Σπύρος Θεριανός, Τρία ποιήματα

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

«La poésie sans poésie»
ο συρφετός των ποιητών που ιδιωτεύουν.
Καλύτερα
μια ανάγνωση της «Ιλιάδας» του La Motte
και κατευθείαν, έπειτα, για ύπνο
για μια καλή διατήρηση του πνεύματος,
un elixir de longue vie
χωρίς πολλά πολλά.

«Ecrasez lʼ infame»
φωνάζει εξάλλου ο πατριάρχης του Φερναί
στους φίλους του.

*

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΟΥΣ

Ο ποιητής Αριστομένης τον 3ο αιώνα προ Χριστού
έγραψε 52.526 στίχους.
Απ΄ αυτούς βρέθηκαν οι 10.313
ενώ 42.213 στίχοι αγνοούνται.
357 στίχοι θεωρούνται ακαδημαϊκού επιπέδου,
αλλά μόνο 23 είναι ανθολογημένοι
σε διάφορα βιβλία κατά καιρούς.
Ένας στίχος του, ενέπνευσε ένα Ιταλό ποιητή
της Αναγέννησης
κι έγραψε ένα σχετικό μέτριο ποίημα,
ενώ ο ίδιος στίχος μπήκε ως μότο στο διήγημα
ενός σύγχρονου Έλληνα διηγηματογράφου,
που κατηγορείται από τους βιβλιοκριτικούς
για επαρχιωτισμό.

*

ΝΤΥΜΕΝΟΣ ΕΠΙΣΗΜΑ

Ο τάφος του πατέρα
είναι στο χωριό

Κάθε φορά που βρέχει
τον σκέφτμαι κάτω απ’ το χώμα
ντυμένο επίσημα
όπως τον εέχα δει την τελευταία φορ’α
στο φέρετρο.

Κι έχω την έγνοια
να μην λερώσει
Το κοστούμι του.

*Από τη συλλογή «Ντυμένος επίσημα», εκδ. Πλανόδιον, 2008.

Δίγλωσση ανθολογία νεοελληνικών ποιημάτων μεταφρασμένων στα γερμανικά

Γράφει η Ευσταθία Δήμου //

“Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες” [Wörter spitz wie Nägel]. Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση – Δίγλωσση ανθολογία [Griechische Lyrik der Gegenwart – zweisprachige Anthologie], Επιλογή & Μετάφραση: Κατερίνα Λιάτζουρα, Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2021.

Η τελευταία λογοτεχνική εμφάνιση της Κατερίνας Λιάτζουρα, με τη δίγλωσση ανθολογία νεοελληνικών ποιημάτων μεταφρασμένων στα γερμανικά που επιμελήθηκε, θέτει με άκρα ευθύτητα δύο θεωρητικά ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με την ποιητική επικοινωνία, την πρόσβαση δηλαδή του αναγνωστικού κοινού στον ποιητικό λόγο και την έκθεσή του στην καταλυτική επενέργεια του στίχου. Το πρώτο από τα δύο αυτά ζητήματα αφορά βέβαια τη μετάφραση του ποιητικού λόγου, τη μεταγραφή του σε μιαν άλλη γλώσσα και, συγκεκριμένα, τη σπανιότερη στην ποιητική πράξη και πρακτική μετάφραση ελληνικών ποιημάτων, προκειμένου αυτά να καταστούν προσιτά σε ένα ξενόγλωσσο αναγνωστικό κοινό, εν προκειμένω το γερμανικό. Πράγματι, ενώ η συνήθης πρακτική προκρίνει την αντίστροφή διαδικασία και μέθοδο, τη γνωριμία δηλαδή του ελληνόγλωσσου αναγνώστη με ποιήματα προερχόμενα από άλλες γλώσσες, κατά κύριο λόγο ευρωπαϊκές, η Λιάτζουρα, ποιήτρια και η ίδια, επιλέγει, αυτή τη φορά, να διευρύνει τον ορίζοντα υποδοχής των Ελλήνων ποιητών και των έργων τους, καθιστώντας τα άμεσα και εύκολα προσλήψιμα από το γερμανόφωνο κοινό. Το όλο εγχείρημα φαίνεται, από πρώτη άποψη, πως υπηρετεί και διευκολύνει τους δύο πόλους, τα δύο γλωσσικά – ποιητικά άκρα, τους Έλληνες ποιητές να εξέλθουν των συνόρων της χώρας τους, να απεγκλωβιστούν από τα δεσμά της γλώσσας που τόσο ισχυρά τόσο στενά συνυφασμένα με την ποιητική δημιουργία είναι, και τους Γερμανούς αναγνώστες να έρθουν σε επαφή με μια ποίηση που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν ίσως ποτέ να γνωρίσουν. Η άποψη, όμως, αυτή είναι μάλλον στενή και μονόπλευρη. Γιατί από το συγκεκριμένο εγχείρημα κερδισμένη βγαίνει η ίδια η ποίηση που προσεγγίζεται υπό το πρίσμα ενός σώματος το οποίο προσλαμβάνει διαφορετικές γλωσσικές αποχρώσεις και όχι σαν ένα σύνολο σωμάτων καθένα από τα οποία φέρει και προασπίζεται τη δική του γλωσσική σφραγίδα.

