Μυρτώ Αναγνωστοπούλου-Πισσαλίδου, Δύο ποιήματα

Η ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

Η νοικοκυρά αγοράζει λάδι και έρωτα, πάθη
προκάτ κι ένα παιδί.
Μ’ ένα μολύβι το στολίζει
μ’ ένα σβηστήρι το προσέχει.
Δεν έχει χρόνο να ρωτήσει το γιατί.
Τηγανίζει μια τεράστια ομελέτα και τυλίγεται.*

*(Πειρατικός σταθμός, εκδ. Εγνατία-Τραμ, Θεσσαλονίκη 1979)

*

ΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Βρισκόμουν όπως πάντα στο δρόμο κάνοντας στα
πουλιά παρέα όταν μεσημεριάτικα μου δώσανε μια
σπρωξιά και βρέθηκα στο επίσημο τραπέζι.
Στην υγειά σου, μου λέει ο πολυέλαιος που,
να σκεφτείς,
πρωτύτερα είχε πέσει πάνω στους καλεσμένους του
και τους σκότωσε όλους.
Μου λέει λοιπόν ο πολυέλαιος:
ό,τι έχεις γράψει ως τώρα να το βάψεις μ’ ένα
από τα χρώματα που σου προτείνω.
Τότε τα κεφάλια των καλεσμένων αρχίσανε ν’ ανάβουν ολοένα.
Μ’ έναν πήδο βρέθηκα κάτω απ’ το τραπέζι
έσκαψα στα γρήγορα ένα ποίημα
Και από κει τώρα σας μιλώ.

Λευτέρης Πούλιος, Από τη συλλογή “Αντί της σιωπής” (συν τρεις πίνακες ζωγραφικής)

1

Νύχτα, δρόμοι άδειοι που μόνο ένα
λεωφορείο περνά.
Φεγγάρι που ‘ρχεται πάνω σε σιδηροτροχιές.
Άνεργη η λύπη χασομερά εδώ.
Ο άνεμος σφυρίζει στο χώρο μου
και μεταδίνει το θλιβερό αόριστο μήνυμα
μιας θάλασσας που αναρριγά.
Το μακρινό στιλπνό μου όνειρο
αναβλύζει απ’ τις πληγές της ψυχής μου.

Πατρίδα μου είναι ο άνθρωπος.

2

Υπάρχουν άλλοι κόσμοι, αλλά μέσα σ’ αυτόν.
Χώρος, χρόνος και αιτιότητα είναι έγκλειστα
στη σκέψη.
Ό,τι υπάρχει μας καλεί σε αγώνα,
μια προσπάθεια εντοπισμού του απόλυτου.
Το σύμπαν δεν γνωρίζει ειρήνη
κι εμείς μοχθούμε με λέξεις να υφάνουμε
έναν ουρανό
έξω απ’ το πραγματικό! Έξω απ’ το πραγματικό!

3

Αυτός είναι ο θάνατος του φωτός
όταν φωτοστέφανα του οτιδήποτε
ποδοπατιούνται και αγωνίες και όνειρα.
Διατρυπώ το δίχτυ των λαθών μου
Κι οι αμαρτίες μου κλείνονται στη σιωπή.
(Ποτέ δεν άρχισα και ποτέ δεν τέλειωσα
τούτο το ποίημα.)
Ο κόσμος είναι ένας
αλλά κομματιασμένος απ’ τη σκέψη.

*“Αντί της σιωπής”, 12 ποιήματα του Λευτέρη Πούλιου συνοδευόμενα από 12 ζωγραφιές του Τάσου Μαντζαβίνου, που εκτίθονταν σε σχετική έκθεση στην γκαλερί “Είκοσι Τέσσερα” στην Αθήνα, το διάστημα 15 Μαρτίου-14 Απριλίου 1993. Την επιμέλεια του βιβλίου είχε ο Μισέλ Φαϊς, του οποίου επίμετρο περιλαμβάνεται στην έκδοση. Επίμετρο για τη ζωγραφική του Τάσου Μαντζαβίνου παρατίθεται από την Ελένη Βακαλό. Το βιβλίο εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, το 1993.

Βασίλης Ιωαννίδης (1948-2022), Έξι ποιήματα

ΚΥΛΟΥΝ ΟΙ ΣΤΑΓΟΝΕΣ

Κυλούν οι σταγόνες
επίμονα, ασταμάτητα.
Σαν σιωπηλή καταιγίδα
εφορμούν,
εισχωρούν στο αίμα,
το πολιορκούν.
Προς τα πού οδεύουν;
Προς τη ζωή ή τον θάνατο;

*

ΚΡΑΥΓΕΣ

Κραυγές,
κραυγές,
κραυγές,
θρήνοι
οιμωγές
κι ούτε μια συλλαβή
δεν βγήκε από το στήθος.

