Ο Σπύρος Μεϊμάρης, ένας εκ των κορυφαίων εκπροσώπων της γενιάς των beat ποιητών, βρισκόταν στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό την τελευταία εβδομάδα και τελικά εξέπνευσε.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Το 1959-60 βρέθηκε στο Σαν Φρανσκίσκο και παρευρέθηκε στο ξεκίνημα της Βeat Generation. Γνωρίστηκε με τον ποιητή Lawrence Ferlinghetti, εκδότη των City Lights Books και αρχίζει να γράφει ποίηση στα Αγγλικά.
Όταν ο Allen Ginsberg (1926-1997), η πιο επιφανής φιγούρα της beat generation (και της beat poetry), θα ερχόταν στην Ελλάδα από την Ταγγέρη με το θρυλικό υπερωκεάνιο S.S. Vulcania, στις 29 Αυγούστου 1961, ο Σπύρος Μεϊμάρης, μαζί με τους Νάνο Βαλαωρίτη, Πάνο Κουτρουμπούση, Μίνω Αργυράκη, Γιώργο Κατσίμπαλη και Amy Mims, θα ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που θα τον συναναστρέφονταν και που θα τον συνόδευαν στις περιπλανήσεις του στα κέντρα της Αθήνας και του Πειραιά.
Ο Σ. Μεϊμάρης ήδη από το 1959 είχε βρεθεί με υποτροφία στην Καλιφόρνια, συχνάζοντας στην North Beach του Σαν Φρανσίσκο, την εποχή της ακμής των beats, ενώ το 1961 στο Beat Hotel, στην οδό Gît-le-Cœur του Παρισιού, θα συναντούσε τους William S. Burroughs, Sinclair Beiles και Kay Johnson ανάμεσα σε άλλους και λίγο αργότερα, στην Ταγγέρη, τους Harold Norse, Paul Bowles και Jane Bowles.
Βασικά, μαζεμένα ποιήματα του Σπύρου Μεϊμάρη συναντάμε για πρώτη φορά στο τεύχος #22 του «Κούρου» (1974) κάτω από τον τίτλο «Αρνάκι άσπρο και παχύ…», όπως και σ’ ένα τεύχος του περιοδικού “Panderma”, την επόμενη χρονιά, το «Όνειρα Πραγματικότητας» (1975). Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύονται βεβαίως και στο περιώνυμο ένατο τεύχος του περιοδικού «Σήμα / Αφιέρωμα Η Σκηνή» (Σεπτέμβρης 1975) και πολλά χρόνια αργότερα στην «Τυφλόμυγα» [Μάιος-Ιούνιος, 2016]. Ίσως να υπάρχουν και αλλού…
Από ’κει και πέρα τα βιβλία του Σ. Μεϊμάρη, με ποιήματά του και μεταφράσεις, με τη σειρά έκδοσής τους είναι τα: «Εξορκισμοί» [Καστανιώτης, 1983], «Αλμπέρ Κοσερί / Ξεχασμένοι απ’ το Θεό» Απόπειρα, 1991, «Τζακ Κέρουακ / Τα Όνειρά μου» Αίολος, 1992, «Άλλεν Γκίνσμπεργκ / Ημερολόγια» Εστία, 1993, «Τζακ Κέρουακ / Μάγκι Κάσιντι» Αίολος, 1997, «Γραφτά» [Απόπειρα, 1998], «Δηλώσεις της Σιγαλιάς, 1997-2009» [Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, 2011] και «Η Μεταμόρφωση του Τοπίου / Ποιήματα 1961-2014» [Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση-ΕΜΣΕ, 2016].
Το πιο πρόσφατο βιβλίο του Σπύρου Μεϊμάρη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις OPPORtUNA, έχοντας τίτλο «Επίλεκτα ποιήματα και άλλα κείμενα (2012-2022)».
Ο πρώτος μου έρωτας πόζαρε στο κεντρικό σαλόνι του Seventeen2, τα ιριδίζοντα γαλάζια σαν το οπάλιο3 μάτια της εξαϋλώνονταν μες στην άφατη ομορφιά των δακρύων της, που θα μπορούσα να τα γλύψω, όταν κυλούσαν μαύρα στα μάγουλά της χρωματισμένα απ’ το χρώμα της μάσκαρας4, σαν το πρώτο στάδιο άσκησης ενός γιατρού που εκπαιδεύεται στο να παρηγορεί τις γυναίκες, στο γραφείο σκορπισμένα τα περιοδικά που ξεχειλίζουν από τις διαφημίσεις για τα καινούργια αντικαταθλιπτικά, τα μοντέλα τους όμορφα σαν τα κορίτσια της διπλανής πορτας5, που ποζάρουν στα κεντρικά σαλόνια της λύπης, αποπλανώντας με για να συνταγογραφήσω τα πατενταρισμένα χάπια που σχεδιάστηκαν για να φωτίσουν τα χαμόγελα στις φωτογραφίες των κοριτσιών, αλλά το μόνο που κατορθώνουν είναι να γίνονται τα ‘‘μετά’’ πιο λυπημένα από τα ‘’πριν’’6, η ευτυχία τους σκηνοθετήθηκε στον απόηχο των πορνό και σχεδιάστηκε έτσι ώστε να με κάνει να νοιώθω τη δύναμη ενός ήρωα με τα διπλώματά μου κρεμασμένα στον τοίχο να φουσκώνουν τη φαντασία μου σαν να ’ναι δόσεις από τις φωτογραφίες των όμορφων κοριτσιών στα περιοδικά που έκρυψα σε κουτιά πριν από πολλά χρόνια, τώρα πια όταν τα αθώα μάτια τους διασταυρώνονται με τα δικά μου καθώς σηκώνω το σκονισμένο καπάκι των κουτιών, και φέρνω πίσω στη μνήμη μου κάθε μάθημα που έμαθα, αναλογίζομαι αν έμαθα και ποτέ τίποτα.
Σημειώσεις:
”Centerfolds of Sadness”. ”Centerfolds”, είναι οι δίφυλλες κεντρικές σελίδες των ‘‘σαλονιών’’ των περιοδικών. Ο τίτλος του ποιήματος αποδίδει την απατηλή εικόνα των χαμογελαστών όμορφων κοριτσιών στις φωτογραφίες τους στα περιοδικά με κοινό τις Αμερικάνες έφηβες όπως το ”Seventeen”, και για το λόγο αυτό προσθέτει τον επιρρηματικό προσδιορισμό sadness αλλά κυρίως εστιάζει λόγω της ιδιότητας τού ψυχιάτρου–ποιητή, με την ευκαιρία της εφηβικής του ανάμνησης, στις διαφημίσεις των αντικαταθλιπτικών στα επιστημονικά περιοδικά που είναι ένα από τα όπλα των παγκοσμιοποιημένων εταιρειών της παράγωγης και διαφήμισης των αντικαταθλιπτικών με σκοπό την παραπλάνηση των ψυχιάτρων για να συνυπογραφούν υπέρμετρα και αδικαιολόγητα.
Seventeen, (Δεκαεφτά). Είναι ο τίτλος ενός αμερικανικού περιοδικού. Ο στόχος του υπήρξε το αναγνωστικό κοινό των Αμερικανίδων εφήβων 13–19 ετών. Ο σκοπός της έκδοσης ήταν να εμπνεύσει τις έφηβες να στραφούν στο χώρο του μόντελινγκ. Αργότερα άλλαξε το στόχο του σε στυλ μόδας και ρομαντισμού ώστε να προωθήσει την αυτοπεποίθηση στις έφηβες. Η διάσημη μετέπειτα ποιήτρια Sylvia Plath στην εφηβεία της υπέβαλε σχεδόν πενήντα κομμάτια στο Seventeen πριν γίνει αποδεκτό και δημοσιευτεί το πρώτο της μικρό διήγημα τον Αύγουστο του 1950 με τον τίτλο ”And Summer Will Not Come Again”.