Μέσα στο ίδιο αυτό πλαίσιο, και με δεδομένη τη δύναμη και τη δυναμική της μετάφρασης να (ανα)διαμορφώνει το ποιητικό πεδίο, να καταλύει και να καταργεί τα σύνορα, να αναπλάθει τους όρους και τα όρια της πρόσληψης, θα πρέπει να ενταχθεί και ένας προβληματισμός σχετικά με την ίδια την μεταφραστική πράξη και πρακτική και, πιο συγκεκριμένα, με το μεταφραστικό υποκείμενο, τον μεταφραστή που, κυριολεκτικά, εκτίθεται και εκθέτει τις δυνατότητές του σε ένα εγχείρημα που και δύσκολο και απαιτητικό είναι. Γιατί, όπως κανείς μπορεί εύκολα να αντιληφθεί, το ζητούμενο και το στοίχημα δεν είναι να μεταφερθεί αυτούσιος ο ποιητικός λόγος, να μεταγραφεί δηλαδή το ποίημα από τη μια γλώσσα στην άλλη, να αλλάξει απλώς και μόνο το γλωσσικό του ένδυμα, αλλά να γίνει μετάγγιση του πνεύματος και του ήθους, της ενέργειας, της ιδιαιτερότητας και της ιδιοτυπίας κάθε ποιητικής φωνής, των ιδιαίτερων τρόπων και τόπων της γραφής. Και για να επιτευχθεί αυτό δεν αρκεί βέβαια η μετά – φράση, η αντιπαραβολή του υπάρχοντος ποιητικού κειμένου με το υπό διαμόρφωση, με όρους πιστότητας και ακριβούς απόδοσης της γλώσσας, των λέξεων, των ήχων. Χρειάζεται κάτι περισσότερο. Χρειάζεται η ποιητική πνοή που θα ζωντανέψει το ποίημα και θα το κάνει να αποτελεί όχι τόσο την αλλό-γλωσση εκδοχή του αρχικού ποιήματος, αλλά ένα νέο ποίημα με τη δική του αυθυπαρξία και αυτοτέλεια, με τη δικό του περίγραμμα και σχέδιο που δεν θα έχει βέβαια κόψει τον ομφάλιο λώρο με το αρχικό – κάθε άλλο μάλιστα – θα διαθέτει όμως τη δική του προοπτική, τις δικές του υποδοχές, τις δικές του προσδοκίες. Και για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο δεν αρκεί βέβαια η καλή, ουσιαστική και ολόπλευρη γνώση, ο έμπειρος και δεξιοτεχνικός χειρισμός της γλώσσας, των δύο γλωσσών που εμπλέκονται στη μεταφραστική διαδικασία, αλλά και η ποιητική εκείνη αίσθηση που μόνο όποιος έχει δοκιμάσει και δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο διαθέτει. Η Λιάτζουρα, εν προκειμένω, διαθέτει και τις δύο αυτές αρετές ή προαπαιτούμενα. Γιατί και τη γερμανική γλώσσα γνωρίζει καλά, δεδομένου ότι έχει γεννηθεί στη Στουτγκάρδη και έχει σπουδάσει Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και στην ποιητική πράξη έχει εντρυφήσει, έτσι ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση που απαιτεί τη συστράτευση της γνώσης και της αίσθησης, της αντίληψης και της αντιληπτικότητας, της μεθόδου και της πρωτοβουλίας ταυτόχρονα.

