Μαριλού Καλοκάση, Τρία ποιήματα

ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Λιωμένο τζάμι
απ΄ τη βροχή

Πόση πίκρα χωράει σε ένα δρομολόγιο
της γραμμής;
Πόσα τσαλακωμένα πανωφόρια;
Πόσα λερωμένα άρβυλα;
Πόσες βρεγμένες καρδιές

*

ΓΥΡΝΑΜΕ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ

Γυρνάμε δυστυχισμένοι
τα βράδια
Όλο μακραίνει ο δρόμος

Θερίζει το πρόσωπό μου η νύκτα
κι εσύ
με μια παλιά ρεντιγκότα
και ένα μάλλινο καπέλο
κρατιέσαι ζεστός
πάνω σε ξεχαρβαλωμένες σούστες
και ημικύκλια
που κάνουν θόρυβο

Αδερφέ μου
όλο μακραίνει ο δρόμος για το σπίτι
Δεν θα φτάσουμε ποτέ

*

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΕΣΑ ΒΡΑΖΟΥΝ

-Δεν υπάρχει καλύτερο
απ΄ τη φυσική δροσιά!

-Ε, ναι
ναι δεν υπάρχει καλύτερο
αλλά
Τα σπίτια μέσα
Βράζουν

-Τα σπίτια μέσα βράζουν
Όμως
Εγώ
Κάθομαι στη βεράντα

*Από τη συλλογή “Η ζωή μισοτιμής”, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 2023.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Από τη συλλογή «Μετά την ποίηση»

Ο παλιατζής

Έξω περνάει ο παλιατζής.
Ο ήλιος χρυσίζει το πάρκο απέναντι.
Τα πουλιά εξακολουθούν να τσακίζονται
πάνω στο μοντέρνο κτίριο με τους καθρέφτες.
Κι οι γέροι φυλακισμένοι στα μπαλκόνια
περιφέρουν αργά την απελπισία τους.

*

Το σκοτάδι

Τα πυροτεχνήματα για λίγο
φώτισαν τον ουρανό,
αφήνοντας πίσω μακριές ουρές
που έσβηναν μέσα στη νύχτα.
Τι γιόρταζαν άραγε;
Έμεινα να φαντάζομαι τα σχήματα.
Κι ύστερα κόπασαν τα επιφωνήματα
και σκόρπισε ο κόσμος,
ο καθένας τραβώντας
για το δικό του σκοτάδι.

*
Ο μορφασμός

Mνήμη Α. Ευαγγέλου

Παρατηρώ τους μεγάλους ανθρώπους.
Πιάνει και σκάβει η κούραση τα πρόσωπά τους.
Είναι θλιμμένα τα χαρακτηριστικά τους.
Στο στόμα, στα σβησμένα μάτια
όπως σταγόνα που γλύφει την πέτρα
έχει επιτέλους αποτυπωθεί
ο μορφασμός της παραίτησης.

*

Της ουτοπίας

Χωρίς πίσω βλέμματα
χωρίς δεύτερες ευκαιρίες
χωρίς πια σπατάλες
και πικρούς απολογισμούς,
Όταν κινήσεις μόνος
για τις απέραντες πεδιάδες
της ουτοπίας.

*

Στο σκοτάδι

Mε μια λάμψη
σβήνει ο κόσμος
εκτυφλωτική.
Ύστερα όλα
παραδίνονται
στο σκοτάδι.

*

Ο φθόνος

Όταν τη ρώτησες
τ’ όνομά της,
σου συστήθηκε
ως έμπνευση.
Βάλ’ την στο σπίτι,
αλλά μην της δώσεις
πολύ θάρρος.
Το νου σου,
μην την πολυπιστέψεις.
Πασχίζει να φτάσει
την τέλεια πρωταγωνίστρια.
Φθονεί μέχρι θανάτου
τη σιωπή.

