Οι «διαλυτικές» ερωτήσεις και ο διαρκής εκνευρισμός στα ποιήματα του Σταύρου Βαβούρη

Ο Σταύρος Βαβούρης μοιάζει «θυμωμένος» με τους άλλους, με τον εαυτό του, τις αδικίες, τις συνθήκες, τις απώλειες, την ανθρώπινη φύση, με τα πάντα. Οι διαρκείς ερωτήσεις του αποδομούν κάθε δικαιολογία, κάθε υπεράσπιση και καθιστούν το υποκείμενο «ένοχο».
«Πώς σε παραπλάνησαν δηλαδή;» («Εκπνέοντος του αιώνος σου», περιοδικό Η λέξη, τεύχος 91, ανέκδοτο χειρόγραφο).
Άλλοτε αποδίδουν μια διαλυτική ειρωνεία και αυτοαμφισβήτηση. Π.χ. Μιλώντας για τα δημιουργήματά του που συσσωρεύονται με τον καιρό: «Καυσόξυλα, χαρτιά/ εύφλεκτα υλικά που συσσωρεύονται,/ δαδί (για το προσάναμμα;)/ Κλείνουνε τριγύρω όλα τα διέξοδα/ Φεύγουν μερικοί στο τέλος βιαστικοί./ (Το βλέπουν γραπώθηκαν στη φάκα/ ποντικοί)» («Κυκλόθυμες»/ Ημέρες, νύχτες, που ’ναι τες;/ 1987).
Τις περισσότερες φορές κάνει διάλογο με τον εαυτό του και το ποίημα, δημιουργώντας έναν ανασφαλή σκεπτικισμό. Το πάθος του για αντίλογο και μια υποβόσκουσα εριστική διάθεση είναι εμφανή, σε μια διαρκή αμφισβήτηση που ποτίζει την ποιητική του. Αρνείται να χτίσει βεβαιότητες και απόλυτες θέσεις, φαίνεται πως ούτε μπορεί να αναπαυτεί, ούτε να επαναπαυτεί. Σαν τίποτε να μην πάει καλά, ούτε να πήγε όπως το ήθελε ή το θέλει. Είναι «θυμωμένος» με τους πάντες και τα πάντα, χωρίς προσωπικές κακίες, αλλά μόνο γιατί έτσι ήρθαν τα πράγματα, έτσι τα κανόνισε η μοίρα και αυτός είναι ο κόσμος και η κοινωνία. Είναι «πληγωμένος» και τείνει να αναπαράγει διαρκώς την «πληγή», αυτόν τον άδικο «πόνο». Πονάει αλλά όχι λυρικά, μα εξοργισμένα και αυτό είναι ίσως το πιο πρωτότυπο στοιχείο της ποιήσεώς του.
Ελλειπτικά διαλυτικό θα χαρακτήριζα τον τρόπο γραφής του, καθώς λείπει εντέχνως το συγκεκριμένο και αντικαθίσταται από σαφείς εικόνες και στιγμές, κατηγορίες και συμπεράσματα, χωρίς καθορισμένο υποκείμενο και συχνά με ασαφές αντικείμενο.
Διεγερτικά παράξενη γραφή, που ακόμα και ο γενικότερος τίτλος τής συγκεντρωτικής του συλλογής, για τα ποιήματα μιας ζωής, είναι μια ερώτηση, Πού πήγε, ώς πού πήγε αυτό το ποίημα; 1940-1993.
Συχνά βλέπουμε αρκετά μεγάλες συνθέσεις, με συνεχείς ερωταπαντήσεις, που αμφισβητούν και καταλύουν ιδέες και δημιουργούν ένα παλίνδρομο κλίμα αβεβαιότητας. Ο ποιητής όντως δεν ξέρει ούτε «πού πήγε» ούτε «πού μας πάει» αυτό το ποίημα, γιατί μόνιμα ζει με ερωτήσεις, γεγονός όμως που τον οδηγεί στη βελτίωση και στην πρόοδο, γιατί αν κάποιος είναι βέβαιος γι’ αυτό που κάνει δεν υπάρχει λόγος να βελτιωθεί.
Μπορεί αυτό το σχήμα να ενέχει μια διαρκή οδύνη και πόνο, αλλά κάθε σπουδαίο έργο «τρέφεται» με το «αίμα» του δημιουργού του.
Στη συλλογή Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα (1985) φαίνεται σε όλη της την ένταση και έκταση η ανασφάλεια πάνω στην οποία «πατάει» για να ορθωθεί το δημιούργημά του, μια και η αγωνία, ο πόθος και η διανοητική προσπάθεια, μέσα στην οποία κατασκευάζεται, είναι ένας λαβύρινθος με διαρκείς ερωταπαντήσεις, που κατ’ ουσία, τις περισσότερες φορές, δεν δίνουν κάποια συγκεκριμένη απάντηση. Ο σκοπός του, νομίζω, ότι είναι να μας δώσει το συναισθηματικό και ψυχολογικό υπόβαθρο και όχι να καθορίσει θέσεις. Ίσως, κάποιες φορές, να πιστοποιεί αντιθέσεις και να εκσφενδονίζει αφορισμούς, αλλά ακόμα και εκεί δεν είναι καθόλου συγκεκριμένος. Τελικά το περί του λόγου δημιούργημα μοιάζει ακυβέρνητο, να εκκινείται αυθόρμητα από τη διάθεση της στιγμής.
Μα ποιος φταίει; Το ποίημα; Ο ποιητής; Όλοι και όλα. Και φτάνει στον πλήρη αυτοσαρκασμό με οργή: «Είσαι προβληματικό ̇ ηλίθιο ποίημα» («Βούιζε»/ ό.π.).