Με αυτά τα δεδομένα και αυτές τις παρατηρήσεις μπορεί κανείς να περάσει στο δεύτερο ζήτημα που θέτει ο παρόν τόμος, αυτό της ανθολόγησης, της επιλογής, δηλαδή, των ποιητών και των ποιημάτων που θα συστήσουν το αντιπροσωπευτικό δείγμα της ποιητικής παραγωγής μιας χώρας, είτε αυτό προέρχεται από μια παρελθούσα εποχή, είτε από τη νεότερη και σύγχρονη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Λιάτζουρα κινείται μάλλον προς τη νεότερη και σύγχρονη ποιητική παραγωγή, επιλέγοντας είκοσι πέντε εν ζωή ποιητές, δεκατέσσερις γυναίκες και έντεκα άντρες, οι οποίοι έχουν μια ενεργή παρουσία στα Ελληνικά Γράμματα, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις όχι μόνο ως ποιητές. Η πρώτη, λοιπόν, εκτίμηση που θα μπορούσε κανείς να κάνει είναι ότι η ανθολόγος, όπως ίσως και κάθε ανθολόγος κινείται, περισσότερο ή λιγότερο ασυναίσθητα από το προσωπικό της γούστο, τις ποιητικές της προτιμήσεις, τα λογοτεχνικά της αναγνώσματα. Κάτι τέτοιο είναι, άλλωστε, απόλυτα ενδεδειγμένο και λογικό. Όποια κι αν είναι η πρόθεση, η επιλογή των ποιημάτων και η μετάφρασή τους δεν μπορεί να έχει γίνει χωρίς την καταλυτική παρέμβαση της δημιουργικής συνείδησης, του ποιητικού προσανατολισμού και της οικείωσης που ο μεταφραστής νιώθει απέναντι σε έναν ή περισσότερους ποιητές και το έργο τους. Και πάλι όμως, αυτή η θεώρηση θα στερούσε από την αξία του όλου εγχειρήματος, θα το καθήλωνε σε ένα επίπεδο προσωπικό, ατομικό, οριοθετημένο πάνω στη βάση μιας μεμονωμένης θέασης και θέσης. Γιατί παράπλευρα και πέρα από την το κριτήριο του ανθολόγου, δεν είναι δυνατόν να μη λειτουργεί και να μην υπεισέρχεται ένα πιο αντικειμενικό κριτήριο, μια βούληση που εκκινεί και κατευθύνεται στην ίδια την ποίηση ως πυρήνα και περιφέρεια ταυτόχρονα της μέριμνάς του να καταρτίσει με το βιβλίο που επιμελείται μια επιτομή της ποιητικής παραγωγής ή, ακόμη περισσότερο, μιας κατεύθυνσης που έχει προσλάβει και στην οποία κινείται η ποιητική σκέψη και έκφραση μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κατεύθυνση αυτή δίνεται από τον τίτλο που η Λιάτζουρα επιλέγει για την ανθολογία της, Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες, και που κατευθύνει τις προσδοκίες προς την αναζήτηση ενός κοινού παρανομαστή των ποιημάτων.

