Gregory Corso, Δίνη

Να πνιγώ να κυματίζουν τα μαλλιά μου
Να είμαι ραψωδία των ψαριών
Ένα μάτι να ανοιγοκλείνει και να κοιτάζει
Το ναυάγιο στο βυθό να βλέπει –
Για πάντα κάτω να πνίγομαι
Να κατεβαίνω στου καλαμαριού τη σύναξη
Μαύρη σκεπή η κοιλιά της φάλαινας
Ο τάφος ένα πάτωμα φτιαγμένο από στρείδια –

Το θαλασσινό μου φάντασμα σηκώνεται
Και πιο κυματιστά τα μαλλιά του
Ραβδώνουν μ’ ασήμι τα μάτια μου
Προς τα πάνω στροβιλίζομαι
Κι’ αναρωτιέμαι πού –

Να πάρω αναπνοή στην κούπα του Ποσειδώνα
Σκουντάω τη θύελλα και την καταιγίδα
βάζω χέρι στη γοργόνα
Για να σταθεί να καρφιτσώσει τα μαλλιά μου
Πάνω στη σέλα του ιππόκαμπου

Ντίνος Σιώτης, Σκελετοί στη ντουλάπα

Στον Αναστάση Βιστωνίτη

Σκελετούς στη ντουλάπα τους κρύβουν τα μέγαρα,
οι πρεσβείες, τα ανάκτορα, οι τράπεζες, οι μυστικές
υπηρεσίες, οι πολυεθνικές, τα κοινοβούλια και όλα τα

υπουργεία όλων των εθνών, οι σκελετοί στη ντουλάπα
ζωντανεύουν γύρω στα μεσάνυχτα όταν έχει πανσέληνο
και σαν μάγισσες ή σαν νεράιδες παίρνουν σβάρνα τις

χώρες και τις ηπείρους να πιουν λίγο απ’ το αίμα των
φτωχών, των αδύναμων, των κατατρεγμένων και των
άμαχων, μ’ αυτό το αίμα κρατιούνται ζωντανοί στη

ντουλάπα, μετά πάνε σε ένα wine bar στο κέντρο της
πόλης να θρηνήσουν το πληγωμένο τους γόητρο, να
πνίξουν το σφιχτό καημό τους μέσα σ’ ένα μπουκάλι

εμφιαλωμένης επιβίωσης, να μετρήσουν τις απώλειες
του διασυρμού τους και να ξεπλύνουν από πάνω τους
όλα τα αμαρτήματα εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων

Αθήνα, 12 Φεβρουαρίου 2024

Κατερίνα Φλωρά, Αστική συγκυρία 


Artwork: Hieronymus Bosch

Στη σχισμή του βλέμματος θολώνει το τοπίο
τρεμοπαίζει η άσχημη πολιτεία στον κενό χρόνο
που γλίστρησε λαθραία

Βουΐζουν οι λέξεις
απρόκλητα ειπωμένες από αδιάφορα στόματα ψυχρά πλήκτρα ενώνουν
χαμένα στο χωροχρόνο πλάσματα

Συγκυρία σα λάμψη
συνάντηση καμωμένη από το μέσα υλικό
μαγικά απόκοσμη αίσθηση
ίχνος βαθύ ανακινεί

Διομήδης Βλάχος, Επιστροφή

Το χάραμα γυρίζουμε ξανά κοντά σου
ακολουθώντας πάντοτε την ίδια ρότα
το σιρόκο πού χρόνια ατέλειωτα καραδοκούσαμε.
Αστράφτει η μνήμη σου στους έλικες
χίλιες στροφές το δευτερόλεφτο.
Και ξάφνου είδα τούς γλάρους χαμηλά
κάτι σαν τούς προάγγελους της θύελλας,
από τη γέφυρα τα ξερονήσια
ένα κοπάδι πόρφυρες κατόπι μας,
την προκυμαία αδιάβατη
ζωσμένη σ’ ένα δάσος σιωπηλές περικοκλάδες
κι από τις γρίλιες να παραμονεύουμε τα δίκαννα.
Πώς να περάσω απέναντι χωρίς κουπιά;
Η θάλασσα που γνώριζα
είναι ένʼ αδιέξοδο στο στήθος σου.
Φυσά αγέρας παγωμένος, μεσοζωικός.

