Charles Bukowski, Εξομολόγηση γι’ αυτούς που δεν ανασαίνουν στις κηδείες

το γουρούνι τσακώνεται γιά
το μέγεθος τοῦ ἥλιου
καί χίλια μηδενικά σάν μέλισσες
προσγειώνονται στο δέρμα μου κι
ἡ ὀνοματολογία τῶν κραυγῶν μου
σ’ ἕνα μικρό δωμάτιο
κουβαριάζεται σ᾿ αὐτές τις λύσεις:
γερτυιοπά
αστφκχζκλι;
ζξσβμπνμ,./! –
ἕνας κοκαλιάρικος στρατός
σούπα ἀπό κόκαλα σκουπιδιῶν
αὐτή ἡ σπαταλημένη μπογιά!
μᾶς λήστεψαν δίχως
ὅπλακομματιαζόμαστε σάν σανίδια καί
τριζόνια.
κομματιαζόμαστεκρατῶ ἕνα πεθαμένο λουλούδι στον ἥλιο.
εἶν᾿ εὔκολο.διασχίζω παλιά δωμάτια καί θαυμάζω τόν Μπαλζάκ.
80 μυθιστορήματα και τώρα εἶναι νεκρός καθώς στέλνω ἕνα μικρό ποίημα στή Νέα
᾿Ορλεάνη καί τό ξετυλίγεις καί κοιτάζεις τόν ἐραστή σου’
καὶ δὲν εἶμαι ὁ ἐραστής σου
καί δέν εἶμαι κανενός ὁ ἐραστής
ψάχνω τόπους γιά νά πετάξω σερπαντίνες μαύρων φιλιῶν
ἀπό σκίουρους. ἡ ὥρα εἶναι 8 νύχτα ἤ πρωί. μόλις γύρισα.
τό σύστημα με συνθλίβει και ξεντύνομαι.

*Από το βιβλίο «Μπουκόβσκι: Επιλογή από το έργο του» (Εκδόσεις Η Μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980). Μετάφραση: Αλέξη Τραϊανός.

Μαρουσώ Αθανασίου, Η βέρα της είναι φοβερό πράγμα

βαριά θηλιά κι αδύναμο το δάχτυλο
σκαρφαλώνει από τον παράμεσο του αριστερού χεριού
αλλάζει χέρι
κι ύστερα κρύβεται στην τσέπη της ζακέτας.

-ξεχνιέται

κάθε τόσο χορεύει με τον δείκτη και τον αντίχειρα
τον μέσο

τον μικρό

-αφήνεται στο κομοδίνο

τα μάτια ακολουθούν τις διαδρομές
χαϊδεύουν το ασήμωμα που ξέφτισε
που τίποτα δεν λέει αλλά σημαίνει

η βέρα της που είναι χρυσό Πράγμα

η βέρα που είναι Πράγμα στο συρτάρι

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Εκατό και είκοσι φωνές”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2025.

Γιώργος Αναγνώστου, Αφιερωμένο στις σκοτωμένες γυναίκες εργάτριες

(με αλληλεγγύη και για την εργατική τάξη στη διασπορά)

Η φωνή μου φωνές μας
Πανταχού παρούσα
η απουσία μου
κάθε στιγμή που
φίνα φοντάν ξετυλίγετε
ή και αλλιώς
παιχνίδια για τα παιδιά σας
ξεφτέρι έχω γίνει στο περιτύλιγμα
––«your fingers, magic»
ο γλοιώδης εργοδότης …
αλλά ακόμη και στην οικονομία
του σούσι θα με βρείτε
ναι του σούσι
όταν λιώνει στο στόμα σας
γεύεστε τη πειθαρχία μου
完璧
kanpeki / περφέξιον / teleiotita
––συνθήκες απαίτησαν
και ακριβώς γι αυτό
λουσμένη με αίματα η κολλητή μου
portion cutting το λένε
σε περίπτωση που δεν γνωρίζετε
στα παϊδάκια που ξεκοκαλίζετε
ξεδιάντροπα σε selfie
να στάζουν λίγδα στο fb
πανταχού παρόν
το εξαντλημένο της κορμί
Η φωνή μας
στα check out των σούπερ μάρκετ
«178.56 is your total»
στου mall την ανακοίνωση
lost & found
ανακουφιστικός επιβεβλημένα ο τόνος
––πέπλο στον πόνο
που με σφάζει από χθες
Χείμαρρος στη φωνή
της σερβιτόρας
«enjoy»
«can I get you anything else»?
συνταγή φράσεων
eggυημένη
––σε αναζήτηση καθημερινής ποίησης
και ακόμα
Στο χαμόγελο όταν
σας προσφέρω τη μορταδέλα
«is this how thin you like it sir?»
όπως ακριβώς την ζητήσατε
Η προφορά του toy
«thin or thick»?
––I amuse myself
Απούσα είμαι
αόρατη μπροστά σας
δεν με βλέπετε
φάντασμα
πού μένω
pως τα βγάζω πέρα
τι σκέφτομαι
––η χθεσινή έκρηξη πώς με γερνάει
ο φόνος φωνών
μιλήσανε ποιος ακούει ποιος ακούει
tι ψηφίζω
τι καταριέμαι
από που ψωνίζω
το εβδομαδιαίο μπάτζετ
αγώνας δρόμου αγωνία
––Ι «cut γωνίες»* όπου με παίρνει
πώς κατέληξα εδώ
κάθε βράδι
σε τι νότες τσιρίζει η εξουθένωση
στης λεκάνης το ζεστό νερό
––βουλιάζει το παράπονό μου
Η «υποκειμενικότητά» της
έπιασε κάπου το μάτι μου
ίσως σε κάποιο μελέτημα
από τα δικά σας
δεν θυμάμαι
που και που τα ξεφυλλίζω
στο κινητό στο μετρό στο τραμ
ταμάμ λέω αν μου αρέσει η φωνή σας
αγαπημένη του παππού η λέξη
η Ελλάδα μ’ έχει τραγουδήσει
είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά
όμως εσείς εδώ
μας ξεχνάτε ξεχνάτε ξεχνάτε
your money ate us ate us ate
την ύπαρξη μας
τα ποπ τα όπα
στον «έρωτα που άλλο δεν αντέχω»
ας είναι καλά
ο Γρηγόριος ο Ερευνητής
Υπάρχω τώρα
κάπου 15% πιο πάνω από τον πάτο
των 8% σε near poverty
Υπάρχουμε
στις στατιστικές του
αναλύσεις
%%%%%%%
εκεί ελλοχεύουν ίσως
κάποιες λύσεις
––αχ με πιάνει το μεράκι
φέρε Θοδωρή την πολύτιμη ρακί
και ανθρωπολόγο τρυφερά
να μας ρωτήσει
πόσο κόστισε εκείνη
η επώδυνη ραφή
Η φωνή να ακουστεί
πόσες οκάδες κούρασης
χώρεσαν
στο λαμπερό παλτουδάκι
για το χρυσό μου Ελενάκι
την Ελενίτσα μου
for her name day, you know, αμέ!
να χαρεί κι αυτό μια μέρα
να πλέει στο σωματάκι του
το διάλεξα
άσμα πλεονάσματος
τα μέτρα της οικονομίας
να καταργήσει για χάρη της ημέρας
––να φορεθεί και του χρόνου
ομολογώ το σκέφτηκα
πριγκίπισσα όμως με τίποτα δεν την ντύνω
με μαγικό ραβδάκι το Μίδα να φλερτάρει
αγωνίστρια τη θέλω
τις φιλανθρωπίες να απεχθάνεται
στα zip code του Μαν Αχ ταn
τις γκαλά με τα καλά τους
τα παπιγιόν τα ρεβεγιόν τα σκατογιών
τις τουαλέτες τις χρυσές σερβιέτες
δομικές αλλαγές απαιτώ
μια ρεμπέτισσα παλιάς κοπής ζητώ
το αχ σκοτεινής φωνής
λεπίδα να κόβει
του χρόνου τις ρωγμές
δύσκολου ξημερώματος
την οργή μας οργιές
σε νέα βάθη να βυθίζει
από μέσα της να τραγουδώ
ενώ διαδηλώνω
της τάξης μου τα δίκαια να διεκδικώ.

