Ελένη Αθανασίου, Δύο ποιήματα

ΑΤΟΛΗ

Δε νευρίασα
μόνο άφησα το άσπρο καλώδιο
πάνω στα μπλε πλακάκια της κουζίνας
μπλε μαρέν και μπλε πετρόλ
Ίσως τώρα σταματήσεις
να φεύγεις κολυμπώντας.

*

ΘΕΡΙΝΟ ΒΥΡΣΟΔΕΨΕΙΟ

Είμαι άθλιος στη μαγειρική
αλλά όταν έβγαινες
από τη θάλασσα βρεγμένη για αγκαλιές
εγώ το βράδυ στην Αμοργό
έστυβα το μαγιό σου να φτιάξω καραμέλα
και το πρωί χάζευα εκείνη την καρτ-ποστάλ
ρίχνοντας λίγη πάπρικα
στον βράχο που φώναζες
πως είχανε φανεί κάτι καβούρια.

*Από τη συλλογή “Τεφροδόχος σε ένα φεστιβάλ τέκνο”, εκδ. θράκα.

Octavio Paz, Δίνοντας ένα τέλος σε όλα

Αφέντρα, φλόγα αθέατη κρύο σπαθί,
Εσύ, οργή σταθερή,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα,
Ώ, κόσμε στεγνωμένε,
Ώ, κόσμε αφαιματωμένε,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα,
Καίει,ήσυχα, καίει δίχως φλόγες,
σιωπηλά κι ορμητικά,
Στάχτη και πέτρα ζωντανή,
Έρημος δίχως αύρα.
Καίει μέσα στον απέραντο ουρανό, πέτρες και σύννεφα,
Χαμηλά το φως τυφλά πέφτει
Πάνω στους άγονους λόφους.
Καίει στη μοναξιά που μας διαλύει,
Γη της φλεγόμενης πέτρας,
Των παγωμένων ριζών που διψάνε.
Καίει,κρυμμένο πάθος,
Στάχτη που τρελαίνει,
Καίει αόρατα, καίει
Όπως η θάλασσα αδύναμη γεννά τα σύννεφα,
Κύματα οργισμένα σε αφρισμένες πέτρες.
Ανάμεσα στα κόκκαλά μου που παραληρούν καίει
Καίει μέσα στον άδειο αέρα,
Καμίνι αόρατο και άσπιλο
Καίει όπως καίει ο χρόνος,
Όπως βαδίζει ο χρόνος μέσα στον θάνατο,
Με τα ίδια βήματα του την αναπνοή του
Καίει όπως η μοναξιά που σε καταβροχθίζει,
Καίει μέσα σε εσένα τον ίδιο, θέρμη χωρίς φλόγα,
Μοναξιά χωρίς μετείκασμα, δίψα χωρίς χείλη
Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα,
Ώ, κόσμε στεγνωμένε,
Για να δώσουμε ένα τέλος σε όλα.

*Μετάφραση: Νεοκλής Κυριάκου.

Τρία έπσιλον (Ευσταθία Π.), Δύο ποιήματα

П1 [17.10.22]


σήμερα λίγο πριν φτάσω κοντοστάθηκα κάτω από το μπαλκόνι
συνήθειο από πάντα για να βεβαιωθώ πως όταν έρχομαι
με περιμένεις
εσύ δεν είσαι εκεί πια, μα
βλέπω αυτό το ζευγάρι πόδια να κρέμεται απ’ τον ουρανό
που πιθανώς σου ανήκει
στέκομαι να το φωτογραφίσω κι ακούω από απέναντι παιδιά
ίσως μιλάνε για τον πάοκ
ίσως όμως και ν’ απαγγέλουνε ποίηση
σκέφτομαι την αγγελική ν’ απαγγέλει
εγώ κληρονόμος πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω
παραφράζω σαχτούρη
εγώ κληρονόμος δική σου με διαλυμένα γόνατα στο κέντρο του
κόσμου
συνεχίζω να έρχομαι
Σπίτι

*

[κύκλια έπη]

στον προθάλαμο όταν την πλησίασαν οι άσπρες ποδιές
είπαν: ο μπαμπάς ίσως μείνει τυφλός
εκείνη δεν αντέδρασε
άλλοι λεν στις συμπληγάδες την είδαν μετρώντας τα φτερά της
ελαφρά να μειδιά
πάνω από την οιχαλία κάποιοι διηγούνται πως την άκουσαν τα
βράδια να μονολογεί κοιτώντας το ηλιόλουστο νερό
πως σαν τον όμηρο, σε όλες τις εκδοχές του μύθου ο μπαμπάς
ήταν πάντα τυφλός

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, εκδόσεις θράκα, Ιούνιος 2023.

Richard M. Berlin, Τρία ποιήματα

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

Καθώς ο φημισμένος ποιητής
κλείνει την απαγγελία του
με έναν χρωματισμένο στίχο
αυτή φέρνει στην μνήμη της
την αιτία που προκάλεσε τον πόλεμό της
με έναν άλλον φημισμένο ποιητή
για το ποιος είναι
ο πιο σωστά χρωματισμένος στίχος.

Και εγώ ζηλεύω τους φημισμένους ποιητές
που μπορούν να ζουν σε έναν κόσμο
όπου οι πολύχρωμες λέξεις
ισοδυναμούν με τη ζωή και το θάνατο.

Πέρασαν πολλά χρόνια, αφότου επέλεξα
να ακολουθήσω ένα διαφορετικό αστερισμό,
όπου ο χρωματισμός του αμνιακού υγρού
με το ‘‘πράσινο του μηκωνίου’’1
ή ο χρωματισμός του μαστού με το
‘‘σαν το φλοιό του πορτοκαλιού’’ δέρμα2
είναι οι όροι που περιγράφουν
το σακατιλίκι πέρα από κάθε μεταφορά,
και όπου η κομμένη σάρκα
μάς αποκαλύπτεται χρωματισμένη
για να μας βοηθήσει να διαβάσουμε
τα κείμενά της, με την τελεσίδικη επιλογή μας
των πιο επακριβών λέξεων,
όπως κάνουμε στο τέλος
ενός αποτυχημένου ‘‘μπλε κωδικού’’3.

Σημειώσεις

  1. ”Πράσινο του μηκωνίου” (green meconium stain).
    Το μηκώνιο (ετυμολογία από την αρχαία λέξη μήκων) είναι ένα παχύρευστο πρασινωπό σκούρο υγρό που σχηματίζεται πριν από την γέννηση του νεογνού. Στην μήτρα το έμβρυο καταπίνει το αμνιακό υγρό το οποίο μετατρέπεται στα έντερα σε μηκώνιο. Όταν γεννιέται η πρώτη του κένωση είναι το μηκώνιο. Αλλά μερικές φορές το μηκώνιο παρουσιάζεται στο αμνιακό υγρό. Αυτό δηλώνει ο όρος ”χρωματισμός του αμνιακού υγρού με το πράσινο του μηκωνίου”.
    Το νεογνό αν αναπνεύσει το μηκώνιο την ώρα της γέννησης τότε υπάρχει η πιθανότητα πνευμονικής λοίμωξης και το νοσοκομειακό προσωπικό πρέπει να είναι σε επιφυλακή για την αντιμετώπισή της.
  2. ”Σαν το φλοιό του πορτοκαλιού” δέρμα (peu d’ orange) είναι γαλλικός ιατρικός όρος για έναν τύπο καρκίνου του μαστού. Με τον όρο ‘Σαν το φλοιό του πορτοκαλιού’ δέρμα περιγράφεται η ανατομική πορτοκαλί εμφάνιση του δέρματος του μαστού που οφείλεται σε οίδημα των υποδόριων λεμφαγγείων το οποίο είναι η αιτία αυτής της παθογνωμονικής ανατομικής εμφάνισης.
    Το παθολογικό tης υπόβαθρο είναι ο φλεγμονώδης τύπος του καρκίνου του μαστού.
  3. Νοσοκομειακός Κωδικός στα Αμερικανικά νοσοκομεί για την Επείγουσα Καρδιοαναπνευστική Αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ). Η αναγγελία από τον υπεύθυνο γιατρό του τέλους της ΚΑΡΠΑ δηλώνει το θάνατο του ασθενούς στον οποίο απέτυχε η ανάταξη.

*

ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ

Αρέσκονται να μιλούν
σαν να ’ναι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας,
”Γωνίωσε τη βελόνα παρακέντησης
κατά 20 μοίρες και πίεσέ την
ελαφρά προς το κέντρο.”
Αν και δεν τους απαντώ ”Ελήφθη” ή
”Ακολουθώ την οδηγία”
αρκετά δυνατά για το ακούσουν
οι ζωντανοί ασθενείς μου, αυτά είναι τα λόγια
που ψιθυρίζω στους πεθαμένους.
Μερικές φορές με κοροϊδεύουν για τα λάθη
που έκανα – να περάσω μια πνευμονία
για καρδιακή ανεπάρκεια,
μια πάθηση του θυρεοειδούς για κατάθλιψη.
Γκρινιάζουν για τις εργαστηριακές εξετάσεις
που παρέλειψα να τους παραπέμψω,
τις φόρμες των ασθενειών
που ξέχασα να τις υπογράψω,
όλα τα αναπάντητα τηλεφωνήματά τους.
Οι φωνές τους είναι η τελευταία μουρμούρα
που ακούω τη νύχτα όταν πέφτω στο κρεβάτι
και η πρώτη όταν ξυπνάω την αυγή. Σπάνια, ακούγονται
ευγενικές για να με επαινέσουν
για τις ικανότητές μου ή να με επιτρέψουν να βρίσκω
ευχαρίστηση στη δουλειά μου
και αφού σαν ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας
που είναι, ενώ γνωρίζουν
ότι έχω φρακάρει και φέρνω κύκλους
στον ουρανό μες την κυκλοφοριακή συμφόρηση,
υπόσχονται να με καταρρίψουν αντί
να με βοηθήσουν να προσγειωθώ ομαλά.

*

Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Δεν είναι του τύπου μου να γράφω
στα ποιήματά μου εκφράσεις όπως ”μώλωπας”,
αλλά αυτό το πρωινό
ένας τέτοιος εμφανίστηκε
στο μέσα μέρος του μηρού μου
σαν ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης.
Ένας υποχόνδριος
θα έβλεπε αυτά τα σπασμένα αγγεία
σαν ένα προμήνυμα
θανάτου, αλλά εγώ διατηρώντας
την ψυχραιμία μου, αποδέχομαι
ότι ο θάνατός μου θα μπορούσε να με βρει
μια φθινοπωρινή μέρα
σαν τη σημερινή, όταν θα ’μαι
ο μοναδικός γιατρός υπηρεσίας στο σπίτι.
Η κλινική άσκηση μου δίδαξε
την αποστασιοποίηση, τον έλεγχο του άγχους,
και να γνωρίζω ότι θα καταλήξω στη διάγνωση
εάν χαλαρώσω και εστιάσω,
όπως όταν γίνομαι ένα με το Νοέμβρη
καθώς μυρίζω τα φύλλα της βαλανιδιάς,
βλέπω το κατακόκκινο φως του δειλινού
και ακούω τις ριπές του ανέμου να σέρνονται
πάνω στα εύθραυστα πόδια τους.

*Από τη συλλογή “Color war – Freud on my cough” (Ο πόλεμος των χρωμάτων – Ο Φρόυντ στο ντιβάνι μου).
Επιμέλεια – Μετάφραση – Σημειώσεις: Μίλτος Αρβανιτάκης, Θεσσαλονίκη 2024.

Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας και η καταγωγή της γλώσσας του ποιητή

Σπύρος Μπρίκος*

Το πρώτο ποιητικό έργο του Μάνθου Λύκαμνου (κατά κόσμον Μάνθου Δέσκα, facebook: Manthos Lykamnos) με τίτλο «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» από τις εκδόσεις «Libris X Machina» κρίνεται από τις αρχικές του αναγνώσεις ως ένα μανιφέστο για την τέχνη, ριζοσπαστικό και εκστατικό μαζί, που εξαπολύει λυσσαλέα επίθεση στον κομφορμισμό και σε κάθε ιερό και όσιο της πολιτικής ορθότητας.


Το πρώτο ποιητικό έργο του Μάνθου Λύκαμνου (κατά κόσμον Μάνθου Δέσκα, facebook: Manthos Lykamnos) με τίτλο «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» από τις εκδόσεις «Libris X Machina» κρίνεται από τις αρχικές του αναγνώσεις ως ένα μανιφέστο για την τέχνη, ριζοσπαστικό και εκστατικό μαζί, που εξαπολύει λυσσαλέα επίθεση στον κομφορμισμό και σε κάθε ιερό και όσιο της πολιτικής ορθότητας. Είναι άμεσο, με γλώσσα οικεία, που καθιστά τον αναγνώστη συνομιλητή, συμμέτοχο, και όχι απλό «θεατή», μέσα από «δερματικούς» πόρους και δρόμους του ποιητικού σώματος εμφανείς και ανοιχτούς. Το έργο αυτό με την ταυτοχρόνως ποιητική αλλά και σαγηνευτικά cult και αργκό διάλεκτο του περιθωρίου, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και ανανοηματοδοτήσεις.