Γιατί αν θελήσει κανείς να σταθεί λίγο περισσότερο στον τίτλο και να τον αντικρίσει υπό το πρίσμα της νοηματοδότησης της όλης προσπάθειας, θα μπορούσε εύκολα και εύλογα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επιλογές της Λιάτζουρα κινήθηκαν με γνώμονα την ανάδειξη ποιητικών φωνών που χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη τόλμη και τολμηρότητα, από ένα ποιητικό θάρρος που εκβάλλει τόσο στη διάθεση και το κλίμα, όσο και στις ίδιες τις λέξεις που επιλέγονται και που, κάποιες φορές, μπορεί να μοιάζουν αντι-ποιητικές χωρίς όμως, εν τέλει, να είναι. Πρόκειται για ποιήματα που κινούνται ανάμεσα στο αυτοαναφορικό και το κοινωνικό, ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, τα οποία συνυφαίνουν και συμπλέκουν τις δύο αυτές τάσεις καθρεφτίζοντας ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει μέσα στο σύγχρονο γίγνεσθαι, την ταλάντευση δηλαδή του ανθρώπου ανάμεσα στο εγώ και το εμείς, ανάμεσα στο εδώ και το εκεί, ανάμεσα στον εαυτό και στο σύνολο. Αυτό δηλαδή που, κατ’ ουσίαν, φαίνεται πως κινεί τις επιλογές της Λιάτζουρα είναι η πρόθεσή της να καταδείξει πως η σύγχρονη ποιητική παραγωγή είναι ιδιαίτερα ενεργή και ενεργητική τόσο στο επίπεδο της κοινωνικής παρέμβασης, όσο και σε αυτό της καλλιτεχνικής παρέμβασης. Γιατί αυτό που ουσιαστικά προεξάρχει στην ανθολογία αυτή είναι η εξεικόνιση μιας δυναμικής ποιητικής παραγωγής που έρχεται για να επικυρώσει περίτρανα την εξελικτική παρουσία της ελληνικής ποίησης, τη συνέχιση μιας πλούσιας ποιητικής παράδοσης με ένα εξίσου πλούσιο ποιητικό παρόν.

*Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό «Δίοδος 66100», τεύχος 23, Δεκέμβριος 2022
https://www.fractalart.gr/lexeis-aixmires-san-prokes/

Χρήστος Τουμανίδης, Τρία ποιήματα

ΜΕ ΜΙΑ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ

Με μια προκήρυξη κρατήθηκα στους δρόμους,
και στα εφτάπατα υπόγεια της Νύχτας.
Αδιαίρετος.
Ντυμένος τη σημαία στάθηκα μπρος
στους σιδερένιους τροχούς.
Ατάραχος, όπως τα αγάλματα.
Έτσι δέχτηκα τις ομοβροντίες-
Όρθιος μέσα στο ορθωμένο αίμα του καιρού μου.
Οι κολώνες ήταν κόκκινες μέσα στη νύχτα.

*

ΘΑΛΑΜΟΣ Νο 109 – ΠΥΡΕΤΟΣ

Έλα, πλησίασε μακρινή μου Ελλάδα.
Δείξε πως δεν τελείωσαν οι Κυριακές.
Χωρίς βελόνες και valium
ανόρθωσε
τον πεσμένο παλμό μου.
Έλα και κάνε να φυσήξουν οι εύρωστοι άνεμοι.
Απ’ το σεντόνι εκείνο,
που έμειν’ ακίνητο πάνω απ’ τις μέρες μου,
απάλλαξέ με.

*

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Είδα τη μοίρα μου σ’ έναν καπνό.
Στον θάνατο κάποιου άστρου.
Στη φωτεινή στιγμή των μετεώρων.
Έτη φωτός που διάβηκα σ’ ένα σταχτοδοχείο.

*Από το βιβλίο του Σπύρου Θεριανού “Χρήστος Τουμανίδης”, εκδόσεις Γκοβόστη, Φλεβάρης 2024.