Γνωστός πολύτιμος λίθος από την αρχαιότητα. Το ευγενής οπάλιο εμφανίζει παιχνίδισμα χρωμάτων (ιριδισμό) που προκαλούνται από τις λάμψεις χρωμάτων ποικιλίας κόκκινου, πορτοκαλί, πράσινου και κυανού.
Η μάσκαρα είναι καλλυντική ουσία για να σκουρύνει, να επιμηκύνει, να κυρτώσει, να χρωματίσει και να πυκνώσει τις βλεφαρίδες. Χρησιμοποιείται με βούρτσα που έχει τη βάση της σε ράβδο. Η πιο κοινή της μορφή είναι υγρό σε ένα σωληνάριο. Η μάσκαρα χρησιμοποιείται από τις γυναίκες σε καθημερινή βάση σε όλο τον κόσμο.
Girl next door… (το κορίτσι της διπλανής πόρτας), είναι όρος που χρησιμοποιείται για το θηλυκό αρχέτυπο στην αισθητική της μόδας το οποίο δηλώνει ένα κορίτσι ή μια γυναίκα που εμφανίζει όλα τα παραδοσιακά αμερικανικά χαρακτηριστικά που εμπεριέχουν τη φυσικότητα, την αγνότητα, την απλότητα και τη χάρη.
[…] τα ”μετά” πιο λυπημένα από τα ‘’πριν”… Ο ποιητής με αυτόν τον στίχο του θα μπορούσε να αναφέρεται στις αποτυχίες της καριέρας των φιλόδοξων εφήβων όμορφων κοριτσιών να εισέλθουν επιτυχώς στον γυαλιστερό κόσμο του μόντελινγκ και να καταλήγουν στα αζήτητα ή σε άλλους δρόμους της βιομηχανίας του πορνό, αλλά κατά τη γνώμη μου, μια και προσθέτει τα εισαγωγικά στο ‘‘μετά’’ και στο ‘’πριν’’, είναι δυνατό να αναφέρεται και γενικά στη σεξουαλική πράξη ακολουθώντας τη ρήση: ”Όλα τα ζώα είναι λυπημένα μετά την ερωτική πράξη εκτός από τη γυναίκα και τον κόκορα”, του Έλληνα γιατρού Κλαύδιου Γαληνού, 131-201 μ. χ. και το απόφθεγμα του φιλοσόφου Μπαρούχ Σπινόζα στο σύγγραμμά του ”Tractatus de Intellectus Emendatione” (Πραγματεία για τη διόρθωση του νου), ο οποίος έγραψε: “Όσο για την αισθησιακή απόλαυση, το μυαλό είναι τόσο κολλημένο σε αυτή, σαν να είναι κάτι καλό και πρόκειται να το ειρηνεύσει, γι’ αυτό και εμποδίζεται στο να σκέφτεται οτιδήποτε άλλο. Αλλά μετά αφού περάσει η αισθησιακή απόλαυση, ακολουθεί η μέγιστη λύπη…”. *Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.
Το είδα όνειρο παιδιά Όρκο παίρνω ταινία διασποράς ονειρική Φανταχτερή πλοκή φανταστική πλούσια παρέλαση πολυφωνίας
Όλων σχεδόν των ειδών θεατές να ευχαριστήσει Απλόχερη γοητεία!
Στην κυβέρνηση εκεί, που παρακολουθεί Και στην κυβέρνηση εδώ διπλωματικό συνοικέσιο προξενείων
Στους επιτυχημένους (VIP) στην πορεία τιμές άσπρες κόκκινες κίτρινες μπλε νέον επιγραφές τους τίτλους τους φωτίζουν
Στους δε διεθνικούς επιχειρηματίες €$ €$ €$ φιέστα πυροτεχνημάτων όπως αρμόζει
Αλλά και αυτούς με μεροκάματο προβάλλει η χουβαρντού, μια χούφτα μεν μα επιτέλους εκ τω έσω της εξουσίας εαυτούς αφηγούνται ταλαιπωρίες γκρι κομπάρσοι έστω (ΕΡΓΑ)
Εκκλησιαστικοί θεσμοί χρυσοί (ΕΘ) αιθέρια άμφια σε πομπή απαραίτητα
Και gay εύποροι κοσμοπολίτες (GRG) ποζάρουν σε ταράτσες μούρλια άπληστη πολυχρωμία στη θέα παγκόσμιας πόλης
[«μα πουθενά οι φτωχοί της επαρχίας gay (RPG)»
οι intersectional θεωρητικοί τονίζουν in dismay]
Ελληνορθόδοξοι, δακτυλικά αποτυπώματα ταυτότητας (EOΤ) σε πανό ξεδιπλώνουν
Και κοσμικοί (COZ) εν χορώ ετερογένεια ποιούν apart, part, art at διαφορά@color.com
Δεν λείπουν από την πιάτσα δεξιοί δημοκρατικοί (ΔΔ) μεγαλειώδεις ντουντούκες μπλε ανακοινώνουν
Καμπουριασμένοι φιλελεύθεροι με σπονδυλικής στήλης ασπρόμαυρα στηρίγματα (LIB)
Ανασυρμένοι από ιστορικά πλάνα και μόνο οι συμμετέχοντες αριστεροί (Α) πλακάτ βουτηγμένα στο αίμα της εργατιάς αναδύουν
Και ναι, τραμπ-ούκοι (ΤΡΑM), διαβάζετε σωστά χλιμιντρίζουν λιγοστοί στο μαύρο της μοτοσυκλέτας
Τώρα, προς την δεξιά μεριά, ίσως κέντρο με φόντο την Πέμπτη Λεωφόρο τεράστιο χέρι φανταστείτε παρελαύνοντες πανεπιστημιακούς (ΠΠ) διαλέγει hand-picked να επιβάλλουν τάξη
Απλόχερα ταρακουνώντας λαϊκούς (ΛΑ) με πειστικές χειραψίες στύβοντας καρπούς
Στην εξέδρα δε των επισήμων πρώτης σειράς διανοούμενοι επικροτούν (CLAP ΚΛΑΠ) με συνοδεία οργάνων-νίκης
[μα άλλοι, ας σημειωθεί, σκιές σε αίθουσες ταινιών Β (μπι)
προς το παρόν απέχουν (ΝΟCLUB)]
Τα social (ΛΑΪΚ) μαζικά πληκτρολογούν πανό, «that’s it» ψηφίστε στολή ελίτ! (ΣΕ)
Όλους να τους απορροφούν πανταχού παρούσες κάμερες Περιφερόμενα ηχεία ΗΗΦΦ όλων η φωνή να ακουστεί (άλλων λίγο, άλλων πολύ)
Μα το ζουμ, το ζωντανό το ζουμ, ζουμ εδώ, ζουμ εκεί σε όλους, όλους περίπου όσους δημόσια (ΟΠΑ) πλέκουν εγκώμιο πλοκής
Και επιφανώς παρούσα βέβαια η πολιτιστική βιομηχανία Ελίτ (ΚΛΙΣΕ) τελετάρχης, ταχυδακτυλουργός της μπαγκέτας πλάθει όνειρα –στο όνειρο– O/SCAR!