Παρότι «ασπούδαστος και ξεροκέφαλα αυτοδίδακτος σε όλα τα πεδία δημιουργίας» όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει στο βιογραφικό που παρατίθεται μέσα στο βιβλίο, ο Μάνθος Λύκαμνος δομεί και ελέγχει επαρκώς το έργο του μέσα από μία διαλεκτική σύνδεση μορφής και περιεχομένου, κατά τέτοιον τρόπο ώστε το πνεύμα να αναφλέγεται μέσα στο αντίθετό του, την υλικότητα. Έτσι η τέχνη του συμμετέχει στην πραγματική ροή της ιστορίας, και αυτό που κάποτε φάνταζε πραγματικό αποδημεί με την αυτοπερισυλλογή του δημιουργικού πνεύματος στη φαντασία και επιζεί σε αυτή συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι πραγματικό. Η ιστορική τροχιά που ακολουθεί η τέχνη του είναι εκείνη της «εκπνευμάτισης» μέσω της υλικής νοηματοδότησης, σε μία πορεία κριτικής του μύθου, όσο και σε μία διαδικασία διάσωσής του. Έτσι ο Μάνθος Λύκαμνος χωρίς Πανεπιστημιακές σπουδές είναι ένας διανοητής σε εξέλιξη παρόλο που ο όρος και ο ρόλος είναι πέρα για πέρα μία ακόμα αστική επινόηση, και που ο ίδιος δεν θα τον έκανε ποτέ αποδεκτό, και με το δίκιο του φυσικά.

Ο τίτλος του ποιητικού του έργου παραπέμπει εμφανώς στην ταινία του Νίκου Νικολαΐδη «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979), μία ταινία που «διαβάζεται» σαν ένα κεφάλαιο από το μυθιστόρημα μιας γενιάς που κάτω από ιδιαίτερες πολιτικές πιέσεις καταδικάστηκε στη σιωπή γιατί αρνήθηκε να μαζικοποιηθεί, να καταναλώσει κουλτούρα, να περάσει από πολιτικά μονοπάτια, διεκδικώντας το δικαίωμα να διαφωνεί, να φαντάζεται και να ερωτεύεται[1].

Είναι η καταραμένη γενιά του ΄50, των περιθωριακών, των ροκ εν ρόλερς, των επαναστατών, στους οποίος ο Μάνθος Λύκαμνος κλείνει το μάτι και που φυσικά αφιερώνει από καρδιάς τα ποιήματά του. Ενδεικτικά αναφέρω τίτλους ποιημάτων της συλλογής «Μαύρα λάβαρα υπονόμων» και «Αντιπολιτισμικό». Στο γνωστικό οπλοστάσιο του Λύκαμνου βρίσκονται συστηματικές αναγνώσεις και μελέτες στα διάφορα πεδία τέχνης που μεταμοσχεύονται στο ποιητικό του έργο, στις εικαστικές του δημιουργίες, και σε μελοποιημένους (πάντα από τον ίδιο) στίχους του στις «ουτοπικές μπαλάντες» του. Σε όλους τους τομείς καλλιτεχνικής του δράσης, ο καμβάς γίνεται αρένα χωρίς πλαίσιο όπου λαμβάνει χώρα ένα συμβάν, μία τελετουργία με πολιτικά και ιστορικά χαρακτηριστικά. Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ουίλιαμ Μπλέικ, Φρίντριχ Νίτσε, Αλμπέρ Καμύ, Μαρκήσιος ντε Σαντ και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (ειδικά οι δαιμονισμένοι) λυσσομανάνε μέσα στα έργα του Λύκαμνου ως προπάτορες και ως ταραξίες συνείδησης. Ο παράνομος αντιφασίστας ποιητής και αναρχικός Renzo Novatore ως αλητήριος τω πνεύματι και συνεπαρμένος από την ξελογιάστρα γοητεία της ελευθερίας, που καίει την Εκκλησία της Παναγίας των Αγγέλων και που σκοτώνεται σε σύγκρουση με καραμπινιέρι, ο Max Stirner ως πρωτοπόρος στοχαστής στα πεδία του μηδενισμού και του αναρχικού ατομικισμού και ο «ένοπλος προφήτης» της προεπαναστατικής Ρωσίας Sergey Nechayev, παραμένουν στη φαρέτρα των ιδεολογικών αναφορών του Μάνθου Λύκαμνου και υπεισέρχονται υπογείως στα έργα τέχνης του κατά την ιερουργία της περάτωσής τους.

Πυριτιδαποθήκη η τέχνη ως πολιτική πράξη για τον Λύκαμνο, με ένα πλούσιο εικονοστάσι ηρώων-αντιηρώων (ως δίπολα άλλωστε ορίζονται μέσα στη δίνη των αντιθέσεών τους), ανάμεσα στους οποίους κυρίαρχη θέση κατέχει ο Άρης Βελουχιώτης. Στα χειρόγραφα κείμενα αφορισμών του Μάνθου Λύκαμνου[2] διαβάζουμε για τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του ηρωικού πεσιμισμού, κάτι που συναντάμε ως όρο και στο έργο του Αλμπέρ Καμύ, αλλά και στους δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι που σκιαγραφείται ένας από αυτούς: «Ο αντιήρωας με αφετηρία την άρνηση-αντίφαση ως αποτέλεσμα του παραλόγου ή της απάτης της απόλυτης αλήθειας, όποια και αν είναι αυτή, επιδίδεται στη μάχη αδιαφορώντας για την τελική της έκβαση. Δεν υψώνει το κεφάλι αλαζονικά παρά στέκεται στο τέλμα ατενίζοντας το ηφαίστειο. Ρουφάει τους κραδασμούς της σύγκρουσης και σαλτάρει μέσα της σαν στριμωγμένο τσακάλι μπρος στους διώκτες του, σαν ύστατη υπερβατική δράση. Η ιδέα της ήττας ή της συντριβής, ποτέ όμως της παραίτησης, μεγιστοποιεί το πάθος για αγώνα. Είτε έμπρακτα προς το όλον, είτε παθητικά στο εσωτερικό πεδίο, ξεκινώντας πάντα από αυτοακύρωση σαν διονυσιακή θυσία, πραγματοποιεί την έφοδο στον ουρανό και τη βουτιά στη λάβα, παραδομένος εκστατικά και απελπισμένα στην τραγική αναγκαιότητα της εξέγερσης».

Αυτή η «έφοδος στον ουρανό», ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ρωσικής Πρωτοπορίας, του Πύργου της Διεθνούς του αρχιτέκτονα και ζωγράφου του κινήματος του Κονστρουκτιβισμού Βλαντιμίρ Τάτλιν, προσδίδει στην τέχνη μία συνιστώσα προβολής και άμεσης αντανάκλασης γνωρισμάτων της εποχής της, καθώς και των ειδικών ιστορικών συνθηκών που την πλαισιώνουν. Έτσι ο καλλιτέχνης και το έργο του εντάσσονται μέσα στο κοινωνικό process και στα σπλάχνα τους αυτομάτως πάλλονται σαν σφυγμικό κύμα αιματικής ροής οι παραγωγικές σχέσεις και οι παραγωγικές δυνάμεις.

Ο Μάνθος Λύκαμνος παράγει ένα έργο με ανεπτυγμένα ταξικά χαρακτηριστικά που αντιστέκεται σε μικροαστικές ερμηνείες και παρανοήσεις, και μέσα από την αυθυπαρξία του και τη σοκαριστική πρωτοτυπία του γίνεται φορέας μιας ατομικής και ταυτόχρονα συλλογικής αλήθειας. Κάθε ψευδεπίγραφη και εξ΄ αποστάσεως κριτική προσκρούει πάνω στο σκληρό και επικριτικό περίβλημα του έργου του και μοιραία τσακίζεται αδυνατώντας να διεισδύσει στα βαθύτερα στρώματά του. Γνωρίζοντας καλά τις πρωτοπορίες στην τέχνη, γίνεται ο ίδιος, με μία παράδοξη ανεπιτήδευτη αντιστροφή, πρωτοπόρος, κάνοντας πρόζα, αυτοσχεδιάζοντας ναρκισσιστικά μπροστά σε ένα κοινό κλειδαρότρυπας, και από την ψευδαίσθηση περνά στο γεγονός και την κοινωνική δράση.

Μέσα από την οπτική μιας μπρεχτικού τύπου μιμητικής και χειρονομιακής έκφρασης, ομοιάζει με εκείνον τον θεατή-εργάτη που δεν μένει παρατηρητής, αλλά ξεπετάγεται από το πλήθος στο βάθος του θεάτρου, και γίνεται πρωταγωνιστής στο έργο που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια όλων, και μετασχηματίζεται ο ίδιος, και οι γύρω του, σε νέα πρωτοπορία εργατών. Το αποφασιστικό βήμα, ταυτόσημο της ταξικής συνείδησης, είναι ένα process αυτομόρφωσης και ατομικής αφύπνισης. Είναι και μία εσωτερική δύναμη Σαντική (ή Σαδική), μαζί και διονυσιακή. Μία κραυγή της εποχής του που εκκολάπτεται μέσα του και εξέρχεται πολλαπλάσια σε μέγεθος. Ο τροτσκιστής και σουρεαλιστής ποιητής Νικόλας Κάλας, άλλωστε, το βροντοφώναζε: «Να είμαστε Σαδιστές σύντροφοι…». Στα προλεγόμενα ενός τρίτου μανιφέστου για τον σουρεαλισμό ο Αντρέ Μπρετόν είχε κατατάξει τον σπουδαίο Κάλας στα πιο φωτεινά και τολμηρά μυαλά της εποχής.

Οι ήρωες-αντιήρωες είναι από τα αρχέτυπα του Μάνθου Λύκαμνου, που άλλοτε τα αντλεί από τη δεξαμενή του συλλογικού υποσυνειδήτου, άλλοτε τα δομεί ο ίδιος φαντασιακά τοποθετώντας τα και διατάσσοντάς τα στο έργο του, σαν μοτίβα που επαναλαμβάνονται σταθερά. Κάποιες φορές τα αρχέτυπα αυτά των ηρώων-αντιηρώων τα παίρνει έτοιμα, δηλαδή τα «κλέβει» -ο Πικάσο το θεωρούσε μεγάλο προσόν αυτό- μέσα από τα κλασικά κόμικς δημιουργώντας «κολλάζ», υβρίδια σκέψης από ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία που γονιμοποιούνται με ευφυή τρόπο, πρώτα στο μυαλό του, και έπειτα πραγματώνονται στα έργα. Οι αντιήρωες των γουέστερν, «Ο ατρόμητος» (Daredevil) graphic novel του Frank Miller, όπου ο Άνδρας χωρίς φόβο έχει καθαρά ταξική προέλευση, και τέλος το κόμικς της Marvel «Ηλέκτρα», ορίζουν ένα πεδίο έντονης εικονοπλασίας στον Λύκαμνο, που περνά βασανιστικά, φροϋδικά, ταξικά, σαδιστικά, τόσο στα ποιήματα, όσο και στην εικαστική δημιουργία δηλαδή τη ζωγραφική, αλλά και στα τραγούδια του. Αν και κατά βάση σουρεαλιστής σε όλες τις καλλιτεχνικές του εκφάνσεις, και στη ζωή, τα ακούσματα αντάρτικων τραγουδιών φαίνεται να έχουν ορίσει ψυχαναλυτικά έναν εξπρεσιονιστικό χώρο έκφρασης, ένα μαύρο, γκόθικ τοπίο, μέσα από το οποίο αναδύονται διαρκώς γκροτέσκο φιγούρες[3] ανδρικές και γυναικείες (αλλά και ερμαφρόδιτοι ήρωες και θεοί), μαζί με αυτές και ο ποιητής Μαγιακόφσκι μεταμορφωμένος σε σύγχρονη πανκ φιγούρα. Το αντάρτικο τραγούδι «Επέσατε θύματα αδέρφια εσείς…» ανοίγει και αυτό έναν μεγάλο ψυχαναλυτικό δρόμο μουσικής εικονοποιίας.

Μέσα από το ατομικό και συλλογικό τραύμα που διαχέεται στη μετεμφυλιακή γενιά αντιφρονούντων μελλοθάνατων κομμουνιστών (υπάρχουν τέτοια τραυματισμένα πρόσωπα στην οικογένειά του), και σε τέτοιες καταστάσεις ψυχικής έντασης αναδύονται από τη μεγάλη δεξαμενή του συλλογικού υποσυνειδήτου υπερατομικές ψυχικές μορφές αρχετύπων που βασανίζουν αλλά ταυτόχρονα ανδρώνουν το ποιητικό υποκείμενο, στο εσωτερικό του οποίου αλυχτά το πραγματικό επαναστατικό υποκείμενο της τέχνης. Μπορεί να φανταστεί κανείς μία δομή σαν τις ρωσικές κούκλες που η μία βρίσκεται μέσα στην άλλη. Ο ηρωικός πεσιμισμός αναφέρθηκε παραπάνω. Το ανδρικό ιδεώδες (πατρική φιγούρα) ως δύναμη και ως φαλλική έκφραση και το θηλυκό (μητρικό) αρχέτυπο[4] με έμφαση στη φαντασία, τη φαντασμαγορία, τη μαγεία και τον εσωτερισμό, δυναμιτίζουν ως μοτίβα, ως σταθερές τους πίνακές του αλλά και την ποιητική γλώσσα και εικονοποιία, όσο και τα μουσικά του οράματα. Ο σαμανισμός και ο μυστικισμός ορίζουν ένα πεδίο που ομοιάζει με μαγεία και μεταφυσική, που όμως γρήγορα μετασχηματίζεται μέσω ψυχικής ανάφλεξης στην υλικότητα των έργων του.