Δεν έχω ξαναδεί μια τόσο ανασφαλή και διαρκώς εκνευρισμένη φύση ποιήματος και ίσως δημιουργού, που κορυφώνεται όμως με τόσο υψηλή παιδεία και τόσο πηγαίο ταλέντο! Νομίζω ότι ο Σταύρος Βαβούρης είναι μοναδικός σε αυτό που κάνει.
Τα εκφραστικά του μέσα συχνά είναι τραχιά και οι εικόνες του περιέχουν βία: «Δήθεν πειθαρχείς, παύεις να καλπάζεις/ Λίγο δε λακτίζουν μέσα μου οι οπλές σου/ Μαζεύεσαι έντρομο στο κέντρο/ όπως οι φλόγες της φωτιάς της περιφέρειας/ που έχω ανάψει όλο και πλησιάζουν/ -Θα σε κορώσω- μαίνομαι/ -Μην ελπίζεις στη φυγόκεντρη φορά σου/ Κει που ’σαι θα πλαντάξεις,// θα γίνεις στάχτη, παρανάλωμα μαζί μου/ αν δω πως δεν μπορώ/ πόσο και πώς μπορώ να σε ημερώσω, να σε σώσω.» (ό.π.).
Μοιάζει διαρκώς να παλεύει προς ένα αβέβαιο αποτέλεσμα. Και φτάνουμε στη συλλογή Τι άλλο μου είπε αυτό το ποίημα.
Αδικαίωτη αισθάνεται την ποίησή του ο Σταύρος Βαβούρης («Στη δίκη του»), όχι γιατί δεν γνώρισε τη δόξα, αλλά γιατί δεν κατανοήθηκε και δεν διαβάστηκε όπως εκείνος αντιλαμβανόταν ότι έπρεπε.
Όλη αυτή η συλλογή φαντάζει ως μια απάντηση σε μια αμφισβήτηση, και το δημιούργημα παρουσιάζεται ως ανεξάρτητη οντότητα από τον ίδιο του τον δημιουργό! Μάλλον τελικά αποτελεί εσωτερικό αντίλογο.
Στοιχεία που είναι αρκετά αχνά, ως και ανύπαρκτα, στις πρώτες συλλογές του –σε σημείο που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε άλλο δημιουργό-, όπως η εριστικότητα ή οι υβριστικές φράσεις, εντατικοποιούνται, γίνονται αδρά και παίρνουν τη μορφή λαίλαπας στις επόμενες. Έτσι ενώ στο «Η δεύτερη μεταμόρφωση» (Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα/ 1950-1952) λέει «την Αγάπη τηνε λεν Αγάπη» και «Αγάπη να την ονομάζεις./ Αγάπη να τηνε ζητάς/ τον Θάνατο, τον λένε Θάνατο.», αποτυπώνοντας έτσι ένα αισιόδοξο κλίμα ελπιδοφόρας αναζήτησης, φτάνει στην υβριστική, καυστική ειρωνεία «Αγάπη μου ξινόροϊδη και χαβιαρομανέστρα/ την Κυριακή ’σουν όμορφη/ μα τη Δευτέρα; Χέστρα.» («Βούιζε»/ Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα/ 1985). Η μεταστροφή είναι τεράστια.
Ας παρακολουθήσουμε όμως την πορεία. Αρχικά το τοπίο ξεραίνεται («Γη πυρός»/ Εδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα/ 1050-1952) και όπως λέει μένει μόνο μια «σκυμμένη ελπίδα» να τον «εξωθεί». Παρατηρούμε την απογοήτευση και μια «πνιγερή» και χαλαρή προσπάθεια απόδρασης, που φθίνει και βρισκόμαστε ακόμη στην πρώτη συλλογή!
Στοιχεία αντιδραστικού εκνευρισμού αρχίζουν σιγά-σιγά, αμυδρά, να φαίνονται στη συλλογή, ως μια ενοχλητική διαπίστωση, «Ωραία αγόρια και μαντράχαλοι όμως/ που βρωμούν τα πόδια τους.» («Απέναντι στο δρόμο ‘που δεν βγαίνει’»/ Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε/ 1956). Κατά τα άλλα το υπόλοιπο ποίημα κινείται στα πλαίσια της κοινωνικής απογοήτευσης, που εκκολάπτει τα στοιχεία της θυελλώδους μετέπειτα αντίδρασης.
Από το «Ένας ποιητής το 1960» (Ξηρά ποιήματα- στη διακεκαυμένη/ 1963) αρχίζει ο διάλογος με ένα ακαθόριστο πρόσωπο-προσωπείο, με αιφνιδιαστικές ερωτήσεις, που είτε απαντιόνται, είτε υπαινίσσεται τις απαντήσεις τους και πλάθουν ένα πολύ ζωντανό ποίημα, που διατηρείται στα «κόσμια» γλωσσικά μέτρα. Το μοτίβο αυτό ακολουθείτε σποραδικά στο υπόλοιπο της συλλογής (π.χ. στον εσωτερικό αντίλογο στο «Υπό δυσμένειαν»/ Ε ́/ ό.π.).
Όλα αυτά τα μοτίβα ισχυροποιούνται σταδιακά και τον καθορίζουν.
Οι μετέπειτα «κομιστές» των ιδεών του –Ατρείδες, Ορφέας, η γριά- είναι μια απαρχή ενός έμμεσου διαλόγου με προσωπεία, που εξελίσσεται προοδευτικά.
Τώρα θα επιχειρήσω να σας πω την ιστορία του ποιητή Σταύρου Βαβούρη με τα δικά του λόγια.
