Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Δύο ποιήματα

ΜΠΟΥΛΟΥΚΙ

Ο παράξενος θόρυβος των πολύχρωμων πουλιών
ανακατεύει τις σημειώσεις των καπεταναίων
την ίδια στιγμή που οι μούμιες τους
ταράζουν τα είδωλά μας στην επιφάνεια του νερού.
Εμείς, ανήλικοι με υποτροφία στην περιπλάνηση,
θέλουμε να ταξιδέψουμε δίχως να κοροϊδέψουμε κανέναν.
Κι όμως, ο πυρετός της βροχής
-γνωστός από τις αφηγήσεις ταξιδιωτών-
τρομοκρατεί με το διαπεραστικό του βλέμμα
όλους μας, τους μαθητευόμενους μάγους,
τους προσωπογράφους, τους ιχνηλάτες
και τους εργάτες στα εργοστάσια ζάχαρης.
Η ασυμβίβαστή μας έμπνευση,
-ίδια με αίθουσα αυθαιρεσίας,
ίδια με γη δίχως ιδιοκτήτη-
έγινε μια πρόσκληση προς κάποιον που κάποτε γνωρίζαμε.
Εμείς, ταξιδεμένοι πια και ενήλικες
-ένα μπουλούκι γεμάτο ληγμένα τρόπαια
περιτριγυρισμένο από τεράστια σαρκοφάγα φυτά-
χωμένοι σε ένα θερμοκήπιο,
πίσω από τις θαμπές του τζαμαρίες
κρατάμε ημερολόγιο για την προστασία
του πρωτότυπου έργου της μεγάλης εξόδου,
έχοντας σαν όνειρο την ελεύθερη ζώνη.

*

AURUM

του Κ.Μ.

Είμαστε από αυτούς που θα χαθούν
σε κάποιο ενεχυροδανειστήριο
ή στα αγοράζω χρυσό, όπως τα χρυσαφικά μας.
Θα λιώσουμε, ανθρώπινη πλάκα πάνω στην πλάκα,
μαζί με δαχτυλίδια, σκουλαρίκια και χρυσές ταυτότητες.
Ωστόσο οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος
δεν θα μείνουν άνεργοι.
Όσα χρυσά αστρικά συστήματα κι αν λιώσουν
βαθιά στα καζάνια των ανθρώπινων πόλεων
-για διάσωση ανωτέρων τάξεων και ανταγωνισμούς άπληστων-
πάντα θα υπάρχει ένα αρχοντόσπιτο που,
βγαίνοντας στην επιφάνεια,
θα φέρνει στο φως το περιδέραιο της ομηρικής Ελένης
ή το χρυσό κούμπωμα από το αρωματοδοχείο
της Ζωής της Πορφυρογέννητης.
Και κάπως έτσι θα βεβαιώνεται
η ταξική φύση και του χρυσού
εις τους αιώνας των αιώνων.

*Από τη συλλογή “Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του”, Έναστρον Εκδόσεις.

Blanca Varela, Δύο ποιήματα

Άσμα δημώδες
 
και ξαφνικά η ζωή
στο φτωχικό μου πιάτο
ένα άλιπο κομμάτι χοιρινό απ’ τα ουράνια
εδώ στο πιάτο μου
 
να με παρατηρεί
να σε παρατηρεί
ή να σκοτώνει μια μύγα χωρίς κακία
να αφανίζει το φως
ή να το φτιάχνει
 
να το φτιάχνει
όπως κάποιος ανοίγει τα μάτια κι επιλέγει
έναν ουρανό που ξεχειλίζει
στο άδειο πιάτο
 
ρούμπενς κρεμμύδια δάκρυα
περισσότερος ρούμπενς περισσότερα κρεμμύδια
περισσότερα δάκρυα
 
τόσες ιστορίες
μαύρα δύσπεπτα θαύματα
και το αστέρι της ανατολής
 
έγκλειστο
και το κόκαλο του έρωτα
τόσο ροκανισμένο και τόσο σκληρό
να λάμπει σε άλλο πιάτο
 