Ένας αναρχοσαμανισμός με έντονα στοιχεία διονυσιασμού και τελετών έκστασης ορίζουν ένα πολιτικό πλαίσιο απόλυτης αναίρεσης, θα μπορούσε να πει κανείς ολομέτωπης επίθεσης και καταστροφής του μεταβιομηχανικού σύγχρονου πολιτισμού που υπόταξε αυταρχικά το φυσικό περιβάλλον και εξημέρωσε τα ζώα, ευνουχίζοντας για πάντα τον ίδιο τον άνθρωπο. Οι γυναίκες πρωταγωνιστούν με τα όπλα τους στο να σκοτώσουν το τέρας του σύγχρονου πολιτισμού, έτσι τις αποτυπώνει ο Λύκαμνος (τόσο ποιητικά όσο και εικαστικά) σε μία προοπτική μιας μητριαρχικής νέας κοινωνίας. Έτσι όλα τα ποιήματά του είναι καταγγελτικά. Έχουν τη μορφή αφορισμών ή μανιφέστων που διαρκώς επαναδιατυπώνονται, θαρρείς πως ξαναγράφονται σε ένα ρευστό περιβάλλον εσωτερικού ψυχικού κόσμου και εξωτερικού άρρωστου και εχθρικού αστικού ή ημιαστικού τοπίου.

Η τέχνη του Μάνθου Λύκαμνου είναι σαμποτάζ στον πολιτισμό και στον μηχανισμό που τον γεννά. Οι άγριες γυναικείες, γκροτέσκο φιγούρες, είναι αντάρτισσες σαμάνες με τριχωτό αιδοίο (αναφορά στη μητέρα-μήτρα), ίσως γιατί μέσω μιας επιστροφής στην μητριαρχική δομή που περιλαμβάνει έστω τη νοητή εκδικητική πατροκτονία, το πρόταγμα του δημιουργού παραπέμπει στο θεωρητικό ουτοπικό πεδίο μιας «Μετα-αναρχίας». Έκσταση και ιερός πόθος, δύναμη και ηρωική ήττα, είναι τα δίπολα που συστρέφονται εμμονικά γύρω από τον άξονά τους και που τα συναντάμε συχνά στα ποιήματα και στους πίνακές του. Αλλά και όλη την underground κουλτούρα, δηλαδή την αντικουλτούρα και την τέχνη του περιθωρίου. Beat generation, punk, hippies, dark wave, gothic, έως την Art Brut δηλαδή την τέχνη του περιθωρίου ή αλλιώς «ωμή τέχνη» που αφορούσε τα έργα των εγκλείστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα.

Ο Μάνθος Λύκαμνος έχει τη δική του γλώσσα στην τέχνη που μέσα της κρύβεται ένα είδος χαμένης αλήθειας. Ανυψώνει μέσω των έργων του μία άλλη γλώσσα, παραληρηματική, ξένη ως προς την περιρρέουσα ασφυκτική ορθολογική πραγματικότητα, αυτή που σχηματικά ονομάζεται γλώσσα των «τρελών». Η «τρέλα» όμως είναι μία μόνιμη επανάσταση στη ζωή ενός ατόμου. Είναι ένα «καθεστώς» απελευθερωτικής δύναμης. Μία αποσύνθεση του εαυτού με τη σιωπηρή υπόσχεση της επιστροφής σε έναν περισσότερο «πραγματοποιημένο» κόσμο. Η γλώσσα στον Λύκαμνο χρησιμοποιείται με τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Η οργασμική όμως γλώσσα των ποιημάτων του, αλλά και ολόκληρης της ενοποιημένης δημιουργίας του, αδρανοποιεί και καταστρέφει τη θεσμική και κομφορμιστική γλώσσα του συστήματος μέσω της οποίας αναπαράγονται όλες οι αντεπαναστατικές, οι μικροαστικές, οι αντικαλλιτεχνικές εκφράσεις και αντιλήψεις, και οι διαμορφωμένες ψευδοσυνειδήσεις. Στο σημείο αυτό εναρμονιζόμαστε με τις απόψεις του ψυχιάτρου και θεωρητικού του αντιψυχιατρικού κινήματος David Cooper στο γνωστό κείμενό του «Η πολιτική του οργασμού»[5].

Συγκεφαλαιώνοντας, ένα έργο τέχνης ερμηνεύεται μέχρι ενός σημείου. Από εκεί και πέρα το ίδιο αντιστέκεται σθεναρά στην ερμηνεία του. Ο Theodor Adorno στο βιβλίο του «Αισθητική Θεωρία» επισημαίνει πως όλα τα έργα τέχνης, η τέχνη στο σύνολό της, είναι αινίγματα. Αυτό εξόργιζε ανέκαθεν τη θεωρία της τέχνης[6]. Η δήλωση ότι τα έργα τέχνης λένε κάτι και την ίδια στιγμή το κρύβουν, περιγράφει τον αινιγματικό χαρακτήρα με γλωσσικούς όρους. Ο αινιγματικός χαρακτήρας κοροϊδεύει σαν γελωτοποιός[7]. Όταν βρίσκεται κανείς μέσα στα έργα και τα παρακολουθεί συναισθανόμενος τη γένεσή τους, ο αινιγματικός χαρακτήρα παύει να είναι ορατός. Μόλις βγει από αυτά, σπάζοντας τη σύμβαση με το εγγενές πλαίσιό τους, η αινιγματικότητα επιστρέφει σαν φάντασμα[8].

Με το κωμικό στοιχείο τύπου γελωτοποιού, συνεχίζει ο Adorno, η τέχνη διατηρεί την παρήγορη ανάμνηση της προϊστορίας της στο απώτατο ζωικό παρελθόν. Ανθρωποειδείς πίθηκοι δίνουν κοινές παραστάσεις στον ζωολογικό κήπο, που μοιάζουν με τις πράξεις των γελωτοποιών. Η σύμπνοια των παιδιών με τους γελωτοποιούς είναι μία συμφωνία με την τέχνη που οι μεγάλοι τούς την κόβουν σαν να ήταν κακή συνήθεια όπως και εκείνη με τα ζώα. Η γλώσσα των μικρών παιδιών και των ζώων φαίνεται να είναι κοινή. Η ομοιότητα του γελωτοποιού με τα ζώα φέρνει αμέσως στον νου την ομοιότητα των πιθήκων με τους ανθρώπους. Ο αστερισμός ζώο-τρελός-γελωτοποιός είναι ένα από τα βασικά στρώματα της τέχνης. Αυτός ο αστερισμός της χαρμολύπης, αυτή η ανεστραμμένη διαλεκτική -χεγκελιανή- ανάλυση του Adorno φαίνεται διαρκώς να επιστρέφει μέσω του παιδιού και του προγονικού πιθήκου στα «ρέκβιεμ της κουρελοποιίας». Η «Αισθητική Θεωρία» του Adorno αναδεικνύει και κάτι ακόμα αν την «χρησιμοποιήσουμε» σαν μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης στο ποιητικό και εικαστικό έργο του Λύκαμνου. Τον ένοχο φετιχισμό κάθε αληθινού έργου τέχνης, κάτι που καθορίζει την πραγμάτωση και την εξέλιξη των έργων του Μάνθου Λύκαμνου. Τα φετίχ παίζουν καθοριστικό, πρωταγωνιστικό για την ακρίβεια ρόλο, μαζί με τα αρχέτυπά του. Με τον ένοχο φετιχισμό τους τα έργα τέχνης δεν είναι τελειωμένα, όπως άλλωστε καμία ενοχή δεν εξουδετερώνει αυτό που ενέχεται, αφού στην οικουμενικά διαμεσολαβημένη κοινωνία τίποτα δεν μένει έξω από το πλέγμα ενοχής της. Όμως ο φετιχιστικός χαρακτήρας των έργων τέχνης είναι προϋπόθεση του περιεχομένου αλήθειας, το οποίο συνιστά και την κοινωνική τους αλήθεια[9].

Η δύναμη της έκφρασης, η εσωτερική διάταξη και δομή, το αίνιγμα και η μαγεία που δεν καταμαρτυρείται, αλλά και ο φετιχισμός, γίνονται η ασυμβίβαστη γλώσσα του Λύκαμνου, που κοντράρει τον επιβεβλημένο ρεαλισμό. Είναι η ίδια γλώσσα που μετατρέπει την οξύτητα της κοινωνικής διαμαρτυρίας σε παρέμβαση καθορισμένης άρνησης, σε πατροκτονία, σε πολιτική και επαναστατική πράξη. Με αυτή την κοφτερή γλώσσα στο «σιδερένιο άτι στην κόψη του χρόνου», πίνακας που συγγενεύει αρκετά στα χρώματα και στα γιουνγκιανά αρχέτυπα με ένα μη αναπαραστατικό έργο του εκπροσώπου του αφηρημένου αμερικάνικου εξπρεσιονισμού Jackson Pollock «The Moon Woman Cuts the Circle», αλλά και στον πίνακα «Νυχτερινές ονειρώξεις του τυράννου», ο Μάνθος Λύκαμνος -κατά κόσμον Μάνθος Δέσκας- γελοιοποιεί και αποδομεί τον φασισμό. Από την άλλη πραγματώνει, με εικαστικούς και ποιητικούς όρους, τη δική του έφοδο στον ουρανό.

Σέρνει με λίγα λόγια, μόνος του, τον Πολιορκητικό Κριό της Τέχνης στον δρόμο, μαζί με άλλα άρματα μάχης, και κάνει ένα κοινωνικό και πολιτικό κάλεσμα. Μία σύζευξη μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, με έναν επαναστατικό σουρεαλιστικό αυτοματισμό και βίαιες ανορθόδοξες αναδύσεις από το συλλογικό υποσυνείδητο, μπροστά στη θύρα του ορθολογισμού που τρίζει, στα τείχη του αδηφάγου πολιτισμού που είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Εκεί και εμείς σύντροφοι, παρόντες και υποκινητές της ανταρσίας, μάρτυρες στο θέαμα, όταν θα γκρεμίζονται τα τείχη των φυλακών από τη βροντερή γλώσσα των τρελών και των φυλακισμένων.

Βιβλιογραφικές παραπομπές, σημειώσεις:

[1] Σχόλιο του σκηνοθέτη και συγγραφέα Νίκου Νικολαΐδη για την ταινία του «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα» (1979) στην επίσημη ιστοσελίδα του: https://nikosnikolaidis.com

[2] Από τα χειρόγραφα κείμενα «Μανιφέστα για την Τέχνη» του Μάνθου Λύκαμνου.

[3] Η «Γκροτέσκα προλετάρια» είναι ποίημα (σελ.40) της ποιητικής συλλογής «Τα ρέκβιεμ της κουρελοποιίας» του Μάνθου Λύκαμνου, των εκδόσεων «Libris X Machina», Φλεβάρης 2022.

[4] Μάνθος Λύκαμνος, αναφορά στα «αρχέτυπα», από τις χειρόγραφες σημειώσεις του για την Τέχνη.

[5] Απόσπασμα από το εκτενές κείμενο του ψυχιάτρου David Cooper, που δημοσιεύθηκε στο 4ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη», το καλοκαίρι του 1981.

[6] Theodor W. Adorno «Αισθητική Θεωρία», μετάφραση, σημειώσεις: Λευτέρης Αναγνώστου, εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», Νοέμβριος 2000.

[7] Theodor W. Adorno «Αισθητική Θεωρία», σελ.207, «Αινιγματικός χαρακτήρας, περιεχόμενο αλήθειας».

[8] «Το μιμητικό και το βλακώδες» από την «Αισθητική Θεωρία» του Theodor W. Adorno, σελ. 205-209.

[9] «Ο διπλός χαρακτήρας της τέχνης: κοινωνικό γεγονός και αυτονομία. Ο φετιχιστικός χαρακτήρας της τέχνης», σελ. 381-386, από την «Αισθητική Θεωρία» του Theodor W. Adorno.

*Ο Σπύρος Γ. Μπρίκος είναι ιατρός και ασκών την πολεμική της γραφής – Υπ. Διδάκτορας της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Τμήμα Εικαστικών Τεχνών & Επιστημών της Τέχνης).

Σχετικοί σύνδεσμοι: https://tinyurl.com/2fec66wn και
https://librisxmachina943835191.wordpress.com/2022/06/26/01-7/

Κατερίνα Φλωρά, Εαρινό φως του νότου 

Φώτο: Kaoru Yamada

Μια λέμβος στη μέση του θολού τοπίου
σημαδούρα τις αισθήσεις ξυπνά
ταράζει της εικόνας τη φαινομενική ηρεμία που αδιάφορη θα φάνταζε στην απουσία της

Η κρήνη στην άκρη του καμβά
συγκεντρώνει το βλέμμα στα φουστάνια των κοριτσιών,
σμήνη μελισσών που γύρω απ’το νερό χορεύουν

Η μπλε σπουδή ανάμεσα στο γκρι και στο πράσινο
αποχρώσεις του νότου σε μαγικό και ασύλληπτο φως,νωχελικά μας κυριεύει

Αικατερίνη Τεμπέλη, Τις νύχτες

Τις νύχτες,
δε με κρατάνε ξύπνια
οι ηλεκτρικές καταιγίδες,
πλάσματα της αβύσσου,
το σκοτάδι εντός μου.

Ούτε
ακατάστατοι παλμοί,
μαύροι καφέδες
και λαμπερά οινοπνεύματα.

Δεν είν’ οι αμίλητοι έρωτες,
τ’ αφίλητα κορμιά,
ο λυσσαλέος ίμερος.

Μόνο ένα παιδί
με τρύπιο χαμόγελο,
μια ενοχή που επιμένει.

Μόνο ένα παιδί
μ’ άδειες κόγχες,
ασάλευτο στα ερείπια.

Μόνο ένα παιδί,
βαμμένο μ’ αίματα.
Μόνο.