ΘριαμββββββΚΚΚΚΖΖΤΤ
τσιρίζει το στραπατσαρισμένο τριανταπεντάρι
βοή βομβαρδισμένης μπομπίνας ταρακουνά μακάριο πολυφωνικό ύπνο με στριφογυρίζει, με εμπλέκει σε ονειρικά σεντόνια μηχανάκι διανομής μαρσάρει σε άλλη αίθουσα μεταφέρει το σώμα ως μούμια να ΜΠει
Μόνο κάνα δύο, τρεις εκεί στο μισοσκόταδο διακρίνει κανείς στην παράμερη σκηνή Μοναχικούς θα τους έλεγες σίγουρα όμως όχι μόνους (3ΜΜΜ…)
Υπερφορτωμένοι Πλαcút παλιάς κοπής στην πλάτη τύμπανα παρδαλά κορδέλες τρελές, τιράντες ανεμίζουν σε ψάθινες καρέκλες ιπτάμενες στιχουργούν
Μεγάφωνα μεγατόνων οι στροφές σε τεντωμένο αέρα ακροβατούν τα κομφετί τρομοκρατούν
Στο καφενείο «διασπορά» μέρα μεσημέρι παστουρμά καίει η αλήθεια μεζεδάκι με οκά
Περάστε κόσμε, περάστε κόσμε!
Κόσμιοι και μεσαίοι ακόμη και του CLAP
Περάστε και ‘σείς ΣΕ, ορίστε ΚΛΙΣΕ!
Αυτό το αθέατο ποτό κρυφτό σκληρό κυνηγητό
Σας δείχνουμε να πείτε τις αλήθειες του να πιείτε
Και εσείς NOCLUB μη παρακαλώ σας μη σιωπάτε, βγάλτε γλώσσα στους CLAP ΚΛΑΠ
Κόσμε δέστε, αυτό που γνωρίζουν όλοι όσοι όχι τόσο ΟΠΑ:
Ο ΕΘ και κάποιοι ΕΟΤ αποκλείουν τους GRG (αλλά και τους RPG, άφαντοι από το ονειρικό όνειρο αυτοί τόσο διαφορετικοί από τους GRG)
Οι €$ €$ και οι VIP κακοπληρώνουν τους ΕΡΓΑ στο μαγαζί αλλά και τους ΦΤ+ΛΑ+A φτύνουν όλους μαζί τα μάτια κλείνουν κάποιοι στον καναπέ CΟΖy
Οι άλλοι, οι εναλλακτικοί Π από το συνάφι ΠΠ συγκρούονται με τους ΣΕ και τους ΚΛΙΣΕ
Οι NOCLUB επίθεση στους ψευτό-LIB αποδομητική που οι ΛΙB, LIVID από τώρα και στο εξής ως κάτι αποδημητικό κατανοούν με τις σφεντόνες τους καραδοκούν
Οι δε ΔΔ πολιορκημένοι εξίσου από τα κάστρα τους αντεπίθεση μέθοδος «υπόγεια πυρά»
Όσο για τους ΤRAM cameo appearance αμείλικτοι μαρσάρουν εχθρούς να λιώσουν δεξιά και αριστερά
Οι NOCLUB, πάλι, σε μουντ «πάλης» τώρα, σαρκάζουν τους CLAP ακούμε ιδιωτικά
Ενώ εν τω μεταξύ, οι ΣΕ και οι ΚΛΙΣΕ τρύπες στοχεύουν σε γήπεδα γκολφ(ω) (άβατα στους Α και NOCLUB)
~~~ διαγράφοντας καμπύλες η πολιτιστική τους πολιτική
με sponsors ΝΥCEOXΧL ~~~
€$ €$ προς ~~~ ιννοβέισιον-
preΣΕrvation/πάλι/παλιό
(Ι-PΠΠ / I-pi-pi-pi) –μπλουμ– τρύπα στην λίμνη
ΚΤΛΠ ΚΤΛΠ ΚΤΛΠ
Πλέγματα εξουσίας ρε παιδιά
ΚΛΙΣΕ σε θέρετρα χρηματοδοτούμενα από HSAH+ΠΣΣΣΣΤ με κρυφό χαρτί ΝΥCEOXΧL
[αποφυγή ονομασίας, ελευθερία με όρια –ακόμη και σε
όνειρα– μη και μήνυση στις απορίες επιφέρει απορία]
Περάστε κόσμε, περάστε κόσμε
ΣινεΜαΣκόπ (ΣΜΣ) ελεύθερα!
Το βλέμμα 3ΜΜΜ… δακτυλογραφούμε Λέξεις δικές μας δωρεάν κοινοποιούμε
Περάστε κόσμε!
Μανταρίνια αλήθειες με κιλό Λεξικό, κοινό καλό «τρελοί χωριού» σας προσκαλούν σε κακοήθειες απαντούν
Ελάτε κόσμε, ελάτε κόσμε! Τηλεβόας διαλαλεί
Αν η πολυφωνία
συγκρούσεις κρύβει
πλέγματα εξουσίας
αποσιωπά
και αποκλεισμούς
Δονήθηκε το νέο μου όνειρο ξημερώματα
Αν όλους μα περίπου όλους στόχος είναι να ευχαριστήσει
Τότε lα λα λα κοινωνιολογίας Η πολυφωνία αφέλεια καταντά!
Ο ύπνος μου σπαράζει
Τύμπανα παρδαλά
Μεταφέρουν τον ποιητή
Στην μικρούλα την ορχήστρα
«Άλα φέρε μας κι άλλη τιράντα, βίβα»!
Οι καρέκλες απαιτούν
Σε βιβλικές αναλογίες 4ΜΜΜ…. τις φωνές τους συγχρονίζουν
Από το φεστιβάλ “Ποίηση και Εξέγερση” της συλλογικότητας Κενό Δίκτυο στην πλατεία Εξαρχείων πριν μερικά χρόνια.
Μια συνέντευξη του Βασίλη Λαµπρόπουλου – Επιμέλεια συνέντευξης: Θάνος Γώγος
Ο Βασίλης Λαµπρόπουλος κατέχει την έδρα Νεοελληνικών Σπουδών C.P. Cavafy στο Τµήµα Κλασικών Σπουδών και Συγκριτικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστηµίου του Μίσιγκαν. Έχει δηµοσιεύσεις πάνω στη διαµόρφωση του κανόνα (Literature as National Institution), τα καθεστώτα ερµηνείας (The Rise of Eurocentrism) και τις αντινοµίες της ελευθερίας (The Tragic Idea). Εκτός από τους παγκόσµιους Ελληνισµούς, στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαµβάνονται το θέατρο και η πολιτική θεωρία. Η τρέχουσα έρευνά του επικεντρώνεται στην ιδέα της επανάστασης στη µοντέρνα τραγωδία. Ασχολείται εκτενώς µε τη µουσική, τη λογοτεχνία, τη φιλία και την ελευθερία.
Ο Βασίλης Λαμπρόπουλος, εδώ και χρόνια, αποτελεί τον μοναδικό μελετητή της ελληνικής ποιητικής γενιάς του 2000 που δημοσιεύει τις μελέτες του στα αγγλικά και στα ελληνικά. Τις παρουσιάζει σε επιστημονικά περιοδικά, λογοτεχνικά έντυπα, δημόσιες συζητήσεις και στον προσωπικό του ιστότοπο: poetrypiano.wordpress.com. Η δημοσίευση της μελέτης του «Η Αριστερή μελαγχολία στην ελληνική ποιητική γενιά του 2000»1 καθώς και το κείμενό του «Η κρίση της ποίησης και η μελαγχολία της Αριστεράς», πρωτοσέλιδο στα “Ποιητικά”, τεύχος 26, συζητήθηκαν πολύ μέσα στον χώρο της λογοτεχνίας.