*

ΜΙΛΑ ΜΟΥ

Μίλα μου,
μίλα μου πολύ εαυτέ.
Μίλα μου συνέχεια,
ασταμάτητα,
για να νιώθω ότι υπάρχω·
μια θερμή γωνιά
για ν’ ακουμπήσω
τον αγιάτρευτο πόνο.

*

ΚΑΘΕ ΣΟΥ ΛΕΞΗ

Κάθε σου λέξη
πολλαπλασιασμένη ηχώ
μαύρης αυγής.
Η ψυχή
γυμνή και μόνη
ζητά ένα κορμί
ακέραιο
για να κουρνιάσει.

*

ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΦΩΣ

Κράτα το φως
γερά μέσα σου·
για να βαδίζεις
στέρεα
μες στο βαθύ
σκοτάδι.

*

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ

Κάθε μέρα
γκρεμίζεται
ένα άστρο.
Σε λίγο
ο ουρανός
θα μείνει
ορφανός.

Marija Dejanovic, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ

Στον έρωτα όλα είναι ανάποδα
Να χωρίζεις σημαίνει να ξεκινάς από την αρχή
και το να φεύγεις σημαίνει να έρχεσαι

Την Πέμπτη να συνέρχεσαι:
να χαστουκίζεις και να αγκαλιάζεις τον εαυτό σου
Να τον στριμώχνεις στη γωνία

Κάτι περίεργο συμβαίνει στον λαιμό
εκκολάφθηκε μια μικρή λέξη

Την Τετάρτη είπε έχω ένα δώρο για σένα
κάτι να σου θυμίζει εμένα
και μου πρόσφερε μια κοσμηματοθήκη δεμένη με σπάγκο
περασμένο στο σπάγκο ήταν το κλειδί του σπιτιού

Δεν ήθελα να πάρω το κλειδί κι έτσι μου έδειξε
πώς να διαρρήξω το διαμέρισμά του
χρησιμοποιώντας πιστωτική κάρτα

Φόρεσα πάντως το κολιέ στο λαιμό μου
-ανάποδα, να μη με ληστέψουν-

και πήγα μια μεγάλη βόλτα

Ήταν Πέμπτη, ζεστό δειλινό

Ήταν μια όμορφη βραδιά νηφαλιότητας

Την Παρασκευή το πρωί άλλαξα την κλειδαριά
για να ταιριάζει στο δικό του κλειδί

*

ΑΘΑΝΑΤΗ

Η μεγαλύτερή μου δύναμη είναι
ότι ενίοτε επιθυμώ να μην υπάρχω
Έτσι, όταν υπάρχω, τότε πράγματι υπάρχω

Θα έπρεπε να έρθετε να με επισκεφθείτε
να δείτε ότι είμαι καλά
Φυτεύω βότανα στις γλάστρες του σπιτιού
δηλητηριώδη και θεραπευτικά σαν την αγάπη της μητέρας

Στον κήπο – άγρια χόρτα
ανθεκτικά και αθόρυβα σαν την αγάπη του πατέρα

Μου ανήκουν όλα όσα είναι δικά μου
Και τίποτα άλλο
Γι’ αυτό μπορώ να τα μοιραστώ μαζί σου
την νύχτα και την μέρα

Εσύ δεν είσαι νεκρή
Αθάνατη είσαι σαν τη μόδα των πυκνών φρυδιών
Και τον πρωινό καφέ

Κάθε τόσο κάποιος λέει ότι δεν υπάρχεις
-τότε πως γίνεται να σε βλέπω στα πρόσωπα όλων;

*Από τη συλλογή “Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα”, εκδ. Θράκα, 2023. Μετάφραση: Irena Gavranovic Luksic.

Αργύρης Χιόνης, Τρία ποιήματα

ΠΡΟΣΩΠΟ ΒΟΥΒΟ

Στην άκρη των χειλιών σου
κρέμεται το φως·
στα βάθη των ματιών σου
κατοικεί
η μουσική του λόγου.
Αν με κοιτάξεις
θα ‘ναι σαν να μου μιλάς·
αν με φιλήσεις
θα ‘ναι σαν να με φωτίζεις.

*

ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ανοίξαμε τις φλέβες μας
και κύλησε η σιωπή
μέσα στο ιδιο τάσι.
Τώρα, είμαστε πια δικοί της
και το δικό της το τραγούδι
λέμε,
με τις ανάσες μας
που σκαρφαλώνουν
ώς το ύστατο λαχάνιασμα
και με τα δάχτυλα
που ψαύουν το κορμί της νύχτας.

*

ΣΥΜΒΑΝ

Σκότωσε
όλα τα περιστέρια
κι έφτιαξε
ένα μεγάλο πουπουλένιο μαξιλάρι.
Ύστερα,
έπεσε να κοιμηθεί
εν ειρήνη.

