Maria Nivea Zagarella, Men / Άνθρωποι

The resigned sea gives back
the dead,
excessive straw,
useless,
upon this earth.

Crazy and lost
the desperate adults
depart,
the innocent little ones
can do nothing,
their little hands
frozen by the cold night
that brings them death.

Murderous men
against their own flesh,
murderous against the earth
that breast fed them since birth.

The sea no longer has
enough straw baskets
to collect drop after drop,
woes and laments
of these drowning bodies

Άνθρωποι

Καρτερική θάλασσα επιστρέφει
τους νεκρούς
το πολύ άχρηστο άχυρο
πάνω στη γη.

Χαμένοι και τρελοί
απελπισμένοι άνθρωποι
φεύγουν καθώς
τ’ αθώα ανίκανα παιδιά
να κάνουν κάτι δεν μπορούν
με χέρια παγωμένα
απ’ τη νύχτα που τα σκοτώνει.

Φονιάδες κατά της ίδιας τους γεννιάς
της γης φονιάδες
που τους γαλούχισε απ τα γεννησιμιά τους
η θάλασσα άλλα δεν έχει
καλάθια αχυρένια
για να μαζέψει σταλιά σταλιά
κλάματα και καημούς
κορμιών που πνίγονται ένα-ένα

*Maria Nivea Zagarella (Sicily) – “The Poetry of Maria Nivea Zagarella”, Bilingual Sicilian-English, Mineola, NY: Legas, 2017. Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translation by Manolis Aligizakis – Translated from the Sicilian by Gaetano Cipolla.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2024/01/16/ithaca-series-poem-647/#like-21639

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: Εγώ η Κατερίνα

Η Λίνα Φούντογλου και ο Αλέξανδρος Χούντας εισχωρούν στον κόσμο της Κατερίνας Γώγου μέσα από τη ρηξικέλευθη ποίηση της. Άλλοτε αφηγηματικά ως μακρινοί χρονικά παρατηρητές και άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο στο εδώ και το τώρα, ζωντανεύουν μπροστά στο κοινό το πάθος της για ό,τι έγραφε και έπραττε. Μία σύνθεση ποιημάτων από όλες τις ποιητικές συλλογές της Κατερίνας Γώγου, πάντα από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, με στίχο αυτοαναφορικό, γίνεται πεδίο σύγκρουσης ζωής και θανάτου, έρωτα και εξαρτήσεων, τέχνης και ματαιοδοξίας, ελευθερίας και φυλακής.

Μετά την επιτυχημένη performance του καλοκαιριού, οι δύο ηθοποιοί, συνοδευόμενοι από την πρωτότυπη μουσική του Ιωάννη Βουδούρη, διεισδύουν βαθύτερα στο έργο της ποιήτριας, φανερώνοντας πως τα λόγια της είναι πάντα επίκαιρα.

Εγώ, η Κατερίνα
χωρίς ιδιοτέλεια γράφω αυτά.
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας
και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερά πέρασα
χωρίς να μ’ ακουμπήσουνε, χωρίς να τ’ ακουμπήσω.

Σκηνοθεσία – Ερμηνεία: Λίνα Φούντογλου, Αλέξανδρος Χούντας
Πρωτότυπη μουσική: Ιωάννης Βουδούρης
Φωτογραφίες / Teaser: Σέβος Τριανταφυλλίδης
Υπό την αιγίδα των Εκδόσεων Καστανιώτη

ΡΟΜΑΝΤΣΟ, Αναξαγόρα 3-5, Αθήνα
Ημερομηνίες: Τρίτη 23 και 30 Ιανουαρίου
Ώρα έναρξης: 21:00