O Καθηγητής του Μίσιγκαν, που σταδιοδρομεί 36 χρόνια στην Αμερική, μίλησε στην Βαβυλωνία για την εντυπωσιακή αισθητική και πολιτική αυτογνωσία και αυτονομία της καινούργιας ελληνικής ποίησης του 21ου αιώνα.
Βαβυλωνία: Καταρχάς, παρατηρούμε πως και στα δύo κείμενα, που προαναφέρουμε, χρησιμοποιείτε τον όρο «αριστερή μελαγχολία». Πώς πιστεύετε πως πρέπει ο Έλληνας αναγνώστης να ερμηνεύσει αυτόν τον όρο;
Βασίλης Λαμπρόπουλος: «Αριστερή μελαγχολία» είναι ένας συγκεκριμένος τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται κυρίως στις πολιτιστικές σπουδές για πολιτικά, ψυχολογικά, έμφυλα, φιλοσοφικά, κ.α. θέματα (όπως άλλωστε και μόνη της η λέξη «μελαγχολία»). Δεν κυριολεκτεί: δεν αναφέρεται αναγκαστικά σε ανθρώπους που είναι αριστεροί ή μελαγχολικοί. Βασίζεται στην ιδέα πως όποιος χάνει κάτι (ένα πράγμα, άτομο, ιδανικό) που αγαπά πολύ μπορεί ή να θρηνήσει (και να το ξεπεράσει, αφήνοντάς το πίσω) ή να μελαγχολήσει (παραμένοντας προσκολλημένος και πιστός σε κάτι που χάθηκε αλλά δεν ακυρώθηκε).
Ο όρος έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής από τη δεκαετία του 1990, μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού συστήματος, για να χαρακτηρίσει εκείνους που απελπίστηκαν από τη χρεωκοπία των συγκεκριμένων καθεστώτων αλλά παραμένουν πιστοί σε αριστερές αξίες. Στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει εκείνους που αισθάνονται προδομένοι από την κυβέρνηση Συριζανέλ αλλά δεν απαρνούνται τις αρχές που κινητοποίησε η άνοδος του αριστερού κόμματος. Εγώ τον χρησιμοποιώ για να τονίσω ένα βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής γενιάς του 2000, το ότι η γραφή της έχει παραμείνει ανυποχώρητα και ανέλπιδα αριστερή, γνωρίζοντας από παλιά πως το αριστερό κόμμα, όσο δυναμώνει, τόσο θα συμβιβάζεται.
Β.: Η οικονομική κρίση συνδέεται με αυτό που αποκαλούμε κρίση αξιών;
Β.Λ.: Αν η ποιητική γενιά του ’50 (Μανώλης Αναγνωστάκης) ήταν εκείνη της «ήττας» και η γενιά του ’60 (Βύρων Λεοντάρης) εκείνη της «απόγνωσης», η «αριστερή μελαγχολία» παρουσίαζεται στην ποίηση με τη γενιά του 2000 και εκφράζεται με μια καταιγιστική απογοήτευση για κάθε προσωπική και κοινωνική ανεξαρτησία και αυτοδυναμία. Ορισμένοι (όχι φυσικά όλοι) ποιητές που πρωτοπαρουσιάζονται εκείνη τη δεκαετία, διακατέχονται από διπλή αγανάκτηση και περιφρόνηση, τόσο για πολιτικο-κοινωνικές όσο και για ποιητικο-πολιτιστικές αξίες. Βγαίνουν από μία πολιτιστική κρίση, η οποία προηγήθηκε της οικονομικής. Αφού βίωσαν τη χρεωκοπία της Αριστεράς της μεταπολίτευσης, τη δεκαετία του 1990, αποφασίζουν να μην πενθήσουν τις προδομένες αριστερές αρχές και μετακινούνται πολιτικά και ποιητικά αριστερότερα προς την εξέγερση και την αυτονομία.
Β.: Γράφετε για το παρελθόν ως «τόπος που βαραίνει». Ποια είναι η σχέση/μάχη της γενιάς του 2000 με την «παραδοση»;
Β.Λ.: Οι ποιητές που εμφανίζονται τη δεκαετία του 2000 ενδιαφέρονται πολύ λίγο για την παράδοση, πράγμα υγιέστατο αν σκεφθεί κανείς πόσο ασφυκτικά η εθνολατρική παράδοση έκλεισε τους ορίζοντες προηγούμενων γενιών. Αντίθετα, ενδιαφέρονται περισσότερο για ετερόκλητα πράγματα όπως το αγγλικό ροκ, την αμερικανική πεζογραφία, τη ρωσική ποίηση, την ανθρωπολογία, τις τεχνικές ψηφιοποίησης, τη φιλοσοφία, το δίκαιο και τη μετάφραση. Σε γενικές γραμμές, η νεοελληνική παράδοση, ποιητική και άλλη, σημαίνει γι’αυτούς πολύ λίγα (κυρίως συναισθηματικά) κι αυτό αποτελεί μείζονα ρήξη με την Ιστορία Δημαρά, το Μουσείο Μπενάκη, τους Δίσκους Λύρα, τις Εκδόσεις Ίκαρος και όλα τα Ιδρύματα. Έτσι, μεταφράζονται και πιο εύκολα αφού προϋποθέτουν πολύ περιορισμένη γνώση της πορείας από τη Σαπφώ ως την Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου και κυρίως μιλούν τη γλώσσα της παγκόσμιας αμφισβήτησης.
Β.:«Αριστερή μελαγχολία», «ήττα», «περιφρόνηση», «αποτυχία» και «το μέλλον της ποίησης είναι συνεργατικό». Επομένως, ίσως δεν έχουμε στη γενιά του 2000 τον θρήνο της απώλειας της επανάστασης αλλά τη δέσμευση στην «αυτονομία».
Β.Λ.: Η γενιά του 2000 αντιλήφθηκε, από την προηγούμενη κιόλας δεκαετία, πως η Αριστερά δεν θα έμενε πιστή στα επαναστατικά της οράματα. Αυτό φάνηκε όχι μόνο στην πενιχρή γενιά του «ιδιωτικού οράματος» αλλά γενικότερα στα περιοδικά, τα πανεπιστήμια, τη μουσική και την κριτική. Αντί, λοιπόν, η ποίηση να πενθήσει την επανάσταση, προτίμησε να μείνει πιστή στο αριστερό πρόταγμα της αυτονομίας και στην ιστορική ρήξη της εξέγερσης. Έτσι, καλλιέργησε μια ριζοσπαστικοποίηση του στίχου προς αναρχίζουσες κατευθύνσεις. Οι ποιητές απορρίπτουν την μεσσιανική ουτοπία της επανάστασης και στοχάζονται το εκρηκτικό συμβάν της εξέγερσης που συναθροίζει πολίτες και τους συσπειρώνει στο κοινό. Μπορεί να είναι οι ηττημένοι της ιστορίας και οι χαμένοι της εξουσίας, όμως δεν είναι ούτε συμβιβασμένοι ούτε ξεπουλημένοι. Έχουμε, έτσι, για πρώτη φορά μια ελληνική ποίηση κατά της μεταφυσικής, της ουσιοκρατίας, της συνέχειας, της ολότητας, του κρατυλισμού και του ελλαδοκεντρισμού, η οποία ενθαρρύνει τους συγγραφείς να συνεργαστούν ενεργά.