*Από την ενότητα “Διαπιστώσεις” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Απόπειρες φωτός”, εκδ. Δωδεκάτη ώρα, Αθήνα, 1966.

Δημήτρης Βερνίκος, Ποιήματα

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Ντυμένο στο χρώμα
της αγνής του φύσης
άσπρο
με κορμί πρασινωπό

*

ΕΙΚΟΝΑ Α’

Ένα δέντρο
ξάπλωσε στην αμμουδιά
μα η αλμύρα
του ‘καψε τα χείλια

*

ΕΙΚΟΝΑ Β’

Οι νύχτες στον Αντάρτη είναι άχρωμες
Το φως της μέρας κίτρινο
Τα τραίνα σφυρίζουν σαν τα κουδούνια
που κρέμουνται στη χαίτη της νύχτας
Κι η σκιά ενός σκύλου
ξαπλώνεται λυπημένη
κουνώντας την ουρά της

*

ΕΙΚΟΝΑ Γ΄

Κατά τον βοριά είπαν οι ναύτες
κι έδειξαν
ένα πεσμένο κυπαρίσσι στην άκρη του βουνού

Κατά τον νοτιά είπαν οι ξυλοκόποι
κι έκοψαν
άλλο ένα κυπαρίσσι

Τότε οι ναύτες θύμωσαν
ανέβηκαν το πέτρινο μονοπάτι
κι έριξαν
άγκυρα στο μεγάλο πηγάδι της θάλασσας

Οι ξυλοκόποι όμως συνέχισαν
να σφυρίζουν
με τα σουραύλια τους

Να δείχνουν το στήθος τους στον οργισμένο νοτιά
και να χορεύουν
ξέφρενα μπρος στα καλάμια του κάμπου

*

ΕΙΚΟΝΑ Δ’

Το ξερό φρύγανο στάθηκε στη μύτη του βουνού
Αγνάντεψε για κάμποση ώρα τη μεγάλη λίμνη
κι έπειτα
στο πρώτο φύσημα του Εύρου
γέλασε
Μα ο αέρας
που πέρασε απ΄ τα μύρια παραθύρια του
το φίλησε
και πέθανε

*

ΕΙΚΟΝΑ Ε’

Τρεις καβαλάρηδες
Κλείδωσαν τις πόρτες του Νείλου
Όταν οι Φαραώ
Φύτεψαν δυο ανθισμένα φύλλα παπύρου
Για να θυμίσουν στους Επιγόνους
Πώς μια Γοργόνα
Πήρε τ’ όνειρο
Κορδέλα στον λαιμό της

*Από τη συλλογή “Πρωτογονία”, εκδ. Bibliotheque, Απρίλης 2023.

Roger Robinson, Ποιήματα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΜΠΡΙΞΤΟΝ

Οι Τζαμαϊκανές του Μπρίξτον είναι ώριμες
και μοιάζουν με τα κορίτσια που ζωγράφιζε ο Ρούμπενς.
Στενάζουν οι ραφές των τζιν παντελονιών τους
που τ΄ αγοράζουν στα βασικά πάντοτε χρώματα.
Οι τεράστιοι χρυσοί κρίκοι στ’ αυτιά τους
κάνουν τους λοβούς τους να κρέμονται.
Μια ολόκληρη αίθουσα χορού κρύβεται
στον ρυθμό των γοφών τους,
τα κρουστά ηχούν στον τρόπο που μιλάνε.
Τα μπλουζάκια τους είναι κοντά
κι από κάτω ξεχειλίζει
μια γυαλιστερή κοιλιά του Βούδα.
Περιμένουν στην ουρά στέλνοντας μηνύματα,
δεν σηκώνουν το κεφάλι παρά μόνο για να δουν
την κόκκινη λάμψη του λεωφορείου,
καθώς η κάψα του καλοκαιριού
στεγνώνει σιγά σιγά την υγρή γυαλάδα
πάνω στα σουφρωμένα χείλη τους.

*

ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΑΪΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΜΠΡΙΞΤΟΝ

Αλουμινόχαρτο
Κομμάτια αλουμινόχαρτο από κρακ,
νιφάδες που τρίζουν σαν το χαλίκι
κάτω απ’ τη γέφυρα του τρένου.

Παγωνιά
Στο Μπρίξτον Χιλ
οι πόρνες φυσάνε παγωνιά
μες στα χέρια τους

Πατούσες
Οι ρέιβερς στο Μπρίξτον
με γυμνά πόδοα, μαύρες πατούσες και τα ψηλοτάκουνα
στο χέρι, παραπατάνε.

Εκκλησία
Νιγηριανές
με τις μαντίλες τους ολόκληρα γλυπτά
βγαίνουν απ’ την εκκλησία με το κεφάλι ψηλά.