Άγγελος Ήβος (Βαγγέλης Σ. Παπακωνσταντίνου) 

Συνέντευξη στη Λουκία Πλυτά*

Σκεντέρμπεης σε Φλαμουριά

Μπορεί ποτέ το Κουρδιστάν
εμπύρετο να διακορεύει βύσσινα;
Γίνονται τέτοια πλημμελήματα
παραλιμνίως;
Που αμφέβαλες σαν Καντακουζηνή
αν είχε φύγει πόντος του καλσόν
της κεφαλής σου
όταν σχεδίαζες ληστεία οργασμού
καταμεσήμερο
και που αποτρίχωνες τη μνήμη σου,
αυτά, μωρή, δεν τα λογάριαζες;
Αχ, και που κείτεσαι από χτες διαλυμένη
σαν σακχαρούχο πάζλ ορμονικό,
σαν φόδρα φλόγας,
σαν τελική επιπλοκή
της ναυμαχίας του Σκεντέρμπεη
κόντρα στη μαλβαζία…
Τι να σε κάνω τώρα;

-Κύριε Ήβο, πότε ξεκινήσατε να ασχολείστε με την ποίηση και τί σας παρότρυνε να το πράξετε;

Γεννήθηκα σε σπίτι με τεράστια, για τα τότε δεδομένα, βιβλιοθήκη. Είχε σχεδόν τα πάντα αναφορικά με τη θεωρούμενη κλασσική παγκόσμια λογοτεχνία κι ένα πλήθος τόμων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων: από τον Όμηρο μέχρι και τον Παυσανία. Αλλά δε θυμάμαι να είχε ποίηση εξόν από μια τρίτομη(;) ανθολογία τού Περάνθη. Δε με συγκινούσε ιδιαίτερα να την ξεφυλλίζω. Ήταν και πολύ χοντρός ο τόμος. Αλλά παραδόξως άρχισα να γράφω πριν από τα 12. Κοντά στα δεκαέξι το πήρα πιο σοβαρά: από συστολή δεν έλαβα μέρος σε έναν ποιητικό διαγωνισμό ενός φροντιστηρίου Αγγλικών και θύμωσα απερίγραπτα με τον εαυτό μου επειδή, κατόπιν εορτής, έκρινα ότι τα δικά μου ποιήματα ήταν πολύ καλύτερα από τα βραβευμένα. Μπορείτε, λοιπόν, να πείτε ότι ξεκίνησα να γράφω πιο συστηματικά επειδή τσατίστηκα για την έλλειψη αυτοπεποίθησης. Εκείνον τον καιρό, ο δάσκαλός μου τον Αγγλικών, ποιητής, ο Σταύρος Σταυρίδης δημοσίευσε τα πρώτα μου ποιήματα σε μια τοπική εφημερίδα, συνοδεύοντάς τα από μια λαμπρή κριτική. Και λίγο μετά, στα 17 μου, εκδόθηκε η πρώτη μου ποιητική συλλογή το «αχέ». Παρά τις μεγάλες μου νεανικές προσδοκίες το βιβλίο ούτε βραβεύτηκε, ούτε έγινε μπεστ σέλλερ! Υπήρξε κατόπιν ένα εκδοτικό φρένο περίπου 15ετίας που συνέπεσε με τις σπουδές και το διδακτορικό. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ φρένο στη γραφή. Δε με θυμάμαι πολλές μέρες της ζωής μου να μη γράφω κάτι. Κι όταν έρχονται τέτοιες αρρωσταίνω, ασφυκτιώ, δυσθυμώ. Η ποίηση είναι ανάγκη και για μένα ζωτικής σημασίας. Γενικότερα, όμως, έχω συνδέσει την ύπαρξή μου με τη δημιουργία. Δεν είναι ανάγκη αυτή να είναι μόνο ποίηση. Το πρώτο μου έργο ήταν ένα «γλυπτό», σήμερα θα το λέγαμε «εγκατάσταση», μικρού μεγέθους: μια ανθρώπινημορφή μεκορμίαπό χαλίκια ένα τριγωνικό κεραμίδι για κεφάλι και πόδια και χέρια από τα ξυλάκια των παγωτών. Ως νέος ζωγράφιζα και πολύ, αλλά ήμουν κακότεχνος είχα ποτέ την ευφυΐα του χώρου. Πολύ καλύτερα τα κατάφερνα με τα κολλάζ κι από τις καραντίνες και μετά άρχισα να κάνω γλυπτάψάρια από παλιοσίδερα και παλιά εργαλεία ξύλινα. Και η μαγειρική με συναρπάζει. Επομένως λέω τώρα, κοιτάζοντας πίσω, ότι το παν στη ζωή μου ήταν η δημιουργία μέσω των αυτοσχεδιασμών, είτε αυτό αφορά λέξεις, είτε αντικείμενα, είτε τρόφιμα και μπαχαρικά.

-Ποιά είναι η πηγή της έμπνευσής σας; Στη δική σας περίπτωση, τί έρχεται πρώτο όταν γράφετε;

Με εμπνέουν τα πάντα. Τα ποτάμια, τα κορίτσια, τα έντομα, τα δέντρα και πάνω απ’ όλα ο έρωτας. Αλλά ποτέ ένα ποίημά μου δε θα ξεκινούσε με στόχο να πω κάτι γι’ αυτά. Το ποίημα ξεκινά πάντα με μια λέξη που έρχεται ασυνείδητα. Δεν έχει σημασία αν αυτή είναι το «Ανυπερθέτως», η «Σαφράμπολη» ή οι «Υψηλαντισμοί κορυδαλλών». Αν η λέξη ήταν η κατάλληλη θα παρέσερνε κι άλλες. Το βίωμα, η έμπνευση, βρίσκεται πάντα κάτω από στρώματα συμβολισμών και συνειρμών. Τις λατρεύω τόσο τις λέξεις που αν είχα τη δυνατότητα θα σκάρωνα μια συλλογή από τίτλους ποιημάτων που δε γράφτηκαν ποτέ, μόνο από τίτλους. Ας πούμε «Νοεμβρίων μετανάστευσις», «Κυρά Φροσύνη δίχως μπεσαμέλ», «Αμαξοστάσιο γοφών και τηλεβόων». Και επί χρόνια πίστευα ότι όσα έγραφα ήταν ανεξάρτητα απ’ την καθημερινότητα, τουλάχιστον συνειδητά. Μάλιστα είχα γράψει και σε σημείωση στη συλλογή «Ορέων και θανάτων» ότι τα ποιήματά μου δεν ξεκινούν από άμεσα βιώματα, εκτός από λίγες εξαιρέσεις που αφορούσαν θανάτους προσφιλών προσώπων. Αλλά την τελευταία δεκαετία μάλλον συμβαίνει το ανάποδο. Τα περισσότερα γραπτά μου ξεκινούν από την καθημερινότητα, έτσι όπως αυτή καταγράφεται στα ειδησεογραφικά δελτία. Πλέον με οδηγούν στη γραφή όσα δεν αντέχω να μαθαίνω: πυρκαγιές και σεισμοί, πόλεμοι και βιασμοί, η κακοποίηση των ζώων, θάνατοι σπουδαίων ανθρώπων, γενικότερα το απαίσιο πρόσωπο της βίας. Ναι, έχει υπάρξει μια μεγάλη αλλαγή στις αφορμές, τόσο που νομίζω ότι από σουρεαλιστής ποιητής έχω μεταλλαχθεί σε έμμετρο χρονικογράφο. Το τραγικό στοιχείο τής καθημερινότητας πια ζυγίζει στο έργο μου περισσότερο από τον έρωτα. Η επόμενη ποιητική μου συλλογή άλλωστε θα το καταδείξει σαφέστερα: θα είναι ένα είδος αλμανάκ των συμφορών της δεκαετίας.

-Από ποιούς ποιητές έχετε επηρεαστεί;

Ποίηση, πριν αρχίσω να γράφω, είχα διαβάσει ελάχιστη. Στην εφηβεία μου, σχεδόν μεταπολίτευση, ήταν της μόδας οι «αριστεροί» ποιητές, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο μεταφρασμένος Μαγιακόφσκι. Με επηρέασαν με την έννοια ότι ήθελα να πω κάτι τελείως διαφορετικό απ’ αυτούς. Φοιτητής γνώρισα μόνος μου τον Ρεμπώ και τον Λωτρεαμόν, τον Μπωντλαίρ. Μετά τον Καβάφη, τον Λαπαθιώτη, τον Καρυωτάκη, δε θυμάμαι. Αλλά το παράθυρο άνοιξε όταν ήρθα σε μετωπική σύγκρουση με τους Σουρεαλιστές, ζωγράφους και ποιητές. Γάλλους, αλλά και Έλληνες. Ο Εμπειρίκος με ανατίναξε κι ο Κακναβάτος το ίδιο. Αυτοί οι τρεις τελευταίοι μού δίδαξαν πολλά: ο Καρυωτάκης την ειρωνεία τής μελαγχολίας, ο Εμπειρίκος τον καθαρό ερωτισμό κι ο Κακναβάτος τις δυνατότητες της γλώσσας, την αυτονομία της. Κάπως έτσι άρχισε να δημιουργείται ο Ήβος.

-Αισθάνεστε ικανοποιημένος από το ως τώρα συγγραφικό σας αποτύπωμα;

Κοιτάξτε, ο κόσμος με ξέρει περισσότερο, ή μάλλον κυρίως, ως ποιητή. Αλλά αυτό προέκυψε συμπτωματικά. Σε όλη μου τη ζωή ήμουν ένας εξαιρετικά σκληρά εργαζόμενος. Διέθετα πάντοτε ψίχουλα ελεύθερου χρόνου κι αυτά κλεμμένα από αλλού: από τον ύπνο, την οικογένεια, τους φίλους. Κατά συνέπεια ο χρόνος για τη γραφή ήταν πολύ λίγος κι αποσπασματικός. Δεν έχω καμία σχέση με το στερεότυπο του ποιητή, ενός μποέμ δηλαδή, συνήθως άεργου, αργόσχολου ή ημιαπασχολούμενου που ζει με τα λεφτά της οικογένειας ή των γνωστών του. Εδώ που τα λέμε νομίζω ότι είμαι από τις λίγες περιπτώσεις «μεροκαματιάρη ποιητή». Δε θυμάμαι τί δουλειά έκανε ο Ελύτης ή ο Σολωμός, ας πούμε!

Όταν λοιπόν ένας συγγραφέας δε διαθέτει χρόνο για γραφή, τί άλλο μπορεί να κάνει εκτός από ποίηση; Μικρά κείμενα. Αξίζει να σας πω ότι πολλά ποιήματά μου έχουν γραφτεί στη διάρκεια που οι μαθητές μου έγραφαν διαγωνίσματα και σχεδόν τα περισσότερα με το τελευταίο βραδινό ποτό πριν με πάρει ο ύπνος. Γι’ αυτό και πάρα πολλά έχουν μείνει ημιτελή. Έτσι, ποτέ σχεδόν δεν κατάφερα να κάνω αυτά που θα ήθελα, κι εννοώ τα μεγάλα βιβλία, τα δοκίμιά μου για τη βία, ας πούμε. Αν ποτέ το κατορθώσω, τότε θα πω ότι θα νιώθω ικανοποιημένος. Με την ποίηση είμαι ικανοποιημένος όμως. Ξέρω ότι έφτιαξα τον Ήβο, ότι έφτιαξα μια δικιά μου μουσική στη γραφή, μπορεί δύσκολη, μπορεί σκληρή… Και χαίρομαι όταν βλέπω ότι επηρεάζω άλλους κι ότι με μιμούνται κάποιες φορές. Δεν είναι και λίγο να μου λένε άγνωστοι ότι είμαι μόνος μου μια ξεχωριστή σχολή!

-Κε Ήβο, μιλήστε μας με τον δικό σας τρόπο για τον κόσμο που αναδύεται μέσα από τα έργα σας;

Ο κόσμος μου είναι μια προέλαση τοπίων με μουσική από σκωτσέζικες γκάιντες. Είναι διαδηλωτές με πλακάτ που δε γράφουν κανένα σύνθημα. Είναι το πρόσωπο της νύμφης Λάρισας πάνω σε αργυρό τετράδραχμο. Είναι το άρωμα του περγαμόντου όταν ένα κορίτσι γδύνεται αργά. Ο κόσμος μου βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και ο θεός του κοιμάται εκ γενετής. Ο κόσμος μου δεν έχει θρησκεία. Έχει πολύ νερό. Είναι γεμάτος τρύπες από άστοχες ανασκαφές. Είναι ιπτάμενα ψωμιά που οι άνθρωποι τους ρίχνουν γλάρους απ’ τα πλοία. Συνήθως έχει μουσική υπόκρουση απ’ το chaconne του Μπαχ. Έχει αναρίθμητους Χριστούς που ακολουθούν τον επιτάφιο ενός αγνώστου στρατιώτη. Καμιά φορά ουρλιάζει σαν σκυλί που του χάρισαν ένα περιδέραιο από τα μαύρα δάκρυα της Παλαιστίνης.

-Πώς βλέπετε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση;

Κοιτάξτε, εγώ είμαι παντελώς άγνωστος σε αναρίθμητους Έλληνες. Έτσι συμβαίνει και με τις φωνές άλλων: είναι άγνωστοι σε μένα. Δεν ξέρω πολλά, σας είπα, δε διαβάζω ποίηση γιατί συνήθως δεν προλαβαίνω. Αλλά με τα όσα λίγα ξέρω δεν μπορώ να πω ότι σήμερα υπάρχουν ελληνικές πένες που να τείνουν προς την παγκοσμιότητα, πένες που να ξεφεύγουν το στερεότυπο του Αιγαίου και της ελιάς, από τα δύσκολα χρόνια τού φασισμού κι από τον ατέρμονο, βερμπαλιστικό, εσωτερικό διάλογο. Ποίηση δίχως τον Νίγηρα, το Κονγκό, το Κολοράντο, δίχως ύαινες και πολικές αρκούδες, δεν μπορεί να πάει μακριά. Ποίηση μόνο με βάγια και χαμομήλια, μπορεί να είναι ελληνική, αλλά δε θα είναι ποτέ μεγάλη. Το ίδιο θα έλεγα και για την ποίηση που δεν κουβαλά εικόνες, κάτι που είναι το βασικότερο στοιχείο τής σύγχρονης ελληνικής.