Β.: Πώς κρίνετε το επίπεδο των νέων ποιητών σήμερα και ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής φουρνιάς/γενιάς του 2000 στην Ελλάδα;
Β.Λ.: Οι ποιητές που παρουσιάστηκαν τη δεκαετία του 2000 μπορούν να σταθούν ως συγγραφείς και διανοούμενοι οπουδήποτε στον κόσμο, άλλωστε αρκετοί ζουν εκτός Ελλάδος. Διακρίνονται από ένα υψηλό επίπεδο μόρφωσης, καλλιέργειας, ενημέρωσης και προβληματισμού. Έχουν μια αξιοθαύμαστη επίγνωση κάθε είδους κωδικών, τους οποίους χαίρονται να χειρίζονται. Καλλιεργούν γλωσσικές, πνευματικές, σωματικές και άλλες δεξιότητες, οι οποίες διευρύνουν τους δημιουργικούς τους ορίζοντες. Σκέφτονται με βάση το συγκεκριμένο, το τοπικό και το συντροφικό παρά το εθνικό, το πανανθρώπινο και το αιώνιο. Φέρουν, επίσης, ένα καινούργιο ατομικό και συλλογικό ήθος αλληλεγγύης με βάση το οποίο συντονίζονται και συνεργάζονται. Οι περισσότεροι συμμετέχουν ενεργά σε πυρήνες εκδοτικών οίκων, περιοδικών, συλλόγων, ιστοσελίδων, ομάδων και εκδηλώσεων.
Κυκλοφορούν στην αγορά χωρίς να γίνονται αγοραίοι. Εμφανίζονται ζωντανά σε διάφορα σχήματα και δημοσιεύουν/εκδίδουν μαζί σε ποικίλα μορφώματα. Γενικά, διαπνέονται από ένα πνεύμα γίγνεσθαι που επιδιώκουν να τους αιφνιδιάζει.
Β.: Αλλάζουν/ανανεώνουν αυτά την ποίηση στην Ελλάδα;
Β.Λ.: Ανανεώνουν την ελληνική παράδοση, φέρνοντας κάτι που δεν είναι ούτε μοντερνιστικό (γνώριμο και κολακευτικό της δεκαετίας του ’30) ούτε αβανγκάρντ (επιθετικό και αυτοπαθές της δεκαετίας του ’60). Αδιαφορώντας για το εμπνευσμένο, το μεμονωμένο, το τετελεσμένο αλλά και για το ανατρεπτικό, προσφέρουν κάθε φορά ένα αλλόκοτο, ανοιχτό, διαδικτυακό συμπίλημα και συνοθύλευμα που μπορεί κανείς να ανασυνθέσει με διάφορους τρόπους. Δεν πρόκειται για μια ακόμη τεχνοτροπία ή σχολή ποίησης αλλά για μια διαφορετική υπόσταση και λειτουργία του ποιήματος.
Η επιρροή τους, που είναι ήδη φανερή, θα ασκηθεί τόσο στην ίδια τη γραφή όσο και στις συνθήκες παραγωγής και διακίνησής της, που εμπνέονται από το πνεύμα των κοινών. Ιδιαίτερα σημαντική ανανέωση συνιστά η λαμπρή συμμετοχή ποιητών, που δεν εντάσσονται στην παραδοσιακή νόρμα του αμιγώς αρσενικού και Έλληνα συγγραφέα, αλλά καλύπτουν όλη τη γκάμα φύλου, έθνους, καταγωγής, γλώσσας, σωματικότητας και γενικά ταυτότητας και οντότητας. Το ίδιο ισχύει και για τη μεγαλύτερη από ποτέ και ευεργετική ποιητική δράση, της εκτός Αθηνών Ελλάδας και της διασποράς.
Β.: Επηρεάζονται οι ποιητές της γενιάς του 2000 από άλλες τέχνες;
Β.Λ.: Κατά κανόνα, ο Έλληνας ποιητής πιστεύει στο αυτόνομο και αυτοδύναμο ποίημα. Δεν τον ενδιαφέρει η συνομιλία και συνεργασία των τεχνών. Απλώς ορισμένες φορές τον κολακεύει αν τον εικονογραφούν ή μελοποιούν. Αντίθετα, ο νεώτερος ποιητής συνομιλεί με όλες τις τέχνες, ιδιαίτερα τα εικαστικά, τη φωτογραφία και τη μουσική. Γενικότερα, η δημιουργία του κινείται μέσα σε μια θεατρικότητα και διαδραστικότητα, όπου τα ποιήματα έχουν ρευστά όρια, μεικτά είδη και ετερόκλητα στοιχεία. Αυτό γίνεται ακόμα πιο φανερό, όταν συντελούνται σε δημόσιους χώρους, όπου με την παρουσία του το κοινό εντατικοποιεί την πολλαπλότητά τους. Το ποίημα λειτουργεί όχι μόνο στη σελίδα αλλά και σε πολλά πεδία και αναπτύσσεται σε τόπο συνάντησης, καθώς οι στίχοι διαχέονται προς πολλές κατευθύνσεις. Οι τέχνες συνομιλούν ως ίσες και αλληλο-επηρεάζονται αντί να υπηρετούν, όπως γίνεται δυστυχώς ακόμα, τον υποτιθέμενα προφητικό ποιητικό λόγο.
Β.: Γράφετε για έφοδο της ποίησης στον δημόσιο χώρο και όχι απλά για απομονωμένους λογοτέχνες. Υπάρχει βλέψη δημοσιότητας και δημόσιου διαλόγου μέσω της ποίησης;
Β.Λ.: Όσο μεγαλώνει η ετερονομία των ποιημάτων, τόσο εντείνεται η αυτονομιστική στάση των ποιητών. Ποτέ άλλοτε Νεοέλληνες ποιητές δεν απευθύνθηκαν συλλογικά στο κοινό και δεν λειτούργησαν στον δημόσιο χώρο (εκτός βέβαια εάν το έκαναν ατομικά ως βάρδοι). Ανήκαν ή στο ερημητήριο ή στο βάθρο τους. Σήμερα, συναντάμε τους ποιητές του 2000 παντού -στο βιβλιοπωλείο, το σχολείο, το μπαρ, το θέατρο, το φεστιβάλ, το νοσοκομείο- να συζητούν, να συνεργάζονται, να συμμετέχουν. Όμως, δεν αφήνονται στην επικαιρότητα για να κάνουν πρόχειρη και άμεση ποίηση. Δεν κάνουν ρεαλισμό ούτε μαρτυρία. Σχολιάζουν την εποχή τους τεθλασμένα, υπόγεια, παράφωνα, αιφνίδια με το να απαγγέλουν, να τραγουδούν, να παίζουν, να ερμηνεύουν, να υποδύονται. Αντιμετωπίζουν το γραφτό τους όπως ο μουσικός την παρτιτούρα. Το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ το ίδιο, και συχνά είναι απρόβλεπτο. Έτσι, πειραματίζονται έμπρακτα με το αυτονομιστικό πρόταγμα, δοκιμάζοντας συμπράξεις μεταξύ τους και με εξωτερικούς φορείς.
Β.: Υπάρχει έλλειψη ποιητικής θεωρίας;
Β.Λ.: Η λογοτεχνική μετα-στρουκτουραλιστική θεωρία, που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1970 και γρήγορα επικράτησε στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, υπέστη στην Ελλάδα από την αρχή τρομερό και επιτυχέστατο διωγμό, κι έτσι ποτέ δεν ρίζωσε στην ελλαδική Νεοελληνική Φιλολογία, η οποία γρήγορα αποκόπηκε από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Η πολιτικοποιημένη θεωρία της λογοτεχνίας, που συνομίλησε με όλες τις αυτονομιστικές τάσεις, καταπολεμήθηκε αμείλικτα στον φιλολογικό χώρο (ιδιαίτερα από τους αριστερούς Νεοελληνιστές) με αποτέλεσμα οι φιλόλογοι των Νεοελληνικών Τμημάτων να μην ενδιαφέρονται για την καινουργια ποίηση, αφού δεν έχουν καν τα απαιτούμενα ερμηνευτικά εργαλεία να την προσεγγίσουν.