αυτή ακριβώς η πείνα
υπάρχει
είναι η λαχτάρα της ψυχής
που είναι το σώμα
 
είναι το τριαντάφυλλο από λίπος
που γερνάει
στον ουρανό του από σάρκα
 
mea culpa μάτι θολό
mea culpa μαύρη μπουκιά
mea culpa θεϊκή ναυτία
 
 
δεν υπάρχει άλλος εδώ
σ’ αυτό το άδειο πιάτο
μόνο εγώ
να καταβροχθίζω τα μάτια μου
και τα δικά σου
 
*

Curriculum vitae

ας πούμε ότι κέρδισες τον αγώνα δρόμου
και ότι το έπαθλο
ήταν ακόμα ένας αγώνας
ότι δεν ήπιες το κρασί της νίκης
αλλά το ίδιο σου το αλάτι
ότι ποτέ δεν άκουσες ζητωκραυγές
αλλά γαβγίσματα σκύλων
και ότι η σκιά σου
η ίδια σου η σκιά
ήταν η μοναδική
και ανέντιμη αντίπαλός σου

*Η μετάφραση είναι συλλογική, αποτέλεσμα εργαστηρίου μετάφρασης ποιημάτων της Μπλάνκα Βαρέλα που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Συμμετείχαν: Αναστασία Γιαλαντζή, Ελένη Βλάχου, Λαμπρίνα Ιωάννου, Κατερίνα Μάρκου, Μαρία Μελαδάκη, Ματίνα Μπίλια, Χρυσούλα Ξένου, Σοφία Φερτάκη.

**Από το βιβλίο “Άσμα δημώδες και άλλα ποιήματα”, έκδοση Librofilo, Αθήνα 2024.

Ιωάννα Χρήστου, Κι όμως, εντέλει, τι μπορώ;

(… μόνο να σβήνω και να γράφω μετ’ ευτελείας
στα ματωμένα μου τεφτέρια…)
Χρεωμένος σαν τις χώρες του νότου
και δακτυλοδεικτούμενος συλλαβίζω απ’ την αρχή την αλφαβήτα.
Σκοντάφτω διαρκώς πάνω στο Κάπα
κι απ’ τη συνίζηση μέχρι την έκθλιψη
περιγράφεται ολόκληρη η περιπέτεια του βίου μου.
Απ’ το δικό μου χέρι τίποτε δεν καρπίζει,
τίποτε δεν μεταμορφώνεται.
Το στάρι μένει στάρι, το ξύλο μένει ξύλο,
η πέτρα μένει πέτρα.
Κι εγώ γεμίζω την κοιλιά μου, τυλίγω το κορμί μου,
λάθρα βιώσας, στα γεννήματα των άλλων.
Την τέλεια πενία μου συμπληρώνει η αχανής,
η αγέραστη ήπειρος των λέξεων,
με αρχέγονες ρίζες και διακλαδώσεις,
με εκλεκτικές συγγένειες και υποσημειώσεις,
αφ’ εαυτές, με τη δική τους, εσωτερική, εικονοποιία
ή ρέουσες, μες στα ποτάμια του Ομήρου
και στα ρυάκια των Λυρικών.
Γιατί, ακόμη και οι λέξεις μου, δικές μου δεν είναι.
Κι ο χρόνος είναι δανεικός ή εξαγορασμένος.
Για να μπορώ εγώ σήμερα να γράφω, μετ’ ευτελείας,
στα ματωμένα μου τεφτέρια,
κάποιοι καταδικάστηκαν σε πλήρη αφωνία,
στην επαρχία, στο υπόλοιπο Αττικής,
στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική ή στην Ασία.
Κι έτσι, ως το λαιμό, είμαι χρεωμένος.
Κι όμως, εν τέλει, τι μπορώ;
Μόνο να γράφω. Να σβήνω. Και να γράφω

*Από τη συλλογή “Άλαλο”, εκδόσεις Τυπωθήτω 2013.