*Σημείωση cut corners: τρόποι να εξοικονομηθεί χρόνος ή χρήμα.

Λευτέρης Πούλιος, Τρία ποιήματα

Έργο του Τάσου Μαντζαβίνου

4
Αυτοί οι μονότονοι ήχοι
είναι της πολιτείας το τραγούδισμα
με τ’ ουρανού τον αντίλαλο.

Στ’ αυτιά μου ένα συνεχές μούρμουρο
της ασέλγειας των μηχανών

και συντροφεύει
την ύπαρξή μου

5
Μεσάνυχτα στο δωμάτιό μου
έξω ακούγεται ο αργός βηματισμός
της αντάρτισσας άνοιξης.
Θρυμματίζομαι στην πίεση μιας σκέψης
φωνή από κάπου μακριά
συντροφευμένη με αγρύπνια.

Δεν έχω είμαι ούτε όνομα
δεν έχω κορμί ούτε πνεύμα
κλαίω σιωπηλά τη γη μου.
Καλώ μια ζωή με μόχθο και θλίψη
πίσω απ’ το σκοτάδι.

6
Ένα τραγούδι απόψε υψώνεται
από τα βάθη μιας ερημικής καρδιάς.

Ύφος χαμόγελο και λευτεριά
αυτό το πηγαίο.

Μόνος χωρίς αγάπη ή θάνατο
γυμνός, σκοταδιού τέλμα.

*Από τη συλλογή “Αντί της σιωπής”, σε ζωγραφική Τάσου Μαντζαβίνου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993.

Λεμονιά-Μόνικα Αβαγιάννη, Γυναίκα

Γεννήθηκες τη μέρα της ελευθερίας
για ευχές φορτώθηκες
βιώματα και πάθη.
Μάνας, γιαγιάδων, προγιαγιάδων.
Ιστορίες άκουγες, με μάτια ανοικτά
που έκλειναν, να κρύψουν ένα δάκρυ.
Κέντησαν στην ψυχή
προικιά αναστεναγμούς
και ξόρκια ανομημάτων.

Γυναίκα!
Οποίο κομματιασμένο.
Μέλη φιλήδονα φυλαγμένα.
Αλλού πεταμένα
ασύμμετρη απειλή
Κυνηγημένη προσφύγισσα
πατριαρχικών πολέμων.
Πόθος ακάλεστων νταβατζήδων
και νάρκισσων κακοποιητών.
Φάρος, φωτίζεις το όνειρο
φυλακισμένων κοριτσιών.

Γυναίκα.
Μάνα.
Αδελφή.
Το χέρι δώσ’ μου

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Εκατό και είκοσι φωνές”, Εκδόσεις Καστανιώτης, 2025.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αγκαλιαστείτε, γιατί χανόμαστε… !!!

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, τη χαρά μου όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου – δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

Valère Novarina, ένας κινούμενος-δρών απόηχος του Antonin Artaud

Ένας άνθρωπος διαπερασμένος από τις λέξεις πριν ακόμη τις καταλάβει. Ένας έφηβος καταβροχθισμένος από τη λογοτεχνία, κατασπαραγμένος από φράσεις υπερβολικά μεγάλες για εκείνον. Ο Lautréamont πέφτει επάνω του σαν βροχή από μαχαίρια. Ο Rimbaud του ανοίγει το κρανίο. Ο Baudelaire του μαθαίνει πως η γλώσσα είναι ένα αργό και απολαυστικό δηλητήριο.

Εισέρχεται λαθραία στον σουρεαλισμό. Όχι μέσω σχολής, αλλά μέσω οικογενειακής μόλυνσης. Διότι η γλώσσα, σε εκείνον, έρχεται και από το αίμα. Η θεία του, Madeleine Novarina —αδελφή του πατέρα του— είχε παντρευτεί τον Sarane Alexandrian. Το σπίτι γνώριζε τις λέξεις που εκρήγνυνται, τις φράσεις που περπατούν πάνω στους τοίχους, τη σουρεαλιστική ομάδα ως συλλογική αναπνοή. Εκεί δεν μιλούσαν κανονικά: μιλούσαν αλλιώς.

Και ύστερα μια μέρα — μια μέρα παράκαμψης, μια μέρα εκτροπής — ο Antonin Artaud εισέρχεται στη ζωή του:

«Ήθελα να κάνω μια διατριβή πάνω στον Roger Vitrac και ένας φίλος μου είπε: θα έπρεπε να δεις τον Antonin Artaud. Εκείνη την εποχή υπήρχαν ελάχιστα πράγματα γι’ αυτόν. Τον ανακάλυψα, ήταν πολύ ενδιαφέρον, και έζησα έναν χρόνο διαβάζοντας μόνο αυτό. Έπειτα, δεν τον ξανάνοιξα ποτέ». (Valère Novarina, Dans la bibliothèque de Valère Novarina, France Culture, 4 Αυγούστου 2025)

Το 1964, ο Valère Novarina, υπό την επίβλεψη του Alain Virmaux, στη Σχολή Γραμμάτων της Nouvelle Sorbonne, γράφει μια εργασία με τίτλο: «Antonin Artaud, θεωρητικός του θεάτρου». Μεταγράφει την ορμή του σκηνοθέτη Artaud μέσα από τις σημειώσεις του Roger Blin, που εκείνος κρατούσε κατά τις πρόβες των Cenci. Συνδέεται με αυτή τη δύναμη που θα τον καταδιώκει σε όλη του τη ζωή.