*

Το φεστιβάλ

Βρέθηκα στη μέση
του δάσους.
Εκείνη την ώρα είχαν φεστιβάλ
οι τζίτζικες.
Κάθισα και βάλθηκα
να τους ακούω.
Έλεγαν “εδώ θνητέ
είσαι φιλοξενούμενος”
Έλεγαν “οι λέξεις σου
είναι θόρυβος”
Έλεγαν “δεν γνωρίζεις άλλο
παρά το σήμερα”
Έλεγαν “μείνε αν θες
και τραγούδησε μαζί μας.

*

Τυχαιότητα

Αυτό που λες τυχαιότητα
είναι στην πραγματικότητα
το μπλεγμένο νήμα της ζωής σου.
Κάθε του κόμπος κι ένας σταθμός.
Σε πάει όλο και πιο μέσα στο λαβύρινθο.
Το υποπτεύεσαι βέβαια
δεν σε περιμένει εκεί κανένα τέρας
άλλο απ’ τον μονότονο χτύπο της καρδιάς σου
και της στάλας τον πανάρχαιο ήχο.

*

A, βροχή!

Πόσο, λοιπόν, ακόμη θ’ αργήσεις;
Δεν θα μας σπλαχνιστείς;
Τους ξεροπόταμους να ξυπνήσεις.
Κόασμα βατράχου να ντυθείς.
.
*«Μετά την ποίηση», ελεύθερη ηλεκτρονική έκδοση, 2023
https://www.openbook.gr/meta-tin-poiisi/

Σε φιλώ/Σε μισώ – Η Λαβίνια Σουλτς κυκλοφορεί!

«Η Λαβίνια Σουλτς, το πρώτο μυθιστόρημα της Γεωργίας Διάκου, καταπιάνεται με το ζήτημα της γυναικείας ενδυνάμωσης, μέσω της ηρωίδας του βιβλίου, μιας καλλιτέχνιδας της εποχής των απαρχών του μοντερνιστικού κινήματος.

Στη στιβαρή, γραμμένη με ιδιαίτερη επιδεξιότητα λυρική της πρόζα, η συγγραφέας μετέρχεται κάποιους από τους χαρακτηριστικότερους λογοτεχνικούς τρόπους του φεμινιστικού μοντερνισμού, όπως η ροή συνείδησης, καθώς και άμεσες αναφορές στην εποχή της εμφάνισης του μοντερνιστικού κινήματος (αρχές του 20ου αιώνα), ώστε με τα εργαλεία αυτά να μιλήσει πρακτικά για την κοινωνική θέση των νέων γυναικών του σήμερα. Η Διάκου, ταξιδεύοντας επί τούτου στο παρελθόν, επιδιώκει να αναδείξει ότι οι νέες γυναίκες εξακολουθούν να δίνουν τις ίδιες μάχες που δόθηκαν και εκατό χρόνια πίσω- κυρίως όσον αφορά τον κοινωνικό έλεγχο πάνω στο γυναικείο σώμα, την άρση των έμφυλων περιορισμών και την άνιση κατανομή εξουσίας στην οικιακή/ οικογενειακή σφαίρα.

Αυτό το ξεχωριστό, το απίστευτης δύναμης πεζογραφικό ντεμπούτο της Διάκου, μιλάει με έντονο πάθος για τα γυναικεία δικαιώματα, συνδέοντας το ονειρικό και σουρεαλιστικό του περιεχόμενο με την επιστολική γραφή.

Η Λαβίνια Σουλτς είναι μια λογοτεχνική εξέταση του τι σημαίνει να είσαι νεαρή γυναίκα στο σήμερα, αλλά και του κάτω από ποιους κοινωνικούς μηχανισμούς το γυναικείο σώμα κατακερματίζεται σε ένα σύνολο από σωματικά μέρη, έκαστο από τα οποία ελέγχεται με συστηματικότητα. Μέσα από όμορφα επεξεργασμένες, πλούσιες και συχνά σκληρές εικόνες, το βιβλίο απεικονίζει το πώς η συστηματοποίηση και ο έλεγχος πάνω σε έναν άνθρωπο μοιάζουν, όταν γίνονται αντικείμενο παρατήρησης από έναν εξωτερικό παρατηρητή. Με αυτή την έννοια, αποκαλύπτει την πατριαρχία όχι σαν μια άθραυστη φυσική τάξη πραγμάτων, αλλά ως ένα απλό άθροισμα εξειδικευμένων μηχανισμών ελέγχου- έναν μηχανισμό που με τη σειρά του κι αυτός μπορεί να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη».