ένα έτσι, στο μουμπούλι

θα επιστρέψω και πάλι στον πίνακα
ακίνητος
και ήρεμος πρέπει
στο δωμάτιο αναμονής
δύο ορόφους κατεβαίνοντας
οδηγώντας τις φλέβες μου
προς πάσα κατεύθυνση
ενός ιωδιούχου ορίζοντα
αναζητώντας το μυστικό πέρασμα
πίσω από τους λόφους
είναι ένα σπίτι, εκεί;
ακολουθώντας τις δύο μικρές
φιγούρες
κατά μήκος της παραλίας
τα βήματά μου
και όσα χάρισα στο κύμα
όσα βρίσκονται πίσω και πέρα
από αυτόν τον τοίχο
η πρόκα που στερεώνει
την καρδιά μου στη θέση της
μακριά από όλα αυτά, μητέρα
ίσαμε το γλυκό της χαμόγελο

Νίκος Φρατζέτης, Ο σκοτεινός άγγελος

Σχέδιο: George Grosz

Βάλε κονιάκ στο ποτήρι μου.
Ό,τι πιο φθηνό.
Το πιο άθλιο ποτό που μπορείς να βρεις στα βρώμικα ντουλάπια σου.
Άσε με να μεθώ.
Να είσαι εκεί.
Εκεί που δεν θα έχω πια την κυριότητα των λόγων μου.
Θα ουρλιάζω τα ονόματα που σου έχω χαρισμένα.
Μην σκοτίζεσαι να καταλάβεις.
Ποιο το νόημα άλλωστε;
Τάισέ με το χειρότερο φαΐ σου.
Ωμό.
Πέτα το σε μια γωνία.
Θα συρθώ σαν το σκυλί για να σε ευγνωμονήσω.
Το χειρότερο εαυτό μου ξεσκονίζοντας μπροστά σου.
Θα σταθώ τρεκλίζοντας κρατώντας τους ώμους σου,
κουρασμένος, καθαγιασμένος, γυμνός.
Θα γίνω αυτός που πραγματικά είμαι.
Χωρίς υπεκφυγές, χωρίς ευγένειες.
Δεν θα είμαι αυτός που κρύβει το νερό,
που ντύνουν τα άψογα τα ρούχα,
που οι καλοί μου τρόποι ιστορούν.
Βαδίζοντας αργά και μεθυσμένα,
τα χείλη σου προσδοκώντας να βρω.
Χαρίζοντάς σου τα πιο φρικώδη σχέδια.
Την τέχνη σου αποθεώνοντας μες στα λευκά χαρτιά.
Κομμάτι θα γίνω κι εγώ του μαύρου μολυβιού σου.
Στις σκοτεινότερές σου σκέψεις,
στις πιο μύχιες φοβίες των παιδικών σου χρόνων,
άσε με να γίνω φως.
Μόνο ένα σου ζητώ.
Μην λυπηθείς αυτό που δείχνω ότι είμαι.
Μα αγάπα αυτό που μέσα από την κόλαση της σκέψης μου γεννιέται.
Δώσε μου φτερά.
Κάνε με τον σκοτεινό σου άγγελο.
Μονάχα μην με συμπονέσεις.
Αυτό ξέρεις μπορεί στο τέλος να σκοτώσει.

Ευσταθία Π., Τρία ποιήματα

ΣΤΥΓΑ

εδώ τα αγόρια έχουνε συν δώδεκα κεφάλια
κόβουν το ένα μα σιγά πάντα φυτρώνει άλλο

δύο φορές γενέθλια κι εφτά ψυχές τ’ αγόρια
λιμάρουνε τα νύχια τους στα τουρνικέ τα βάφουν

τώρα η Τρίτης Σεπτεμβρίου είναι ροζ
τ’ αγόρια σκίζουν με τα δόντια τα φτερά τους
λερναία σώματα με λέξεις ξηλωμένες
καρδιές χτυπούν ανύποπτα
κι όπως το φως κοιτάζουν
μουσεία ανιθαγενή τα μάτια τους στην πόλη

*

ΣΙΝΓΚΕΡ

τα κορίτσια τα καλά

γάζωμα
φύσημα

Πέντε δέκα στον παρά

γάζωμα
φύσημα

τ’ άλλα τα καλύτερα
όταν παν αντίπερα

παίρνουν πάντα τηλέφωνο
λεν πως έφτασαν σπίτι

*

ΝΤΟΜΑΤΟΒΕΡΓΑ

μετά από τόσους νεκρούς
γέμισε χώμα το ποίημα

στα χέρια κνησμός
κι εσύ για να ξεχάσεις
σε πλήρη ένταση πιέζεις το κουμπί
πολτοποιείς και εμφιαλώνεις
περασμένων ζωών τρυφερές απολήξεις

*Από τη συλλογή “ΣΙΝΓΚΕΡ”, Εκδόσεις Θράκα, 2025.