Το ευτύχημα είναι πως τον ρόλο του κριτικού και του ερμηνευτή έχουν αναλάβει οι ίδιοι οι ποιητές οι οποίοι, γνωρίζοντας τις ριζοσπαστικές θεωρίες που οι φιλόλογοι απέρριψαν, έχουν πάρει και την πρόσληψή τους στα χέρια τους, γράφοντας κριτική και δοκίμιο. Είναι ένα ακομα δείγμα της αυτοδιαχείρισης του λογοτεχνικού πεδίου από τους καινούργιους ποιητές.
Β.: Το έργο ενός ποιητή, ενός καλλιτέχνη, μπορεί να προωθεί διαφορετικές αξίες από τον δημιουργό του;
Β.Λ.: Οι αξίες του δημιουργού και του έργου ασφαλώς και δεν ταυτίζονται, αφού κανένας δημιουργός δεν μπορεί ποτέ να ελέγξει την πρόσληψη του έργου του, ακόμα κι αν χτίσει ένα Μπαϊρόιτ για να την χαλιναγωγήσει. Στην πρόσληψη ο καλλιτέχνης δεν είναι παρά μόνο ένας από τους πολλούς συντελεστές μαζί με τον εκδότη, τον κριτικό, τον ανθολόγο, τον δάσκαλο, τον αναγνώστη κλπ. Ο καθένας από αυτούς υπερασπίζεται την αξιοπιστία της ερμηνείας του και, συχνά, από τη σκοπιά του έχει δίκιο. Μάλιστα, όσο πιο σεβαστό και θαυμαστό θεωρείται ένα έργο, τόσο μικρότερος είναι ο έλεγχος του δημιουργού, ακριβώς επειδή το έργο παραμένει δημιουργικά διαθέσιμο σε πολλαπλές προσεγγίσεις. Τέλος, οι περιπτώσεις του θεατρικού Πιραντέλλο, του ποιητή Πάουντ, του φιλόσοφου Χάιντεγκερ και του νομικού Καρλ Σμιτ μας δείχνουν εύγλωττα πώς το έργο δημιουργών και στοχαστών με αντιδραστικές απόψεις μπορεί να αξιοποιηθεί τελείως διαφορετικά από αριστερές οικειοποιήσεις. Το σημαντικό είναι πως ο σημερινός δημιουργός τα γνωρίζει καλά όλα αυτά, τα αποδέχεται και τα διαπραγματεύεται ενεργά μέσα από το έργο και τη διακίνησή του. Ξέρει πια πως το έργο δεν τελειώνει με(ς) τη σελίδα.
Β.: Πού τοποθετείτε τη σημερινή ελληνική ποίηση μέσα στο διεθνές πεδίο;
Β.Λ.: Η σημερινή ελληνική ποίηση είναι, από μορφική, θεματική, φιλοσοφική και άλλες απόψεις, εξίσου δυναμική και ενδιαφέρουσα με εκείνη άλλων χωρών και γλωσσών. Επιπλέον, έχει την ιδιαιτερότητα ότι η κρίση της ελληνικής ποίησης (και γενικά της κουλτούρας) προηγήθηκε της ποίησης της κρίσης καθώς και το πλεονέκτημα ότι συνεχίζει να υπάρχει ευνόητο παγκόσμιο ενδιαφέρον για την κατάσταση στην Ελλάδα. Δικαιολογημένα, λοιπόν, αυτή τη δεκαετία παρουσιάστηκαν διάφορες μεταφράσεις και ανθολογίες σε πολλές γλώσσες. Είναι, όμως, τώρα η ώρα να υπάρξει εξωστρέφεια και κινητικότητα εκ μέρους συγγραφέων και εκδοτών. Οι μεταφράσεις μόνες τους είναι ανενεργές. Πρέπει οι άμεσα ενδιαφερόμενοι να δραστηριοποιηθούν στο εξωτερικό, επικοινωνώντας και συνεργαζόμενοι με ομοτέχνους σε φεστιβάλ, συνέδρια, πανεπιστήμια, βιβλιοπωλεία και μουσεία ώστε να συμμετάσχουν σε δίκτυα ανταλλαγών, όπως ακριβώς κάνουν οι αυτονομιστές σε κάθε χώρο και κλάδο ως πολίτες του κόσμου.
Β.: Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είδαμε οργανωμένες δράσεις ποιητών ενάντια στον πρόεδρο Τραμπ. Σας έκανε κάποια εντύπωση; Είχαν αυτές οι κινήσεις αντίκτυπο μέσα στους λογοτεχνικούς κύκλους αλλά και στην κοινωνία;
Β.Λ.: Θα αναφερθώ σε δύο θετικά στοιχεία που είχε η κινητοποίηση των Αμερικανών ποιητών. Πρώτον, επειδή η ποίηση φιλοδόξησε να μιλήσει σε ευρύτερο κοινό και να πει πράγματα πέρα από αυτά που λένε τα καθημερινά μέσα, καλλιέργησε μια αμεσότητα και λειτουργικότητα που της επέτρεψε να καταγγείλει, να κηρύξει, να αγκαλιάσει. Δεύτερον, ο δημόσιος λόγος στις συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις απέκτησε μια έντονη ρυθμικότητα και ποιητικότητα ώστε να εντυπωσιάζει και να εντυπώνεται. Το σύνθημα ήρθε πιο κοντά στον στίχο. Ιδιαίτερα επειδή σε αυτή την κρίσιμη φάση (για λόγους που δεν χωρούν εδώ) το τραγούδι αποδείχτηκε πολύ κατώτερο των περιστάσεων και δεν μπόρεσε να δώσει φωνή σε κανέναν, η ρυθμική εκφώνηση επωμίσθηκε την ευθύνη και αφουγκράστηκε προσεκτικά την ποίηση (η οποία οικειοποιήθηκε χωρίς δυσκολία και το τουίτ). Είναι νωρίς να κάνουμε αισθητικές αποτιμήσεις όμως σίγουρα, όπως συχνά σε περιόδους οξείας κρίσης, η ποίηση παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο από τον συμβατικό της.
Β.: Το επόμενό σας βιβλίο έχει θέμα την τραγωδία της επανάστασης στο θέατρο των δύο τελευταίων αιώνων. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για αυτή σας τη μελέτη;
Β.Λ.: Το επόμενο βιβλίο μου τιτλοφορείται «The Tragedy of Revolution: Revolution as Hubris in Modern Tragedy» και εξετάζει το πώς αποτυπώνεται η επανάσταση στο νεώτερο θέατρο. Με απασχολεί το γεγονός ότι η τραγωδία από τους Γερμανούς και Άγγλους Ρομαντικούς ως το μεταμοντέρνο μεταποικιοκρατικό θέατρο αντιμετωπίζει την επανάσταση ως ύβρη, ως ένα εγχείρημα που αποτυγχάνει επειδή με κάποιο τρόπο αυτοκαταργείται, είτε επειδή προδίδει τους στόχους του είτε επειδή τρώει τα παιδιά του. Σαν ένας σύγχρονος Οιδίπους ή Κρέων το επαναστατικό εγχείρημα έχει άριστες προθέσεις αλλά δεν μπορεί να κάνει αυτοκριτική και τελικά διαψεύδει το κύρος του και χάνει την ισχύ του.
