Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ Θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη Θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν Ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι Ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει.
*Από τη συλλογή «Νοσοκομείο εκστρατείας», 1972.
ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΛΟΙΠΟΝ
Τι μένει λοιπόν μες στο πικρό μεσοκαλόκαιρο μες στο μυχό ενός κόλπου ξαπλωμένος και η θάλασσα ευτυχισμένη, αδιάφορη δέντρα και βότσαλα και φύκια κι ο καινούργιος άνεμος Και συ, φωνή ελπίδας, ταξιδιώτη που έρχεσαι με τους ατμούς ενός μεσημεριού στα συνεργεία φωνή που χρόνια έχτιζα, πεθαίνεις.
ανακάλυψα μια καινούργια πρόταση που αρχίζει με χορτάρι και αν την τραγουδήσεις με τις παλάμες στο στομάχι η γλώσσα σου θα γεμίσει δάκρυα ίδια με αυτά ενός γέρου που λίγο πριν τον θάνατο ζητάει τη μαμά του
αυτός είναι ένας πολιτισμός που αντέχει την αοριστία κάθε πρωί και απόγευμα στέκονται σταυροπόδι έπαρση και υποστολή παραδοξότητας
είναι σημαντικό να ισορροπείς με ένα σύγχρονο λουλούδι φυτεμένο στο κεφάλι σου ποιος σου το έμαθε αυτό;
Χθες το ξημέρωμα μαζί με τα σεντόνια τίναξες και την απελπισία μου.
*
τίποτα δεν γνωρίζουμε πως πενθούν τα ζώα πως προσεύχεται το χώμα με τι επιχερήματα διαπραγματεύεται το πεύκο τον χειμώνα θα γνωρίζαμε σίγουρα πιο πολλά το ορκίζομαι αν για δασκάλα μας στην πρώτη δημοτικού προτιμούσαμε ένα πηγάδι με την σιωπή της πρασινάδας που σέρνεται για χρόνια στον πάτο με την δροσιά ενός παιδιού που τρέχει στην αγκαλιά κάποιου
περισσότερο χτυπάμε παλαμάκια για να σουρώσουμε ότι σταγόνα απέμεινε απ’ το μέλλον
μα δεν πειράζει αρκετά τραβήξαμε για λίγη ακόμα γνώση
*Από τη συλλογή “Οι θάλασσες τον χειμώνα”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Αύγουστος 2022.
Ο πόθος του ανθρώπου να υπάρξει αλλιώς τα μονοπάτια του αφανισμού του ανιχνεύοντας ανακαλύπτει μια πολύπλοκη ψυχή με πολλούς πυθμένες ο λαβύρινθος που αναζητά τον υπερβαίνει.
Το φως κυρτώνει και αποσπάται στη προαιώνια πεποίθησή του μακριά καθώς βρίσκομαι από τους βρυχηθμούς των αιώνων θέλω να πλησιάσω κάτι που σείεται στη σιωπή γι’ αυτό απόψε θα σου διαβάσω για τ’ αστέρια παλιά χειρόγραφα της αιωνιότητας ποιμένες αρχαίων νοημάτων διευρύνουν τη θαλπωρή της σοφίας.
Παγιδευμένος οδοιπόρος στο αίνιγμα γνωρίζω τίποτα δεν είναι πλήρες προσεγγίσεις μόνο στο αμάθητο ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.
*Από τη συλλογή “Βαθύνοια”, εκδ. Μανδραγόρας, 2023.
Χωρίς ποιητές, χωρίς καλλιτέχνες… τα πάντα θα κατέρρεαν στο χάος. Δεν θα υπήρχαν πια εποχές, δεν θα υπήρχαν πια πολιτισμοί, δεν θα υπήρχε πια σκέψη, δεν θα υπήρχε πια ανθρωπότητα, ούτε καν ζωή- και το ανίκανο σκοτάδι θα βασίλευε για πάντα. Οι ποιητές και οι καλλιτέχνες καθορίζουν από κοινού τα χαρακτηριστικά της εποχής τους, και το μέλλον προσαρμόζεται ταπεινά στην επεξεργασία τους.
Εμείς νοιαζόμαστε για όλους τους ανθρώπους τους συνανθρώπους μας εσείς νοιάζεστε μόνο για τον εαυτό σας τέτοιοι είσαστε εμείς συναναστρεφόμαστε με απλούς ανθρώπους όμοιους μ΄ εμάς εσείς με πλούσιους και δυνατούς μήπως πέσει καμιά φτερούγα και για εσάς να γλείψετε βάζετε τα καλά σας ρούχα και περπατάτε μαζί με τους προύχοντες εμείς με απλούς ανθρώπους πίνουμε ένα ποτήρι κρασί.
*
ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ
Ποιος νοιάζεται για σένα αναρωτιέσαι καμιά φορά όταν σ’ αγκαλιάζει ο ήχος της μοναξιάς οι γονείς αυτοί νοιάζονται σίγουρα μα έχουν φύγει ύστερα τ’ αδέλφια σου αν έχεις κι αν νοιάζονται η φιλία πλέον υπάρχει μόνο στα βιβλία μένει μόνο η οικογένεια που έκανες εσύ τα παιδιά, η σύζυγος μα έτσι γινόμαστε μια κοινωνία μονάδων ανίκανοι για κάτι συλλογικό.