Αρχικά φανταζόταν «καλπασμούς και κύματα» (1950-1952), αναζητώντας τη «Δεύτερη μεταμόρφωση» (ό.π.), μα βρισκόταν σε «γη πυρός» (ό.π.). «Η ανάγκη των αγγέλων στους πικρούς καιρούς» (πέντε ποιήματα/ 1954-1957) ήταν επιτακτική στην αδιαφορία του αδιάφορου («Η μπαλάντα του αδιάφορου»/ ό.π.). Άρχισε μετά να «πεθαίνει» (Συμπτώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε/ 1956) και «Ήδη, άρχισε η σήψη» («Αυτοψία»/ ό.π.). Ο εαυτός του έγινε μια πικροδάφνη, «οι πικροδάφνες είμαι εγώ» («Η αλληγορία της πικροδάφνης»/ ό.π.). «Πικρά χείλη δίχως γεύση παραδοχής» (1959).
Στη συνέχεια έρχεται η υπαρξιακή αμφισβήτηση του εαυτού του ως ποιητή (Ξερά ποιήματα στη διακεκαυμένη/ 1963). Μα όταν βρέθηκε σε κρίση αδιεξόδου κάλεσε τη σοφία του αρχαίου παρελθόντος να του δώσει θέσεις και στάσεις ζωής, μια και διέθετε άριστο φιλολογικό εξοπλισμό (Οι Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής/ 1950-1993). Αντ’ αυτού γέμισε με πληθώρα ερωτημάτων, παρά με απαντήσεις. Όμως «ήταν η απόφαση παρμένη τελεσίδικα:/ ήθελες δεν ήθελες:/ Να στρέψεις.» («Ευρυδίκη»/ Ορφέας κατερχόμενος/ 1971). «Βρέχει στους χωρισμούς» (Λόγω της βροχής. Υστερόγραφα/ 1977) και μας ομολογεί «Μες στην καρδιά μου ακούγεται ένα ποίημα» («Υστερόγραφα»/ ό.π.).
Ενώ ζούμε σε έναν κόσμο που βασιλεύουν Τα ακραία: Εμείς(1984) και όλοι θέλουν μόνο να παίρνουν και ακόμα περισσότερο στον έρωτα, που είναι έκφραση των ανεξέλεγκτων «θέλω» μας.
Αυτή όμως η «φτωχή γριά» έδινε από κάτι σε καθένα που περνούσε («όσον αφορά σ’ εκείνη τη γριά»/ 􏰀/ Carmina Profana/ 1979-1982), μα εκείνος επειδή άργησε του «’δωσε δυο μούντζες» και «μαύρα φάσκελα». Κάπως έτσι μάλλον έβλεπε εκείνη την εποχή τη ζωή του και ό,τι του δόθηκε. «Με μια φαρμακερή βελόνα/ μπηγμένη ξαφνικά μες στην καρδιά» (􏰀􏰀􏰀/ ό.π.), να κλώθει, όπως η Μοίρα –που μάλλον αυτήν συμβολίζει η γριά-, «να δίνει φρούτα,/ δώρα αλλά και φάσκελα» (􏰀􏰀􏰀/ ό.π.). Έρμαιο μοιάζει να περιμένει «μήπως κι ανατείλουν/ τα καλά φεγγάρια της», ή να τρέμει «τις συνέπιες/ μιας νέας δυσμένειας» («Τα χαμόγελα της γριάς»/ ό.π.). Θα ήθελε να μπορούσε να της τα ψάλει ένα χεράκι, για τελευταία φορά ̇ μα πού μια τέτοια δυνατότητα (􏰀􏰀􏰀/ ό.π.), δυστυχώς η Μοίρα είναι ανεξέλεγκτη και απόμακρη. Χρησιμοποιεί συχνά τη μεταφορά του «φάσκελου», παραπέμποντας στη γνωστή λαϊκή έκφραση «είναι φασκελωμένος από τη Μοίρα», δίνοντάς μας μια αίσθηση για το πώς συναισθάνεται τον εαυτό του (πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας και τα προβλήματα της κινητικής του αναπηρίας).
Και επειδή όταν το άγχος, η καταπίεση και η αίσθηση του αδικημένου καθορίζει το είναι μας, τότε όλα αυτά εξωτερικεύονται και προς τους άλλους, «Στάχτη και μπούρμπερη όλοι σας./ Κατακλυσμός δεν ’πα να ’ρθει» (Όσον αφορά στη βρώμικη βροχή/ 􏰀/ 1984).
Μετά στρέφεται αγωνιωδώς στο «ποίημα» (Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα/ 1985), προσπαθώντας κάπου να αγκιστρωθεί, αλλά εκείνο «τσινάει» και αντιστέκεται. Του λέει «βάλε με σ’ ένα βάζο με νερό,/ να ζήσω λίγο ακόμα ̇/ όσο κι όπως εσύ.» (ό.π.).
Αλλά επειδή τα δημιουργήματά μας είναι ό,τι εμείς οι ίδιοι: «Όχι, όχι/ Δύσθυμο, δυσάρεστο γραφόταν./ Πήγαινε κάπως πάντως ν’ αρθρωθεί./ Χειροδικούσε, τσίριζε/ Αλλόφρον πέρα δώθε/ όμοια με τίγρη στο κλουβί.// Νευρωτικό –μονάχα;/ Περνούσε πια στη σχιζοφρένεια/ -λέγανε να το δέσουν-» («Βούιζε»/ ό.π.).
Και ακριβώς επειδή ο Σταύρος Βαβούρης είναι αυθεντικός ποιητής γι’ αυτό τα ποιήματά του είναι αληθινά. Αν προσποιούταν τα έργα του θα ήταν κίβδηλα και αδύναμα, χωρίς να αγγίζουν.
Επιλογικά, θα ήθελα να συνοψίσω, ότι όλες αυτές οι διαλυτικές ερωτήσεις και η ανασφάλεια, με τη χρήση ενός πολύ αδρού και πηγαίου λόγου, αποδομούν κάθε βεβαιότητα και στήριγμα, κατασκευάζοντας ένα ανασφαλές και αγχωτικό κλίμα.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Frank O’Hara, Poem / Ποίημα