Η μεγάλη ποίηση χρειάζεται φαντασία. Και η φαντασία είναι η ικανότητα ενός νου να συνδυάζει στοιχεία, γνώσεις, με πρωτόγνωρο τρόπο. Μα, όταν ο νους δεν είναι πλημυρισμένος από στοιχεία, από γνώσεις, τότε οι πιθανότητες συνδυασμών μειώνονται. Δεν το είπα πριν, αλλά ο μεγαλύτερος ποιητής και για μένα είναι ο Όμηρος. Οι παρομοιώσεις του, όταν περιγράφει μάχες και σφαγές, δείχνουν αυτό ακριβώς που ζητώ για να μιλήσω για μεγάλη ποίηση. Ατέλειωτη γνώση. Ένα χατζάρι που κόβει ένα κεφάλι είναι για τον Όμηρο μια παπαρούνα που μόλις κοπεί, αρχίζει να γέρνει το κόκκινο και μαύρο άνθος της αργά προς το χώμα! Δεν μπορείς να το γράψεις αυτό αν δεν το ξέρεις, αν δεν το έχεις δει. Ζητώ από την ποίηση και μια κοφτερή ματιά στο ατελείωτο εικονοστάσι τού μικρόκοσμου. Δεν περιμένω απ’ αυτήν να με συστήσει σε μέλισσες, άλογα και τριαντάφυλλα. Ζητώ και μυρμήγκια, αλογάκια του διαόλου, πτώματα πεταλούδας, ανάσκελα μπαμπούρια… Και η ποίηση είναι μουσική και ρυθμός, με την έννοια ότι δε χωρούν σ’ αυτή παραφωνίες. Μια παραπάνω λέξη, μια παραπάνω συλλαβή ή μια λιγότερη, με αποδιώχνουν. Το ίδιο και τα υποκοριστικά, οι σάλτσες των κοσμητικών επιθέτων, οι «ποιητισμοί», οι άστοχες λέξεις, ο στόμφος, η συχνά πιασάρικη χυδαιότητα. Για να μην πω για ανορθογραφίες.

Αλλά, δείτε πόσο κινδυνεύουν οι αξιολογήσεις μας για τους άλλους ποιητές. Από μια εξωφρενική σύμπτωση έτυχε να νοσηλευτώ στο νοσοκομείο στο Ρίο για δυο περίπου βδομάδες. Όταν έγινε η δική μου εισαγωγή στη νευρολογική, έγινε ταυτόχρονα κι ενός ανθρώπου που δε γνώριζα καθόλου, ούτε κατ’ όνομα. Μας δόθηκαν διπλανά κρεβάτια. Γνωριστήκαμε λοιπόν σταδιακά κι έμαθα ότι έγραφε κι εκείνος κι ότι είχε εκδώσει κιόλας. Ο άνθρωπος αυτός είναι ο ΛεωνίδαςΣόμπολος, ένας κατά τη γνώμη μου πολύ μεγάλος ποιητής των καιρών. Και δε θα έλεγα ποτέ ότι είναι σημαντικός, αν δεν υπήρχε αυτό το παιχνίδι της τύχης. Κι εξαρτάται πού θα αναζητήσει κανείς την ελληνική ποίηση. Κάποτε υπήρχε το στερεότυπο ότι αυτή υπάρχει στους μεγάλους και σοβαρούς εκδοτικούς οίκους, όπως τον Ίκαρο και τον Άγρα. Αλλά ξέρουμε πια όλοι ότι η έκδοση βιβλίου από αυτούς και όλους τους οίκους είναι είτε επί πληρωμή τού ίδιου τού συγγραφέα που θέλει τη βιτρίνα του, είτε λόγω των γνωριμιών του. Και για τα ποιητικά περιοδικά δεν έχω μεγάλη ιδέα. Είναι ζήτημα αν έχω δώσει ως τώρα περισσότερα από 15. Παράκουσα και τη συμβουλή του Κακναβάτου: να στέλνεις, να στέλνεις συνέχεια και να πηγαίνεις σε συνέδρια. Αλλιώς δεν υπάρχει μέλλον. Κι ας μην μιλάμε για ανθολογίες και δη ερωτικής ποίησης. Προσωπικά, δεν υπάρχω σεκαμιά!

-Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να μην υπάρχει κριτική λογοτεχνίας στη χώρα μας, παρά μόνο βιβλιοπαρουσιάσεις. Πού πιστεύετε πως οφείλεται;

Στη δεκαετία του ’70, τότε που η Ελλάδα άρχιζε να μυείται στη μαγεία τής υπερκατανάλωσης, θυμάμαι κάποιες αθηναίες κυρίες που επισκέπτονταν τις γειτονιές, έκλειναν ραντεβού με κάποια νοικοκυρά, που με τη σειρά της είχε ειδοποιήσει 4-5 γειτόνισσες και ξεκινούσε η αποκάλυψη: η επίδειξη των προϊόντων της τάπερ. Και δεν υπήρχε γυναίκα να μην αγοράσει κάτι, μικρό ή μεγάλο, ολόκληρης σειρά σε σιέλ, σε ροζ, σε κιτρινωπό… Κάτι τέτοιο μου θυμίζουν οι σημερινές βιβλιοπαρουσιάσεις. Μόνο που εδώ οι νοικοκυρές είναι περισσότερο γραμματισμένες, αλλά σίγουρα λιγότερο καλές μαγείρισσες. Σε κάθε συνοικιακό βιβλιοπωλείο θα γίνει κι από μία το μήνα και σε κάθε μικροεκδοτικό οίκο θα γίνει με κάθε του έκδοση. Είναι ευκαιρία να ξεχρεώσει ο συγγραφέας ποσοστό της έκδοσης και ευκαιρία στους προσκεκλημένους να βγάλουν την υποχρέωση προς τον συγγραφέα, αφού κι εκείνος είχε έρθει στη δική τους. Προσωπικά, ελάχιστα ασχολήθηκα με το σπορ. Φρόντισα μέχρι σήμερα να παρουσιάσω το έργο δυο ποιητών στους οποίους πιστεύω πολύ και μια φορά παρουσιάστηκα κι εγώ από το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου. Αλλά, γενικότερα δεν πιστεύω στην κριτική της λογοτεχνίας. Τη θεωρώ σαν μια αρένα όπου ο κριτικός θα λιβανίσει ή θα αφορίσει, ανάλογα με τα κέφια και τα νιτερέσια του κάποιον. Δε νομίζω να χρειάστηκα ποτέ τους κριτικούς λογοτεχνίας για να διαβάσω κάτι ή για να το διαβάσω βαθύτερα. Στα νιάτα μου με συνάρπαζαν έστω και δυο αράδες για το έργο μου σε κάποιο περιοδικό ή εφημερίδα. Σήμερα αδιαφορώ παγερά. Ούτε που στέλνω τίποτε προς κριτική πουθενά. Στην κριτική πιστεύω μονάχα όταν πρόκειται για επιστημονικά άρθρα ή για επιδόσεις αυτοκινήτων. Αλλά κριτική ποίησης και μάλιστα επαγγελματικά; Δυσκολεύομαι να συμφιλιωθώ με την έννοια, όπως και με την κριτική της τέχνης γενικά. Αν είχε ποτέ της νόημα, δε θα χρειαζόμασταν ποτέ τον χρόνο για να κατακαθίσει η λάσπη τού παρόντος.

-Η ψηφιακή εποχή έχει αλλάξει τους όρους λειτουργίας της λογοτεχνίας και της κριτικής;

Έχω πει κάποτε, αστειευόμενος ως έναν βαθμό, ότι ένας από τους μεγαλύτερους κακούργους της ανθρωπότητας ήταν ο Γουτεμβέργιος και η τυπογραφία και κατ’ επέκταση οι επόμενες πληγές που ενέσκυψαν: το όφσετ και σήμερα οι υπολογιστές. Ο λόγος είναι ότι εκδημοκράτισαν, απλούστευσαν, φτήνυναν τόσο πολύ τη διαδικασία τής κυκλοφόρησης της γραφής και των ιδεών δίνοντας βήμα και στον κάθε πικραμένο. Δεν είναι πια το ότι «όλοι γράφουν», αλλά το ότι όλοι εκδίδουν, δημοσιοποιούν, αναρτούν. Προκύπτει ένας τεράστιος θόρυβος. Ένα τσουνάμι δημοσιεύσεων καταπνίγει την όποια ποιότητα. Χιλιάδες ποιητές, εκατοντάδες λογοτεχνικών περιοδικών και ομάδων. Και εννοείται άλλοι τόσοι ειδήμονες και σχολιαστές-κριτικοί. Οι λέξεις θαυμάσιο, αριστούργημα, φοβερό, μοναδικό, τέλειο… ξεφτίζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Ξέρετε δεν είμαι ρομαντικός, αλλά πιο πολύ απ’ όλα τα βιβλία μου αγαπώ το πρώτο που είχε τυπωθεί με την παλιά μέθοδο. Μυρίζει ακόμη μελάνι και τα γράμματα σε κάθε σελίδα είναι ανάγλυφα, μπορούν να χαϊδευτούν οι λέξεις μία-μία. Και θυμάμαι το οικογενειακά συμβούλια αν θα μπορούσαμε ν’ αντέξουμε το βάρος της έκδοσης και με πόσα χρήματα θα συνεισέφερε ο θείος κι αν θα υπήρχε η παραμικρή ελπίδα απόσβεσης της αποκοτιάς μου. Θα ήθελα λοιπόν να ήταν πιο ζόρικα τα πράγματα πριν καθένας τολμούσε να κοινωνήσει στους άλλους τις ιδέες του. Μην πω ότι θα ήθελα να υπάρχει «αστυνομία» αισθητικής και να συλλαμβάνει όσους τολμούν να κακοποιούν την ποίηση δημόσια. Από την άλλη πλευρά, όμως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι και ευεργετικά. Γνωρίζεις φωνές που δε θα είχες παλιότερα την ευκαιρία. Γνωρίζεις κι ανθρώπους: εγώ μ’ εσάς είμαστε ήδη ένα καλό παράδειγμα. Έπειτα, εμένα προσωπικά με βοηθούν σε πολλά επίπεδα. Μου δίνουν την ευκαιρία να κοινοποιώ γραπτά χωρίς να πληρώνω, σχεδόν σε καθημερινή βάση, προνόμιο που δε θα μου έδινε κανένας εκδοτικός οίκος. Μου έχουν χαρίσει ένα κοινό που ποτέ δε θα είχα μέσω των εκδόσεων. Κι επιπλέον μού χαρίζουν μια θέαση τμήματος της σύγχρονης δημιουργίας, οπότε μου επιτρέπουν να προχωρώ σε καλύτερη εκτίμηση του έργου μου.

-Υπάρχει λογοτεχνική ελευθερία και πως αυτή εξαργυρώνεται (από το κοινό και τους εκδότες);

Λογοτεχνική ελευθερία; Υπάρχει, ναι, αλλά απαγορεύεται! Εγώ την εξαργύρωσα είτε με την εξορία μου από τα αθηναϊκά σαλόνια, είτε με το αντάρτικο, φορώντας δηλαδή συνεχώς ψευδώνυμα. Κάποτε ο Ηλίας Πετρόπουλος είχε γράψει ότι η ερωτική μου ποίηση αποκλείεται να βρεθεί σε αθηναϊκές ανθολογίες ποτέ, επειδή οι άνθρωποι τρέμουν μην και εισχωρήσει καμία «αιδοιότριχα» στα βιβλία τους και τα μαγαρίσει. Και να έλεγε κανείς ότι είμαι πορνογράφος… Βέβαια δε μιλάμε μόνο για ποίηση. Στα σατυρικά μου έργα, που από τη φύση τους είναι πιο κοντά σε λέξεις «ου φωνητές», η αντίδραση είναι χειρότερη. Η «Ψ-ολυπιάδα» απασχόλησε και τον κλήρο που έψαχνε να βρει τον/την συγγραφέα για να τον/την περιποιηθεί. Ακόμα δε με έχουν αφορίσει. Ίσως δεν ευκαιρούν οι άνθρωποι. Αλλά πρέπει να δώσω και τα εύσημα στον τότε εκδότη μου, τον Διονύση Βίτσο. Είχε καταχαρεί με τα έργα μου και γι’ αυτό τα εξέδωσε. Εξαίρεση μεν, ευεξήγητη όμως: είναι άνθρωπος πολύ μορφωμένος κι επιπλέον… επτανήσιος!

Κατά τ’ άλλα, επειδή δεν μπορώ γράφοντας να είμαι απολιτικός, σας εκμυστηρεύομαι ότι δέχτηκα μεγάλες πιέσεις ακόμη κι από το ίδιο το εργασιακό μου περιβάλλον να εξαφανίσω ποιήματα, των οποίων οι πολιτικές αιχμές και η σχετική αθυροστομία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη δουλειά τους.