Ταυτότητα, Τραύμα, Μαγεία και Συγγραφή: Η Δύναμη της Κληρονομιάς και της Μεταμόρφωσης στη Μόρα

Γράφει η Μάγδα Τικοπούλου // *
 
Βίκυ Κατσαρού «Μόρα Το σημάδι της Σάρας», εκδ. Ενύπνιο
 
Πολυεπίπεδο, συμβολικό αφήγημα που ισορροπεί ανάμεσα στον μύθο, την ψυχολογία και τη γυναικεία εμπειρία. Διάχυτη η αίσθηση ιεροτελεστίας και μεταμόρφωσης, με τη γραφή να λειτουργεί ως πράξη αυτογνωσίας, εξαγνισμού και λύτρωσης.

Η Σάρα έχει κληθεί να κληρονομήσει μια αρχαία καταστροφική δύναμη, και αναζητά διέξοδο, αναζητά ένα δικό της Πάσχα αναίμακτο προς μια καλύτερη ζωή, ενόσω έχει να αντιμετωπίσει το τριήμερο Πάσχα (θάνατο) της υπερρεαλιστικής της Μητέρας, όπου συντελείται κι η μετάβαση των δυνάμεων από τη μια στην άλλη γυναίκα. Με αυτό ως πυρήνα της αφήγησης, η Κατσαρού χτίζει ένα ποίημα, ένα μεγάλο έπος, όπου ξεδιπλώνονται ιστορίες μαγισσών. Ιστορίες γυναικών, με σαφές πρόταγμα: Αντίδοτο στο μίσος και στην καταστροφή είναι η δημιουργία κι η ομόνοια μεταξύ των ανθρώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους. Κι ότι η μητρότητα είναι κατάσταση ύπαρξης, κι ας μην έχεις παιδιά.

Τα παιδιά μου άνθρωποι δεν ήταν. Τα παιδιά μου ήταν γάτες, σκύλοι, αλεπούδες, κίσσες κι αετοί, η γυναίκα στην κοιλιά μου δεν καταδέχτηκε ανθρώπους να γεννήσει. Έγινα Μητέρα όλων των μη ανθρώπινων πλασμάτων. Του λύκου και της Σάρας. Δεν υπήρχε λόγος άλλα παιδιά να έφερνα στον κόσμο.

Ήμουν η Μητέρα όσων δεν απέκτησαν μητέρα.
Και τώρα, αιώνες μετά, έχω επιστρέψει κι εγώ στη δική μου μάνα.

Η Κατσαρού κινείται ανάμεσα στο εσωτερικό βίωμα και την εξωτερική πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα υβρίδιο λογοτεχνίας και μυθολογικού δράματος. Η ιστορία της Σάρας αναπτύσσεται μέσα από αναμνήσεις, οράματα και τελετουργικές πράξεις, και το παρόν συναντά το παρελθόν με τρόπο που θυμίζει προφορικές παραδόσεις και αρχαία τραγωδία:

Η Μόρα κάθεται στην πλαστική καρέκλα,
πλέκει μαύρο φόρεμα.
Μάνα, της λέω, πότε θά ’ρθω;
Την τρίτη φορά που τον ώμο σου δαγκώσω.
Με τρυπά με το βελόνι στην κοιλιά
και η μάνα μου ουρλιάζει γιατί ουρλιάζω,
ουρλιάζει που δεν πρόσεξα, λέει,
και χτύπησα στο κάγκελο.
Η Μόρα ακόμα πλέκει.
Το φόρεμα έχει κόκκινα μανίκια.
«Αυτή θα βγει πρώτη και θα είναι η πρωτότοκη».