Στο Antonin Artaud, θεωρητικός του θεάτρου γράφει:
«Το θέατρο δεν είναι ένα επεισόδιο της ζωής του, ούτε καν μια καριέρα· είναι ένα καταβροχθιστικό πάθος: το θέατρο γίνεται η ίδια του η ζωή».

Και προσθέτει:
«Το Θέατρο της Σκληρότητας τα καταστρέφει όλα: ο σκηνοθέτης δημιουργεί για να κάψει αμέσως, ο ηθοποιός δεν παύει να αυτοαναιρείται· ο ήχος, η χειρονομία, το φως φαίνεται να υπακούουν σε έναν παράλογο ρυθμό όπου η άρνηση διαδέχεται αμέσως την κατάφαση. Η αντίφαση μοιάζει να είναι ο κανόνας του Θεάτρου της Σκληρότητας».

Ένα θέατρο που οικοδομείται αρνούμενο τον εαυτό του, που προχωρά καταναλώνοντας τον εαυτό του, που καταφάσκει μόνο καταστρέφοντας αυτό που μόλις έθεσε. Από εκείνη τη στιγμή, η ίδια η ζωή δεν μπορεί πια να μείνει εκτός σκηνής. Ο Novarina συμπληρώνει τότε:
«Αν τα εξετάσει κανείς πιο προσεκτικά, μπορεί να αναρωτηθεί αν ο Artaud ο Ταξιδιώτης, ο Artaud ο Προσκυνητής, ο Artaud ο Momo δεν είναι μορφές του ηθοποιού Antonin Artaud, αν τα ταξίδια, και ίσως ακόμη και η τρέλα, δεν είναι γι’ αυτόν ένας άλλος τρόπος να κάνει θέατρο, να ζήσει το θέατρο. (…) Μια ζωή όπου όλα μοιάζουν θέατρο, ένα έργο όπου το θέατρο είναι τα πάντα. Ούτε μία σελίδα των γραπτών του, ούτε ένα γεγονός της ζωής του που να μην έχει κάτι το θεατρικό: ο Artaud είναι το ίδιο το θέατρο».

Όμως ο Novarina θα πλησιάσει ακόμη περισσότερο τον Artaud — ακριβώς τη στιγμή που θα πάψει να γράφει για τον Artaud, που θα εγκαταλείψει το όνομα, θα βυθιστεί στο σώμα των λέξεων, θα χαθεί εκεί, αφήνοντας τη γλώσσα να μιλήσει στη θέση του. Ίσως να μην φλεγεί όπως ο Artaud, αλλά θα μαγνητιστεί από μερικές σπίθες της φωτιάς που τον έκαιγε. Τότε, στα όρια των δυνατοτήτων του, θα αναδυθούν φευγαλέες λάμψεις αποσπασμένες από το Είναι (την πηγή κάθε ποίησης) — και όχι πια από το εγώ του: η λογοτεχνία δεν θα είναι πλέον άσκηση ευφυΐας, αλλά θεραπεία ηλιθιότητας, επιστήμη της άγνοιας. Και αυτή η ταπεινότητα μπροστά στο μυστήριο του λόγου είναι που καθιστά το έργο του ζωντανό, οργανικό, ικανό να αναζωογονήσει το σώμα.

Και πώς να μη σκεφτεί κανείς τον Artaud όταν παρασύρεται μέσα στο La Clef des langues, ανάμεσα στα 636 σχέδιά του και στα κείμενα-αναπνοές, στις σκέψεις-αστραπές στα όρια της γλωσσολαλίας, που σκανδαλίζουν, χτυπούν, εκφωνούν — πράξεις, εκφωνήσεις, αναδύσεις φωνής:
«Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο πολλαπλό. Την ημέρα που θα γίνει ένα, η ανθρωπότητα θα εξαφανιστεί».

Ή ακόμη:
«Ω κόσμε! Σταμάτα να μας αριθμείς αμέσως μετά το τέλος! Κλείσε ως και τις χίλιες τρεις φορές θλιμμένες μπομπίνες των φόβων μας… Να αναπαραστήσουμε τον άνθρωπο; Όχι! Να τον απο-αναπαραστήσουμε: να του πούμε να μπει αποσπασμένος από τον εαυτό του, αρπαγμένος, απομακρυσμένος! όχι από εδώ! Να εμφανιστεί τώρα μπροστά μας ασωματικός, σε αντιψυχία, αποσωματωμένος, χίλιες φορές λυμένος, αποϋφασμένος, απο-γραμμένος, ανώνυμος / ο ά-άνθρωπος, να δοθεί».

Ή ακόμη, ακόμη:
«Η πρωτομονομονοτοπορωτοτουρμποπροωθητική κοντά στην Αγία Έδρα» που δεν εμφανίστηκε, ή ακόμη, ακόμη, ακόμη:
«Ο Michelet πετάει: “Ο Θεός του κόσμου είναι η λοταρία”, ο Schelling ορίζει το είναι του Θεού ως αυτό που εκτείνεται στην έκταση, αυτό που αρνείται μέσα στο αποκλεισμένο, ο Artaud ουρλιάζει “Ο Θεός είναι ον; Αν είναι, είναι σκατά”, ο Leibniz απαντά ότι “Ο Θεός είναι ο ελλείπων καθυστερημένος του απόντος είναι”».

Ίσως να μην υπάρχουν ακόμη οι φρικαλεότητες του Artaud, αλλά το πνεύμα είναι εκεί.

Και ύστερα υπάρχουν Le Vrai sang, L’envers de l’esprit, Vous qui habitez le temps, L’Équilibre de la croix, οι θεατρικές του σκηνοθεσίες, διότι για τον Valère Novarina:
«Το να μιλάς δεν είναι να επικοινωνείς. Το να μιλάς δεν είναι να ανταλλάσσεις και να παζαρεύεις ιδέες, αντικείμενα· το να μιλάς δεν είναι να εκφράζεσαι, να δείχνεις, να τεντώνεις ένα φλύαρο κεφάλι προς τα πράγματα, να διπλασιάζεις τον κόσμο με έναν απόηχο, με μια ειπωμένη σκιά· το να μιλάς είναι πρώτα απ’ όλα να ανοίγεις το στόμα και να επιτίθεσαι στον κόσμο με αυτό, να ξέρεις να δαγκώνεις». (Valère Novarina, Devant la parole)

Όπως ο Artaud, ο Novarina γράφει με το αυτί, εξερευνώντας έναν ενσαρκωμένο λόγο. Όπως ο Artaud, η ζωγραφική του είναι ριγμένη, «κοντά στη χειρονομία του ηθοποιού». Η γλώσσα του είναι σάρκα πριν γίνει εικόνα.