*Από τη συλλογή “Καράβι στον Αλιάκονα”, εκδ. Ενδυμίων, Οκτώβριος 2023.
Θα ήθελα μες στα βουνά να ‘φευγα μες στις αχτίνες του ήλιου, στο γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανύ στις κάτασπτρες προσόψεις των σπιτιών, μακριά απ΄ τον εαυτό μου, στο άγνωστο. Σ’ ένα άγνωστο όμως που να ‘ναι γνωστό πιο γνωστό απ’ οτιδήποτε πιο γνωστό απ’ το κάθε τι πιο γνωστό απ΄ τη σιωπή που μουρμουρίζει στο κεφάλι μου Όμοιος με τον αέρα να εισέρχομαι παντού, μακριά απ’ τα πράγματα και μαζί μ’ αυτά συγχρόνως. Θα είμαι τα πράγματα και δεν θα είμαι εγώ, ο εαυτός μου. Δεν θα έχω βάρος, θα είμαι αόρατος. Μες στο φως χαμένος θ΄ακτινοβολώ.
*
ΔΥΟ ΕΝΣΤΑΝΤΑΝΕ
Σήμερα, αυτήν εδώ τη στιγμή μπροστά στο παράθυρο με τον γκρίζο ουρανό πίσω του, όλα εξομαλύνθηκαν. Αισθάνομαι γυμνές τις πατούσες μου μέσα σε λινά παπούτσια. Οσφραίνομαι τις αναθυμιάσεις από την κουζίνα του απέναντι εστιατορίου. Ακούω το μεσημεριανό κομπρεσέρ της Αθήνας, τα στριγκλίματα από τα λάστιχα και τα κλάξον. Βλέπω τις κεραίες της τηλεόρασης. Είναι μια διάφανη μέρα χωρίς καθόλου αναμνήσεις.
*
ΦΕΥΓΑΛΕΟ
Μέσα από τις κεραίες η θάλασσα – χάθηκε η εικόνα μέσα σ’ ένα λεπτό – Ήχοι, όχι θόρυβοι μεσημεριανοί μες στη ζέστη – Φυσά ο αέρας.
*Από τη συλλογή “ γραφτά”, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα 1998.
τα αεροπλάνα απογειώνονται μέσα από το άδειο στομάχι ένα ψημένο τοστ είναι δυο φορές τοστ μπορείς πάντα να θεωρείσαι μεσαία τάξη αρκεί να το πιστεύεις βάλτε την τηλεόραση στην τουαλέτα κι αφήστε το καζανάκι να τρέχει η κωλοτρυπίδα μου πάσχει ψυχικά το 41% δίπλα στην λέξη δικαιοσύνη; ζωή μαγική! Netflix και ρύζι ένα οικονομικό θαύμα ανά θηλιά Ave Mafia! Koulis tecum! πλέον μπορούμε να βλέπουμε μόνο όνειρα ήταν κάποτε ένας παπάς, ένας μπάτσος κι ένας βουλευτής στην χούντα κοιμόμασταν. τελεία νηστεία, Master Chef και προσευχή στον ΟΠΑΠ στα πόσα επιδόματα λες κυβέρνηση; μπουμ! ο θάνατος είναι δεξιός μπουμ! ήμασταν όλοι τρομοκράτες μπουμ! νόμιμη αυτοάμυνα πλανητικής συνείδησης μπουμ! η σωστή πλευρά της λήθης
1/15th of a London second – photo by Hugo Lütcherath | LensCulture
τον Δεκέμβρη – στο κέντρο της Νέας Υόρκης – πίνοντας καφέ στα Starbucks – παρακολουθώ δύο Μεξικανούς που στρώνουν μαρμάρινες πλάκες τοιχοποιίας στην είσοδο του κτιρίου
ένα ενοχλητικό Jingle Bells συνεχίζει να παίζει στο καφέ οι Νεοϋορκέζοι λαμπυρίζουν με τα χριστουγεννιάτικα δώρα και τ’ αυτοκίνητά τους oι πλανόδιοι έμποροι πουλάνε στους τουρίστες κάθε είδους σαβούρα οι αστυνομικοί χουζουρεύουν ειρηνικά στο ζεστό αυτοκίνητο τους υπάρχει ουρά για να μπεις σε μια εκκλησία – όχι, σήμερα δεν είναι Κυριακή – τα εγκαίνια κάποιας έκθεσης
λοιπόν, να ο δωδέκατος απόστολος της χρονιάς – ο Δεκέμβρης κάθεται στο τραπέζι του μυστικού δείπνου από το σακουλάκι ξεπακετάρεις τα πενιχρά φρούτα των ημερών σου για να κεράσεις τους δώδεκα αποστόλους στο δρόμο μου έπεσα πάνω σ’ ένα μαγαζί και τ’ αγόρασα όπως όπως αλλά αυτοί ξέρουν τα πάντα και στη σιωπή θ’ αποτελειώσεις το άζυμο ψωμί του τέλους της χρονιάς
λοιπόν, πλησιάζει ο καιρός που η πικρή εμπειρία των φρούτων και του ξινόγαλου των ημερών σου εμφανίζεται όλο και πιο συχνά στο καθημερινό τραπέζι όταν ο ήχος του ωκεανού όλο και πιο συχνά κρέμεται στο μεταξύ των λόγων σου τόσο πιο συχνά σαν πεντάχρονο παιδί κάνεις μικρά βήματα στη στάνη να εισπνεύσεις τις εκπνοές των προβάτων γιατί –λένε– θα σε ανακουφίσουν απ’ τον ξερόβηχα