 
Η αφήγηση έχει μεγάλη συναισθηματική ένταση, με σκηνές που χαράσσονται βαθιά στη μνήμη του αναγνώστη. Η εναλλαγή μεταξύ των ηρωίδων, πάντα σε πρώτο πρόσωπο, προσδίδει θεατρικότητα και μια αίσθηση αρχέγονης αφήγησης:

Ελσινόρη
Μύριαμ, εσύ δεν κρατάς στα χέρια σου το Βρέφος, κρατάς τον Λύκο.
Ελσινόρη
Γυναίκα εσύ, όχι πια άνθρωπος, ευχή σου δίνω και κατάρα τον κόσμο να κάψεις όλο.

Η πρόκληση προς τον αναγνώστη είναι η πυκνότητα του λόγου που κάνει την ανάγνωση απαιτητική, καθώς δεν υπάρχει στιγμή ηρεμίας. Ορισμένες μεταβάσεις ανάμεσα σε σκηνές ή χρονικά σκαλοπάτια θα μπορούσαν να είναι πιο αργές, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να πάρει μια ανάσα.

Το έργο είναι γεμάτο συμβολισμούς που παραπέμπουν στη μητρότητα, τον πόνο, τη γυναικεία δημιουργικότητα και την επιβίωση μέσα από το τραύμα.

Μύριαμ, ελευθέρωσε τον λύκο και δώσε στη Σάρα την ευχή να κάψει όλο τον κόσμο. Κανένας κύκλος δεν θα σπάσει, αλλιώς να έχεις την κατάρα μου, η ψυχή σου να μην αναπαυτεί ποτέ, ούτε η δική της.

Σφίγγω το χέρι της Μητέρας. Πρώτη φορά νιώθω να φοβάμαι. Πρώτη φορά αμφισβητώ αν η Μητέρα να με προστατέψει θα μπορέσει. Γιατί η γυναίκα μες στον στρόβιλο καταλαβαίνω πως είναι η δική της Μάνα, και κουβαλά τις δυνάμεις ολωνών μας.
 
Κεντρικά μοτίβα: Το σώμα ως πεδίο μνήμης και θυσίας. Ο λαιμός της Σάρας, η πληγή της, η λύκαινα που γεννιέται από μέσα της, είναι όλα σύμβολα της μετάβασης και της μεταμόρφωσης. Η γραφή ως τελετουργία. Η Σάρα δεν γράφει απλώς, αλλά γεννά μέσω της γραφής. Τα κείμενά της είναι η συνέχεια του εαυτού της και η πλήρωση της ύπαρξης. Η κληρονομιά των γυναικών. Η Ελσινόρη, η Μύριαμ, η μητέρα της Σάρας – όλες οι γυναικείες μορφές αποτελούν συνδετικούς κρίκους ενός αόρατου, διαγενεακού τραύματος και εξαγνισμού. Η θρησκεία και το ιερό. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο εκκλησιαστικό στοιχείο και την αρχέγονη θηλυκή δύναμη δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα σύγκρουση ανάμεσα στο θεσμοθετημένο ιερό και το φυσικό, ενστικτώδες ιερό:

Τα βράδια, όπως ισχυρίστηκε ο ιερέας, έβρισκε, μπροστά από την εικόνα της Παναγίας, φρέσκο χώμα σπαρμένο κόκαλα και μαύρες τρίχες. Αυτό γινόταν για πολύ καιρό μέχρι που ο παπάς παραφύλαξε ολημέρα κι οληνύχτα για να δει τι γίνεται.

Κι αυτό που είδε, λένε οι πιστοί, τον έκανε να φύγει για πάντα από τον τόπο τους. Είδε στις τέσσερις τα ξημερώματα, μια γυναίκα λευκόσαρκη, με μαύρα μακριά μαλλιά, ουρά γοργόνας αντί για πόδι και αντί για χέρι δέντρο, να χορεύει πάνω από την αγία τράπεζα.
 