Suheir Hammad, What I Will 

What I Will
I will not
dance to your war
drum. I will
not lend my soul nor
my bones to your war
drum. I will
not dance to your
beating. I know that beat.
It is lifeless. I know
intimately that skin
you are hitting. It
was alive once
hunted stolen
stretched. I will
not dance to your drummed
up war. I will not pop
spin beak for you. I
will not hate for you or
even hate you. I will
not kill for you. Especially
I will not die
for you. I will not mourn
the dead with murder nor
suicide. I will not side
with you nor dance to bombs
because everyone else is
dancing. Everyone can be
wrong. Life is a right not
collateral or casual. I
will not forget where
I come from. I
will craft my own drum. Gather my beloved
near and our chanting
will be dancing. Our
humming will be drumming. I
will not be played. I
will not lend my name
nor my rhythm to your
beat. I will dance
and resist and dance and
persist and dance.
This heartbeat is louder than
death. Your war drum ain’t
louder than this breath.

*Suheir Hammad is a Palestinian-American poet and activist. Hammad‘s books include Breaking Poems, ZaatarDiva and Drops of This Story.

Ευθύμιος Λέντζας, Τρία ποιήματα

(Ι)

AVANT GARDE
Η χαρά η νύχτα όταν έρχεται ψηλώνοντας
ανάμεσα σε δυο σιδερένια τραπέζια
Ξύλινα τα πόδια της Μαρίας
σέρνοντας τα φουστάνια της
απ’ το Παρίσι
Κάποτε δεν ξέρουμε που να ακουμπήσουμε
τα χέρια μας
Μόνο τα μάτια μας μουσκεύουνε
καμιά φορά
όπως μουσκεύουν πότε-πότε
τα βρακιά μας
Η νύχτα όταν έρχεται ψηλώνοντας
στα χείλια της Χρύσας ο Σωτήρης.

(ΙΙ)

ΝΟΕΜΒΡΗΣ
Σήμερα είπαν πως θα βρέξει
Ένα πουλί εδώ, ένα χορτάρι εκεί
Αν είναι να συναντηθούμε
ας κάνουμε το βήμα μας κάτω απ’ τον ήλιο
Πλάι μας μαζεύονται σύννεφα
μια σειρά κορμιά περήφανα στημένα.

(ΙΙΙ)

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ
Η λεωφόρος Αθηνών, πρώην Καβάλας
Κι εμείς να μπαίνουμε στον Διομήδειο Βοτανικό Κήπο
Μια μέρα με ήλιο, ή και χωρίς ήλιο
Η εργατική τάξη κυριαρχεί στην Πανεπιστημίου
Πριν και μετά τον Μπακογιάννη
Βράδυ στην Πατησίων ποδαρόδρομος η μοναξιά
Από τη Ζωοδόχου Πηγής ως την Καλλιδρομίου
Σου οφείλω μια αγάπη
Ένα φόρεμα μαύρο, κατάμαυρο.

Διομήδης Βλάχος, Notturno

Τι μεταμεσονύχτιος θρίαμβος κι αυτός!
Πώς ράγιζαν οι πλάκες
απʼ τον αντίλαλο του φεγγαριού
πώς έτρεμε ως το κόκκαλο
ολόγυμνη η πλατεία
κʼ υστέρα πώς η πόλη
αποτραβήχτηκε στην κώχη της
κι από κει μέσα παραμόνευε
μʼ όλες της τις πληγές ορθάνοιχτες.

Και ξαφνικά νʼ ακούγεται
βουή τεκτονικού σεισμού
τα σπίτια να τινάζονται στον ουρανό
κʼ οι σπόνδυλοι των άστρων
να κατρακυλούν στη θάλασσα.

Νύχτα ατέλειωτο βάραθρο
λεπίδι της αγρύπνιας μου ασημένιο.