«…λίγα γραμμάρια αντίστασης
ζυγίζουν περισσότερο
από πολλές οκάδες προδοσία»

-Η τελευταία σας συλλογή «Κρεμασμένων πολιτείες» 2023 είναι ένας ύμνος προς τιμή των 120 εκτελεσθέντων (14 Απριλίου του 1944) δια απαγχονισμού και τουφεκισμού ηρώων τού Αγρινίου. Μιλήστε μας περισσότερο γι’ αυτό;

Γεννήθηκα κοντά στο Μεσολόγγι, δηλαδή δίπλα σε έναν τόπο αντίστασης και αέναης εξέγερσης. Αλλά και το Αγρίνιο έχει δώσει πολύ αίμα για την ελευθερία. Και δεν είναι μόνο η εκατόμβη ων εκτελεσμένων του ’44 τόσο στο Αγρίνιο, όσο και στα κοντινά του Καλύβια: άλλοι 90. Είναι και οι τρεις απαγχονισθέντες, προς παραδειγματισμό, στην κεντρική πλατεία τού Αγρινίου, μεγάλη Παρασκευή κι εκείνοι που κρεμάστηκαν από τηλεγραφόξυλα στα Καλύβια. Είναι κι οι αιματηροί αγώνες των καπνεργατών το 1936 κι άλλα. Το βιβλίο είναι ένα μνημόσυνο για όλους αυτούς κι ένα κατηγορώ εναντίον κάθε τυράννου, είτε αυτός παίρνει το πρόσωπο της Γερμανίας, είτε της ίδιας της Ελλάδας· έτσι κι αλλιώς οι τύραννοι είναι χαμαιλέοντες, αλλάζουν διαρκώς εμφάνιση. Το γεγονός των 120 το είχε υμνήσει πολύ πριν από μένα κι ο Ρίτσος στο ποίημά του «Αναστάσιμο Μνημόσυνο», αλλά εγώ δε θα σταματήσω ποτέ μάλλον να γράφω ελεγεία γι’ αυτό. Με ενοχλεί η αμνησία και μ’ ενοχλεί αφόρητα και η ασχήμια.

Θα σας πω τί εννοώ. Έχει ανεγερθεί στην πλατεία τού Αγρινίου ένα μνημείο προς τιμήν των τριών απαγχονισμένων, του Σούλου, Αναστασιάδη και Σαλάκου. Αν κάποιος δεν ήξερε ότι είναι στη Στερεά Ελλάδα, θα νόμιζε ότι βρίσκεται στον Νότο των ΗΠΑ κι έχει μπροστά του ένα μνημείο από τη δράση τής Κου Κλουξ Κλαν. Σε κάθε πλευρά τής ορειχάλκινης τριγωνικής στήλης βρίσκεται ανάγλυφη η εικόνα ενός ταλαίπωρου κρεμασμένου, με το σκοινί περασμένο στον λαιμό, τα μέλη του να αιωρούνται ακίνητα και με κουκούλα περασμένη στο πρόσωπο. Μα είναι αυτό μνημείο στην αντίσταση; Είναι άραγε φόρος τιμής στη λεβεντιά; Γιατί όχι σε κάθε πλευρά τής στήλης ένα κερί που καίει ή ένας ήλιος; Ευτυχώς που δεν ανέθεσαν στον ίδιο καλλιτέχνη να φτιάξει στην Αλαμάνα το μνημείο τού Θανάση Διάκου: θα τον απεικόνιζε παλουκωμένο να πονά, ίσως και φορώντας κι εκείνος κουκούλα. Δε θέλω να προχωρήσω σε αφορισμούς και να πω ότι η τέχνη πάντα οφείλει να είναι πολιτική (αν και συνήθως πάντα είναι από μόνη της, ασχέτως αν ο καλλιτέχνης/ο ποιητής έχει συνείδηση των πολιτικών του θέσεων). Η ποίηση δεν είναι ταγμένη να παράγει στίχους σαν «α, λαμπερό μου χρυσαφένιο αστέρι», αλλά όπως «έψαχνα να βρω σπίρτα να κάψω τα μυαλά μου». Έτσι θαρρώ. Το «Κρεμασμένων Πολιτείες» είναι έργο απολύτως πολιτικό. Μα εμφανέστερα πολιτικό είναι το «Όπως Κυλάει ο Λένας»

-Όταν εκδίδετε βιβλία, είτε τα προσφέρετε αφιλοκερδώς σε γνωστούς και αγνώστους, ποιητές και μη, είτε δωρίζετε τα έσοδα κυρίως σε συλλόγους υπέρ των άπορων παιδιών. Μιλήστε μας γι’ αυτή σας την επιλογή;

Από την ποίηση κάποιοι μπορεί να ζουν ή να ζουν καλά. Εκδότες συνήθως, βιβλιοπώλες, κληρονόμοι μεγάλων ποιητών… Αλλά δεν ξέρω ποιητή που να έζησε ή να ζει μέσω των ποιημάτων του. Αν ήθελα να πλουτίσω μέσω τής τέχνης, τότε θα έπρεπε να είχα γίνει μέτριος ή κακός ζωγράφος. Δεν κοστίζει να μιλάς ή να γράφεις. Γιατί να θέλεις να πληρώνεσαι γι’ αυτό; Κι ούτε έκανα ποτέ συμφωνία προπώλησης αντιτύπων, όταν προχωρούσα σε κάποιες «αυτοεκδόσεις». Κάποτε μάλιστα είχα συλλάβει μια ιδέα που δεν μπόρεσα ως σήμερα να υλοποιήσω. Ορμώμενος από τα φέιγ-βολάντς -κίτρινα, ροζ, βεραμάν- που διαφήμιζαν διάφορα κάποτε, σκέφτηκα να τυπώσω σ’ αυτό το ίδιο λεπτό χαρτί τα «ποιήματα για πέταμα». Θα πήγαιναν οι διανομείς διαφημιστικών φυλλαδίων και θα πετούσαν ποιήματά μου στις καφετέριες ή στους εμπορικούς δρόμους. Τέλειο! Όσο για τις δωρεές σε συλλόγους, όπως έγινε με τα έσοδα της έκδοσης «Κρεμασμένων Πολιτείες», αυτό είναι μέσα μου μεγάλο αγκάθι. Έφτασαν στ’ αυτιά μου ψίθυροι πως ήταν ένα απλό πρόσχημα για να εκμεταλλευτώ τους αφελείς και να «τσεπώσω» τα χρήματα. Τί νεοελληνική φρίκη!

-Ποιές δυσκολίες καλούνται να υπερβούν οι καλλιτέχνες τής επαρχίας;

Το μεγαλύτερο εμπόδιο συνοψίζεται σε αυτό που καταλαβαίνουμε ως «κλειστή» κοινωνία. Όταν όλοι σχεδόν γνωρίζονται με όλους και όταν όλοι ασχολούνται με τους άλλους, δύσκολα ξεφεύγει κάποιος από την ταμπέλα τού «ψώνιου» ή τού «γραφικού». Επιπλέον, πολύ δύσκολα συγχωρείται η συνοδοιπορία τού επαγγελματία με αυτή του καλλιτέχνη, αν τουλάχιστον αυτός ο καλλιτέχνης δεν παράγει λάχανα και κουτόχορτο, αλλά και τσουκνίδες κι αγκάθια. Ο λόγος που έχω χρησιμοποιήσει τόσα πολλά ψευδώνυμα είναι ακριβώς αυτός: μπορεί να έχασε η ματαιοδοξία μου, αλλά κέρδισε η γαλήνη μου. Καλύτερα άσημος και ήσυχος!

Αλλά θα μπορούσα να ρωτήσω κι εγώ εσάς: το αντιλαμβάνεστε ως καλλιτέχνη τής επαρχίας; Εάν εννοείτε αυτόν που δεν ζει στην Αθήνα, θα χαμογελάσω. Ξέρετε, έχω ζήσει μια δεκαετία στο Παρίσι, έχω ζήσει και στην Αθήνα αρκετά χρόνια. Όλα είναι θέμα κλίμακας. Η Αθήνα είναι ένα ασήμαντο χωριό μπροστά στις μεγαλουπόλεις τού εξωτερικού: δεν εννοώ τον πληθυσμό βέβαια, αλλά το «ολίγον» τού σημερινού της πολιτισμού. Κι έπειτα δε ζω στο Αγρίνιο, στην επαρχία. Ζω κοντά σε ανθρώπους και κοντά στη φύση, πολύ κοντά της και καθημερινά. Τα έντομα δεν ξέρουν από επαρχίες και τα αηδόνια δεν υπάρχουν στις πόλεις. Τα μόνα πουλιά που ζουν σε πόλεις είναι τα αξιοθρήνητα ιπτάμενα ποντίκια, τα περιστέρια.

Είστε Δρ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας και Εθνολογίας. Οπότε δεν μπορώ ν’ αντισταθώ και να μην σας κάνω ερωτήσεις σχετικά με την επιστήμη τής αρχαιολογίας. Κε Ήβο, μπορεί η επιστήμη τής αρχαιολογίας να συμβάλει στην αλλαγή των θεωριών μας για τον κόσμο, τον άνθρωπο και το παρελθόν μας;

Μα το μεγάλο πρόβλημα της αρχαιολογίας είναι ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει για ποιόν λόγο υπάρχει, αν εξαιρέσουμε «φτηνές» αξιοποιήσεις των μνημείων και των ευρημάτων: όταν λέω «φτηνές» εννοώ τη μετατροπή τους σε σειρήνες όλο και πιο αμόρφωτων τουριστών, τη χρήση τού χαμένου αρχαιοελληνικού κλέους, ως πατερίτσας στη σημερινή νεοελληνική ανυποληψία ή τέλος στη δημιουργία μουσείων ιστορίας τής τέχνης. Α, ξέχασα και το πάθος για την επίλυση μυστηρίων, τύπου Ατλαντίδος.

Θυμάμαι κάποιον θεωρητικό αρχαιολόγο αμερικανό, στη δεκαετία τού ’80 να δηλώνει ότι «η αρχαιολογία είναι το πιο ευχάριστο πράγμα που μπορείς να κάνεις, όσο φοράς ρούχα κι εσώρουχα», θέλοντας προφανώς να δείξει τη μηδενική απήχηση των αρχαιολογικών ερευνών ή συμπερασμάτων πάνω στον σύγχρονο τρόπο σκέψης. Κι αυτό είναι κρίμα, είναι η αποτυχία τής αρχαιολογίας γιατί θα μπορούσε να γονιμοποιήσει τα μυαλά, να τα προβληματίσει και να τα διδάξει. Αλλά όταν κοιτάμε τα χρυσάφια και τα μάρμαρα δε βλέπουμε τα σημαντικά: πόσο π.χ. η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία πλήρωσε με καρκίνους τις καινοτομίες στην τεχνολογία της και αναφέρομαι στα δίκτυα ύδρευσης από μόλυβδο. Πόσο πλήρωσαν οι Αζτέκοι των υπερπληθυσμό τους και την εξαντλητική καλλιέργεια των γαιών. Τί σεβασμό έδειχναν οι άνθρωποι της παλαιολιθικής εποχής στα θηλυκά ζώα. Γιατί οι Εσκιμώοι πέταξαν τις καταστροφικές για τα κοπάδια καραμπίνες (που τους είχαν δώσει οι έμποροι γούνας) και ξαναγύρισαν στα πρωτόγονα καμάκια τους…

-Η αρχαιοελληνική κληρονομιά παρουσιάζεται επαρκώς μέσα στα μουσεία;

Τον εαυτό μου δεν τον είδα ποτέ σε καμιά προθήκη ελληνικού μουσείου. Εκεί πάντα εκτίθενται οι άνθρωποι που και σήμερα κινούν τα νήματα, οι πρόγονοί τους έστω. Στο μουσείο των Μυκηνών είναι ξαπλωμένη φαρδιά-πλατιά η φάρα τού Αγαμέμνονα. Δεν είδα τίποτε που να μου θυμίζει αγρότη ή κτηνοτροφή μυκηναίο. Στο «εθνικό αρχαιολογικό», τί λάθος τίτλος, τον περισσότερο χώρο τον πιάνει το σόι τού Αλκιβιάδη. Δεν είχανε μελισσοκόμους στην Αττική; Δεν είχαν εταίρες; Δεν είχαν φτωχούς; Όχι λοιπόν, καθόλου επαρκώς. Δεν πρόκειται για μουσεία αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, αλλά για μουσεία αρχαιοελληνικής εξουσίας, αρχαιοελληνικού θάμβους. Οραματίζομαι μουσεία τού κρασιού, μουσεία των ειλώτων, μουσεία τού μελιού, μουσεία των ασήμαντων ταφών, των πορνείων, των ευτελών κτερισμάτων. Εκεί ίσως περισσότεροι Έλληνες θα βρίσκαμε τους εαυτούς μας.