Διακρίνω την ουτοπία της επανάστασης, η οποία, κατά το θέατρο τουλάχιστον, φαίνεται καταδικασμένη στην αυτοκτονία λόγω των μεσσιανικών/σωτηριολογικών της φιλοδοξιών, από την εξέγερση, η οποία αποτελεί ένα εκρηκτικό συμβάν που διαμαρτύρεται καθολικά χωρίς όμως να φιλοδοξεί να εξουσιάσει. Τη μελέτη μου αυτή, που συνδυάζει λογοτεχνική ανάλυση, θεατρολογία και πολιτική θεωρία, την ανεβάζω σταδιακά στην ειδική ιστοσελίδα που επιμελούμαι2. Εκεί πειραματίζομαι όχι μόνο με την καινουργία τεχνολογία αλλά και με την ιδέα να κάνω την εργασία μου διαθέσιμη από τώρα και χωρίς όρους σε όποιον ενδιαφέρεται.
Σημειώσεις:
1. http://www.press.jhu.edu/occasional-paper-10, Journal of Modern Greek Studies, Occasional Paper Νο. 10, Ιουνίου 2016 (Μεταφράστηκε στα Ελληνικά από το λογοτεχνικό περιοδικό Θράκα, τεύχος 8). 2. tragedy-of-revolution.complit.lsa.umich.edu
Ανεπιθύμητα παιδιά οι λέξεις μου παγώνουν. Ελάτε θα ’θελα να σας απιθώσω στα ζεστά μου ακροδάχτυλα πεταλούδες μες στο χειμώνα. Ο ήλιος χλωμός σα φεγγάρι λάμπει κι εδώ σε τούτη τη χώρα όπου την αίσθηση του ξένου γευόμαστε ως το τέλος.
2
ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ
Τ’ αντικείμενα με βλέπουνε να ’ρχομαι ξυπόλυτη τους ξαναδίνω την ελευθερία τους: στο κρεβάτι μου που ήθελε να ’ναι το κρεβάτι μου στο τραπέζι μου στους τοίχους που υπόσχονταν να με περιμένουν σαν τους τοίχους των χρόνων των παιδικών. Τρυφερά μου πράγματα θέλατε να με κρατήσετε Πράγματά μου με βλέπετε να φεύγω.
3
ΔΡΑΠΕΤΕΥΩ ΣΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ
Δραπετεύω στο ελάχιστο της αιωνιότητας ενός βρύου υγρού τοσοδά μικρού απ’ τα μικράτα μέχρι σήμερα. Εγώ ο Γκάλιβερ ακουμπάω το πρόσωπο σ’ αυτό το μούσκλο ο Γκάλιβερ που το βήμα του ορθώνω και περνά το σύνορο της χώρας.
4
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Όταν είναι τα προάστια για σένα τα όρια του κόσμου γνωρίζεις τη μυρωδιά βάζεις τα γράμματα του αλφαβήτου το ’να πλάι στ’ άλλο κι αυτά ανοίγουνε κει μέσα μπαίνεις όχι σ’ άνοιγμα σ’ άλλο κλείσιμο. Έξω απ’ την πόρτα σου για πού τάχα; Δε μένεις εσύ σε σπιτικό σαν τον καθένα μοναχική σαν τον καθένα στης τίγρης σου τα σαγόνια; Όχι, δεν υπάρχει χρόνος για περιπέτεια.
5
“SILENCE AND EXILE”
Δεν τη χάνεις ποτέ την εξορία τη μεταφέρεις μαζί σου κει μέσα χώνεσαι λαβύρινθος διπλωμένος έρημος τσέπης.
*Η Hilde Domin (1909-2006, πραγματικό όνομα Hilde Lowenstein) ήταν μια σπουδαία Γερμανίδα ποιήτρια της μεταπολεμικής εποχής. Σπούδασε σε διάφορα γερμανικά πανεπιστήμια το διάστημα 1929-1932. Το 1932, όμως, λόγω της εβραϊκής της καταγωγής αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Ιταλία, ενώ το 1939, λόγω των πιέσεων από το τότε φασιστικό καθεστώς, έφυγε με τον σύζυγό της για τη Μ. Βρετανία. Φοβούμενη την εξάπλωση του ναζισμού και του αντισημιτισμού, προσπάθησε να διαφύγει για την αμερικανική ήπειρο. Μετά από συνεχείς περιπέτειες και απογοητεύσεις, το ζευγάρι κατέλυσε στον Άγιο Δομήνικο το 1940 (το ψευδώνυμο «Ντόμιν» είναι μια έκφραση ευγνωμοσύνης προς τη χώρα αυτήν). Η ποιήτρια έμεινε εκεί έως το 1954, προσφέροντας ποικίλο πνευματικό και καλλιτεχνικό έργο. Έπειτα από περισσότερα από είκοσι χρόνια εξορίας, επέστρεψε στη Γερμανία, όπου έζησε ως συγγραφέας μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Μαζί με τη Νέλλυ Ζακς (Nelly Sachs), με την οποία συνδέθηκε με βαθιά φιλία, και τη Ρόζε Άουσλέντερ (Rose Auslander), η Ντόμιν θεωρείται ίσως η σημαντικότερη εβραϊκής καταγωγής γερμανόφωνη «ποιήτρια της εξορίας». Πράγματι, το βίωμα της αναγκαστικής αποδημίας από την πατρίδα σημαδεύει το έργο της. Ξεκίνησε να δημοσιεύει σε ξεχωριστούς τόμους τα ποιήματά της σε ώριμη ηλικία, μετά την επιστροφή της στη Γερμανία. Στο έργο της, η ποιητική έκφραση είναι σκόπιμα απλή και βατή. Η γοητεία της ποίησής της πηγάζει ακριβώς μέσα από την απλότητα. Όπως τόνιζε η ίδια, οι ποιητές πρέπει να έχουν το θάρρος να «λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους».
**Τα Ποιητικά, τχ. 31, Οκτώβριος 2018, σελ. 12) – Μετάφραση από τα Γερμανικά: Θεοδόσης Κοντάκης.
Μένει μόνο ο ύπνος μου να σε δέχεται Στις μυστικές του κρύπτες Στις ανεκπλήρωτες διαθέσεις του Να σε μαζεύει λίγο λίγο Σταγόνα σταγόνα μέσα στις φούχτες μου Τόσο θρυμματισμένα τόσο επώδυνα Σαν ένα καθρέφτη ραγίζοντας στο πρόσωπό μου
Έτσι ράγισες έτσι νυχτώνεις Σβήνοντας ένα ένα όλα τα φώτα Να γίνει η μεγάλη σιωπή Να γίνει η μεγάλη στέρηση Τίμημα της πολλής αγάπης Τίμημα της πολλής στοργής.
Μέσα στις πάμπολλες πνευματικές ζυμώσεις που γίνονται στη μαρτυρική Μεγαλόνησο, ξεπηδούν νέες ποιητικές φωνές που δίνουν μια νέα σύνθεση στον ήδη οργασμικό πνευματικό κυκεώνα της κυπριακής διανόησης – μιας διανόησης που από τους κόλπους της ξεπήδησε κάποτε ο «Σολωμός της Κύπρου» Βασίλης Μιχαηλίδης, και αργότερα ο «ποιητής – αντάρτης» Γρηγόρης Αυξεντίου, ο Κώστας Μόντης και ο Παντελής Μηχανικός.
Ποιητική ενδοσκόπηση
Μια από αυτές τις νέες φωνές είναι και ο Παύλος Ανδρέου, ο οποίος εξέδωσε σχετικά πρόσφατα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον ιδιαίτερο τίτλο Παγωτό Δακρυγόνο από τις εκδόσεις Θράκα.