Lana Turner has collapsed!
I was trotting along and suddenly
it started raining and snowing
and you said it was hailing
but hailing hits you on the head
hard so it was really snowing and
raining and I was in such a hurry
to meet you but the traffic
was acting exactly like the sky
and suddenly I see a headline
LANA TURNER HAS COLLAPSED!
there is no snow in Hollywood
there is no rain in California
I have been to lots of parties
and acted perfectly disgraceful
but I never actually collapsed
oh Lana Turner we love you get up

Η Λάνα Τέρνερ κατέρρευσε!
Περπατούσα γοργά κι ξαφνικά
άρχισε να βρέχει και να χιονίζει
κι εσύ είπες πως έριχνε χαλάζι
αλλά το χαλάζι σε χτυπάει στο κεφάλι
δυνατά, οπότε στην πραγματικότητα χιόνιζε και
έβρεχε και βιαζόμουν τόσο πολύ
να σε συναντήσω, αλλά η κίνηση
συμπεριφερόταν ακριβώς όπως ο ουρανός
κι ξαφνικά βλέπω έναν τίτλο
Η ΛΑΝΑ ΤΕΡΝΕΡ ΚΑΤΕΡΡΕΥΣΕ!
δεν υπάρχει χιόνι στο Χόλιγουντ
δεν υπάρχει βροχή στην Καλιφόρνια
έχω πάει σε πολλά πάρτι
και φέρθηκα απολύτως απαράδεκτα
μα ποτέ δεν κατέρρευσα στην πραγματικότητα


*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Μύαρης, Ταξίδι στον Ερημότοπο

Στη Μαρία Μ.

Σου δάνεισα τα ταξίδια του Δον Κιχώτη
Σχολίασες πως σαν αναχωρείς
Αγέρας σε διαπερνά καθίστασαι μη ον καταναγκαστικά παρόν
Άστομο πλάσμα Άφωνο κι αλίμονο
Ανίσχυρο μπροστά σε όσους προωθούν βελτιώσεις
Πυργώνουν απώσεις Δρακεύουν εξώσεις

Βρέθηκα “Μαρονίτα” και σε κάλεσα
Γαλαρία των αλατωρυχείων ξυπόλητο δεκαετία του ’70
Σ’ ακούω σαν νερό που κελαρύζει Στις Μαρίτσες
Σε ψάχνω στα πλατύφυλλα αμπέλια

Ακούς αφηγήσεις Ροκιές και ανέχεια
Δεκαεξάχρονων στη Βαλτετσίου κούφιες ζωές
Τα κάρβουνα του Κάβουρα Στο Βοξ οι αστροφεγγιές
Αραχώβης και Μπενάκη γωνία Αγωνία Όροφος δεύτερος
Πότε ανάχωμα και πότε φυλακή
Πόσα απογεύματα μου πρόσφερες
Το ερτζιανό ύδωρ των πειρατών
Περιοχής Εξαρχείων κι Ομονοίας
Τσιγάρα κέρασα πριν φύγω στα φροντιστήρια της Κωλέττη
Καπνοί συνόδευσαν τη βιοτή μας ταξίδεψα μακριά
Εσύ ερωτευμένη με τα Δεκαεξάχρονα ταξίδια
Ελέγχεις διαρκώς τα εισιτήρια
Και ‘κει στα Τέμπη καιομένη

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

-[Ερημότοπος: η πρώτη (μεσοπολεμική) απόδοση στην Ελληνική της σύνθεσης “Έρημη Χώρα” του Τ.Σ.Έλιοτ.
-Μαρίτσες: αγροτική περιοχή Νότιας Κέρκυρας.
-Μαρονίτα: γνωστή καφετέρια πλατείας Εξαρχείων].

Πάνος Κουτούλιας, Δύο ποιήματα

Απογραφή

Κάθε ξημέρωμα και μια νύχτα τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά,
μια πρωτότυπη παραλογή πάνω σε μανιασμένα μουσικά σχόλια.
Ας γίνει το ας είναι μάρτυρας
να ξεδιαλύνουμε λιγάκι τους σπασμούς των πραγμάτων
προβάροντας αδιάκοπα τα λόγια μας, με σκοπό
να τα ξεχάσουμε γνήσια.
Το φως παρέρχεται με τα χίλια ζόρια,
με μια παρατεταμένη τακτική του αναπνευστικού συστήματος
ενώ ο θάνατος – οριστικό εμπάργκο,
τρίλιζα χωροχρονική
κανονικότατη.
Κάθε ξημέρωμα, ένας απείρως εκτεινόμενος
καταυλισμός τεφροδόχων.


*


Ακριβές (το)


Αυτό το διάφραγμα δεν είναι να στηρίζεσαι·
θολή γκραβούρα
μιας πάλαι ποτέ υπακοής,
μιας υπό αμφισβήτηση υπηκοότητας.
Ασκεί τον τουρισμό του
στα τεθωρακισμένα μου·
το κρεμασμένο ξίφος των παππούδων
στο σαλόνι,
κιτρινισμένος χάρτης παλιακός,
που παραγνωρίζει τα σύνορα
και την όψη της χώρας.
Δεν είναι καν ανταγωνιστικό·
απλά υφίσταται εκεί
και στέκει
ως ανιστόρητη ωραιότητα.


*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.

Γιώργος Μπλάνας (1959-2024), Νύχτα

“Να ‘ξερες μόνο τι σου λέω! Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
Κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
Στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
Το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατό μου.
Κι ώ, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου”.
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ‘ταν η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου: λόγια,
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο, απλά, και πάντα
γλυκύτατα βουβό.