«Το να μιλάς είναι να βιώνεις την είσοδο και την έξοδο από το σπήλαιο του ανθρώπινου σώματος σε κάθε αναπνοή». Μια λεκτική δυναμική. Ένα ταξίδι της σάρκας.

Και πώς να μη σκεφτεί κανείς τον Artaud όταν ο Novarina σκέφτεται τον ηθοποιό στο L’envers de l’esprit ως έναν «αθλητή της υλοποίησης, της ενσάρκωσης χαμηλότερα και πιο συγκεκριμένα από τη σάρκα και μέχρι την άφωνη ύλη». Όταν ονομάζει ένα από τα κεφάλαια αυτού του βιβλίου «Pour en finir avec le sacré».

Πώς να μη σκεφτεί κανείς ακόμη τον Artaud όταν γράφει στο Le Théâtre des paroles: «Και η ιστορία του θεάτρου, αν θέλαμε επιτέλους να τη γράψουμε από την πλευρά του ηθοποιού, δεν θα ήταν η ιστορία μιας τέχνης, ενός θεάματος, αλλά η ιστορία μιας μακράς, βουβής, πεισματικής, επαναλαμβανόμενης, ανολοκλήρωτης διαμαρτυρίας ενάντια στο ανθρώπινο σώμα. Είναι το μη ορατό σώμα, το μη ονομασμένο σώμα που παίζει, είναι το σώμα του Εσωτερικού, είναι το σώμα με όργανα».

Πώς να μη σκεφτεί κανείς τον Artaud όταν ο Valère Novarina απαντά στον Philippe di Meo, στο Furor, το 1982: «Το να φτιάχνω βιβλία δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που αναζητώ είναι η εμπειρία, η δοκιμασία, η άσκηση. Όμως δεν πρόκειται καθόλου για λογοτεχνία έρευνας, εργαστηρίου, αλλά για μια βιολογική εμπειρία πάνω στον εαυτό μας, μια επέμβαση στο ζωντανό μας σώμα. Ακούω την κωμική ύλη, ακούω τις γλώσσες να κυκλοφορούν αλλιώς, επινοώ ένα νέο σώμα, καταστρέφω την εικόνα μου ως ανθρώπου, γίνομαι ένα σώμα γλώσσας, ένας μεταλλαγμένος κωμικός».

Στο εξαιρετικά πλούσιο άρθρο της Artovarina-Novarinarto, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 176 του Littérature, η Evelyne Grossman υπενθυμίζει αρκετές αναφορές στον Valère Novarina: το Sotteville-lès-Rouen στο L’Acte inconnu, τη λαμπρή «σύμβουλο των Νέων Αποκαλύψεων του Είναι», καθώς και τη μορφή του Ci-Gît στο Le Discours aux animaux.

Μετά την εργασία του για τον Artaud, ο Novarina δεν θα ασχοληθεί πια άμεσα μαζί του, όμως η παρουσία του δεν θα πάψει να δρα. Επανεμφανίζεται καθαρά όταν συμμετέχει στο συνέδριο Les Routes d’Artaud, που πραγματοποιήθηκε στη Μασσαλία στις 4 και 5 Νοεμβρίου 2011 στη Βιβλιοθήκη του Διαμερίσματος Bouches-du-Rhône, υπό τη διεύθυνση του Denis Guénoun. Σε αυτό το συνέδριο, στο οποίο συμμετείχε επίσης ο ανιψιός του Artaud, Serge Malausséna, ο Valère Novarina πρότεινε μια παρέμβαση και μια ανάγνωση με τίτλο L’Acteur sacrifiant.

Τι είναι λοιπόν ο Valère Novarina, αν όχι μια πολλαπλότητα συναρπαστικών μορφών και φωνών, αλλά και αυτός ο απόηχος του Antonin Artaud, που μας υπενθυμίζει την απτή —και όχι διανοητική— ουσία του μηνύματός του; Ένας απόηχος που μας χάρισε επίσης μερικές στιγμές γέλιου, λίγη ελαφρότητα, όταν αφηγήθηκε, μέσα από μια μαρτυρία του Roger Blin, ότι οι τεχνικοί του Pour en finir avec le Jugement de Dieu δεν κατάφερναν να συγκεντρωθούν από τα γέλια. Ευχαριστούμε, Valère Novarina, για όλα όσα μας διδάξατε — και κυρίως για τις εμπειρίες που μας προσφέρατε.

Προσωπική σημείωση του Roger Blin, γραμμένη κατά τις πρόβες των Cenci (1935) από τις υποδείξεις του Artaud, δημοσιευμένη από τους Alain και Odette Virmaux και πιθανότατα στοιχειοθετημένη από τον Valère Novarina.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://echoantoninartaud.com/2026/01/17/valere-novarina-un-echo-mouvant-operant-dantonin-artaud/?fbclid=IwY2xjawPY5OpleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeQUdFaT2uf25y8g8PIXnhCJZjlW5zdZ56Q-SJ8Helq1HihC5zZ7482qMiQH4_aem_aG4ozER8Pzk-praPd3RYyQ

Δημήτρης Τζάνογλος, Η βεράντα μου

Σήμερα σκούπισα τη βεράντα μου
Χάζευα απέναντι τον άδειο δρόμο
Το κουφάρι της Αθήνας
Στέκει περήφανο τον Αύγουστο
Παρουσιάζει την περηφάνια του
Και τον πλούσιο, μα άδειο
εσωτερικό του κόσμο.
Σκούπιζα για ώρα
Σκούπισα το δάσος του Βαρνάβα
Σκούπισα την Πεντέλη
Σκούπισα το Μάτι και την Εύβοια
Σκούπισα την Πάρνηθα και την Ηλεία
Τίποτα δεν έμεινε
Λάμπει η βεράντα μου.

*Από τη συλλογή “Μαγνητική ρουτίνα” Εκδόσεις Έναστρον, Νοέμβριος 2025.

Ανδριάνα Θεοχάρη, Κλάσματα

Στην υπέροχη λάμψη
πριν τη σύγκρουση
Στην ανεξήγητη ευθυμία
πριν τη συντέλεια
Λέω τα μισά από όσα γράφω
Γράφω τα μισά από όσα σκέφτομαι
Αντέχουμε τα διπλάσια
από όσα νομίζουμε

*Από τη συλλογή “Γυάλινη”, Εκδόσεις Έναστρον, Σεπτέμβριος 2025.