λοιπόν, να ‘σαι –ένας σαραντάχρονος άντρας – ακόμα συνθέτεις λέξεις ακόμα τις μουτζουρώνεις στο χαρτί – τίποτα καινούργιο εδώ; από την αρχαιότητα μόνο λίγοι κατάφεραν να επιπλεύσουν αντίπερα στον ωκεανό των χιλιετιών σήμερα – μαζί με σένα εκατό χιλιάδες ποιητές συντάσσουν λεξικά της γλώσσας τους τουλάχιστον τα συντρίμμια μιας στροφής θα πλεύσουν την πορεία τους (αν υπήρχε τρόπος να επιπλεύσουν κάπου) τουλάχιστον ο ήχος της γλώσσας σου – σύμφωνα με τους νόμους της αστρονομίας – τρέπεται σαν αστέρι – που πια δεν υπάρχει – (αν αυτοί οι νόμοι δεν είναι εσφαλμένοι)
λοιπόν, εδώ καταναλώνεις τις τελευταίες μέρες του παλιού έτους – σαν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου για το όποιο έχεις ήδη πληρώσει – πίνεις τον καφέ – και βλέπεις:
δύο Μεξικανοί – κόβοντας την πέτρινη πλάκα – κι οι δυο μαζί τη σηκώνουν – την εφαρμόζουν στον τοίχο – πάλι αργά την κατεβάζουν και πάλι την κόβουν
η πέτρινη πλάκα είναι βαριά
η ζωή είναι εύκολη
COFFEE IN STARBUCKS
in december – in downtown new york – drinking coffee in Starbucks – i watch two mexicans laying marble wall slabs in the entrance to the building
an irksome Jingle Bells keeps playing in the café new yorkers shimmer with their christmas gifts and cars street peddlers sell the tourists all kinds of crap the policemen snooze peacefully in their warm car there’s a line to get into a church – no, today’s not Sunday – the opening of some exhibit
well, here’s the twelfth apostle of the year – december is sitting down at the table of the last supper from the bag you unpack the meager fruits of your days to host the twelve apostles on my way i ran into a store and hastily bought them but they know everything and in silence you’ll finish eating the unleavened bread of the year’s end
well, the time is approaching when the bitter experience of the fruits and the soured milk of your days appear all the more often on your daily table when the sound of the ocean all the more often hangs in the space of your words all the more often like a five-year-old you take small steps to the sheepfold to breathe the sheep exhalations because – they say – it will relieve your dry cough
well, here you are – a forty-year-old man – you’re still composing words you’re still scribbling them down – what else is new here? from ancient times only a few managed to float across the ocean of millennia today – together with you a hundred thousand poets are composing dictionaries of their language at least the debris of a strophe will float its way (if there’d be a way to float somewhere) at least the sound of your language – according to the laws of astronomy – becoming like a star – that no longer is – (if those laws aren’t wrong)
well, here you’re using up the last days of the old year – like a hotel room you’ve already paid for – you drink up the coffee – and watch:
two mexicans – cutting the stone slab – both of them lift it up – fitting it to the wall – again they slowly lower it and again they cut it
the stone slab is heavy
life is easy
*Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Θεοφιλάκου **Πηγή πρωτότυπου ποιήματος και αγγλικής μετάφρασης: Poetry International
Τη νίκη ζητούν στην πολιτεία οι ξιπασμένοι. Ρώμος Φιλύρας
«Αύριον κηδεύεται δωρεάν μια ζωή σακατεμένη!». Για όσους δεν έβλεπαν κανένα πάθος στις ηδονές, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή θεώρησαν την ύπαρξή τους χαλασμένο παιχνίδι. Τους ακούω να έρχονται τσιρίζοντας ευπρεπείς, νομοταγείς, υποθηκευμένοι, ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες από τα εμπορεία Αντιοχείας και Πρεβέζης. Μνήσθητι την ώρα που αγοράζουν τα σάπια ιδανικά, όπως ψωνίζουν σε τόπο χλοερό κόκκινα οπωροκηπευτικά απ’ τον μανάβη. Και με την μάχαιραν στο Σεϊτάν Παζάρ βρίσκουν ανάπαυση κερδίζουν, κερδίζουν την μαύρη τους γαλήνη.
*Από τη συλλογή «Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες», εκδ. Περισπωμένη, 2017.