Η πόρπη της παρθενικής σου ζώνης

Μόνο σαν νύχτα αφέγγαρη
περάσουνε τα μεταγωγικά
κʼ η πόλη ανυπεράσπιστη
παραδοθεί γυμνή στους βιαστές της
όταν ιστός κατάλευκος σαλπάρεις
κι ούτε ως λαθρεπιβάτης πια
δεν θα μπορέσω να διασχίσω
τον γκρεμό ανάμεσα στα δυο σου στήθη
—πόσο μάλλον την αγιάτρευτη λύπη σου
που οχυρωμένη σε κορφές απάτητες θερίζει-
σαν τσακιστεί το τελευταίο δοκάρι
και πλημμυρίσει η θάλασσα
με νάρκες αστεριών
αφού ακουστεί πως ήρθε πια
το πλήρωμα του χρόνου
μόνο τότε την τελευταία στιγμή
γυμνό σπαθί αλαβάστρινη σιωπή μου
θα πάρω φυλαχτό την πόρπη
της παρθενικής σου ζώνης
που μουσκεμένη στο άσπιλο αίμα σου
σε δίσεκτους καιρούς
μπορεί και γίνεται η αγρύπνια μου
ή θυρεός που την κατάλληλη στιγμή
είναι ικανός να εκραγεί
να στείλει στο βυθό τα πάντα.

Ως πότε θαʼ σαι το λεπίδι
ο πετρωμένος χρόνος
που οριοθετεί την πίκρα μου
μη δει το πλάτος της
μη σκύψει στη χαράδρα του ονείρου
και ξεχυθεί αχαλίνωτη καλπάζοντας
ως πότε διάτρητος από μεταπτώσεις
ομοβροντίες και αντιπαροχές
θα σε ακολουθώ
δεν βλέπεις μέσα μου βαθιά
κρυφά, πολύ κρυφά κι αθόρυβα
που ανθίζει η νύχτα;

Ρωξάνη Νικολάου, Για την αγάπη τους 

Πρέπει να πηδήξει από την ταράτσα της πολυκατοικίας
στην απέναντι που είναι όλοι μαζεμένοι.
Είναι μεγάλη η απόσταση μα θα πρέπει να τα καταφέρει.
Για να τον δεχτούν. Αλλά δεν θα τον δεχτούν.
Θα πρέπει να πέσει στο κενό, μπροστά στα μάτια τους
να γίνει κομμάτια. Για να τον αγαπήσουν.
Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν.
Θα πρέπει στη νεκροψία να βρεθεί ένα χαρτάκι
σφηνωμένο στο στέρνο του με τα λόγια
«Πέθανα για την αγάπη σας». Για να τον δεχτούν.
Αλλά δεν θα τον δεχτούν.
Θα πρέπει να λάβουν την είδηση ότι τα οστά του ευωδίασαν.
Για να τον αγαπήσουν. Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν.
Αδιάφορα θα πουν: «φαινόταν πως δεν θα γινόταν
ποτέ ένας από μας».
Παιδάκι μου μη βρεθείς ποτέ στη γειτονιά τους.
Για κανένα λόγο.

Flavien Ranaivo (1914-1999), Τραγούδι μιας κοπέλας

Άξεστο
το παλληκάρι που ζει εκεί
δίπλα στο πάτωμα π’ αλωνίζεται το ρύζι·
σα δυό ρίζες μπανάνας
στα πλευρά του χωριάτικου χαντακιού,
κοιταζόμαστε,
αγαπιώμαστε,
αλλά δε θα με πάρει.
Ζηλότυπη
η ερωμένη του που είδα πριν δυό μέρες στο πλυντήριο
να κατεβαίνει το μονοπάτι κόντρα στον άνεμο.
Ήταν περήφανη·
άραγε γιατί φορούσε μια παχειά προβειά
κοράλλια στολισμένη
ή γιατί ‘χαν μόλις ξαπλώσει;
Όμως δεν είναι η θύελλα
που θα ισοπεδώσει το λεπτό καλάμι,
μήτε η ξαφνική ραγδαία βροχή
στο διάβα κάποιου σύννεφου
που θ’ αφηνιάσει
το γαλάζιο ταύρο.
Είμαι κατάπληκτη:
ο άγονος μεγάλος βράχος
κράτησε τη βροχή του κατακλυσμού
κ’ είν’ η φωτιά που τρίζει
τα σκάρτα σπυριά του καλαμποκιού,