Θράκα

Βασίλης Νικολόπουλος, Τα πρόσωπα του πάγου  (ή ό,τι διαρκεί στη σκιά)

στην Αριάδνη

Τα πρόσωπα του πάγου / ή ό,τι διαρκεί στη σκιά…
χάδια, επιφάνειες τη νύχτα

Η Μεσογείων διαρκεί
Οι φίλοι διαρκούν και τα σκονάκια
Οι ράγες διαρκούν, τα τρένα όχι

Το πέλαγος διαρκεί και η μήτρα,
η στύση όχι
Οι φωτογραφίες διαρκούν, τα ποιήματα, τα στριφτά τσιγάρα

Αυτό που δεν εμπορεύεται διαρκεί… οι φυλακές
Η θεία λειτουργία διαρκεί… τα στρωμένα χαλιά
Τα γόνατα σπάνε, όχι

Τι άλλο διαρκεί

Τα ψεύτικα λουλούδια διαρκούν, και τα αληθινά
Η όσφρηση όχι
Οι νότες διαρκούν…

Το να είσαι υπέροχη

*

Γυροφέρνοντας (με) τον Ντύλαν

Ωσότου ξεχρεώσεις
όλα του πάνω κόσμου τα τσιγάρα
θα ‘χουνε καεί
Ύμνοι θα γράφονται για την αγάπη
και τον έρωτα
Μα πες μου, ποιος θα πιστεύει
πως ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

Τίποτε πιο αμείλικτο δεν γνώρισα
από την ομορφιά
γεννημένη Φθινόπωρο
είτε σε κάποιου καλοκαιριού το χείλος ∙
κι ο χρόνος στραφτάλιζε στην πέτρα
σαν λεπίδι

Υπερβολές, θα πεις…
Ω! πάντα υπερβολές
Και οι εκδότες αύριο
θα γλείφουνε τα κόκκαλα,
ριγμένα στο πλατύσκαλο από χέρι
Η αρρώστια συρτή θα κάνει στις οδούς
και πες μου, ποιος θα πιστεύει
πως ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία

Πες με ονόματα
που του ανθρώπου η ανημπόρια,
όσους τα φέρανε, τους κράτησε στο πόδι,
κι άλλα, όσων ταξίδι φύγανε αγύρτικο
από λάθος
Κι οι σκύλοι να χορεύουν της νύχτας
τον χορό
και τα παιδιά να μεγαλώνουν στην πλατεία
Λογαριάζεται η αγάπη;
Ο θάνατος;

Τέσσερις δρόμους διασχίζεις διαγώνια,
σ’ εκείνο το σημείο, το κενό ∙
και οι τρελοί θα σου μιλάνε πάντα με τα μάτια

*

στον Vic Chesnutt

[Πάντα συμβαίνει μια μάχη,
κι αν είναι να τσακιστείς
καλύτερα κάνε το χορεύοντας]

Η ζωή είναι μάχη σε ανισόπεδο κόμβο
Σταματά ή και δανείζεται ρόδες,
τρέχει για την επόμενη πόλη
σαν κάθε ένα απ’ τα μικρά σύννεφα

Γονατίζω εμπρός στην Αμερική του Γκίνσπεργκ
Το γόνατό μου δεν κάνει κρακ
Η ξεκαρφωμένη σανίδα στον προθάλαμο δεν κάνει κρακ
Ο πόλεμος θερίζει τις πιθανότητες μιας μέρας
άξιας να ιστορηθεί