*Από τη «Νύχτα», Εκδόσεις Νεφέλη, 1991

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Να μη διστάσετε…

Eduard Hopper, Early Sunday morning

Κύριε Hopper*,
Εδώ ας σταθούμε κι ας αντικρίσουμε το σημείο.
Έχετε τις φωτογραφίες, τα έγγραφα, τις καταθέσεις.
Τα χρώματα πιστεύουμε είναι καλά και τα πινέλα το ίδιο.
Έχετε όλο το φόντο με το μέρος σας.
Δεν σας ζητάμε να βγάλετε κάποια απόφαση
ούτε να κάνετε αναπαράσταση.
Σας παρακαλούμε μόνο να μην ξεχάσετε τους 57 νεκρούς.
Μην το εκλάβετε σαν υπόδειξη αυτό.
Απλώς οι ψυχές μας είναι ραγισμένες.
Μας “εμπαίξανε”, λες και όλο αυτό ήταν
μια ζαβολιά, ένα κακός μπελάς.
Γι’ αυτό σας παρακαλούμε, με το οξυγόνο
να μη διστάσετε…
Ό,τι χρειαστείτε, εάλω θα είμαστε
-εδώ είμαστε όλοι.
Αυτή τη φορά τη μοναξιά
δεν θα φοβηθούμε.

*Eduard Hopper, Αμερικανός ζωγράφος, (1882-1967).

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

Εσωτικά τοπία

ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

*

Ο ακίνητος δρομέας

“ΠΟΥ ΠΑΤΕ, ΜΕΡΕΣ ΜΟΥ”, ρωτά, “μικρά πουλιά γιατί πετάτε, για πού τραβάτε βιαστικά;”.
“Εμείς δεν πάμε πουθενά, εμείς δεν είμαστε πουλιά, στεφάνι επτάφυλλο είμαστε πέτρινο κιονόκρανο στου χρόνου την αμετακίνητη κολόνα. Εσύ πετάς αδιάκοπα, εσύ αποδημείς
προς μια εποχή πιο παγερή, προς ένα ατέλειωτο χειμώνα”.

Άννα Αχμάτοβα, Έξι ποιήματα

Έμαθα να ζω απλά και με σοφία,
Τον ουρανό να βλέπω και να δοξάζω το Θεό,
Να γυρίζω ώρα πολλή στου δειλινού την ησυχία,
Την αχρείαστή μου αγωνία να ξεχνώ.

Όταν θροΐζουν οι κολλιτσίδες στην κοιλάδα
Και μαραίνονται τα μούρα στις μουριές,
Στίχους γράφω εύθυμους αράδα
Για της φθαρτής ζωής τις ομορφιές.

Επιστρέφω σπίτι. Μου γλείφει την παλάμη
Ο πουπουλένιος γάτος και με νάζι νιαουρίζει.
Λαμπρό ένα φωτάκι στην κορυφή ανάβει
Του πύργου, πίσω από τη λίμνη και φωτίζει.

Μόνο πού και πού στην ησυχία τη βαθιά
Του πελαργού προσμένω τη φωνή ν’ ακούσω.
Κι αν έρθεις και την πόρτα μου χτυπάς
Μου φαίνεται πως ούτε θα σε ακούσω.

1912

*

Όχι, μαζί σου δε θα πιω κρασί,
Γιατί είσαι αγόρι αδιόρθωτο.
Ξέρω, συνήθεια έχετε κακή
Μ΄ όποια λάχει να φιλιέστε στο φεγγαρόφωτο.

Αλλά εμείς, ούτε στεναγμός ούτε φωνή,
Ησυχία θεϊκή.

Αλλά σ’ εμάς, νόμος δεν υπάρχει
Να σηκώνουμε τα μάτια σ’ όποιον λάχει.

Δεκέμβριος 1913

*

Ώρες βραδινές μπροστά από το τραπέζι.
Αδιόρθωτα λευκή η σελίδα με κοιτά.
Η μιμόζα Νίκαια και ζεστασιά μυρίζει,
Στο φεγγαρόφωτο πουλί μεγάλο φτερουγά.

Και τις κοτσίδες μου πλέκοντας σταθερά,
Σάμπως να μη γίνεται αύριο δίχως αυτές,
Κοιτάζω απ’ το παράθυρο με δίχως θλίψη πια
Τη θάλασσα, τις αμμουδερές πλαγιές.

Τι εξουσία έχει ο άνθρωπος, ωστόσο,
Που ούτε τρυφερότητα δε θέλει!
Δεν μπορώ τα βλέφαρά μου να σηκώσω
Τ΄ όνομά μου όταν προφέρει.