τέτιος φημισμένος καπνιστής
που πήρε καπνό
όταν δεν είχε πια χασίς να πιεί.
Μια δόση χασίς;
-Ξεπήδησε στην Αντρινγκίτρα,
ξοδεύτηκε στην Ανκαράτρα,
δεν είναι παρά στάχτη σ’ εμάς.
Ψεύτικη τέρψη
ανάβει λίγον έρωτα
αλλά η λάμα έχει κόψεις·
γιατί ν’ αλλάξει ότι είναι φυσικό;
-Αν σ’ έκανα να λυπηθείς
κοιτάξου μες στο νερό της μεταμέλειας
θα νιώσεις εκεί μια λέξη που άφησα
Γεια σου, στροβιλισμένο πρόβλημα,
σου δίνω την ευχή μου:
πάλαιψε με τον κροκόδειλο,
ορίστε τα τρόφιμά σου και τρία νούφαρα
για το μεγάλο δρόμο.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο Ανθολογία Νέγρων Ποιητών, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Αλέξη Τραϊανού. Διατηρείται η ορθογραφία του μεταφραστή.

**Ο Flavien Ranaivo γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1914 στο Avironimamo της Μαδαγασκάρης και πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 στην Troyes της Γαλλίας. Ήταν ποιητής και δημοσιογράφος. Ανάμεσα στα άλλα εξέδωσε και τα L’ombre et le vent (1947), Mes chansons de toujours (1955), Le retour au bercail (1962), Littérature magache (1956) και Images de Madagascar (1968).

Σοφία Πόταρη, Ιερά Συνουσία

Τα ματόκλαδά σου
Οι βολβοί σου
Οι κόρες σου
Η όρασή μου

Τα χείλη σου
Η γλώσσα σου
Το σάλιο σου
Το φιλί μου

Τα μαλλιά σου
Ο λαιμός σου
Ο κόρφος σου
Η θέρμη μου

Τα χέρια σου
Τα δάχτυλά σου
Τα νύχια σου
Το χάδι μου

Το στήθος σου
Οι ρώγες σου
Το ρίγος σου
Η έκστασή μου

Η κοιλιά σου
Το εφήβαιο
Τα λαγόνια σου
Η πλήρωσή μου

Τα πόδια σου
Η ρίζα σου
Το περπάτημά σου
Το λίκνισμά μου

Οι φλέβες σου
Οι ιστοί σου
Το αίμα σου
Το πυρ μου

Ποθητή αγάπη
Η μυσταγωγία σου
Η ποίησή μου

*Από τη συλλογή “Δηλητήριο σε μέλι”, Εκδ, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2016.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα επιστρέψω φωτεινός

Έφτιαξα μια ζωή από πηλό
Που ράγισε στα χέρια μου
Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών
Μέχρι που κομματιάστηκε
Ζωγράφισα τη μοναξιά
Με βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα
Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή.
Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν
Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά
Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας.
Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια
Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει
Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση.
Πύργους ονειρεμένους έχτισα
Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν
Στο δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν
Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι.
Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω
Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.
Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε
Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά
Μέσα απο τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω
Και θα επιστρέψω φωτεινός.

ένα έτσι, λες πόλεμος και κοιτάζεις

λες πόλεμος και κοιτάζεις
τα ερείπια των πόλεων
τους πρόσφυγες στο κυνήγι
δυστυχία και οργή

βλέπεις τον θάνατο
στα πρόσωπά τους

λέω πόλεμος και αισθάνομαι
την παγερή μοναξιά μας
την ακατάσχετη σιωπή
δυστυχία και οργή

νιώθω τον θάνατο
στο πρόσωπό μου

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/01/12/7752/#like-7752