη σου

Τα συνθλίβω στα σεντόνια
που θ’ απλώσω στο μπαλκόνι

Τόσο μικρή
και τόσο νέα.

*Από τη συλλογή “Φταίνε τα πεύκα”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2023.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Αίμα του Οχτώβρη


Max Ernst, Surrealism and Painting

Ροή αμνημόνευτη απ’ τις φλέβες τ’ουρανού
Αίμα του Οχτώβρη ω εσύ θάλπος στερνό
Που συντηρείς το παγωμένο άστρο
Γκρίζο πουλί αναδυόμενο από τις πτυχές του πένθους
Ουράνιο τόξο που σωριάστηκες νεκρό πάνω στους κήπους
Διάφανη κόρη ξεφτισμένη σε γνέφαλα
Με τα φτερά της λύπης πίσω από τους ώμους σου
Το αμπάρι άνοιξα του αβέβαιου καιρού
Για να περισυλλέξω την συγκομιδή σου:
Βοριάδες και φτεροκοπήματα
Ιστία που χάνονται στ’ανοιχτά
Μια κιμωλία χαράζοντας στη δύση μιαν άλικη γραμμή
Ένα μεγάλο δάκρυ που κατρακυλά πάνω στη γη
Άροτρα κι ανοιγμένα αυλάκια
Κι εγκαταλειμμένα όστρακα πάνω στην άμμο
Σπίθες και βλέφαρα καπνού μιαν οπτασία που τρέμει
Στην αχλύ απ’ το τζάμι του παραθυριού

Πόλυ Μαμακάκη, Ποιήματα

Ι.
Ημερήσιος κύκλος είκοσι τέσσερα βήματα
Τα δευτερόλεπτα προπορεύονται του λεπτοδείκτη
Καρφώνεις τα μάτια στην ώρα μας
Με ακρίβεια ξεκουμπώνει το περιδέραιο του αχανούς

ΙΙ.
Λευκά σημεία
Ευθείες γραμμές
Σε βρίσκω παντού
Στις ενώσεις

ΙΙΙ.
Ανασαίνεις μια πυραμίδα λόγου
Ενδομήτρια φλόγα ισοσκελής
Οι παύσεις –
Ανεμοθώρακας ενδυνάμωσης

IV.
Πρώτες κρύες ημέρες
Παραλληλόγραμμες
Μήκος εωθινό επί πλάτος Χ
Εμβαδόν συμπαγές
Το δειλινό φιμώνει το σώμα

V.
Δίκτυο τηλεπικοινωνίας ανεπαρκές
Προσδοκώ κυλινδρικούς ειρμούς
Αδιαπέραστης αφής μας

VI.
Ανατολή περίμετρος θαυμάτων
Αναθυμιάσεις, συμαντικοί οιωνοί
Θα χορέψουμε πάλι εκεί
Στα εσώτατα του κρατήρα χείλη

*Από τη συλλογή “Περίπατοι στον κήπο για δύο”, (.poema..) εκδόσεις, 2013.