*Από τη συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα, 2023.
**Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Νίκη Χαλκιαδάκη, Τρία ποιήματα

ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΙΣΜΟ

Περπατάω πάνω στο νερό
μου το έμαθε ένας από τους νεκρούς μου
δεν έχει τόση πλάκα να περπατάς το νερό
εγώ ήθελα να μου μάθει να περνάω μέσα από τους τοίχους
Η μαμά με ταΐζει πέτρες να με βυθίσει
φοβάται μη με δει ο δάσκαλος
μη μου ανοίξει τα χέρια και μου βάλει ένα καρφάκι εδώ, ένα καρφάκι εκεί
μη με κρεμάσει σε όλες τις αίθουσες του σχολείου πάνω από τον πίνακα
και γίνουμε τίποτα ρεζίλι

*

ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥ

Τα όρνια που μαζεύτηκαν στο μπαλκόνι
ακονίζουν τα ράμφη και τα νύχια τους στα κάγκελα
-θα σκουριάσετε καλέ και ποιον θα φοβόμαστε αν πάθετε κάτι-
Εμάς περιμένουν πότε θα βγούμε να μας κατασπαράξουν
θέλουν το συκώτι, την καρωτίδα μου, τα οπτικά νεύρα και τις κελιτορίδες μας
Δεν ξέρουν ότι εμείς δεν θα τους κάνουμε τη χάρη
Δεν ξέρουν ότι εμείς μπορούμε να αντέξουμε εδώ μέσα κλεισμένες
τρώγοντας η μια την άλλη

*

ΧΡΗΣΜΟΣ

Αυτή η ρωγμή που ξεκινάει απ’ το ταβάνι και τελειώνει στην κοιλιά μου
δεν υπάρχει πια
λέω α μπε μπα μπλομ και δεν πονάει
Στο μικρό κορίτσι που είδε τα εντόσθιά μου λέω του κείθε μπλομ
και δεν νομίζω να τη νοιάζει
Της κρύβω τι σημαίνει μπλιμ μπλομ
δεν είναι σίγουρη αν μπορεί να το αντέξει
Δεν την ταΐζω από το στήθος μου μη δοκιμάσει άνθρωπο
και αρχίσει να γράφει τίποτα ποιήματα

*Από τη συλλογή “μικρές κανίβαλες”, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα, 2022.

Νικολέττα Σίμωνος, Δύο ποιήματα

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΙΙ

Τα Χριστούγεννα φωνάζουν
με τις εορταστικές ιαχές και τα πλουμίσματα
τον ερχομό τους
κι οι αρλεκίνοι του δρόμου χαρίζουν στο
τσουχτερό της νύχτας αγέρι
το χαμόγελο εκείνο το πλατύ που
δεν μπορεί τη θλίψη του να κρύψει

Παιδιά του κόσμου όλου
παιδιά του κόσμου του δικού μας και του άλλου
φωτίστε με τα μάτια σας τους γεμάτους
μοναξιά και απόγνωση ατέρμονους δρόμους

Γίνετε εσείς της γης τα αστέρια
Εσείς γίνετε και τα χαμόγελα του ουρανού

Και δείτε την καρδιά σας κόκκινα ν’ ανθίζει ρόδα σαν εκείνα του μαγιού
Δεκέμβρη μήνα

*

ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Κάποτε κάποιο βρέφος χόρταινε με την άχνα των ζώων
του στάβλου.
Αγαλλιαζόταν που ‘νιωθε ζεστασιά, φροντίδα, θαλπωρή
από ζώα κι από ανθρώπους.

«Φυσικά και θα τους πάρουμε τα δώρα τους.
Να μη νιώσουν τα παιδιά μας Χριστούγεννα;»,
ακούστηκε ο γονιός.

Και κάπως έτσι ξεκινά η πορεία προς τον υλισμό.
Και κάπως έτσι ξεκινά η πορεία προς της ουσίας την απαξίωση.
Ανθρώπινα πράματα.
Και το παιδί δεν χάνει την παιδικότητά του.
Μα το παιδί χάνει την αθωότητά του.

Μια μπάλα, μια κούκλα, θέλω να δωρίσω στο παιδί εκείνο
που θα την εκτιμήσει σαν θείο δώρο στη ζωή του
και θα πάρει μια χαρά ίσαμε το σύμπαν όλο.

Γιατί τούτο το παιδί να περάσει αναγκάστηκε
με επιτυχία την πορεία του προς την ουσία των πραγμάτων.

Σε ένα τέτοιο παιδί θέλω να προσφέρω φέτος τα Χριστούγεννα το δώρο μου.
Μια κούκλα δικιά μου παλιά και πολύτιμη από τα παιδικάτα μου.