Ω πώς τόσον καιρό μετά την καταιγίδα
ανάμεσα σ’ αυτές τις πέτρες
που ριζώσαμε αγριάδα
ακόμα παίζουν πένθιμα
τα βιολοντσέλα σου Βιβάλντι;

Στις εκβολές του Αχέροντα
Το περιβόλι στις εκβολές του Αχέροντα.
Διαβαίνει το νερό όλο λείψανα
βρικόλακες της θύμησης και ύψος ανεκπλήρωτο
κ’ εσύ σκύβεις να πιεις και φαρμακώνεσαι
καθώς αντίκρισες καθρεφτισμένο
τον Άη-Μηνά ίσκιο θεόρατο
κυνηγώντας τους Φράγκους
και τώρα σκήνωμα προσκυνητάρι θλιβερό
ή τον καπετάν-Διάκο
βγάζοντας λόγους στη Λαμία
κ’ ύστερα καρφωμένο το κεφάλι του στ’ ακόντιο
λέξεις να σου παίρνουν το μυαλό.

Τώρα ξανά τα πράγματα δεν είναι εύκολα
ο νεκροπόταμος τραβάει την πορεία του αιώνιος
ξωπίσω σου οι ρουφήχτρες αχόρταγες
τα κουφάρια στρώμα στην πεδιάδα
κ’ είναι το στόμα σου στυφό αγραπίδι.
Όχι, δε θέλω πια τις τεχνητές σας λίμνες
όλο στολίδια, αρώματα, χιτώνες μεταξένιους.
Δεν φτάνουνε ν’ αναχαιτίσουν
τη φουρτουνιασμένη κοίτη που λυσσομανάει.

Μόνον οι μαίανδροι στη φλέβα μου
με πολυδιάστατες καμπύλες
δουλεύοντας μερόνυχτα
γνωρίζουνε τ’ απόκρυφα του
μπορούν να βάλουν χέρι στην ορμή του.

*Από τη συλλογή “Φανός θυέλλης”, εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη, 1991.

Μάριος Χάκκας, Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις

Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις
με τις καμπύλες των λόφων στα μάτια
κι ήρθα προς τους ανθρώπους
με τις σωστές λέξεις στο στόμα
και την ελεύθερη κίνηση των χεριών.
Κατέληξα με μία τσάντα
που επαλήθευε το νόμο της βαρύτητας
στην ατέλειωτη άσφαλτο
πληρώνοντας φόρους και διαπύλια
φθείροντας την ακμή μου
ανάμεσα σε πλαστικά γιασεμιά
γδέρνοντας το λαιμό μου στους τοίχους
μ’ ένα μπρελόκ που τα κλειδιά του
δεν ταιριάζουν σε καμιά
ανθρώπινη πόρτα

Miguel Hernández (Orihuela 1910 – Alicante 1942), Last Song / Τελευταίο τραγούδι


Painting by Siegfried Reich an der Stolpe (Germany)

Painted, not void:
my house is painted
with the colour of great
passions and misfortunes.

It will return from the wailing place
where it was carried
with its deserted table,
with its vacated bed.

Kisses will flower
on the pillows.

And wrapped around the bodies
the sheet will elevate
its urgent creeper
nocturnal, perfumed.

Hatred will be amortised
behind the window.

The claw will be gentled.

Grant me the hope.

Miguel Hernández, Spain

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Βαμμένο, όχι άχρωο
το σπίτι μου βάφτηκε
με το χρώματα εξαίσιου πάθους
και κακομοιριάς.

Θα επιστρέψει απ’ των δακρύων τον τόπο
που το είχαν μεταφέρει
με το άδειο του τραπέζι και
το έρημο κρεβάτι του

φιλιά θ’ ανθίσουν στα μαξιλάρια
και θα τυλίξουν τα κορμιά
τα σεντόνια θα εντείνουν
το νυχτερινό τους άρωμα

Το μίσος θα ξεχαστεί πίσω
απ’ το παράθυρο

τα νύχια θα λειανθούν
πιστεύω στην ελπίδα

*Αγγλική μετάφραση: Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan. Ελληνική μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης.

**Δημοσιεύτηκε εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2024/02/15/ithaca-series-poem-658/#like-21884

Νικόλαος Κάλας, Το 333 δεν απαντά

Το τριακόσια τριάντα τρία δεν απαντά
Πλάι στον αριθμό το “οδός Κριεζώτου 2”
Η εν Ισσώ μάχη!
“Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι”
“Νικήτα Ράντο, δεν μ’ ακούς;
το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία”
το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απ’ την Μικράν Ασία.
Επέστρεφε ω Ιστορία!
Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου
τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά
υπολογισμένα καβαλιστικά.
“Νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;»
Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη:
“Δεν μ’ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς,
και βροντοφωνάζουν μέσα μου
της ταραγμένης σου ψυχής τα φλογερά οράματα”.
.
*Από τον συλλογικό τόμο “Γραφή και φως”, εκδ. Ίκαρος.