Η πεταλούδα απόψε δεν κάθεται στον ώμο μου, ούτε και πουθενά
Χορεύει ολοπράσινη πάνω απ’ το τοπίο, στα μάτια μου μπροστά
Θέλει να πει, μην ανησυχείς, η ζωή έχει πλάκα ∙
μαύρες γάτες, ελεήμονες Θεούς, σφυρίγματα τη νύχτα

Vasco Popa, Επιτέλους τα χέρια σφίγγονται πάνω στο στομάχι

Επιτέλους τα χέρια σφίγγονται πάνω στο στομάχι
Μη και το στομάχι σκάσει απ’ το γέλιο
Στομάχι όμως δεν υπάρχει

Ένα χέρι καταφέρνει να σηκωθεί
Να σφουγγίσει τον κρύο ιδρώτα απ’ το μέτωπο
Αλλ’ ούτε μέτωπο υπάρχει

Το άλλο χέρι απλώνεται να φτάσει την καρδιά
Μη κι καρδιά πηδήσει έξω απ’ το στήθος
Κι ούτε καρδιά υπάρχει

Και τα δυό χέρια πέφτουν
Μ’ αδράνεια στα γόνατα
Μα ούτε γόνατα υπάρχουν

Στο ένα χέρι τώρα πέφτει βροχή
Στ’ άλλο φυτρώνει χλόη
Τι πιότερο να πω

*Μετάφραση: Σπύρος Τσακνιάς.

Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, Τότε μάλλον που ξεναγεί τη δύναμη

Oswaldo Guayasamin, Lagrimas de Sangre (1973)

Στη νιωσμένη δάγνωση των αβάδιστων στίχων
μώλωπας άσσος αντραλεύει
ψάχνοντας
για το όνομα της ασώριαστης φρίκης
κείνη η ανάσα
πεθυμιά· συνερχόμενος

να κινηθεί συν τοις άλλοις
και το όραμα του ορίζοντα στο δικό του. “Κεφαλή
ορθή”. Η πύλη
του δείκτη
τα ζύγια της
“τούτο το τάραγμα”
σχεδιάζοντας
το διάβα του
πέρα

κει που προς πιότερο

σε ποιον υπόλοιπο τόπο; συρίζει ο ξαφνικός ορίζοντας
“στη λιμνούλα με τα βατράχια γλιστρά
η ουρά των καυσαερίων ενός βομβαρδιστικού”
και της επιτυχίας η μανούλα στα περιζήτητα κέντρα

the place is jumping

εξαίσια
το στόμα χουφτώνοντας
κρανίων στο τελείωμά τους – “αχ”. Αλλά έλα διάολε

η απορία της γης για τα εξωτικά που ονειρεύεται
μ’ ανοιχτά τα σκέλη
λυμένη; μια ζόρικη μέρα χαρά θεούλη όντας
ξέστρατος στο οξύμωρο του χαμού στην κατάφαση
και σκοτισμένα

στο διάνα τους τα αφάλια ναι

μάννα μου γίνου
ένθεα ζουμιά της κι αθεΐα της
πόρος της κι ανομία της
ναι

βρες κεφαλή χείμαρρε τώρα
μέσα
τόσα περισσότερα των χειμάρρων σου και των δικών σου συμπάντων
έλα
και τα κυκλάμινα κι οι αστοχίες και τ’ άδοξα μιλημένα
απ’ όλα
κι ανατολής και δυτικό το παραπλήρωμα ευλογάει

νά το έδαφος και νά οι παρασυρμένες σκάλες
(να των ανεβασμένων μεταλυρών οι κεφαλαιοκέφαλες πιλάλες)
(βρεθείτε χνάρια
ιεραρχημένα
στο χείμαρρο τώρα) – νά τ’ ανέστιο βυζορρώι της ιστορίας
και σώπα να

τα ανάκτορα της απορίας

που γλωσσιάζονται και διεκδικούν και ψάλλονται κι αλλάζουν –
στο διάνα τους τα αφάλια – και ξαναλλάζουν και χαμός
λαβή
ζωή
ανήκει η φρίκη ζηλεύει ο χρόνος ανήκουν τα μάγια