Καλοκαίρι 1913

*

Στο σμίξιμο υπάρχει των ανθρώπων μια κρυφή γραμμή,
Που δεν την ξεπερνά ο έρωτας μήτε τα πάθη,
Ακόμη κι όταν στην σκληρή κολλούν τα χείλη σιωπή
Και πάει να σπάσει η καρδιά από αγάπη.

Ανήμπορη σε τούτο και η φιλία μένει
Και τα χρόνια της χαράς της δυνατής,
Όταν η ψυχή είναι ελεύθερη και ξένη
Απ’ την αργόσυρτη χαύνωση της ηδονής.

Είναι τρελοί όσοι την κυνηγούν, κι αληθινά,
Όποιος την έχει φτάσει από πλήξη υποφέρει.
Τώρα ξέρεις γιατί και η δική μου η καρδιά
Δε χτυπά τρελά κάτω απ’ το δικό σου χέρι.

1915

*

Από την ποιητική σύνθεση «Μυστικά της μαστοριάς»

Οι νικητήριες ωδές δε μου χρειάζονται.
Ούτε και ελεγειακοί γλυκοί ρυθμοί.
Όλα στους στίχους πρέπει να αντιτάσσονται
Στα πράγματα που φέρνει η καθημερινή ζωή.

Ω! Αν ξέρατε από ποια σκουπίδια
Γεννιούνται τα ποιήματα δίχως ντροπή.
Πλάι στο φράχτη σαν κίτρινα πικραλίδια.
Βρομόχορτα και κολλιτσίδες στην αυλή.

Κραυγή οργισμένη, της πίσσας μύρισμα στυφό,
Μυστηριώδης μούχλα μες στην κάμαρή μου…
Και το ποίημα ακούγεται ευχάριστο και τρυφερό
Για τη δική σας τη χαρά και τη δική μου.

1936 – 1960

*

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Θα μπορούσε η Βεατρίκη σαν το Δάντη να δημιουργήσει,
Είτε η Λάουρα το πάθος της αγάπης να υμνήσει;
Τις γυναίκες εγώ δίδαξα πώς να μιλούν,
Αλλά, Θεέ μου, πώς να τις μάθω να σιωπούν;

1960

*Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης.

Γιάννα Μπούκοβα, από το «Μαύρο χαϊκού»

Για κάποιο λόγο τα συντρίμμια
φαντάζουν πάντα πιο κοντά
στην γεωμετρία της αλήθειας.
 
Είναι μια μουσική που τελειώνει σταδιακά.
Ένα δόντι που το βγάζεις κάθε πρωί.
 
Όπως όταν κάποιος που αγαπάς πολύ
σου λέει μια ιστορία που διόλου δεν σε ενδιαφέρει,
αλλά δεν θέλεις να σταματήσει ποτέ,
και το λες αυτό ευτυχία.
 
Ή μια εικόνα από την πλατεία της πόλης,
μερικά σπίτια κι η εκκλησία,
και στο βάθος το ηφαίστειο που εκρήγνυται,
και το λες αυτό κάποιου είδους καθημερινότητα.
 
Ήταν μια τάξη που εξερράγη
και έτσι ξεκίνησαν όλα.
Ένα δόλωμα κεκτημένης ταχύτητας.
 
Ο Τζορντάνο Μπρούνο πίστευε ότι τα αστέρια
είναι μακρινοί κατοικημένοι κόσμοι,
και σε κάθε ένα υπάρχει μία δίκη,
και σε κάθε ένα υπάρχει μία πυρά,
και αυτό το λες να μην είσαι μόνος στο σύμπαν.
 
Η νύχτα πάντως είναι το ίδιο μέρος,
όμως μετά την πυρκαγιά.
 

Απ’ όλα τα χρώματα
το κόκκινο είναι το πιο θορυβώδες.
 
Δεν υπάρχει πιο ίσια γραμμή
από την πτώση.
 
Όμως ο βυθός πάντα απαιτεί
μια πιο περίπλοκη χορογραφία.
 
Θυμάμαι εκείνη τη διαφήμιση με τους τρεις
που παίζουν ποδόσφαιρο κάτω απ’ το νερό.
Τις φυσαλίδες, τα ανάποδα ψαλίδια, το σμαραγδένιο φως.
 
(Το μυαλό προσελκύεται μονάχα
από τα εξής είδη γεγονότων:
πρόσφατα γεγονότα, ασυνήθιστα γεγονότα,
μεγάλα γεγονότα, γεγονότα που μπορούν
να συγκριθούν με άλλα γεγονότα.)
 