Το ύφος είναι έντονα ποιητικό, με φράσεις που θυμίζουν ψαλμούς, επωδές και αρχαϊκές τελετουργίες. Ο λόγος είναι φορτισμένος, με λέξεις που δίνουν έμφαση στο σωματικό και το υπερβατικό. Η λυρικότητα είναι εντυπωσιακή και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που μοιάζει με όνειρο ή όραμα. Οι περιγραφές είναι σωματικές και αισθητηριακά δυνατές, κάνοντας τον αναγνώστη να «νιώθει» το βάρος κάθε λέξης. Η επανάληψη λέξεων και φράσεων ενισχύει τη ρυθμικότητα και το μυστικιστικό στοιχείο του κειμένου. Βέβαια, η ένταση της γλώσσας θα μπορούσε να μειωθεί ελαφρώς, ώστε να δημιουργηθούν φυσικές ανάσες για τον αναγνώστη.

Ελσινόρη, στεκόμαστε γυμνές μέσα στη μαύρη νύχτα, μπροστά απ’ τη φωτιά σε σταυρική θυσία, Εκάτη, σου προσφέρουμε το σώμα της καρδιάς μας. Πού είσαι, Μητέρα, μες στη λάμψη της νύχτας και του σταυρικού θανάτου; Σε καλούμε, στον αγώνα της φωτιάς, να αναδυθούμε, να θεριέψουμε στη λάβα μέσα.

Το φως της καύσης κι ο αέρας γύρω μας χορεύουν, Μάγισσα εσύ της Φωτιάς, που ανάβεις και σβήνεις τις φλόγες όλες, σε προσκυνούμε με σεβασμό, καιγόμαστε για σένα.

Πρόκειται για ένα έργο που λειτουργεί ως μυσταγωγική εμπειρία ανάγνωσης. Η Μόρα δεν απευθύνεται απλώς στη λογική, αλλά στις αισθήσεις και στο ασυνείδητο, θυμίζοντας έργα της Σύλβια Πλαθ, της Τόνι Μόρισον, της Μαργαρίτας Καραπάνου.

Η Κατσαρού δεν φοβάται να βουτήξει στα βάθη του τραύματος και της μνήμης, αλλά και να δώσει στον αναγνώστη μια αίσθηση λύτρωσης μέσα από τη μεταμόρφωση της Σάρας.

Όπως δεν φοβάται να πειραματίζεται συνεχώς με τη γραφή της, να συνδυάζει φόρμες και κείμενα, και να διατηρεί την πρωτοτυπία της. Η Σάρα, η μελλοντική Μόρα, είναι μια μύστης, θεματοφύλακας μιας αρχαίας μνήμης που αποτυπώνεται στο σώμα της και στις λέξεις της.

Η Κατσαρού έχει γράψει ένα λαϊκό παραμύθι της εποχής μας, ένα έπος αντοχής και αναγέννησης, αποτίνοντας φόρο τιμής στην πράξη της γραφής ως γενεσιουργού δύναμης.
 
*Μάγδα Τικοπούλου, επιμελήτρια

**Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.fractalart.gr/mora-to-simadi-tis-saras/

Jorge Amado (1912 -2001), Δύο ποιήματα στα ελληνικά και ισπανικά

LLEGADA
Anoche presentí que no vendrías,
la luna se escondió en el horizonte,
los árboles tejieron melodías
y el frío se escapó de entre los montes.

Las horas lentamente se embriagaban,
el mundo se detuvo en sus relojes,
la rosa en su capullo se cerraba
y un grillo me cantaba:” no te enojes”.

De pronto el bosque se vistió de plata,
se abrieron las ventanas y las flores,
se oyeron unos pasos por las matas:
llegaba el amor de mis amores.

ΑΦΙΞΗ

Χθες βράδυ ένιωσα ότι δεν θα ερχόσουν,
το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από τον ορίζοντα,
τα δέντρα ύφαιναν μελωδίες,
και το κρύο ξέφυγε από τα βουνά.

Οι ώρες σιγά σιγά μεθούσαν,
ο κόσμος σταμάτησε στα ρολόγια του,
το τριαντάφυλλο στο μπουμπούκι του έκλεισε,
και ένα τριζόνι μου τραγούδησε: “Μην θυμώνεις.”

Ξαφνικά, το δάσος ντύθηκε στα ασημένια,
τα παράθυρα και τα λουλούδια άνοιξαν,
βήματα ακούστηκαν στους θάμνους:
η αγάπη των ερώτων μου έφτανε.