και τ’ αχ μαζί καθώς πεινά
το σαρκοβόρο φόντο της πλώρης πεινά κι η μετρημένη απόσταση
ληστής κι όντως των γεγονότων
κι άλλα θεριά με διαβήματα τραχιά το αίμα ονομάζεται αρνείται
παρορμάει
στο διάνα τους τα αφάλια

ανήθικα
με τους σπόνδυλους του πιοτού π’ αγριεύουν καθώς
ολόβολα θορυβούν για το έμπα
της διάχυσης ανάσας στην ανάσα – ύστερα θα καούν τα σάλια δικέ μου

εδώ

κι όχι πιο πάνω από δω που γενναιόδωρα τρέχουν
να φτάσουν υγρέ μου
τη μάρκα του ουρανού που κάλλιστη σαρώνει
και “λίγο ακόμα”
και ξέρουμε εμείς
λίγο ακόμα
σχεδόν

“κατάδικέ μου” –

της περπατημένης απώλειας

που ανανεώνει στη μπόρεση του έργου πάνω
ανθρωπιές
τα χείλη που κρούουν το συχώριο τους καταγινόμενα
με εκείνον
που ξέρουμε εμείς

στο βάθρο του
όπου οι στέφανοι δεν σταματούν να σώνουν
δεν σταματούν να αφρίζουν
νομίσματα για έρωτα και ξέρουμε εμείς
λίγο ακόμα
ποιος μετρημένος θαυμαστός
με νόημα
τι ξέχειλος
εδώ

δεινά και πρώτα
γλαυκώνοντας
ουράνια τα χέρια

πειστικά: στην αντηλιά μουγκρίσματα
δε σταματά να ρίχνει τρομάζουν τα βατράχια
σκούζουν στην όρεξη δεν αγνοείται απαντά – τέχνη καλή
δεν απαντά λογιάζει ανήκει ο θεός ανήκει ο σκοπός

ψυχοπομπός – δε σταματά

μέσα του να ανήκει

τέχνη μέσα καλή – (αυτομολεί)
δε σταματά

καλά τα βολεύει

καλύτερα να βολευτεί στα άριστα μάτια για τα βάθρα ψηλά…

…σχεδόν ψηλά
επιδέξια

στο γύρω γύρω όλοι
σαν νυχτώνει
ο μάγκας με το συγύρισμά του
ψάχνοντας
για το όνομα της ασώριαστης “αιτίας”
κείνη η ανάσα
πεθυμιά: μ’ αεροπλάνα
που το μίσχο του αγέρα
δεν καταφέρνουν
μήτε άλεκτη ξαστεριά
με κτήματα
που άρα τους

στ’ αβάσταχτο
η Γυναίκα ιδρωμένη λούζεται. Θα φτιαχτεί θα χρυσωθεί
και πάλι θα λουστεί
παράξενε της μορφής μου
άλλωστε
και παρά τους ουρανο-ξύστες μας
κόσμος πρόναος και ομφαλοί πιο πρόναοι πάντα – καζάντι

η μανούλα
το χάνει το ψάχνει
τραγουδισμένος τραγουδά ξεναγεί
και τραβιέται
(η φλέβα γλυκιά)
δε βρίσκει έλεος

στα ανάκτορα
νιωσμένη και τραβιέται
και λίγο ακόμα
και ξέρουμε εμείς – λίγο ακόμα
στο γύρω γύρω όλοι

στο όνειρο πως ρίχνεται
να βρει φωνή να αναρωτιέται

όνειρο
εδώ

γιατί;

*Από τη συλλογή “… ύστερα θα καούν τα σάλια”, εκδόσεις Ηριδανός, Μάος 2010.