Αγγελική Κουντουράκη, Μέλι και κερί

Στα μαλλιά
στο μυαλό
στα δόντια
σταγόνες
Μετράμε τις μέρες
με ξεραμένες σταγόνες ζωής
Μια άκρη μας χωρίζει
από το σώμα μας
Κολλάει το μέσα με το έξω
και αποσυντίθεται
Μια από τη γλύκα
μια από τη ζέστη
Δεν νιώθουμε το κενό
Δεν το ανασαίνουμε
Εγκλωβισμός σε αισθήσεις υπνωτισμένες
και σε εκείνο το γλυκό πιοτό της λήθης
Θα καώ
και θα λιώσω
Ο κόσμος ξέχασε να φιλάει
να στάζει
να καταβροχθίζεται
Μόνο γυρνάει γύρω γύρω
σε ευθείες ρηχές
με εντολές ηχογραφημένες
Ξέχασε και εμένα ο κόσμος
Με άφησε στην άκρη
με ένα χέρι βρώμικο
να ζητιανεύω
Παιδί
σε ένα κήπο με λουλούδια
να ψαχουλεύει λίγη άνοιξη
Πεθύμησα σου λέω
να ανθίσουν φλογίτσες
στης γλώσσας την άκρη
σαν τη δαγκώνει το ξημέρωμα
στόμα παγωμένο
από την υγρασία και τη γύμνια
Πεθύμησα αυτούς
που βρέχονται τις νύχτες
κάτω από τα αστέρια
τραγουδώντας για ψυχές χαμένες
Σέρνομαι
μαζί με όσους πετάνε στην έλλειψη
και ποτέ δε συναντιόμαστε
Σάπια τα όνειρα μας
βρόμισαν υποταγή
Και τώρα πια το μόνο
που σωπαίνω να μάθω είναι
πώς αγγίζονται οι άνθρωποι
με μέλι και κερί.
Εκείνοι που σε αγαπάνε
Οι άνθρωποι που σε αγαπάνε
σου φοράνε τον ήλιο στη σκέψη
τη θάλασσα στο λαιμό
Να γεννάς θανάτους και ποιήματα
με αλμυρές αναπνοές
και να λες πως ζεις
Μα σαν νυχτώσει στάχτες να γίνονται
να τις ραντίζεις σαν τα δάκρυα εραστών
στον βαμμένο με απώλειες ορίζοντα
Οι άνθρωποι που σε αγαπάνε
σε βρίσκουν σε μονοπάτια
που δεν έχουν ακόμη χαράξει ελπίδα
σε αυτό τον απρόσιτο κόσμο
Απαλοί και βάναυσοι
όσοι σε αγαπάνε

Ντίνος Σιώτης, Δύο ποιήματα

ΕΓΓΑΣΤΡΙΜΥΘΕΣ ΜΕΡΕΣ

Ο ουρανός καταρρέει, μαζί του καταρρέουν
η νύχτα και η αντίστιξη, ο κήπος σβήνει μέσα
στη σιγαλιά των αστεριών, όλα αιμορραγούν,

σέρνονται από κηδεία σε κηδεία κι από τέντα
σε τέντα χωρίς χάρτινες γιρλάντες, οι δυνάμεις
που είναι κρυμμένες μέσα στους ανθρώπους

κοιμούνται χαζεύοντας τη μουγκή υψίφωνο
του τσίρκου, αδίκως ανοίγω τρύπα στη μνήμη
μου: με ακολουθούν οι εγγαστρίμυθες μέρες

Τήνος, 1 Φεβρουαρίου 2024

*

ΟΙΚΟΠΕΔΑ ΕΝΑΤΕΝΙΣΗΣ

Στην εποχή μας δεν ξέρεις τι είναι αλήθεια και τι
ψέμα, δεν ξέρεις πού χύνεται το πύον και πού το
αίμα, τα σύννεφα αραιώνουν πριν την ώρα τους

όπως γυναίκες που γεννάνε πριν γκαστρωθούν,
μέγας χορηγός της πραγματικότητας το χάος κι
ο αβυσσαλέος χρόνος με πολλά πισωγυρίσματα,

οι άνθρωποι είναι στο πόδι και συνεχώς σε
εμπόλεμη κατάσταση κι όταν θέλουν κάπου να
ξαποστάσουν μπαίνουν σε μπαρ να πιούνε τον

καημό τους, η όψη τους είναι ψυχρή, η κάτοψή
τους ανιαρή, πάντοτε αγρυπνούν σε ξενοδοχεία
με περίεργα ονόματα όπως «Αϋπνία», «Αφασία»,

«Αμνησία», το πρωί που ξυπνάνε τα μάτια τους
είναι πρησμένα, τα όνειρά τους καμένα χωρίς
διάθεση για τίποτε, περνάνε στην αντίπερα

όχθη όπου ανακαλύπτουν πως τα σπασμένα
κομμάτια της συμφοράς έχουν εξαγοράσει με
αντιπαροχή όλα τα οικόπεδα της ενατένισης

Τήνος, 1 Φεβρουαρίου 2024

Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα (1947-2023), Ποιήματα

«Όλος ο αγώνας του εξανθρωπισμού
-όλος όμως-
έγκειται στο να πάψουμε να αφηγούμαστε
ο ένας τον άλλον
σύμφωνα με τις δικές μας ναρκισσιστικές ανάγκες
Έγκειται στο να δεχτούμε και να σεβαστούμε
το άγνωστο του άλλου.
Το δικό του απαράβατο εσωτερικό σύμπαν
που δεν αξίζει λιγότερο από το δικό μας
Και που είναι αδύνατον
να το κλείσουμε σ ’ένα κουτί
και να το περιφέρουμε σαν αντικείμενο»