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Ψευδαίσθηση αλληλεγγύης

Της Άννας Λαζαρίδου

Θυμήσου
Τη μαγεία των πόλεων
με τα υπόγεια ταχυδρομεία
και τις τσιχλομηχανές
Τις όμορφες βιτρίνες
που άθελά μας έγινα ποιήματα
κι ακόμα αποστέλλονται
κατά παντός αγνώστου
πάντα την άνοιξη
(επί αντι-καταβολή)
Ξημερώματα
διαθέτοντα ταυτότητα μέθης
Κι όνειρα
αμυδρά να θυμίζουν
Αφροδίτη Μηλήσια
Δίχω χέρια να σ’ αγκαλιάσουν
Ανέβα τη σκάλα
κάνε πάλι το χώρο ν’ απαστράπτει
Ξάνρχισε το τραγούδι μας
που θα το φαν’ στο τέλος ποστ-αρουραίοι
ή θα τ’ απολαύσουν βιβλικά εν αγνοία μας
άστρα λιμοκτονούντα
Θυμήσου
τις μαυρισμένες από τα κάρβουνα
σαν τη νύχτα παλάμες… τη θαλπωρή
του μικροσκοπικού δωματίου

Ποιος σε συνόδευσε
Τι σε οδήγησε όμως μέχρι εδώ;
Έχω αρχίσει ξέρεις να γερνώ
κι αισθάνομαι ανήμπορος
κάτι άλλο πέρα από μνήμες
να σου προσφέρω. Προδιαγράφω
κατά κάποιο τρόπο το μέλλον

Κι αυτό είναι
Ό,τι εννοώ με τον τίτλο.

13/7/1988

*Από τη συλλογή “Μέθυμος λόγος”, εκδ. Δρομεύς, Αθήνα 1995.

Μαρία Λαϊνά, Ας της λύσει απ’ τους ώμους τη σάρκα ο έρωτας…

(… αναγνωρίζοντας με ανεπαίσθητο θρόισμα ρούχου και ματιού
τα κυπαρίσσια και τα σιωπηλά πορτρέτα…)
Αίμα της ήταν και μαζί του έφευγε!..

Και ποιον δε θα μάγευε!..
Τα γεμάτα χείλη μισάνοιχτα
τα βουερά φωτισμένα της μάτια
το πρόσωπο πάνω στο χώμα
ώστε κανένας άλλος να μην μπορεί να μπει.

Ας πεθάνει λοιπόν, ας πεθάνει
ας της λύσει απ’ τους ώμους τη σάρκα ο έρωτας
να ξαπλώσω επιτέλους πάνω στ’ άσπρα της κόκαλα!..

Σηκώνει το φαρδύ μανίκι της δαγκώνει ελαφρά το κιμονό της
ύστερα πιάνει τη βεντάλια της
και την ανοίγει ακριβώς κάτω απ’ τα μάτια!..

Τη βοηθούν να περάσει το χτένι στον κότσο της
αυτή χαμογελάει στον καθρέφτη
τη βάζουν τα πινέλα στα μικρά της δάχτυλα
αυτή σκουραίνει τα βλέφαρα!..

Τώρα θα κάνει τρία βήματα δεξιά
σιγά–σιγά θα λυγίσει το πόδι
η βάρκα ξαφνικά θα φύγει προς τα μπρος
η ώρα του θρήνου θα έρθει αργότερα!..

Οι χειριστές πρέπει να συντονίζουν την αναπνοή τους·
η κούκλα είναι και το πρόσωπο του δράματος
και ένα λυγερό κομμάτι ξύλο!..

Κι ακόμα σιωπηλές
γι’ αυτό κρατήσου μακριά από το τρυφερό χλωμό τους φως
καθώς κοιτάζουν ή φορούν το δαχτυλίδι τους
πριν βγουν το βράδυ στο μπαλκόνι
κρατώντας σε εξαίσια περισυλλογή μια κίτρινη βεντάλια
ή περπατούν στη γέφυρα
στον ήχο μαγεμένου αυλού και στις λεπτές ομίχλες
έτοιμες να προδώσουν μυστικά, να καταδώσουν ή
μόλις να γείρουν απ’ την κουπαστή
και να καθρεφτιστούν στα καταχθόνια νερά
ύστερα με τριανταφυλλένια μάγουλα
να διασχίσουν την αλέα και τις αίθουσες
αναγνωρίζοντας με ανεπαίσθητο θρόισμα ρούχου και ματιού
τα κυπαρίσσια και τα σιωπηλά πορτρέτα!..