Από τον πρόλογο της Αγγελικής Αποστολοπούλου προϊδεαζόμαστε για το ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ποιητή που «ορκίζεται στις λέξεις» του και ανήκει σε μια νέα γενιά, αυτής της αμφισβήτησης, που σηκώνει μια ομιχλώδη κληρονομιά στους ώμους της, μετά από χρόνια κοινωνικής νηνεμίας.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη στο πρώτο ποίημά τού με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Υπερηχογράφημα» ο Ανδρέου μάς ανακοινώνει ότι σκοπεύει να καταστρέψει την «τρέχουσα ταυτότητά του». Μέσα από μια πράξη εκμηδένισης κάθε παραδεδομένης ταυτοποίησης, εν είδει μιας συνεχούς «διαταραχής ταυτότητας» (βλ. ποίημα «Ομοφοβία»), που θα τον οδηγήσει να γίνει ένα με την ορμή της φύσης και δη των κυμάτων.
Η ρευστή του αυτή φύση τον οδηγεί στους δρόμους της Αμμοχώστου, μιας πόλης γεμάτης ανθρώπους «χωρίς μοίρα» που τους σκεπάζει το σκοτεινό φως του «μισοφέγγαρου» (βλ. ποιήματα «Στέψη» και «Οικειοποίηση») – μια ξεκάθαρη αναφορά που δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.
Ο ποιητής που χύνει άπληστα τα μελάνια της γραφίδας του (βλ. ποίημα «Ροζ βίντεο»), θέλοντας να προκαλέσει αναστάτωση με τη γραφή του, μετατρέπεται σε μια κινητή βόμβα, σε μια κροτίδα, σε ένα «παγωτό δακρυγόνο», τίτλος του ομώνυμου ποιήματος της συλλογής από όπου πήρε και τον τίτλο της, το οποίο προσφέρεται όμως σε όλους ανεξαιρέτως. Εξάλλου κάθε επαναστατική πράξη πρέπει να κοινωνείται και κάθε μανιφέστο να γίνεται η αφορμή για μια ομολογία πίστης που δεν πρόκειται να δοθεί, καθώς πρόκειται από στιγμή σε στιγμή θα εκραγεί στον αέρα (βλ. ποίημα «Κροτίδα»).
Μια ποιητική συλλογή που φέρνει στο νου μας σκηνές από οδοφράγματα και από το κυπριακό αντάρτικο και η οποία συνδέει την καθημερινή αγωνία των ανθρώπων με μικρές ψηφίδες άσβεστου και άχρονου πόνου, μετουσιωμένου σε μια έξυπνη υπερρεαλιστική εικονοκλασία.
*Ο Γιώργος Δρίτσας γεννήθηκε το 1994 στην Κόρινθο. Είναι απόφοιτος του Φ.Π.Ψ. (Φιλοσοφία, Παιδαγωγική, Ψυχολογία) της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, στο οποίο και συνεχίζει τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές του σπουδές. Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα συνεδρίων και ημερίδων ως ομιλητής, ενώ άρθρα, δοκίμια και μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα, επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Επιπροσθέτως, ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά, και ανθολογίες ενώ από τις εκδόσεις Οδός Πανός κυκλοφορούν οι ποιητικές του συλλογές σκιά θανάτου και το ματωμένο όνειρο.
Πολύ πιο όμορφο απ’ το κανονικό χωρίς ν’ αφήσει ίχνος πίσω του ούτε στα χόρτα ούτε στο καμένο χιόνι
έπεφτε απ’ την καμινάδα κι απλωνόταν τραυλίζοντας ένα μισολιωμένο φως ακατανόητο και παγωμένο
τίποτα πια δεν έμενε ακίνητο τη νύχτα και τίποτα πάνω στη γη δεν έμοιαζε με τίποτα όλοι έχουν προχωρήσει ώρες.
Υπήρχε κι ένας άλλος ήχος που αντιστάθηκα στον πειρασμό να τον ακούσω· αρκεί η θέα για τη νοσηρή μου φαντασία κι ό,τι αχνίζει ως τον βάλτο
να ρίξω ένα ρούχο πάνω σ’ ό,τι έμεινε μπόρεσα τελικά να μείνω.
*Ρόδινος φόβος”, εκδόσεις Στιγμή, 1992
*
[Ο χειμώνας…]
Ο χειμώνας είναι δροσερός τα φαράγγια κατεβαίνουν από ψηλά έως τον νότο και τη δύση. Οι θίνες αλλάζουν παρασύρονται Δύο φορές τον χρόνο τις παίρνει ο άνεμος τις πάει
κιόλας μακριά
γιατί περνάνε τα σύννεφα και ξέρεις πηγαίνουν αλλού δεν θα μείνουν εδώ
σαν κάποιος να κατοικεί αυτή την απέραντη χώρα και να είναι τα πράγματα λίγα ολοένα λιγότερα
*
Οι νομάδες γυρίζουν όταν πέφτει βροχή τον χειμώνα· τρώνε χουρμάδες τα ζωντανά τους τρώνε κι αυτά· με το ξύλο από τις φοινικιές φτιάχνουν κάτι όχι πολύ Σιγά σιγά το κλίμα απλώνεται
αφήνει τον ουρανό ελεύθερο
“Εδώ”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2003
*
Κρύο φως της αυγής βλέπω μαλλιά να γίνονται φύκια
Δύσκολα θυμάσαι ότι το τώρα δεν θα ξανάρθει όλο τον καιρό και τον επόμενο σαν πέτρα σαν χιόνι σαν ήλιος στην πέτρα
Τι έχω έρθει να κάνω λοιπόν; τι στο καλό ήρθα να κάνω;
Καταδικασμένοι να ζουν στην κόλαση της ευφορίας και της απάτης βυθίζονται όλο και περισσότερο σε ένα αιώνιο σκότος
Έρεβος των αισθήσεων και των πολιτισμών χωρίς όρια εκτροχιασμένοι από την αρχέγονη φύση τους και περιπλανημένοι εκπορνεύουν την ευτυχία τους σε δεκάδες δαιμόνια, αγγελικά πλασμένα δημιουργήματα απάτης και κενότητας φθαρμένα από τον χρόνο.
Ψυχές περιπλανώμενες στο τίποτα δέσμιες του φωτός, διασπώνται σε πύρινες φλόγες στην αναζήτηση του αδιαίρετου Έρωτα.
*
ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
Κι έτσι γύρισα το χρόνο πίσω για να πάρω τον Έρωτα που μου χρωστάς τα φιλιά, τα χάδια, τις αγκαλιές που μοιράστηκαν άδικα σε ξένα χέρια
Γύρισα με τη δίψα στα χείλη την παρόρμηση των κολασμένων που τραγουδούν ακόμη τον Έρωτα που ξοδεύτηκε σε ξένα κορμιά
Γύρισα όπως στο είχα υποσχεθεί και ας πέρασαν χιλιάδες καλοκαίρια σαν μπόρες μέσα απ’ τα μάτια σου, χλωμά φθινόπωρα και μεθυσμένες γιορτές
Γύρισα και μαζί με μένα γύρισε κι ο Έρωτας με αγκάθινο στεφάνι.
*Από τη συλλογή, «Μόριμος, ο πένθιμος επισκέπτης του θέρους», εκδόσεις Φ. Χατζηπάντου.
Σα να μην υπήρξαμε ποτέ κι όμως πονέσαμε απ᾿ τα βάθη. Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον. Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα. Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη να φανερωθεί ολόκληρη. Μία μουσική άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε. Βρεθήκαμε σ᾿ ένα διάλειμμα του κόσμου ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα στεφανωμένη με αγκάθια. Χαίρετε άνθη σιωπηλά με των καλύκων την περισυλλογή ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας. Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας. Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής. Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά μία μέρα… Με τη θυσία του γύρω φαινομένου θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.