*

Ο κόσμος όπως είναι
όχι όπως φανταζόμασταν
ότι είναι
όχι όπως θα θέλαμε να είναι
Όχι, ενδεχομένως όπως θα «έπρεπε» να είναι
Ανάγκη να ζεις σ’ έναν κόσμο
όπου δεν υπήρξε θέση για σένα
ένα κόσμο που δεν σ’ ονόμασε ποτέ
Και όμως εσύ
ανέκαθεν άκουγες
ανέκαθεν γνώριζες
το αληθινό σου όνομα
Κάτι που δεν σου συγχώρεσε κανείς

*

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ

Περπατάς αμέριμνη γιατί βρήκες επιτέλους
την πόρτα προς ένα ξέφωτο
κοιτάζεις τον ουρανό τα πουλιά
η απεραντοσύνη σε διαλύει σε χρυσό φως
αναπνέεις στο ρυθμό της
και ξαφνικά…σκουντουφλάς…
Κενό.
Μια λακούβα, μια ρωγμή, μια άβυσσος
και πέφτεις, πέφτεις σ’ έναν άλλο κόσμο
παλαιό, με τους δικούς του αυστηρούς
κανόνες ηθικής και υποκρισίας
Αυτόν, τον γνώριμο, που χρειαζόταν ανέκαθεν
το θάνατό σου για να υπάρξει
Αόρατη ξανά. Αόρατη ολοκληρωτικά
Αρπαγμένη από τις δαγκάνες όλων των
παρερμηνειών
όλων των ρατσισμών
χωρίς το ελάχιστο έδαφος για την
ανάσα του πραγματικού
-βλέπω μόνο τη δόνηση του αγέρα
Η όραση ως εγρήγορση
Η όραση ως παρουσία
Ακούω μια γλώσσα εξωανθρώπινη
Σπάω τα όρια της αντίληψης μου
και κοινωνώ με το άγνωστο άλλο


Λευτέρης Πούλιος, Αντί της σιωπής

10
Κάθε πράγμα υπάρχει αναγκαστικά
για να εκφράζει το όραμα της πραγματικότητας.
Η φύση αυτή τη στιγμή εγκυμονεί
τη σκέψη του Θεού.
Κάθε πράγμα είναι ένα σύμβολο.
Άνθρωπε, πέρνα
τίποτε δεν σου κλείνει το δρόμο
εκτός από αδιάφορους όγκους τυπωμένου χαρτιού
φαντάσματα και
διάφορες εικόνες άρνησης
στον κινηματογράφο του μυαλού σου.
Όμως οι λέξεις είναι η αστροφεγγιά του νου.
*
11
Η ευγενής γλώσσα δεν έχει τίποτα
πια να πει.
Και μόνο χοντροκομμένες λέξεις γεμίζουν
τον ουρανό της ποίησης.
Δεν υπάρχει τίποτα που να ‘χει απομείνει
ιερό.
Και προσκυνάμε το αδειανό, το κάτι
το ανειρήνευτο.
Η αλήθεια στις ρωγμές των τοίχων.
Τί περιμένουμε συναθροισμένοι
πάνω στο κουρασμένο θαύμα;
*
12
Έτσι σταμάτησε αυτή η διδαχή.
Ο θάνατος πορεύεται πάνω στη γη
δίχως ν’ αφήνει ίχνη.
Πέφτεις μέσα στο δίχως όρια κενό
και παραμένεις μέσα στην ουσία.
Γι’ αυτό δεν με τρομάζει ο θάνατος.
Το κέντρο όλων είναι ο Θεός
βλέπω απ’ το κέντρο φωτεινούς ιριδισμούς
που εκτοξεύονται στις τροχιές των άστρων
και του εσώτατου κόσμου.
Δεν υπάρχει Χάνω ή Κερδίζω
αλλά ένα άγιο
για όλους κοινό τέρμα.

*”Αντί της σιωπής”, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1993.

Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής 

Artwork: Maringan Tobing

4
Στα ίχνη μας στην άμμο κοντά στο γεφυράκι και πέρα
από τις αλμυριές
βρήκαμε στον γυρισμό άλογα πεθαμένα
γύρω τους παίζαν σκύλοι δαιμονισμένοι.
Τα ίχνη μας πεθαμένα αλόγατα οσμή δολοφόνου.

5
Αυτούς τους βόμβους που ακούς να αντηχούν και να στρο-
βιλίζονται στις κόχες του ραγισμένου κρυστάλλου της
νύχτας
ξυπνούν κάθε πρωί με το φως τις σπασμένες διαδρομές της
Άνοιξης.

6
Τα καλέσματα οι μικρές κραυγές πού ξεχνιούνται στον
ορίζοντα
των νεογέννητων
όλο φωνήεντα λίγα τα σύμφωνα και αυτά βοηθητικά στη
βασική διάταξη του πρωτόγονου καθαρτικού ρυθμού.

7
Και αν κάποτε γυρίσαμε το νου μας προς την καρδιά των
κοχυλιών
δεν ήταν για να συλλέξουμε τον ήχο το αιώνιο στροβί-
λισμα
αυτό το ακούσαμε χρόνους πριν κάτω από τα φύλλα της
ελιάς πού μοίραζαν
έναν ίσκιο και ένα φως δίκαια δίπλα στο φλοίσβο των ανθών
και πιστέψαμε πως η ζωή είναι αόριστη σαν το γλυ-
κό τρεμούλισμα που έστερξε στο κορμί μας σε τόπο
χλοερό άμνημο
και αναθαρρήσαμε.

Τώρα κοιτάμε μέσα από δάσος μεστό και διακρίνουμε πως
πεθαίνει κανείς
και αυτή η ζωή που μας δόθηκε με τρόπο απρόσμενο στις
παρυφές
φαίνεται να βεργολυγίζει στους στήμονες της παπαρούνας
στο άκουσμα των ψιθυρισμών

και οι θήκες των βιβλίων ένιωσαν ένα θρόισμα βελουδένιο
αγγίσματος
χειρόγραφα με κοσμική σκόνη απλωμένη δύο δάχτυλα στο
δέρμα τους
μας πλησιάζουν από ανύποπτα σημεία και σε ανύποπτες
στιγμές
για να μας αποδώσουν αυτά τα σημεία και αυτές τις στιγμές
σε ένα σχεδίασμα μορφών που κεντούν το σχήμα της καρ-
δίας τους.

Οι χειρονομίες που δέθηκαν στη μνήμη αναρωτιόνται πως
τα κατάφεραν
να μη χαλάσουν μακρύνοντας τόσο από το σώμα που υπή-
ρξε και βυθιώντας κάπου εκεί
που τώρα ψηλαφούμε πυκνό φύλλωμα από ερωτικά σπέρ-
ματα και βόμβους μεταλλικούς.

*”Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής”, εκδ. “Γνώση”, 1981.

Γιώργος Μπλάνας, Τέχνη ποιητική

Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να κατεβεί τα βράχια,
παρόλο που η πλαγιά έκανε ό,τι μπορούσε
να κρατήσει απροσπέλαστη την άμμο, που κοιμόταν
στα πόδια της. Δεν είχε φεγγάρι. Μόνο ο άνεμος
Ψιθύριζε πως κάπου εκεί άρχιζε η θάλασσα.
Προχώρησε, ώσπου ένιωσε την ψύχρα του νερού
στα πόδια του. “Εδώ αρχίζει το ποίημα”, σκέφτηκε.
Ύστερα γδύθηκε και βούτηξε, κολυμπώντας,
ώσπου έμεινε μόνο αυτός, η θάλασσα
και το σκοτάδι. ” Εδώ τελειώνει το ποίημα”, σκέφτηκε
κι άφησε τον βυθό να τον αρπάξει
βαθιά, βουβά, σαν ποίημα.

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά πτηνά”, εκδ. Bibliotheque, 2021.

Νάνος Βαλαωρίτης, Τροία

Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι
Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.

Τούτη την άνοιξη κανείς δεν ξέρει
Ο ποταμός μου γέμιζε το στόμα
Κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.
Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα.