Νικόλας Κουτσοδόντης, Νησιώτικη ηθική

Artwork: Oswaldo Guayasamín

Αμέριμνα νησιά. Ήταν του καραβιού η άπαρση προλάβαν το παιδί και είχε στη σχολική του τσάντα α γνώστου προορισμού εισιτήριο. Προς άλλο νησί προς την ηπειρωτική Ελλάδα – μακριά από δω – το αποκληρωμένο το που δε θα παντρευτεί δε θα προσφέρει τσιρίδες δυνατές στο σπίτι προς χαράν των παππούδων. Η μάνα καραμούζα ούρλιαζε φέρτε τον γυρίστε τον μου πίσω και να η πεθερά που θα ‘χε καταγγείλει στις αρχές έστω κι ένα βιαστικό χαστούκι και να η αποθαλασσιά στων αδελφών του τα δωμάτια. Είχε πει κάλλιο στο βένθος των νερών να τον δει πάρα πολλών γενιών λογιστών τ’ όνομα να λερώσει. Εκεί στη σκουριασμένη δέστρα κάθισε τον κώλο του εκεί τον βρήκε ο πατέρας χίλιες υποσχέσεις για παράβλεψη. Έλα γύρνα στα τυροπιτάκια της μαμάς. Δε θα σε κρίνω μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι και μόνος να θυμάσαι θα πεθάνεις.

*Από τη συλλογή “Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι”, εκδόσεις θράκα, β΄ έκδοση, Ιανουάριος 2023.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

ε!
ποιητή!
τόση ώρα σε
παρατηρώ
-κάτι τρέχει με σένα ε;-
ίσως η νύχτα;
οι μοναχικοί περίπατοι;
οι μακρινές μελωδίες;
ξεκίνα λοιπόν
πες μου λίγη απ’ την
ιστορία σου
ποιητή!
κλόουν του ανέφικτου

*

άγιοι

δε θα ξεχαστούν ποτέ τα
λερωμένα όμορφα
πρόσωπα τους
οι γεμάτες αγωνία
ματιές
τα αιωρούμενα χέρια
και οι φωνές τους
καθώς καιγόντουσαν:
«πάρτε μας γρήγορα από εδώ!
Αυτός ο κόσμος είναι
για τους πετυχημένους!»

*Από την συλλογή “αντιηρωικό”, Ιανουάριος 2016.

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Δύο ποιήματα

ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Τα πουλιά έδωσαν την ημέρα
λίγο προτού χαράξει
και η είδηση ότι ξεκίνησε
να κινείται ο κόσμος,
από το σκοτάδι στο φως,
κύκλωσε το τετραγωνισμένο
πρωινό μετά τον ξένο ύπνο.
Δεν αρχίζω για να επιθυμήσω
αλλά για να διατηρήσω
με στεφάνι την επιθυμία εκείνη.
Η συνήθεια με συνδέει με τον κόσμο.
Γράφοντας σε έναν φορητό
υπολογιστή, από άλλα θρανία,
παράθυρα, τοπία,
νιώθω πως τελικά μπορώ κι εγώ
να κουβαλάω εμένα,
όταν δεν με χρειάζονται,
για να αποδώσω το πένθος
της πρώτης προσωπικής επιθυμίας.

*

ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ

Όταν εκείνοι φεύγουν, τα δώρα σου
επιστρέφονται, για να διαβάσεις
ξανά τις λέξεις που τους αφιέρωσες.
Όταν οι φωνές εκείνες ξαποσταίνουν
κάπου στο μυαλό σου, στη λίμνη
με τις αγριόχηνες, θυμάσαι
τις αντιδράσεις τους, όσα δεν έρχονται
μπροστά σου με ζέση, φλόγα, όρεξη.
Εσύ είσαι τώρα το δώρο,
το απόθεμα των λέξεων και ο βήχας,
αυτό που μένει σε έναν κόσμο άδειο
από την παρουσία τους.
Πολλοί θα μεριμνήσουν για σοφίες·
μαζί τους κι εγώ πρέπει
να συμφωνήσω, όπως συνηθίζεται,
αλλά έχει πλέον αλλάξει ο τρόπος
να προκαλώ τα καλέσματα.

*Από τη συλλογή “Υδρούσα – Οφιούσα”, εκδ. Κέδρος 2021.

María Auxiliadora Álvarez, The Sound of Existence / Υπαρξιακός ήχος

to Diana

Say your name softly over mine

and repeat it
every night
before each song
of sleep

                             so that my name will fade away
                                              under yours

and your voice
may be the only
sound of existence.

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΣ ΗΧΟΣ

Για τη Ντιάνα

Φώναξε τ’ όνομα σου απαλά
μα πάνω απ’ το δικό μου

να το επαναλαμβάνεις
κάθε νύχτα
πριν κάθε τραγούδι
προτού να κοιμηθείς

και τ’ όνομα μου λίγο λίγο θα σβήνει
κάτω απ’ το δικό σου

και η φωνή σου
μοναδικός υπαρξιακός ήχος

*María Auxiliadora Álvarez (Venezuela, 1956). Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης / Translated by Manolis Aligizakis.

**Παρμένο από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2024/03/29/ithaca-series-poem-670/#like-22207 (αλλά με δική μας επιλογή στην εικόνα).

Κωστής Τριανταφύλλου, Μπαλκόνι με θέα  ή το τέλος του κόσμου

τραπεζοκαθίσματα ασφυκτικά γεμάτα οχλαγωγία για το θεαθήναι
και στο βάθος
της άπλετα φωταγωγημένης θέας
οι πόλεμοι ξεφυτρώνουν
ο ένας μετά τον άλλον
τα διαλυμένα κράτη διαδέχονται
το ένα μετά το άλλο
στον βωμό των υπερδυνάμεων
οι σφαγές αθώων
οι βιασμοί
τα μωρά έξω απο τις θερμοκοιτίδες
να πεθαίνουν απο έλλειψη ηλεκτρικού
κομμένα χέρια
καμμένα πόδια

και είπαμε πως μετά το Άουσβιτς
δεν θα ξαναϋπάρξει γενοκτονία!

http://www.costis.eu

Πέτρος Κ. Βελούδας, Τα λιμνάζοντα ύδατα της ποίησης 

Λιμνάζοντα ύδατα αφορμές
συγκρούσεων στο επίπεδο
μιας αδιαπραγμάτευτης
υπερφίαλης εγωκεντρικότητας.

Προτάσεις για ανταλλαγή εκφράσεων
κάτω από την σκέπη ανώριμων μελανιών.
Εικονικές συχνότητες κυμάτων,
μιας μαγεμένης παλίρροιας στοχασμών
που διαπερνά νοητικά καλώδια,
τεχνητής όσφρησης, μελαγχολικών
φορτισμένων ψυχικά συναισθηματισμών
και αντιλήψεων…

Όσοι γνωρίζουν να αναγνωρίζουν
τις λέξεις δεν ντρέπονται να τις
κοιτάξουν κατάματα, αφού ούτε
οι ίδιες κολυμπούν σε ρηχά διανοούμενα
ύδατα, ούτε όμως συνομιλούν σε εξοργιστικά
υπόγεια ρεύματα και τρυφηλά σκαμπανεβάσματα
σε πλοίο ποίησης που αγκυροβολεί σε στεριές
πνευματικής σιωπής.

Οι σκέψεις τυραννιούνται την νύχτα,
η αυπνία τους γίνεται σπόγγος φεγγαριού
παλεύοντας με αστρικά ξίφη και ασπίδες
τα ουράνια μαξιλάρια των ατίθασων συννεφιών.

Λιμνάζοντα μα εσωτερικά γαλήνια
ποιητικά ύδατα, φράσεις και επιφωνήματα όντας
αναψυκτικά ροφήματα κυλούν σαγηνευτικά
στα χείλη των διψασμένων για αιώνια δροσιά
χάρτινων σελίδων, έχοντας σκαρώσει λέξεις
και σταυρωμένα επιρρήματα σε ολόκληρες
επικεφαλίδες της σύγχρονης πληκτικής,
άγευστης απορρέοντας ξύλινο λόγο γνώσης.

Τότε σαν από μηχανής Θεός έρχεται το φιλί
το λυτρωτικό, καρδιακό της ποίησης για να
λυτρώσει δισταγμούς, έγνοιες και ψυχαγωγούμενες
οι σελίδες αναπλάθουν φωτεινά δίχως ρουτίνες
και γκρίζα σπίτια ή μια γκρίζα γειτονιά
ο έσω ψυχικός ήλιος λούζει με τις στιχουργικές
του αχτίνες, δίνοντας νόημα αληθινό
σε έναν κουρασμένο ταξιδιώτη
τον πληθωρικό του “γίγνεσθαι”… ντουνιά!

Γεωργία  Διάκου, Ποιήματα

Φωτογραφία: Joao Cabral

Όπως είπε η Άρια

είναι ένα φίδι κομμένο
που μοιάζει με φυτό
είναι φυτό που πέρασα για φίδι

Ένα απόγευμα οι φίλες μου σέρβιραν καφέ
με τα ράμφη τους γερμένα στο παράθυρο

Είμαστε φως ή αυτό που το εμποδίζει;
Η μητέρα προβάρει φούστα για παρέλαση
“ Ένα παλιό θεατρικό.” λέει “ Κανένας λόγος ανησυχίας.”

Τις τίγρεις τις ταΐζουμε με μπιμπερό
ρίχνουμε μια στάλα στον αγκώνα μας
και προσπαθούμε να την γλείψουμε

στη θερμοκρασία θα φανεί η πιο ευλύγιστη
αυτή που σπάει κόκαλο στην οδηγία
το τσίρκο το επιλέξαμε για σπίτι
κανείς δεν σε παρακολουθεί όταν μετακινείσαι διαρκώς

Διαλέγει αυτή με τη δαντέλα στο τελείωμα
“Στο θέατρο φοράμε τα καλά μας.” λέει
και στο χερούλι δένει μια τούφα από τα μαλλιά της
να πάρω εγώ κληρονομιά, το ακροβατικό της κρέμασμα

Για τον πατέρα έβαλα μια καρέκλα δίπλα
αν γυρίσει ανάποδα στον ύπνο του
από τη μεριά της πλάτης
δίπλα στο κρεβάτι του την έβαλα
να μην πέσει και πεθάνει πιο νωρίς
είναι άρρωστος ακόμη

“Μαζέψτε τα σκυλιά” φωνάζει “ Αυτές τις γριές απ’ το παράθυρο σκοτώστε.”
Έχουμε μπει στη νύχτα, οι φίλες μoυ έχασαν τα ράμφη
μεγάλωσαν ανθρώπινα ως γυναίκες

Κλείνω το φως να μην τις βλέπει και τα σκυλιά ταίζω με κονσέρβες

Πήρα το φυτό στο στήθος μου
και ζωντανεύει φίδι
ήδη γυμνή παρουσιάζω
την πρώτη σκηνή της εκδίωξης
Αυτή είναι η άγγελος που κλαίει στη μηλιά της

Για τις παραστάσεις που δίνω εσωτερικά δεν μιλάω σε κανέναν
ρίχνω μηνύματα στη μέση μου, στο σπόνδυλο με το κενό
για να θυμάμαι εγώ τις βασικές αρχές της ηδονής
το χάδι και τον πόνο

*

περίπτωση εφημερίας

Ήταν το μισό της πρόσωπο
από το κόκαλο φαγωμένο
ένα μπλαβί ηλεκτρικό, ανάκατο
στα είκοσί της χρόνια

“Όχι καθρέφτες παρακαλώ. Φτιάξτε με να πάω στη δουλειά να μην απολυθώ.”

και το δάχτυλο να τρέχει στη βελόνα
να φτάσει πρώτο την τιμή
να βγει διαβήτης νικητής
παιδί ρισκάρει πήδημα
και πέφτει

“ Όταν έφυγε είχε κρύο. Κρύο για εδώ και χιόνι. Η εποχή μου, γρύλισε. Άφησε τις ινσουλίνες.
Πάω από εδώ.”

Άννα Ιωαννίδου, Τρία ποιήματα

Paul Klee, Young Tree (1932)

ΕΝΣΤΑΣΗ

Οι άνθρωποι μια ζωή
κοιτάνε να ριμάρουν.

Γέφυρα πλίνθινη
η ομοιόμορφη κατάληξη
σα να σε περιμένει το φάδι της ζωής
στην επόμενη στροφή
να σου ριγάρει τα όνειρα.

Κι όμως,
στον ελεύθερο στίχο χορεύει το ποίημα.
Κι ευτυχώς που ακόμα υπάρχουν αυτοί
που κυκλοφορούν
με στραβό το διάφραγμα.

*

ΠΕΡΙ ΛΟΓΟΥ

Δεν χρειάζονται οι λέξεις
χρώματα κι αρώματα
για να τις καταπιεί ευκολότερα ένα λαρύγγι

και τα αγκάθια των λουλουδιών,
ας μην μπερδεύονται
μ’ εκείνο το κεντρί των φωνηέντων..

Ας μείνει,
κάθε ανθός στον κήπο του
και κάθε στίχος στον δικό μας.

*

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ

Χρειάζεται ειδικό ύπτιο
για να μπορείς να πας μπροστά.

Και τις αληθινές σκάλες
μόνο κατεβαίνοντας
τις ανεβαίνεις.

*Από τη συλλογή «αποτυπώματα», εκδ. Αρμίδα, 2022.

Σταύρος Βαβούρης, Ένας λόγος για την εγκαρτέρηση και τη φυγή

Ο ουρανός κοιτάζει, όπως συνήθως, σκοτεινός.
Μετέχει, δεν μετέχει;
Είναι κάτι που δεν θα καταλάβουμε ποτέ.
Όπως κάθε μέρα συννεφιάζει και ξανοίγει
κατά τις κυκλικές του διαθέσεις

μη ρωτήσεις.
Δεν υπάρχει ελπίς νʼ αποκριθεί
ή να κάνει απλώς, έστω, μια νύξη
να υποδείξει κάπως μια κατεύθυνση
να κάνει ένʼ αόριστο σινιάλο.
Όχι,
τέτοια πιθανότης δεν υπάρχει.

Όσο για κάτω, εδώ
είναι μιʼ άλλη ιστορία:
Πράγματα δυστυχώς καθορισμένα και σαφή:
Το ποτάμι, από τη μια μεριά φουσκώνει
ο αέρας απʼ την άλλη, μαίνεται:
«Θαρθείς, θαρθείς λοιπόν;»
ρωτάει με τα παράφορα τραγούδια του,
κι έτσι η τραγωδία
που μόνο αορίστως διεγράφετο
ιίθεται σαφώς:
Πρέπει να πάρεις, όπως πάντα
στην πιο ακατάλληλη στιγμή για σκέψη
μιαν απόφαση:

Θα μείνεις;
Θα πας;

Οι προτομές στο πάρκο, οι προσόψεις των κτιρίων
σʼ ατενίζουν θλιβερά:
Δηλαδή «αι γραπται παραδόσεις,
οι τύμβοι των αγωνιστών
αυτοί που υπέμειναν κι έπεσαν
“τοις (ε) κείνων ρήμασι πειθόμενοι”
τι θα γίνουν, θα τα πάρει το νερό;»
Είναι ανάγκη να υψωθούν καινούργια υδατοφράγματα.
Πρέπει λοιπόν να μείνεις.
Τʼ αγάλματα ατενίζουν σταθερά:
«Να μείνεις».

Ο αέρας όμως έχει ξεφρενιάσει·
σπρώχνει μέσα στο στήθος σου
ένʼ αφηνιασμένο ιππικό
και λύσσαξε·
τυλίγει το κεφάλι σου βουερά
μʼ αλλόκοτους ρυθμούς
«κι απόψε, απόψε» τραγουδάει
«απόψε είνʼ το τελευταίο δρομολόγιο·
θαρθείς;»

Οι αλλοτινοί φραγμοί να ʼχουν σαπίσει,
το ποτάμι νʼ ανεβαίνει, νʼ ανεβαίνει αριστερά,
ο αέρας δεξιά
απάνω γρίφος ο ουρανός: αίνιγμα αιώνων
σύνολον: κυκεώνας
κι ανάμεσά του Εσύ
μʼ ένα κοπάδι αλόγων λυσσασμένων
που ήδη εκυριάρχησαν
ήδη καλπάζουν έξω από τα μάτια σου
σέρνουν και ξεσκίζουν με τα γκέμια τους τα χέρια σου·

θα φύγεις; Θα υπομείνεις;

Τα σπίτια που ατενίζουν θλιβερά
κι η κραυγή:

«Μα εγώ, δεν είμαι ακόμα προτομή
μη με βασανίζετε
δεν είμαι πέτρα εγώ».

*Από την ποιητική ενότητα «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

Κρίτων Αθανασούλης, Απόσπασμα από την διαθήκη μου

Δεν θέλω να γενείς περίγελος του κόσμου.
Σου αφήνω τον ίδιον ήλιο που άφησε σε μένα
ο πατέρας. Τ’άστρα θα φέγγουνε ίδια, οι νύχτες
ίδια θα σε καλούν σε γλυκόν ύπνο,
η θάλασσα θα σε γεμίζει όνειρα. Σ’αφήνω
το πικραμένο μου χαμόγελο να το ασωτέψεις,
όμως μη με προδώσεις. Σήμερα ο κόσμος τούτος
είναι φτωχός. Ματώθηκε πολύ ο κόσμος τούτος
κι απόμεινε φτωχός. Γίνου εσύ πλούσιος
κερδίζοντας του κόσμου την αγάπη.
Σ’αφήνω τον μισοτελειωμένο αγώνα
και το όπλο μου με την πυρακτωμένη κάνη.
Μη το κρεμάσεις στον τοίχο. Ο κόσμος το’χει ανάγκη.
Σου αφήνω το παράπονό μου. Τόσο πόνο
κερδισμένο στις μάχες του καιρού μου.
Να θυμάσαι. Αυτή την εντολή σου αφήνω.
Να θυμάσαι θα πει να μην πεθάνεις.
Μην πεις ανάξιος ότι στάθηκα, ότι
με πήρε μπρος η απελπισιά και πίσω
ξέμεινα στο χαράκωμα. Αχ, μύρια φώναξα «όχι»,
αλλά φυσούσε αγέρας πολύς, βροχή, χαλάζι
κι έθαψαν τη φωνή μου. Σ’αφήνω
την ιστορία μου γραμμένη με το χέρι
κάποιας ελπίδας. Εσύ να την τελειώσεις.
Σ’αφήνω των ηρώων τ’αγάλματα
με κομμένα χέρια, παιδιά που δεν προφτάσαν
να πάρουν το σεμνό σχήμα του ανθρώπου,
μητέρες μαυροφόρετες, κόρες ατιμασμένες.
Σ’αφήνω του Μπέλσεν και του Άουσβιτς τη μνήμη.
Μην αργήσεις να μεγαλώσεις. Θρέψε καλά
την απαλή καρδιά σου με τη σάρκα
της ειρήνης του κόσμου, αγόρι, αγόρι.
Μάθε, εκατομμύρια αδέλφια σου αθώα
χάθηκαν μονομιάς στα κρύα τα χιόνια
σ’ένα τάφο κοινό κι αποριγμένο.
Κι ονομάζονται εχθροί,ώ, οι εχθροί του μίσους.
Σ’αφήνω τη διεύθυνση του τάφου
να πας το επίγραμμά μου ν’αναγνώσεις.
Σ’αφήνω τα στρατόπεδα της πόλης
ανάμεσα σ’αιχμαλώτους που λένε
όλο ναι και μέσα τους βρυχιέται
το σκλαβωμένο τ’ όχι του ελεύθερου.
Είμαι κι εγώ απ’αυτούς που απ’έξω λένε
της ανάγκης το ναι, μέσα μου θρέφω τ’όχι.
Έτσι έγινε ο καιρός μου. Στρέψε
το γλυκό βλέμμα σου στην άχαρή μας δύση.
Το ψωμί είναι πετρωμένο, το νερό λάσπη
κι η αλήθεια είναι πουλί χωρίς τραγούδι.
Αυτά σ’αφήνω. Κέρδισα το θάρρος
νά’μαι περήφανος. Προσπάθησε να ζήσεις.
Πήδα το φράγμα μόνος σου κι ελευθερώσου.
Σε περιμένω να μου πεις. Αυτά σ’αφήνω.

*Από τη συλλογή “Δύο άνθρωποι μέσα μου”, Εκδόσεις “Δαίδαλος”, Αθήνα 1957.