Όλα είναι σε αργή κίνηση, σαν να υπογραμμίζουν
κάποια ιδιαίτερα περίτεχνη φάση του ματς.
Η μπάλα λείπει, είναι όμως ξεκάθαρη
η πρόθεση της μπάλας. Το μαρκάρισμα.
 
(Μέσα στο μυαλό συντελείται μια Δαρβινική διαδικασία
όσο οι σκέψεις που ασταμάτητα γεννιούνται
παλεύουν μεταξύ τους για επιβίωση.)
 
Τρία ψαράκια γλιστράνε στη γραμμή
σαν να ακολουθούν κάποια υποθαλάσσια λεωφόρο.
Η κάμερα βυθίζεται, η οπτική σκουραίνει.
Η θαμπή φωτεινή επιφάνεια
απλώνει την οθόνη της.
Κάτι μεγάλο περνάει εκεί –καράβι, φάλαινα;–
και είναι ταυτόχρονα αυτό
και η σκιά του.
 
 
Ο 3D printer του Πλάτωνα πάντα επισκίαζε
την παλαιά τεχνολογία του Γουτεμβέργιου.
 
*
 
Αν και μόνο αν 
 
Κάθε μέρος είναι μία παγίδα,
ανοιχτή ακόμα.
Αλλά εμένα τα ζουζούνια στην κουζίνα
με κάνουν και ουρλιάζω.
 
Οι σύνδεσμοι ανάμεσα στα πράγματα
γεννιούνται στο ίδιο κέντρο
απ’ όπου και ο φόβος.
Εκείνο το σημείο κάπου ανάμεσα
στην αναπνοή και το βλέμμα.
 
Θυμάσαι πώς κόβαμε τους βατράχους ζωντανούς
στο μάθημα της βιολογίας
να δούμε πώς χτυπάει η καρδιά τους;
Θυμάσαι το εκπαιδευτικό σύστημα,
που το επέτρεπε αυτό
για τους σκοπούς της μάθησης;
 
Το πληθωριστικό σύμπαν μεγαλώνει απότομα,
τα πράγματα χάνουν αξία.
Είναι σαν να σε πηγαίνουν για ανάκριση
και να σε βάζουν να πληρώσεις
ο ίδιος την ανάκριση.
Με κάτι λιγδερά,
κολλημένα χαρτονομίσματα.
 
Κύριε, εσύ που είσαι μέσα στο στήθος μου…
Δεν γίνεται σαφές από την αγγλική μετάφραση
αν είναι:
Κύριε μέσα στο στήθος μου και πέρα από αυτό
ή αν:
Κύριε μέσα στο στήθος μου και πισώπλατα.
 
Αυτό είναι λοιπόν;
Όλο το χρυσάφι του κόσμου
δεν γεμίζει ούτε δυο ολυμπιακά στάδια.
Και ο πόνος με κάποιο τρόπο με κάλεσε
να ανακαλύψω το σώμα μου.
 
Ζούμε σε ένα κλουβί από φως
ζώα, ζώα δίχως τέλος.
 
Οι κύκλοι του νερού εγκαταλείπουν
τα όρια της λίμνης.
Τα σκυλιά ουρλιάζουν
– Πισώπλατα! –
καλωσορίζοντας ηδονικά τα χτυπήματα της καμπάνας.
 
Παιδιά με ανίατες ασθένειες σε κλινική
της ρωσικής πόλης Καζάν
στέκονται στο χιόνι και σχηματίζουν το γράμμα Ζ
σε υποστήριξη του πολέμου.

*«Μαύρο χαϊκού»,Εκδόσεις Ίκαρος, 2024.

Βερονίκη Δαλακούρα, Επίγραμμα

Είθ’ άνεμος γενόμην, σύ δε δη στείχουσα παρ’ αυγάς
στήθεα γυμνώσεις και με πνέοντα λάβεις.*

Σαν τις παραπάνω λέξεις, αδέσποτες κι αυτές, ως
Μια ερωτική τάχα επίκληση που προπορεύεται
και πάλι ακολουθεί.
Στη γραμμή αόρατη σαν φάσμα πίσω απ΄ τις ράγες
τόσο σιωπηλές που σκανδαλίζουν
Εσύ
με το σκισμένο ρούχο και τις άδειες κάλτσες
περπάτησε μέχρι το χωράφι αδιαφορώντας
για τον άνεμο
γυμνώνοντας τα στήθη
λέγοντας Ναι και Όχι γιατί
ακόμη κι αν δεν γνώρισες πόσο
αντίπαλες γίνονται οι λέξεις
οι παραπάνω, οι αδέσποτες, σαν
τη βροχή είναι που
την κοιτάς και πίνεις.

*Αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο ανώνυμου από την Ελληνική Ανθολογία [5, 38]

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.