-Στη χώρα μας, σημαντικά μνημεία κινδυνεύουν ή και καταστρέφονται (βλ. καταγγελίες Σ.Ε.Α.). Γιατί πιστεύετε επικρατεί τέτοια αδιαφορία για την αρχαιολογική έρευνα;

Ο ένας λόγος ίσως φανερώθηκε στην προηγούμενη απάντησή μου. Οι Έλληνες ταύτιζαν πάντα την αρχαιολογία με αυτό που δεν έχουν στη ζωή: χρυσό, πλούτο χλιδή, δόξα! Γι’ αυτό και τους ενδιαφέρει σε ποιανού την τσέπη θα καταλήξει το πολύτιμο εύρημα. Με κοτρώνες και κεραμίδια να ασχολούμαστε τώρα; Ένας δεύτερος είναι η αδυναμία των αρχαιολόγων να μιλήσουν στον σύγχρονο άνθρωπο για σημαντικά πράγματα που απασχολούν όλους. Γιατί σκάβουν, γιατί μετρούν, τί μελετούν, τί επιδιώκουν ν’ απαντήσουν; Έχουν ερωτήσεις των οποίων η απάντηση θα ενδιέφερε τον καθένα; Θα το πω διαφορετικά: χωρίς τις ανασκαφές δε θα είχαμε λαμπρά βιβλία και δοκίμια. Μπορώ ν’ αναφέρω για παράδειγμα τα έργα τού Hanson, όπως το «ο Δυτικός Τρόπος Πολέμου» ή του Boardman την «Αρχαιολογία της Νοσταλγίας». Αυτά δε θα προέκυπταν ποτέ δίχως μελέτη και τού χώματος και τής γραμματείας. Αλλά το ερώτημα είναι αν έχουμε στη χώρα σήμερα μυαλά για τέτοια βιβλία…

Κι άλλος λόγος βαθύς είναι η παντελής απουσία σχετικής παιδείας. Οι Έλληνες είμαστε αρχαιολάτρες, αλλά όχι αρχαιογνώστες. Έχω πει μάλιστα πως είμαστε ο μοναδικός λαός που λατρεύει τόσο τους προγόνους του, αγνοώντας τα πάντα γι’ αυτούς. Όλοι οι Έλληνες εκθειάζουν τον Παρθενώνα κι ανάθεμα αν κάποιοι γνωρίζουν γιατί. Κάποτε, μια μαθήτριά μου, εμπνευσμένη αντιγραφέας από ποίηση του Σεφέρη, είπε στην τάξη πως οι αρχαίοι ναοί μοιάζουν με μαρμάρινες άρπες για να παίζουν μελωδίες με τους κίονες-χορδές ο άνεμος, το φως κι η θάλασσα. Κι όταν της είπα ότι μοιάζουν με άρπες επειδή έπεσαν οι τοίχοι, είπε έκπληκτη: μα τί, είχαν και τοίχους;

-Βλέπουμε πολλούς νόμους ν’ αλλάζουν προς το χειρότερο με το πρόσχημα της διευκόλυνσης των διαδικασιών (βλ. καταγγελίες Σ.Ε.Α.), και βλέπουμε αρκετές παρεμβάσεις τής εκάστοτε πολιτικής εξουσίας στη διαχείριση των μνημείων (των οποίων η κυριότητα ανήκει εξ ολοκλήρου στον ελληνικό λαό με βάση το σύνταγμα και τους νόμους τού ελληνικού κράτους) υπέρ άλλων συμφερόντων. Πόσο συμβάλει η άγνοια των απλών πολιτών και τί θα μπορούσε να γίνει;

Η ελληνική κοινωνία, λυπάμαι που θα το πω, έχει τους αρχαιολόγους χεσμένους. Το ίδιο και την αρχαιολογία τους. Ο μεγαλύτερος Έλληνας σύγχρονος αρχαιολόγος υπήρξε ο Ανδρόνικος. Έδωσε στην Ελλάδα χρυσάφι, αλλά αυτό το έδιναν χρόνια τυμβωρύχοι, αλεπούδες, σκυλιά κι ανιχνευτές μετάλλων. Η μόνη διαφορά εκείνου και των άλλων ήταν το πού κατέληξε ο χρυσός. Μήπως θέλετε να μιλήσουμε για την Αίγυπτο και για τους θησαυρούς τού Τουταγχαμών και πόσο αυτοί βόηθησαν τον σύγχρονο Αιγύπτιο; Δικτατορίες, πείνα, τρομοκρατία… Εν ολίγοις ναι, η χώρα μας έχει μια αξιοθαύμαστη αρχαιολογική κληρονομιά, αλλά ποτέ οι Έλληνες δεν αισθάνθηκαν ουσιαστικοί της κληρονόμοι. Οι κληρονομιές βοηθούν για ένα καλύτερο μέλλον: είναι στήριγμα και έμπνευση, συνέχεια και αντοχή, ελπίδα και αυτογνωσία. Αλλά για να συντρέξουν όλα αυτά, απαιτείται ανάγνωση/ερμηνεία της κληρονομιάς κι αυτό με τη σειρά του απαιτεί παιδεία. Δεν ξέρω αυτή να δόθηκε ποτέ, οπότε δεν είμαι και ιδιαίτερα αισιόδοξος για το ζήτημα.

-Είστε καθηγητής και η επαφή σας με τα νέα παιδιά είναι άμεση. Για το φαινόμενο της έξαρσης της βίας στους νέους τί έχετε να πείτε; Τί, κατά την άποψή σας, ωθεί τους νέους προς αυτήν την κατεύθυνση;

Έχω περάσει ολόκληρες δεκαετίες δίπλα στους εφήβους και διδάσκοντας έκθεση είχα την ευκαιρία να τους αφουγκράζομαι συνεχώς. Είναι, θα μπορούσα να πω, παιδιά ορφανά ή μάλλον γίνονται όλο και περισσότερο ορφανά. Είναι παιδιά που δεν έχουν «σπίτι», ούτε σημαία. Αθλούνται, μαθαίνουν ξένες γλώσσες, κάνουν φροντιστήρια, αλλά δε ζουν. Και μάλλον από νωρίς μένουν χωρίς ελπίδες και σχέδια. Έχουν γονείς άνεργους, ή σχεδόν, και ζουν σε μια κοινωνία που διδάσκει ότι αν δεν έχουν τα πάντα είναι ένα τίποτα. Και τα περισσότερα παιδιά σήμερα είναι αμόρφωτα με τη βαθιά έννοια της λέξης. Έφηβοι 16-17 και δε γνωρίζουν τί σημαίνουν οι όροι καπιταλισμός, σοσιαλισμός, αναρχία, αριστερός, δεξιός… δε γνωρίζουν ιστορία, ούτε καν την πολύ πρόσφατη ελληνική. Όμως τα μισά γεμίζουν τους τοίχους με γκράφιτι όπως ANTIFA και ACAB και τ’ άλλα μισά θεωρούν ότι κάθε διαδήλωση γίνεται από αλήτες για φασαρίες. Ζουν σε αποτυχημένα σχολεία που ποτέ δεν κατάφεραν να γίνουν καταφύγια. Τουλάχιστον. Γιατί πιο πολύ μοιάζουν με χώρους εξορίας από την αληθινή ζωή, και με χώρους ενός διαρκούς ελέγχου και αξιολόγησης με τη διαφορά ότι ποτέ δεν έγινε σαφής ο λόγος, η ουσία τής αξιολόγησης, άρα και το ίδιο της το νόημα. Και μάλιστα αξιολογούνται ως ικανά ή ανίκανα, αριστούχα ή τεμπέλικα από ανθρώπους που αποφεύγουν μανιασμένα οι ίδιοι να αξιολογηθούν. Είναι μια ατμόσφαιρα Καφκική.

Μην τρέφουμε αυταπάτες: σε μία κοινωνία που νοσεί, η μόνη όαση θα ήταν το σχολείο της; Μαθητές και εκπαιδευτικοί σ’ αυτήν δεν ανήκουν; Απ’ αυτήν δεν προέρχονται; Να πιστέψουμε ότι ο τίτλος τού εκπαιδευτικού είναι κάτι μαγικό που αποκλείει έννοιες όπως βία, ψυχασθένεια, ρατσισμό, συμπλέγματα, αμορφωσιά, ραστώνη, αυταρχισμό, φασισμό, αναξιοκρατία ευνοιοκρατία, λαϊκισμό, σεξισμό… και άρα ότι βρήκαμε τον τρόπο δημιουργίας μιας υγιούς νέας γενιάς; Και οι μαθητές πάλι; Από τί οικογένειες προκύπτουν; Άγιες; Πώς λοιπόν όσα φρικαλέα αναπαράγονται εκτός προαυλίων να μην εμφανίζονται και μέσα σ’ αυτά; Κι επιπλέον τι προσφέρει, τί τάζει αυτή εδώ η κοινωνία στους νέους; Την ανεργία, τους μισθούς πείνας, τη μετανάστευση, το μέσον, την ατιμωρησία των ισχυρών, τον εμπαιγμό από τους πολιτικούς. Θα με παραξένευε λοιπόν αν δεν υπήρχαν βίαια ξεσπάσματα. Τα παιδιά δεν είναι ηλίθια. Βλέπουν τι γίνεται. Και πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η νεανική βία εννέα στις δέκα φορές είναι τυφλή, δεν έχει συγκεκριμένο στόχο. Ακριβώς επειδή είναι βία που προκύπτει από μίμηση, είτε των μεγαλύτερων είτε των θεαμάτων. Είναι βία απόγνωσης. Βία δίχως ιδεολογικό υπόβαθρο και γι’ αυτό βία εξαιρετικά δύσκολα αναχαιτίσιμη. Δεν μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί με αστυνομικούς, με τιμωρίες/αποβολές ή με κοινωνικούς λειτουργούς. Έρχεται από πολύ βαθιά και θα έρχεται όλο και πιο δυναμικά. Είναι βία που προκύπτει από την αρρώστια τής κοινωνίας. Και πώς μια βίαιη κοινωνία ζητά νέους με πραότητα;

-Τί σας προκαλεί τον θαυμασμό;

Οι γυναίκες και κυρίως οι ωραίες γυναίκες.

-Τί έχει σημασία για εσάς;

Η ανθρωπιά, η φιλία, η γενναιοδωρία… τέτοιου είδους πράγματα που ευτυχώς είχα τη χαρά να τα έχω κοντά μου πάντα. Το αληθινό, ξαφνικό, «ευχαριστώ δάσκαλε για όλα» των παλιών μου μαθητών, όταν με συναντούν ως ώριμοι πια. Άλλωστε, δίχως αυτά θα ήταν αδύνατο να καταλάβω βαθιά την πίκρα, την αχαριστία, την προδοσία και -συγχωρέστε μου το παλιακό της έκφρασής μου- την πουστιά και την πουτανιά. Εν τέλει, σημασία έχει η ζωή: ένα κακοποιημένο σκυλί που μπορείς να το ηρεμήσεις και να ξεπεράσει τις φοβίες του, η μυρωδιά ενός ωραίου κυριακάτικου φαγητού, ένα φιλί που δόθηκε κι ένα που θα μπορούσε να είχε δοθεί.

-Τί αγαπάτε ιδιαίτερα;

Το ρούμι, τα τηγανητά αυγά μάτια με πολλή ρίγανη, να οδηγώ άσκοπα με συννεφιά, τις αράχνες, λατρεύω τις αράχνες, τον ερωτισμό στη ζωγραφική, τα ποτάμια. Απεχθάνομαι τον θόρυβο από τις εξατμίσεις τα μηχανάκια, από τις παρέες που φωνασκούν στα καφέ στις ταβέρνες και στις παραλίες, από τα ring tones των κινητών, εν τέλει ορίζω τον θόρυβο ως το αντίθετο του πολιτισμού. Επίσης μ’ αρέσουν πολύ τα αγριολούλουδα, τα σπήλαια τα κοχύλια. Και βέβαια… το γέλιο. Δε ζω εύκολα χωρία αυτό.

-Ποιά είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

Δε θα τα πω, γιατί θ’ αρχίσει να γελάει ο Θεός. Αν και θα μου άρεσε, γιατί παραείναι σοβαρός τελευταία.

Γιατί στον τόπο σας
μοιάζουν με έλικες τα φέρετρα,
τους ρώτησα.
Γιατί πεθαίνουμε σαν γιασεμιά,
μου είπανε
και δε χωράμε αλλιώς στις νύχτες.

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Άγγελος Ήβος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1961. Είναι Δρ. Προϊστορικής Αρχαιολογίας και Εθνολογίας.

Εργογραφία: Δημοσίευσε αρκετά επιστημονικά άρθρα για την παλαιολιθική εποχή στην Ελλάδα και για την αντίληψη του χρόνου στις προϊστορικές σπουδές, όπως και το «Εγχειρίδιο Αρχαιοκαπηλίας, επίσημης και ανεπίσημης» (Περίπλους, 2003). Το «Άγγελος Ήβος» είναι ένα από τα ψευδώνυμα του Β. Σ. Παπακωνσταντίνου, αυτό που χρησιμοποιεί κυρίως στα ποιητικά του έργα. Στα σατυρικά του έργα: ως Εμμανουήλ Κυδώνης μάς έχει προσφέρει το «βλάσφημο» έργο συμβουλών υπέρβασης της κρίσης «Δια Χειρός Ελλήνων» (Περίπλους, 2011), ως ανώνυμος ή Σέβη Εράσμου την «Ψ-Ολυμπιάδα (Περίπλους) και ως Ερμόλαος Πυρομούστακος το «περί μαθημάτων ιδιαιτέρων» (Περίπλους). Ποίηση: Ως Άγγελος Ήβος και πάλι παρουσίασε στο περιοδικό Κλεψύδρα (τεύχος 6, Μάιος 2014) το, αν μη τι άλλο, πανέξυπνο πόνημα «Επτά Ανέκδοτα Ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη».

«Αχέ», Μαυρίδης, 1980 «Παραδόσεις Απαλής Ανατοµίας», Ίβυκος, 1999 «Ορέων Και Θανάτων», Ίβυκος, 1999 «Ξερολιθιά», Πάροδος, 2000 «Νηών Κατάλογος», Ίβυκος, 2002 «Των Γυναικών Τα Στήθη», Ίβυκος, 2002 «Εικαστική Απεικόνισις Έκτορος Κακναβάτου», Ίβυκος, 2005 «Εβίβα Λα Ρεβολουτσιόν», Αυτοέκδοση, 2016 «Όπως Κυλάει Ο Λένας», Κύµα, 2018 «Ναπάλµι», Άγγελος Ήβος και Φαίη Νταν, Κύφαντα, 202 «Κρεμασμένων Πολιτείες» Αγρίνιο, 2023.

*Αναδημοσίευση απο εδώ: https://filologikosomilos.com/2024/03/06/%ce%ac%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%bf%cf%82-%ce%ae%ce%b2%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%ad%ce%bb%ce%b7%cf%82-%cf%83-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84/?fbclid=IwAR3N-XAWLwi0VMqDuFTYsoubMPKryhFPiJopjIvjpDwgRwZqF01KkAUp_wI

Γρηγόρης Σακαλής, Μέρες σκοτεινές

Αποκλεισμένος
μέσα στη βαρυχειμωνιά
της ζωής σου
περιμένεις απελπισμένα
τις Αλκυονίδες μέρες
να πάρεις βαθιές ανάσες
να βγει ο ήλιος
να γεμίσουν
τα μάτια σου φως
και η ψυχή σου
ν΄ανατείλει και να γαληνέψει
όμως αυτές
δεν έρχονται
το χιόνι εξακολουθεί
να πέφτει
η μελαγχολία
ξεχειλίζει μέσα σου
μα δεν πτοείσαι
δεν μπορεί, λες
θα ΄ρθουν οι Αλκυονίδες
και θα κρατήσουν
για πάντα.

Απόκριες, μάσκες και πιερότοι – Ποιήματα και τραγούδια

Μια μικρή επιλογή ποιημάτων και τραγουδιών με θέμα τις Απόκριες καθώς και για τον τρόπο που εμπνέουν τόσο την τέχνη, όσο και την καθημερινότητά μας.

Επιλογή: Ειρηναίος Μαράκης

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Στις χαραυγές ξεχνιέμαι

Μάσκα δεν έχω να γυρνώ στο καρναβάλι ετούτο
μόνο μια απόχη να τρυγώ της θάλασσας την πονηριά
και της σιωπής τον πλούτο

Bάρα καλή, βάρα γερή, μια ντουφεκιά ζαχαρωτή
κι άσε να νιώσει η γαλαρία του χαρτοπόλεμου τη βία

Σκουπίδι η σκέψη την πετώ, τη λογική απαρνιέμαι
μ’ ένα σαράκι αρμένικο για δρόμους που δε θέλησα
στις χαραυγές ξεχνιέμαι

Bάστα το νου, βάστα το νου να μην γκρινιάξει του καιρού
πού ‘φτιαξε με τον πόνο κλίκα και τσιγκουνεύεται στη γλύκα

Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Τραγούδι: Γιώργος Μιχαήλ (Δίσκος: Αγία Νοσταλγία, 1993)

*

Μίλτος Σαχτούρης, Η Αποκριά

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο με παγωμένα δόντια
 
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο.

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά.

(Με το πρόσωπο στον τοίχο, 1952)

Αθήνα, Ζάππειον, παιδάκια ντυμένα αποκριάτικα, 1918. Φωτο: Pierre C. Machard. / https://www.lifo.gr/now/greece/apokries-kai-koyloyma-stin-palia-athina

Κώστας Καρυωτάκης, Αποκριάτικο

Με ξέσκεπα τα στήθια, με κρυμμένα
τα μάγουλα στη μάσκα, τριγυρίζουν
οι βλάχες, οι κοντέσες, και χαρίζουν
ολούθε χαμογέλια ονειρεμένα.

Πιερότοι κι αρλεκίνοι, μ’ αναμμένα
τα μάτια τους, τις γύμνιες αντικρίζουν
και —απόκριση στα γέλια— πλημμυρίζουν
τη γλύκα πά’ στα χείλια τα βαμμένα,

τη γλύκα του φιλιού. Κάποιος ιππότης
με μια που ’ναι ντυμένη σα δεσπότης
—παράξενο ζευγάρι— σιργιανάει.

Κι ο διάολος μες στου ντόμινου τ’ ατλάζι
φιλιά μ’ έν’ αγγελούδι σαν αλλάζει,
ουρλιάζοντας τη μαύρη ουρά κουνάει.

(Εφηβικοί στίχοι, 1913 – 1916)

*

Μήτσος Παπανικολάου, Αποκριάτικα

I

Πω, πω, τι κρύο κάνει…
επάγωσαν οι μάσκες στις βιτρίνες∙
ένα τριμμένο ντόμινο πώς να ζεστάνει
την καρδιά μου την άδεια σαν κι εκείνες;

Είχα μι’ αγάπη που πάει να σβήσει –
δε θα μπορούσε ακόμα να κρατήσει;
Αύριο θά ’χουμε Άνοιξη κι Απρίλη
κι εμείς δε θά ’μαστε ούτε φίλοι…

Ήταν γραφτό της όμως να πεθάνει
μέσα στην παγωμένη Αποκριά,
έτσι απ’ το κρύο, όπως μια γριά
που δεν υπάρχει τίποτε να τη ζεστάνει…

ΙΙ

Όλο βροχές Αποκριές,
ντόμινα μαύρα σα γριές,
και φθισικοί πιερότοι,
γεροντοκόρη νιότη.

Στους δρόμους πανηγύρι,
κι από το κοιμητήρι
φωνάζουν οι καμπάνες
τις πονεμένες μάνες.

Αχ, η ζωή είναι λίγη
κι είν’ η χαρά μεγάλη

(1928)

*

Γιάννης Σκαρίμπας, Χαλκίδα



Νάν’ σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ’ όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν’ σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έτσι νάν’ σπασμένοι, νά φυσά απ’ τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

(Ουλαλούμ, 1936)

Μανώλης Ρασούλης, Ντύθηκες Μακρυγιάννης τις Αποκριές

Ντύθηκες Μακρυγιάννης τις απόκριες
κι άρχισες να μιλάς για ελευθερία
σ’ εμάς που ακόμα δεν έκλεισαν οι πληγές
και τρέχουν μια πηχτή θανάσιμη ιστορία.

Ήρωά μου, αίνιγμά μου
και στο τρόλεϊ γείτονά μου
ανθρωπάκο καθημερινέ
σ’ έχω συνεταίρο
για τα περαιτέρω
ένοχε μαζί κι αθώε μου εαυτέ.

Έλεγες ήρθα να σας λύσω τα δεσμά
και μες στου Φλόκα είσαι δύο αιώνες
καφέ να πίνεις και η λήθη να κερνά
ποιος θ’ ανταμείψει πια τους τόσους μας αγώνες;

Λέοντας, χαμαιλέοντας κι οδηγητής
κι όλοι ντυμένοι πάντα κάποιον άλλο
εγώ, εσείς κι αυτοί στο τέλος της γιορτής
θα μοιραστούμε της αλήθειας το ρεγάλο.

Μουσική: Μάνος Λοΐζος – Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Για μια μέρα ζωής, 1980)

*

Ρώμος Φιλύρας, Ο πιερρότος

Πιερρότοι εσύ κι’ εγώ κι άλλοι κοντά του,
κι’ αυτός τόσο σωστός μ’ άσπρη ζακέττα,
παίζαμε με τη φόρμα του, ρίχναμε κάτου
τ’ ομοίωμά του – χρώμα σε παλέττα.

Φτιάναμ’ εμείς τη στάση του μαζί του,
ήταν τυχαία και το σύμβολό μας˙
στο πέταγμα, στην τοποθέτησή του,
είχε τον ξένο μορφασμό και το δικό μας.

Ήταν ειρωνικός, μα και θλιμμένος,
στο παλκοσένικο ένας μώμος τραγικός,
ήταν ολοφυρόμενος, απεγνωσμένος,
σαν εμπροστά σε θαύμα, εκστατικός.

Ανάμπαιζε με τη δική του κάθε πόζα,
ενώ την είχε πάρει από τεχνίτη,
και στα κυττάγματά του τα σκαμπρόζα,
εμάντευες το δύσκολο και ψηλομύτη.

Ήταν αυτός, ολόκληρος κι’ ωραίος,
ανθρώπινος πολύ στη μπατιστένια
στολή του, στα κουμπιά του, φευγαλέος,
βραχνάς απ΄ τους βαθύτερους στην έννοια.

Κι’ έξαφνα, καθώς έγερνε, ήταν όλος
μια σκεπτική κι’ επιγνωσμένη εικόνα,
διανοητικός κι’ όμως μαριόλος,
δίπλωνε χαριέστατα το γόνα.

Σα νάταν ανεμπόδιστος στην πλάση,
χωρίς την ψεύτικην ευγένεια και τη γνώση,
ελεύθερος να κλάψει ή να γελάσει,
δίχως ν’ ακούσει σχόλια ή ν’ αρθρώσει.

Είχε του θετικού την παρουσία,
το ρεμβασμό ενός όντος νοητικού,
ευπρέπεια πολλή, ετοιμολογία,
κι ύφος κρυψίνου σ’ έμπασμα ιερού.

Άλλοτε είχε αυθάδεια μεγάλη
κι’ έπαιρνε η φάτσα του έκφραση πικρή,
περιφρονούσε τις κυρίες όπου οι άλλοι
θαυμάζανε, και του φαινόντουσαν μικροί!

Είχε χολή σε υπόσταση πανένια,
πλαστογραφούσε υπόκριση ρητή,
κι’ εσυγχυζότανε σα νιόκοπη γαρντένια
με τεχνητή καμέλια στο κουτί.

Είχε πρωθύστερη η μορφή του σημασία,
κι’ όμως μας απατούσε όλους μαζί,
κι’ ενώ ήταν άνθρωπος σωστός, ουσία
γυρεύαμε και θέλαμε να ζει…



Η χαμηλή φωνή – Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς, μια ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, εκδόσεις Νεφέλη, 1990)

*

Γιάννης Βαρβέρης, Μασκέ

Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
Εδώ τις έχω τις στολές
αναποφάσιστες:

Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
Κι αν τα’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
έναν εκ γενετής συνταξιούχο.


(Άκυρο θαύμα, 1996)

*

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Αποκριάτικο

Ήταν να μ’ έβρεις

Απροετοίμαστο
Στο καρναβάλι…
Με κάποια μάσκα στο
Κεφάλι.

Ήταν να μ’ έβρεις
Απροετοίμαστο
Σ’ άγνωστο πλήθος…
Με το ίδιο σφίξιμο
Στο στήθος.

Ήταν να μ’ έβρεις
Απροετοίμαστο
Και πάλι μόνο…
Σε μια παρτίδα που
Δεν σώνω.



(Η ασφαλής ομήγυρη, αυτοέκδοση, 2015)

*

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Απόκριες



Τις Απόκριες σκέφτομαι
να ντυθώ γυμνιστής
να τα πετάξω όλα.
Να διώξω το ψέμα.
Να πετάξω το προσωπείο μου
να αποκτήσω πρόσωπο.
Να σκίσω τους συμβιβασμούς
να κόψω τα λουριά.
Να μείνω γυμνός
και με την αλήθεια μου γυμνή
να κάνουμε έρωτα.



(Μεταμοντέρνες αυταπάτες, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2021)

*

Γεράσιμος Δενδρινός, Μάσκες



Μόνο όταν φύγεις μακριά,
τότε θ’ αφαιρέσω το προσωπείο
πίνοντας στην υγειά σου το αγαπημένο σου ποτό,
μήπως και ναρκωθεί για πάντα η μνήμη
και σβήσουν επιτέλους απ’ τον νου μου
οι εικόνες, οι κουβέντες και τα ψιθυρίσματα
σε ήσυχα δωμάτια με έντονη τη μυρωδιά των σωμάτων
που παραδόθηκαν τόσο εύκολα
στα ηδονικά μυστικά της νύχτας.



(Πρώτη δημοσίευση: Πέντε ανέκδοτα ποιήματα, Fractal, 2015)

*

Δημήτρης Μπαλτάς, Απόκριες

Πετούσε ψηλά, πολύ ψηλά∙
τρόμαζαν οι γονείς του
μήπως πέσει στη θάλασσα.

Κι αυτό όλο μπλεκόταν στα σύννεφα
και αντηχούσε μελωδίες και ήχους
συγγενικούς με το πρώτο τ’ ουρανού κλάμα.

Κι όλο πετούσε, πετούσε ψηλά
πιάνοντας κουβέντα με τα πουλιά,
χαζεύοντας τα θαλασσοπούλια.



Κι όλο ξεμάκραινε, κι όλο πετούσε
με τα μάτια να γυαλίζουν,
με την ψυχή του ανατέλλουσα εκτυφλωτική.

Κι όλο ξανοιγόταν και χόρευε μακριά
απ’ το ερεβώδες σάλπισμα του συμβατικά
αναμενόμενου, μακριά απ’ το επιλήσμον λεφούσι.

Κι όλο απομακρυνόταν άπεφθος κι αμέρωπος
μακριά από μελανείμονες υποσχέσεις,
μακριά απ’ τις καθημαγμένες συνειδήσεις.

Και οι γονείς του σκιρτούσαν από λαχτάρα
μα κι από φόβο και δεν ξεχώριζαν πια αν πετούσε
ο χαρταετός ή το παιδί τους.



(Τα λεπτά της σιωπής, εκδόσεις Κάκτος, 2023)

*

Ειρηναίος Μαράκης, Μάσκες

Κάθε Αποκριά μάσκες βάζουμε
πάνω από τις μάσκες μας
όχι από διάθεση για αλλαγή
αλλά για να κοροϊδέψουμε
τον καθρέφτη που κάθε νύχτα
μας δείχνει όπως ακριβώς είμαστε
γελοίους, ηλίθιους και τόσο τραγικούς
που την ατολμία μας για συγκρούσεις
γιορτή τη βαφτίσαμε
και διάθεση για ψυχαγωγία,
κάθε Αποκριά μάσκες βάζουμε
πάνω από τις μάσκες μας
πολύχρωμα γυαλιά
για να μην αναγνωρίσουμε
το φρικτό πρόσωπο του πολέμου,
τα μάτια των παιδιών
να μην αντικρίσουμε
που ζητούν παιγνίδι, αγάπη και λίγο ουρανό
μέσα σ’ ένα κόσμο
που στο παζάρι αντάλλαξε
τα όνειρα του
με κομφετί και πλαστικά μπιχλιμπίδια
κινεζικής κατασκευής.

(Πρώτη δημοσίευση: Χιώτικη Διαφάνεια, ειδησεογραφική σελίδα, στη στήλη που γράφει και επιμελείται η αρθρογράφος-ερευνήτρια Τασσώ Γαΐλα, 2019)


Από κάποιο παλιό Πατρινό Καρναβάλι / https://www.carnivalpatras.gr/gallery/old-photos/