«Θρίαμβος να υπάρχεις» της Έντιτ Σέντεργκραν (κριτική) – Πρωτοποριακή μοντέρνα ποίηση από τη Σκανδιναβία με έμφυλες θεματικές

Για την ποιητική συλλογή της Έντιτ Σέντεργκραν (Edith Södergran) «Θρίαμβος να υπάρχεις» (μτφρ. Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, εκδ. Εντευκτήριο). Εικόνα: Wikimedia Commons. 

Γράφει ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς

Ανήκοντας, ομολογουμένως, στην πλειονότητα του ελληνικού αναγνωστικού κοινού, αγνοούσα την ποιητική φωνή της Έντιτ Σέντεργκραν (1892-1923). Τη γνώρισα χάρη στην πολύ προσεγμένη, αν κρίνουμε από το αισθητικό αποτέλεσμα, μετάφραση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, η οποία κυκλοφορήθηκε τον Οκτώβριο του 2025 από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου της Θεσσαλονίκης. Η μεταφράστρια μάς παρουσιάζει ένα πλήρες ποιητικό πορτρέτο καθώς μεταφράζει πενήντα τέσσερα ποιήματα και δέκα αφορισμούς της Σέντεργκραν ακολουθώντας την ποιητική της πορεία από την αρχή με τα πρωτοποριακά Ποιήματα (1916) μέχρι και τη συλλογή Η χώρα που δεν είναι (1925), η οποία εκδόθηκε μεταθανάτια.

Στην Εισαγωγή της (σ. 9-13) η Καϊτατζή-Χουλιούμη, πλην των λίγων βιογραφικών στοιχείων, παρουσιάζει πυκνά και ευσύνοπτα την ποίηση της Σέντεργκραν, τα βασικά συστατικά υλικά της, και σταχυολογεί κρίσεις από ομοτέχνους αλλά και μελετητές και ερευνητές του έργου της. Αν και μάλλον πέρασε απαρατήρητη ή και χλευασμένη, όπως σημειώνει η μεταφράστρια, από την κριτική της εποχής, η αξία της ανακαλύφθηκε αργότερα και πλέον θεωρείται θεμελιακή η συμβολή της στη διαμόρφωση της μοντέρνας ποίησης στη Σκανδιναβία. Γι’ αυτό μελετάται μέχρι και σήμερα, έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες και εξακολουθεί να μεταφράζεται παρά τις δυσκολίες, τις οποίες παραδέχεται η μεταφράστρια, που προκύπτουν από την προσωπική ιδιόλεκτο που χρησιμοποιεί η ποιήτρια.

Διαβάζοντας κανείς την παρούσα έκδοση με τα πενήντα τέσσερα ανθολογημένα ποιήματα αφενός αντιλαμβάνεται σχετικά γρήγορα την πρωτοποριακή, τολμηρή και καινοτόμο γραφή της ποιήτριας, αν αναλογιστεί, φυσικά, την εποχή στην οποία έζησε και τόσο πρόωρα έφυγε, και αφετέρου παρακολουθεί την εξέλιξη της γραφής της από συλλογή σε συλλογή. Ξεκινώντας, λοιπόν, με τα Ποιήματα (1916) βλέπουμε ότι η γραφή, αν και κατεξοχήν μοντερνιστική και υπαρξιακά στοχαστική, είναι περισσότερο καθαρή. Μέσα από αντιθέσεις προετοιμάζεται η δοκιμασία του ανθρώπου στην ήττα, στην απώλεια και το κενό, ενώ, παράλληλα, η γυναίκα τίθεται σε πρώτο πλάνο. Ιχνογραφούνται τα όρια της ελευθερίας της με διάθεση διάρρηξης των δεσμών που την κρατούν αιχμαλωτισμένη σε μια συναισθηματική πρωτίστως και έπειτα υπαρξιακή ακινησία.
Η ίδια η ποιήτρια δε φοβάται την αναζήτηση, ψάχνει, προχωρά κάθε φορά σε μια νέα ανακάλυψη
Η ποιητική φωνή προσκαλεί το αγαπημένο πρόσωπο, του λέει «έλα!», όμως το άρρεν διαγράφεται κυριαρχικό, ψυχρό, σχεδόν απειλητικό. Η ίδια η ποιήτρια δε φοβάται την αναζήτηση, ψάχνει, προχωρά κάθε φορά σε μια νέα ανακάλυψη, σε κάτι πιο μεγάλο, πιο καθολικό. Αντιθέτως, αυτή η πορεία, της αναζήτησης απογοητεύει το άρρεν.

Η γυναίκα αιχμάλωτη 

Ο χρόνος διαβρώνει την αλήθεια, τη μνήμη, το συναίσθημα. Αυτή την εκ των ων ουκ άνευ διάβρωση εξισορροπεί ποιητικά η αισθαντικότητα και η έντονη εικονοποιία. Συχνά, ο χρόνος είναι το φθινόπωρο και το φόντο των ποιημάτων είναι φθινοπωρινό με εικόνες διαλεχτές και μεταφορές απλές και βαθιές. Σ’ αυτό το πλαίσιο η ποιητική φωνή αισθάνεται ξένη στη χώρα που ζει, μαθαίνει ότι γεννήθηκε αιχμάλωτη -έμμεση αναφορά στο φύλο της- σε μια χθόνια κατάσταση απ’ την οποία προσπαθεί να βγει, να ανέβει ψηλότερα, προς το φως, ένα βήμα πιο κοντά στον ήλιο και τον ουρανό. Αλλά και στο ίδιο πλαίσιο ανδρώθηκε και έγινε φορέας της ζωής και όχι του θανάτου.

Ο άντρας μοιάζει να μην έχει αληθινή υπόσταση, να είναι κίβδηλος, ένα ψέμα, ένα σάπιο φρούτο που τα περήφανα χείλη περιφρονούν

Νιώθει σαν να έρχεται σ’ αυτόν τον κόσμο από μακριά, από μια αρχέγονη εποχή. Ακόμα δεν έχει φτάσει το άρρεν και δε θα φτάσει ποτέ. Ενώ η ίδια και οι άλλες γυναίκες είναι ήδη εκεί, έτοιμες να παλέψουν, να νικήσουν και ίσως να χαθούν. Η απόσταση μεταξύ της συνθήκης που ωριμάζει το άρρεν και το θήλυ επανέρχεται στα ποιήματα της Σέντεργκραν. Ο άντρας μοιάζει να μην έχει αληθινή υπόσταση, να είναι κίβδηλος, ένα ψέμα, ένα σάπιο φρούτο που τα περήφανα χείλη περιφρονούν (σ. 25), ενώ η γυναίκα παρουσιάζεται ως μια συλλογικότητα, ως μια ομοούσια και αδιαίρετη οντότητα.

Ω, ωραίες αδερφές, ελάτε ψηλά στους πιο τραχείς βράχους,
είμαστε όλες γυναίκες της μάχης, ηρωίδες, αμαζόνες,
παρθενικά μάτια, ουράνια μέτωπα, ροδοπρονύμφες,
βαριά κύματα που σκάνε στον γιαλό και παρασυρμένα πουλιά,
είμαστε οι πιο απρόσμενες και οι βαθύτερα κόκκινες,
κηλίδες τίγρης, τεντωμένες χορδές, αστέρια χωρίς σκοτοδίνη.

Για το εμβληματικό ποίημα «Vierge moderne» (σ. 26) αρκεί να σημειώσουμε την ένταση της γραφής της ποιήτριας όταν μιλάει για το φύλο της. Μια ένταση που διανοίγει τον δρόμο, ερήμην, για τις μελλοντικές αλλεπάλληλες συζητήσεις που θα ακολουθήσουν για το φύλο και τις σπουδές γύρω από αυτό, για τη γυναικεία χειραφέτηση, για την καταβαράθρωση της πατριαρχίας και τον ετερονομικό προσδιορισμό της ταυτότητας του ατόμου. Το παραθέτω αυτούσιο:

Δεν είμαι γυναίκα. Είμαι ουδέτερο.
Είμαι παιδί, ακόλουθος, μια τολμηρή απόφαση,
είμαι μια γελαστή αχτίδα πορφυρού ήλιου…
Είμαι ένα δίχτυ για όλα τ’ αδηφάγα ψάρια,
είμαι μια κούπα για την τιμή όλων των γυναικών,
είμαι ένα βήμα προς το τυχαίο και την καταστροφή,
είμαι ένα άλμα προς τον εαυτό και την ελευθερία…
Είμαι ο ψίθυρος του αίματος στ’ αυτί του άνδρα,
είμαι ρίγος της ψυχής, λαχτάρα και άρνηση της σάρκας,
είμαι μια πινακίδα εισόδου σε παραδείσους νέους.
Είμαι μια φλόγα, ζωηρή και σ’ αναζήτηση,
είμαι νερό, βαθύ μα τολμηρό ώς τα γόνατα,
είμαι φωτιά και νερό σε τίμια συνάφεια με ελεύθερους όρους…

Η ζωή επιμένει 

Η πλάνης ποιητική φωνή επιστρέφει σε τόπους της παιδικότητας και της νιότης, σε φαντασιακούς και ονειρικούς τόπους, όπου τα χωροχρονικά σύνορα δεν έχουν τόση σημασία, παρά μόνο η ηχώ της λαχτάρας και της επιθυμίας που ξεκινούν, όπως και το φύλο της, από μια σκοτεινή γη, για να ανηφορίσουν σταδιακά και σταθερά, να περάσουν απ’ τον χειμώνα και να φτάσουν στην άνοιξη, όπου θα καρποφορήσουν, όπου η ζωή θα επιμένει και θα αντέχει κάτω απ’ το φως του ήλιου και πλάι στη νήδυμη σιωπή. Η ψυχή της άγρυπνη μόνο να νιώθει μπορεί, ακόμα κι αν πρόκειται για τα χάδια που άλλοτε την κρατούσαν αιχμάλωτη και τώρα με τις λέξεις τα σπάζει.

Είναι δεσμώτης του εαυτού της, όπως διατείνεται, και ταυτόχρονα δημιουργικός συνομιλητής μαζί του.

Η ποιήτρια συζητά τι είναι ομορφιά, τι είναι αγάπη. Ετεροκαθορίζεται στην αρχή με γνώμονα την αρσενική απόκριση στο κάλεσμά της, αλλά στο τέλος ένδον συστρέφεται και βρίσκει στον εαυτό της τις απαντήσεις. Είναι δεσμώτης του εαυτού της, όπως διατείνεται, και ταυτόχρονα δημιουργικός συνομιλητής μαζί του. Κάπως έτσι προκύπτει αυθόρμητα ο εμβληματικός κατ’ εμέ στίχος: «έχω μόνο ένα όνομα για όλα, και είναι αγάπη» («Ψυχή σε αναμονή», σ. 36). Κι όταν αποφαίνεται, μέσα από συνεχή σχήματα άρσης-θέσης, ότι η ευτυχία είναι πόνος, το αντίδοτο βρίσκεται εκεί, ενσώματο: «ο πόνος μάς δίνει όλα όσα χρειαζόμαστε» («Ο πόνος», σ. 37).

Η Λύρα του Σεπτέμβρη

Περνώντας στη Λύρα του Σεπτέμβρη (1918) συναντούμε το ομότιτλο ποίημα, όπου το ζήτημα του χρόνου εξακολουθεί να απασχολεί την ποιητική φωνή, η οποία εντούτοις το αντιμετωπίζει θαρρετά, δίχως φόβο. Η ύπαρξη ξεφεύγει απ’ τη φθαρτότητα της ύλης και λαμβάνει μια πνευματική, άυλη διάσταση, η οποία θριαμβεύει επί των όρων της ζωής. Είναι θρίαμβος να νιώθεις την ανάσα του χρόνου στον σβέρκο σου, αφού αυτός ο ίδιος νομιμοποιεί την έστω και εφήμερη ύπαρξη.
Ο ερωτισμός είναι παρών και σε αυτά τα ποιήματα, με τον πόθο και τη λαχτάρα να γκρεμίζουν, ενίοτε, τα τείχη της πραγματικότητας και να μεταρσιώνουν την ποιητική φωνή σε ένα υπερβατό σύμπαν άμεσα συνδεδεμένο με τον υπαρξιακό στοχασμό που διατρέχει τη ραχοκοκαλιά των ποιητικών κειμένων.

Ο βωμός του ρόδου 

Στον Βωμό του ρόδου (1919) ο άνθρωπος χορεύει στην καταιγίδα κατανοώντας στο αντικαθρέφτισμα του νερού την αδυναμία του απέναντι στον εαυτό του. Ο κόσμος δεν εξουσιάζει τον εαυτό του. Ο άνθρωπος μοναχικός πορεύεται στον δρόμο προς την απέραντη ευτυχία. («H καταιγίδα», σ. 53). Έτσι προοδευτικά συστηματοποιείται η σκέψη της ποιήτριας, λαμβάνοντας καθαρή και αυτόνομη υπόσταση, όπως θα δούμε και παρακάτω, όσο κι αν η ίδια, σε στιγμές αιτιολογημένης έξαρσης υπονομεύει το ίδιο της τον συστημικό στοχασμό με τον στίχο-κλειδί: «Οι παράφρονες κατορθώνουν τα πάντα» («Διόνυσος», σ. 56).

Ωστόσο, στο ποιητικό σύμπαν της Στέντεργκραν οικοδομείται ιδιαίτερα ορθολογιστικά ένα σύστημα σκέψης και αντίληψης του κόσμου

Η λογική και ο παραλογισμός διακρίνονται από μια λεπτή γραμμή, όπως η ιδιοφυΐα από την τρέλα. Ωστόσο, στο ποιητικό σύμπαν της Στέντεργκραν οικοδομείται ιδιαίτερα ορθολογιστικά ένα σύστημα σκέψης και αντίληψης του κόσμου, το οποίο δεν είναι προϊόν ιερής μανίας ή έκστασης αλλά μιας απόλυτα συνειδητής και προσεκτικής διάρθρωσης ενός συστήματος αξιών. Η Καϊτατζή-Χουλιούμη μεταφράζει δέκα αφορισμούς της ποιήτριας από τις Ποικιλόμορφες παρατηρήσεις του 1919, κάποιοι απ’ τους οποίους επικυρώνουν την παραπάνω διαπίστωση, όπως για παράδειγμα: «Η απαλλαγή από προκαταλήψεις αποτελεί ασφάλεια στη διαχείριση των πραγμάτων» (σ. 59).

Του μέλλοντος σκιά

Για την επόμενη συλλογή, Του μέλλοντος σκιά (1920), η μεταφράστρια παρατηρεί ότι η ποιήτρια «απομακρύνεται από τον πρώιμο αισθητισμό και στρέφεται προς μία υπερβατική, λυρική ποίηση, όπου η ύπαρξη ταλαντεύεται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι» (σ. 10).

Δεν απουσιάζουν, εύλογα, τα σχόλια για την ίδια την ποίηση και τον έρωτα.
Σ’ αυτή τη συλλογή, πράγματι, το θάρρος και η δυναμική του ποιητικού λόγου τίθενται στο προσκήνιο. Η ποιητική φωνή, αυθύπαρκτη και αυτόνομη, με αυτογνωσία και πίστη στον εαυτό της, προβαίνει σε μικρές και μεγάλες κατακτήσεις, με τον λυρισμό να εξισορροπεί τον διάπυρο λόγο της. Δεν απουσιάζουν, εύλογα, τα σχόλια για την ίδια την ποίηση και τον έρωτα. Για τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η ποιητική φωνή τα προσλαμβάνει. Ποίηση καθημερινή και συνάμα αδύνατη να συμβαίνει και έρωτας δημιουργός της νέας ζωής, του νέου κόσμου, αχειροποίητος, μυστικιστικός και, ταυτόχρονα, τόσο σωματικός ή σωματοποιημένος, τόσο πρόδηλα υποταγμένος στις αισθήσεις. Κάθε ποίημα θα είναι το ξέσκισμα ενός ποιήματος,/ όχι ποίημα, αλλά σημάδια νυχιών («Απόφαση», σ. 70).

Η χώρα που δεν είναι

Στην επόμενη και τελευταία συλλογή, Η χώρα που δεν είναι (1925), η μοντερνιστική χροιά των ποιημάτων συναρμόζει με τον πόνο, το τραύμα, την απώλεια, το πένθος, και, παράλληλα, συναντούμε την προσμονή για κάτι που παραμένει ανοιχτό, για κάτι που δεν προσδιορίζεται με τις λέξεις, παρά αφήνεται στην τύχη του άναρχου συναισθήματος. «Μια προσμονή για το Άλλο, για το ανέφικτο», όπως σημειώνει η μεταφράστρια στην Εισαγωγή της (σ. 10).

Εντούτοις, η χώρα που δεν είναι, ουσιαστικά προσδιορίζεται από τον τόπο που βρίσκεται το αγαπημένο πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από το παιδί που υπήρξε κάποτε η ποιητική φωνή, από τον εαυτό-παιδί που ζει σε μια χώρα ιδανική, άχρονη και άχωρη.

Ο έρωτας εδώ είναι σκληρός και τραυματίζει την ποιητική φωνή, την κάνει να υποφέρει όπως ένα πληγωμένο ζώο. Η καρδιά φυλλορροεί από τη νοσταλγία και τη λαχτάρα για ό,τι δεν συνέβη. Εντούτοις, η χώρα που δεν είναι, ουσιαστικά προσδιορίζεται από τον τόπο που βρίσκεται το αγαπημένο πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από το παιδί που υπήρξε κάποτε η ποιητική φωνή, από τον εαυτό-παιδί που ζει σε μια χώρα ιδανική, άχρονη και άχωρη. Ο θάνατος, από την άλλη, είναι απευκταίος. Πρέπει να αγαπάμε της ζωής τις μακρόσυρτες ώρες ασθένειας/ και τα στενόχωρα χρόνια της λαχτάρας/ όπως τις σύντομες στιγμές που η έρημος ανθίζει. («Τίποτα», σ. 76).

Ωσεί παρών ο θάνατος πλησιάζεται με χέρια γυμνά, χωρίς να καίει. Δεν έχει ασχήμια αλλά ομορφιά και καθετί νεκρό είναι υπέροχο και ανείπωτο («Το φεγγάρι», σ. 82). Ο θάνατος, σαν την τροφό που δεν υπήρξε για την ποιητική φωνή, τραγουδά όμορφα, μια μελωδία μονότονη. Γίνεται ίσως ο οδηγός με προορισμό τη χώρα που δεν είναι, τη χώρα του πόθου και της λαχτάρας, τη χώρα της αλλοτινής παιδικότητας και της πολύτιμης αθωότητας. Τη χώρα της επιστροφής.

. Άλλωστε, ποιος θα την κρίνει αν έπραξε σωστά ή όχι; Ίσως τα δέντρα της παιδικής ηλικίας (σ. 80), τα οποία διακριτικά παρατηρούν την πορεία της

Ένα μέλλον από ισχυρή θέληση, ρομαντικά ιδανικά, ευαίσθητη ψυχή και απύθμενη μοναξιά ανοίγονται μπροστά στην ποιητική φωνή που το αγναντεύει. Η αποπροσανατολισμένη, πολλές φορές, θέληση είναι ικανή να υπερβεί τη μοίρα και ο αγώνας για την κατάκτηση της ακριβοθώρητης ευτυχίας είναι γλυκός, ακόμα κι αν εκείνη δεν καταδεχτεί να περάσει το κατώφλι του σπιτιού της ποιητικής φωνής. Άλλωστε, ποιος θα την κρίνει αν έπραξε σωστά ή όχι; Ίσως τα δέντρα της παιδικής ηλικίας (σ. 80), τα οποία διακριτικά παρατηρούν την πορεία της και άλλοτε την επιτιμούν, γιατί η πορεία αυτή δε στάθηκε ταιριαστή με τη εκπεφρασμένη στα παιδικά της χρόνια σοφία, και άλλοτε την επευφημούν γιατί έστω και η ύστατη επιστροφή στις ρίζες, στο σπίτι (σ. 81), γυρνώντας την πλάτη στο παρελθόν του ενήλικου βίου, προσφέρει παρηγοριά και της αποκαλύπτει τη σοφία, την αλήθεια, τη δύναμη που ξέχασε πίσω της στον ρου του χρόνου.
Το θεϊκό στοιχείο