Ζωή Καραπατάκη, Τρία χαϊκού

Ι

Η βροχή πέφτει
με δύναμη στα φύλλα –
παίζει στακάτο

ΙΙ

Δυνατή μπόρα
καρποί πέφτουν με κρότο –
χαμένος κόπος

ΙΙΙ

Μικρά βατράχια
κοάζουν ασύστολα
ενώ κοιμάμαι

Λευτέρης Πούλιος, Αντί της σιωπής

Artwork: Evic Drigny

8
Ζητώ να εισβάλω σε μια ψυχή.
Αν το χώμα κρατάει καλά το μυστικό του
το τυλιγμένο με πάχνη
κι ο άνεμος γδύνει το δέντρο
ο άνθρωπος αναγκάζει
το σκλαβωμένο πουλί μέσα του
να σκιρτήσει.
Πόσες φορές στο μονοπάτι των μαζών
ή μέσα στην πιο πυκνή μοναξιά
με μάτι ελεύθερο από μάγισσες και πνεύματα
σου έχω απλώσει το χέρι;

*”Αντί της σιωπής”, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1993.

Κωστής Ανθάς, από το “Επί γης ειρήνη”

Franz Frank, Οι άνεργοι (1928)

ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ λιτά προσευχόλογα
κι εναγισμούς κάναμε
στων νεκρών τα χαρακώματα.
Ανάψαμε φωτιές με των βουκόλων
τα λειψά μαδερένια στέγαστρα,
και φανήκαν οι διαπνοές
νύχτα στα καστανόδεντρα.
Γκρίζα δέρματα,
ανονόμαστες τρώγλες,
φιλημένα με γράμματα και στάχτη,
έπιναν μ’ ένα τεμαχισμένο όστρακο
του ξεροπόταμου τη δίψα.
Δεν έβλεπα κανενός την όψη,
να γράψω πάνω του τη φυγή.
Όλοι είχαν ένα βλέμμα
διαταχτικό στις κοιμισμένες τους ψυχές.
Τα τελευταία λόγια
ήθελαν να ορίζουν την Ειρήνη
στο δικό τους χώμα.
Στου απολογισμού τη μνήμη,
καταγράψαμε σ’ ένα κιτρινωπό φύλλο
όλα τα ειδώλια μιας βροχής.
Θα μάθουμε να οδοιπορούμε και λίγοι,
θα μας πουν αργότερα τα χελιδόνια.
Τα φτερά κάπου μένουν
για του γυρισμού το κρύο.
Γίνονται αμίαντη φωλιά
πάνω απ’ τα δικά μας
βαθιά χαρακώματα.

*“Επί γης ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

Ajo, Μικροποιήματα

Στον καλό μου ξάδελφο Μάριο,
που είναι ο καλυτερότερος.

1.

Πουλάω μικρές ατζέντες
για ανθρώπους με λίγους φίλους.

  1. Σύγχυση

Το αριστερό μου μάτι κλαίει
άθελά μου κι ασταμάτητα,
κάτι πολύ με στεναχωρεί
και δεν ξέρω ακριβώς τι.

  1. Μικροποίημα ελαφρώς κινέζικο

Χρυσά κρίνα 8 εκατοστών [1]
για έρωτα μιλούν:
μικρός θησαυρός από χίλια χρυσά νομίσματα
ανάμεσα σε σένα και μένα.

  1. Αρρυθμία

Μισώ τον έρωτα
και μάλιστα τον μισώ
με όλη σου την καρδιά.

  1. Μακροπρόθεσμη ομοιοκαταληξία

Το πάντα θα σε λατρεύω
και το δεν μου καίγεται καρφί για σένα
δεν κάνουν ακόμη ομοιοκαταληξία
αλλά θα κάνουν με τον καιρό.

6.

Εραστές τόσο διάφανοι,
μουσική από χρυσάφι, πόνος από ασήμι.

  1. Απειλή

Ρε, θα σε σκοτώσω ρε,
δεν έχω άλλη επιλογή
εκεί που δεν θα το περιμένεις
θα σε βρουν γαζωμένο με φιλιά.

8.