AMARTE

Amarte es la materia que no rindo,
que aplazo trás los montes del engaño,
que dejo que el fantasma de lo lindo
me envuelva en lo efímero y el daño.

Amarte en lo invisible de tu esencia,
buscarte en lo indecible de tu Rostro,
gozar sin más tu altísima presencia,
querer vivir sin que existieran otros.

Amarte en la belleza de la rosa,
mirarte en el paisaje vespertino,
sentirte en esa mano cariñosa,
beberte en esa agua que fue Vino.

ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΣΕ

Το να σε αγαπώ είναι το θέμα που δεν παρατώ ποτέ,
που το αναβάλλω πίσω από τα βουνά της απάτης,
που αφήνω το φάντασμα της ομορφιάς
να με τυλίξει μέσα στο εφήμερο και το οδυνηρό.

Αγαπώντας σε μέσα στο αόρατο της ουσίας σου,
αναζητώντας σε στο ανείπωτο του Προσώπου σου,13
απλά απολαμβάνοντας την υψηλή σου παρουσία,
θέλω να ζήσω χωρίς να υπάρχουν οι άλλοι.

Αγαπώντας σε μέσα στην ομορφιά του τριαντάφυλλου,
ατενίζοντας σε στο βραδινό τοπίο,
νιώθοντας σε σε αυτό το στοργικό χέρι,
πίνοντας απ’ αυτό το νερό που ήταν Κρασί.

*Δημοσιεύονται στο “ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA” (POLIMNIA, ARS POETICA), Διεθνή Επιθεώρηση Ποίησης, Διηγήματος και Δοκιμίου (Revista Internacional de Poesía, Cuento y Ensayo), Οκτώβρης 2025.
**Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

Γιώργος Κοζίας: Βαρκαρόλα (σχεδίασμα)

  

Όπου κι αν ταξιδέψεις
σάπια εποχή και τιποτένια.

Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα
στην Ανάφη και βρίσκεται
εξόριστος στην Τροία

Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω,
μας χτίκιασαν στα ναυπηγεία…

Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με
κι αγκάλιασέ με
Χόρεψε μαζί μου από Ανία
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ

Ξέμπαρκος κόσμος, ελπίζει, μάταια ελπίζει
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει

Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν
Είμαστε περαστικοί
σου λέω, ανίατα περαστικοί…

Ας πάμε λοιπόν ψυχή μου
ας πάμε πάλι κάπου
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου
Να λάμψουμε ή να χαθούμε
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.

*Από τη συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Τάσος Λειβαδίτης, Η κατάκτηση του χρόνου

Πηγαίναμε να κατακτήσουμε τον κόσμο- εγώ, ένας στρατιώτης
απ’ τον μεγάλο πόλεμο κι ο κόμης ντε Λωτρεαμόν. Το τρένο έτρεχε
με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ήταν ένα σχέδιο παράτολμο- κάποτε
θα σας εξηγήσω. Νύχτα. Οι φωταγωγημένες πόλεις περνούσαν
έξω απ’ τα παράθυρα σαν αναμμένα κουρέλια κυνηγημένα απ’
τον άνεμο. Ο κόμης φορούσε έναν μανδύα φαρδύ για να σκεπάζει
τον αιώνα του κι έναν λαιμοδέτη ανάστατο σα μια εξέγερση.Ο
στρατιώτης τραυματισμένος παραμιλούσε κ’ ίσως τ’ ασυνάρτητα
λόγια του να εξηγούσαν τ’ όνειρο μιας εποχής. Ύστερα άρχισε
να χιονίζει, κρυώναμε όπως στην προϊστορία «Ραχήλ!» ψιθύρισε
ο στρατιώτης. Τι ήθελε να πει; Ο κόμης έσκυψε πάνω του. «Η
συμπόνια είναι το μόνο ελαφρυντικό  στο έγκλημα να υπάρχουμε»
είπε.
Γι’ αυτό σας λέω: όταν ακούτε ένα τρένο να σφυρίζει τη νύχτα,
σηκωθείτε κι αγρυπνήσετε.
Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε.

*Από τη συλλογή “Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου”, Εκδόσεις Κέδρος, 1990.