Άφησα για το τέλος ό,τι σχετίζεται με τη συζήτηση περί θεού και τον τρόπο με τον οποίο η Σέντεργκραν διαλέγεται με το θεϊκό στοιχείο στα ποιήματά της. Ο λόγος είναι ότι η παρουσία του θεού ανιχνεύεται σε όλες τις συλλογές και αποκρυσταλλώνεται προοδευτικά η σχέση της ποιήτριας μαζί του.

Στην πρώτη συλλογή, η ποιήτρια επιχειρεί να δώσει έναν μεταφορικό και καθαρά μοντερνιστικό ορισμό του τι εστί θεός στο ποίημα «Θεός» (σ. 24). Στη δεύτερη συλλογή και στο ποίημα «Ο κόσμος κολυμπά στο αίμα…» (σ. 44), ο θεός σκιαγραφείται όχι φιλεύσπλαχνος αλλά άτεγκτος και δεσποτικός στις ζωές των θνητών. Διαβάζουμε τους δύο πρώτους στίχους: «Ο κόσμος κολυμπά στο αίμα γιατί ο Θεός πρέπει να ζήσει./ Για να διατηρηθεί η δόξα Του, πρέπει ν’ αφανιστούν όλα τ’ άλλα».

Έτσι, ο θεός τώρα αλλάζει μορφή, γίνεται επιεικής φορέας της ομορφιάς στον κόσμο.
Η τομή επέρχεται στην τρίτη συλλογή, όπου καθώς ο θεός φαίνεται αντίθετος προς το συμφέρον και την καλή τύχη της ανθρωπότητας, η ποιητική φωνή αποκόπτεται απ’ το πλήθος και μεταρσιώνεται σε μεσσία που φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα για την αληθινή βασιλεία του Θεού, τη βασισμένη στην ομορφιά, στην οξύνοια της πνευματικότητας και τα ευωδιαστά αρώματα της εύνοιας του μέλλοντος. «Ξεχωρίζω από εσάς,/ γιατί είμαι κάτι περισσότερο από ό,τι εσείς./ Είμαι στο σούρουπο/ Ιέρεια του ναού,/ μυημένη, φρουρός/ της φωτιάς του μέλλοντος./ Πλησιάζω προς εσάς με ένα χαρμόσυνο μήνυμα:/ Η βασιλεία του Θεού αρχίζει./ Όχι η φθίνουσα κυριαρχία του Χριστού/ όχι, υψηλότερες, πιο φωτεινές/ ανθρώπινες μορφές/ πλησιάζουν τον βωμό,/ προσφέροντας την ευγνωμοσύνη τους/ ευωδιάζοντας υπερκόσμια,/ συναρπαστικά». («Ο βωμός του ρόδου», σ. 51).

Είναι θρίαμβος να υπάρχεις. Και η Σέντεργκραν αξιοποίησε αυτό τον θρίαμβο χυτεύοντάς τον στις λέξεις της

Έτσι, ο θεός τώρα αλλάζει μορφή, γίνεται επιεικής φορέας της ομορφιάς στον κόσμο. Και στην τέταρτη συλλογή και το ποίημα «Έκσταση» (σ. 69), η ποιητική φωνή γίνεται ιέρεια και κήρυκας πλέον των μηνυμάτων αυτού του νέου θεού, εφιστώντας με προφητικό λόγο την προσοχή στους ανθρώπους του μέλλοντος σχετικά με τα όρια της επιθυμίας και την ευθραυστότητα της θνητής ευδαιμονίας.

Είναι θρίαμβος να υπάρχεις. Και η Σέντεργκραν αξιοποίησε αυτό τον θρίαμβο χυτεύοντάς τον στις λέξεις της, σε μια πολύτιμη παρακαταθήκη που συγκινεί μέχρι σήμερα και θα συγκινεί όσους έχουν την τύχη να τη γνωρίσουν.

Ζεστές λέξεις, όμορφες λέξεις, βαθιές λέξεις…
Είναι σαν άρωμα λουλουδιού τη νύχτα,
που κανείς δεν βλέπει.
Πίσω τους ενεδρεύει το άδειο σύμπαν…
Να είναι άραγε ο κυματιστούς καπνός
απ’ τη ζεστή εστία της αγάπης;

(«Λέξεις», σ. 28)

*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδόσεις Μετρονόμος, 2025).

Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Έντιτ Σέντεργκραν γεννήθηκε το 1892 στην Αγία Πετρούπολη και μεγάλωσε στην κωμόπολη Ραϊβόλα, στα σύνορα μεταξύ Φινλανδίας και Ρωσίας. Μοναχοπαίδι σε πολύγλωσσο, κοσμοπολίτικο περιβάλλον, αρχικά έκανε μαθήματα κατ’ οίκον και έπειτα φοίτησε στο γερμανικό προτεσταντικό σχολείο θηλέων Petrischule.

Εκεί διδάχτηκε τους κλασικούς στα γερμανικά, ρωσικά, αγγλικά, γαλλικά και άρχισε να γράφει τα πρώτα της ποιήματα στα γερμανικά, γαλλικά, ρωσικά και σουηδικά, τελικά όμως επέλεξε τη μητρική της, τη σουηδική, ως γλώσσα της ποιητικής της γραφής, την οποία δεν είχε διδαχθεί ποτέ στο σχολείο. Σε ηλικία 15 ετών έχασε τον πατέρα της από φυματίωση και έναν χρόνο αργότερα προσβλήθηκε και η ίδια. Πέθανε πρόωρα, στα τριάντα ένα της χρόνια, στις 24 Ιουνίου 1923.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://bookpress.gr/kritikes/poiisi/24877-thriamvos-na-yparxeis-tis-entit-sentergkran-kritiki-protoporiaki-monterna-poiisi-apo-ti-skandinavia-me-emfyles-thematikes?fbclid=IwY2xjawPe3h5leHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEe_zI9wZ1ldEzYx9fb__XRnoc775bFrNbe_iFHu4sVGn5-Ci6Topw3L07mEUk_aem_h3kUu7DufbKbwG6bcB0X2Q