Η νύχτα όσο θέλω εγώ διαρκεί,
σε όλα με υπακούει η νύχτα
αλλά εγώ έκανα την αρχή.

  1. Ψευδοβιογραφία

Σαν θέλω να χιονίσει βάζω
ένα πλυντήριο με λευκά,
σαν θέλω να βρέξει
απλώνω ένα με γκρι.
Δεν είναι τυχαίο πως όλα
τα γιαούρτια με φράουλα
λήγουν στα γενέθλιά μου.
Καπνίζω πολύ για να ξεχάσω τα πάντα
δεν καταφέρνω καν να βήξω.

10.

Ιστορία αγάπης διαλείπουσας:
τελειώνει η μουσική
κι ο χορός αρχίζει
ξάφνου.

11.

Το ντελικάτο άγγιγμα
του σκοταδιού στη σιωπή
κάνει τη νύχτα νύχτα
και όνειρο τη λήθη.

12.

Σαν ναός
είναι η αλήθεια που επινοώ
και μέσα της ζω.
Επινοώ επίσης τραγούδια
για να σε κάνω να κλαις
γιατί το να κλαις είναι πολύ καλό
για τους κατασκευαστές χαρτομάντηλων
και αναμνήσεων.

13.

Πού λάμπει αυτό που λάμπει;
(αν όντως λάμπει)
Στα άστρα που μας θωρούν
ή στα βλέμματα που τα κοιτάζουν;
Γνωρίζουμε κάτι γι’ αυτό;
Γνωρίζουμε πού καίει η επιθυμία;
Στα μάτια σου ή στη φωτιά μου;

14.

Σα ρεφρέν έρχονται
να με συναντήσουν τα καλοκαίρια
ολοένα και συχνότερα
προσπαθώντας να γίνουν σύνορο
ανάμεσα στους χιλιάδες έρωτές σου
και στον ΚΑΝΕΝΑΝ μου.

15.

Σ’ αγαπώ είπες
και η φράση δεν είναι δική σου,
το έμαθα από τoν Τύπο:
Προβλέπεται μια παγκόσμια τραγική
επιδημία καρδιαγγειακών παθήσεων.
Είπες σ’ αγαπώ και το ξεσαγαπώ έγινε επιστήμη.

  1. Μικροπρόβλημα

Αν προσθέσω τη μοναξιά μου στη δική σου
πόσο μας κάνει;
Δύο μοναξιές ή καμία;

  1. Η άλλη ζωή

Φέρνω άμμο απ’ τη Φαμάρα
και αέρα στη βεντάλια μου
ό,τι δεν είχα φέρνω
και σας αφήνω αυτό τον αναστεναγμό:
……………………………………………………………………………………
(αναστενάξτε βαθιά όσο πάει η γραμμή με τις τελείες).

18.

Ξέρω ότι σκέφτομαι την Ταγγέρη
όταν κατσαρώνουν τα μαλλιά μου.

19.

H θάλασσα κι ο άνεμος
κάτι μου λένε
αλλά δεν το καταλαβαίνω.

20.

Με γοητεύει
η βραχυλογία
γιατί είναι τόσο κοντά
στην ανυπαρξία.

21.

Μην μου φέρνεις στον νου τα παλιά
γιατί εγώ στα νιάτα μου ήμουν πανκιό
κι έχω τη μοϊκάνα στη γλώσσα.

22.

Πήδηξες από τη βάρκα
πριν πιάσουμε στεριά
κι έμεινα εγώ καπετάνισσα
χωρίς μια ρημάδα πυξίδα
να με οδηγεί στη ζωή.

23.

Μιμούμαι τα φυτά
και δεν σαλεύω
μιμούμαι τα σύννεφα
και δεν ησυχάζω
μιμούμαι τα κύματα
και έρχομαι και φεύγω.
Μιμούμαι τις νύχτες μου
και δεν σ’ έχω.

24.

Επικίνδυνο σαν γυναίκα,
ανυπάκουο σαν τη μνήμη
και σαν τους σοφούς,
υπάκουο, πού και πού, σαν τα χείλη μου,
ανεπαρκές, πάντα, σαν μια ζωή,
πιο επείγον από μια επιθυμία
και λιγότερο διάφανο από μια υπόσχεση,
ασαφές σαν ένα μυστικό
και κομψό σαν την αδιαφορία.
Τόσο διαλείπον και ανόητο
είναι αυτό που θλίψη συνήθως αποκαλούν.

25.

Εγώ είμαι διαρκώς εγώ
από την αρχή,
διαστρεβλώνω κάποιες λέξεις
μέχρι να σημαίνουν
αυτό που θέλω εγώ.
Εγώ είμαι διαρκώς εγώ
κι όταν σιωπώ είναι όταν πληγώνω.

26.

Να συνθηκολογείς με το τίποτα
να επαναδιαπραγματεύεσαι με το κενό
να δέχεσαι τις ατέλειες
να συμμαχείς με το ελάχιστο.

27.

Αυτή η μανία που πιάνει τα μεσάνυχτα
να μας τρίβουν στη μούρη
τον σπασμένο άνεμο και τη μονότονη βροχή.
Αυτή η μανία που πιάνει τις νύχτες σου
να βρίσκονται τόσο κοντά
στα πρωινά μου.

28.

Υπερβάλλω
για να σε κρύψω
μικρότητά μου.
(στην Κ. Λισπέκτορ)

29.

Το φεγγάρι είναι
γεμάτο πάλι απόψε.
Αλλά από τι;

30.

Βυθίζονται τα πόδια μου στην άμμο
και το κεφάλι μου στον αγέρα
βυθίζεται η ζωή μου στο χρόνο
κι ο χρόνος βυθίζεται στη φλέβα.

31.

Βλέπαμε μαζί τη δύση
ή σ’ έχω κάπου γδύσει;

32.

Στην αρχή είχα πολλή όρεξη
να κλαίω.
Μου πέρασε,
και μετά είχα την ίδια όρεξη
να κλαις ΕΣΥ.

33.

Θα υιοθετούσα τις νύχτες σου
θα σε πρόσθετα στα φιλιά μου
θα διέτρεχα με Datsun
όλο σου το κορμί…

34.

ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΜΕΣΩΣ.
ΜΗ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕTE.

[1] Αναφορά στο φαινόμενο του «χρυσού κρίνου» ή «χρυσού λωτού». Τη μόδα-βασανιστήριο που κυριάρχησε στην Κίνα από τον 10ο μέχρι τον 20ό αιώνα και υποχρέωνε κάποιες γυναίκες να έχουν πόδι οκτώ εκατοστών σε σχήμα μισοφέγγαρου. Τα μικρά πόδια θεωρούνταν σύμβολο ομορφιάς και κοινωνικής θέσης. Κατά τη διαδικασία τύλιγαν τα πέλματα των άτυχων κοριτσιών με ένα μακρύ κομμάτι ύφασμα, εκτός από το μεγάλο δάχτυλο, έτσι ώστε τα υπόλοιπα να πιεστούν επάνω στο πέλμα. Τα μικροσκοπικά πόδια συγκρίνονταν με ένα λουλούδι κρίνου ή λωτού. [Σ.τ.Μ.]

*Η Ajo [María José Martín (Σαλδάνια, Ισπανία, 1963)] αυτοχαρακτηρίζεται ως πανκ μικροποιήτρια. Μετά το Micropoemas (2004) εξέδωσε διαδοχικά τα Micropoemas 2 (2007), Micropoemas 3 (2011), Micropoemas 4 (2013).

**Η παρούσα ομαδική μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Μεταφρασεολογία και μετάφραση κειμένων ισπανόφωνης λογοτεχνίας στην ελληνική» που δίδαξε, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2023/24, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ.

***Σχετικός σύνδεσμος: https://www.extremeways.gr/ajo-mikropoiimata-palaiologos-syllogiki-metafrasi/