κι από την τόση νοσταλγία χωρίς να το πολυκαταλάβω σύντομα έμοιαζα με ένα νυχτοφύλακα κατάκοπο στον τρόπο της ισόβιας λιακάδας
μα δεν παραπονιόμουν κι ας πρόδωσα τα πόδια μου για να σε περιμένω
μπήκα στην απομόνωση αγαπημένο μου υποκείμενο μονολογούσα λογοκρινόμουν μονολογούσα μέχρι που γέννησα εαυτούς να ‘χω και γω συμπότες
τον Παύλο την Αφροδίτη τη Βερενίκη το Λουκά το Σταμάτη τον κυρ Αλέξανδρο τον Ιάσονα τη Θάλλω το Σαβάζιο
σας λέω τους σπουδαιότερους τώρα και βάζω τον έναν εαυτό κάτω από τον άλλον όχι από κάποια διάθεση νεωτερισμού Αλλά για να μοιάζουν πειστικά με μια ντάνα από πλαστικά ποτήρια
που λες αγαπημένο υποκείμενο όλα τα πρωινά καβγάδιζαν οι εαυτοί παραφερόνουσαν παίζανε μπουνιές αυτή η λεπτοκαμωμένη Βερενίκη κι αν είχε υποφέρει με δαύτους σάκο του μποξ την είχαν κάνει όμως σαν έπεφτε η νύχτα η κολεκτίβα του εαυτού μου φίλιωνε τσούγκριζε τη Θεία Κοινωνία κι ύστερα όλοι μαζί τη λειτουργούσανε την ψαλμωδία τώρα θα ‘ρθεί, τώρα θα ‘ρθεί σταυρώσανε την προσμονή
κι η προσμονή μου πλήθαινε αγαπημένο υποκείμενο η προδοσία άπλωνε με τόσους εαυτούς κοπάδιαζε ο πόνος
Άμα ρίξω το βάρος πίσω, θα με πιάσεις; Νιώθω τη γη κάτω από τα πόδια μου ελαφριά Και το κορμί μου λυγίζει Γίνεται μικρό Ευαίσθητο Όπως κι η ψυχή μου
Άμα λύσω τη ζώνη, θα με κρατήσεις; Τα δάκρυά μου λούζουν το μάγουλό σου Κόβεται η αναπνοή μου Ο αέρας λιγοστεύει Μα εσύ είσαι ακόμα εδώ
Άμα κλείσω τα μάτια, θα με καθοδηγήσεις; Σα διάφανο χαρτί με βλέπεις απ’ όλες τις πλευρές Αναμένω την επόμενη λέξη σου Μα πια σε ξέρω, εσύ;
Άμα ανοίξω το στόμα, θα με ακούσεις; Κλείνω πόρτες ανάμεσά μας από φόβο Όμως δε μου λιγοστεύει αγάπη Κι απ’ όσα κομμάτια μου σου δίνω, Θα μείνει τίποτα για εμένα στο τέλος;
Άμα ζητήσω πολλά, θα είναι λιγοστά Άμα κρατηθώ κι άλλο, θα τρελαθώ Άμα δεν προσπαθήσω, θα το μετανιώσω Γιατί όχι, λοιπόν;
Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς Με τα ψευδολογήματά τους Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου. Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει. Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του; Με τον Ερμή για γραφομηχανή Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις Έρχεσαι εδώ να δρέψεις Τους καρπούς του Ελδοράδο Και σου μένει ο χρόνος ρέστος Δυτικά του Κολοράντο. Είμαι ένας μετατοπισμένος Στα πλάτη της άλλης ηπείρου Κάνω βόλτες πάνω κάτω Πέντε επί δεκάξι μέτρα Και περιμένω γράμματα Για να διασχίσω τα γεράματα. Έχω μια μικρή σκυλίτσα Που την ονομάζω Λίτσα Που χαίρεται όταν με βλέπει Να ετοιμάζω μια βαλίτσα Για να πάω στο Κολοράντο Να διαβάσω ποιήματα Με τον ποιητή Κορράντο. Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε Που όλο πίνε πίνε Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι Σου άναψα ένα καντήλι Στην καρδιά μου.
Ο Μαρξισμός δεν έχει ψυχασθένειες Κάτι άλλο πρέπει να μου συμβαίνει Κατερίνα Γώγου
Το πρόσωπο της δυστοπίας είναι χρόνια απαράλλαχτο ξυρισμένο κόντρα σχεδόν αρυτίδωτο γυαλιστερό από καλοζωία, χαμογελάει στις εκδρομές στο εξωτερικό σε γάμους και βαφτίσια σε στρατιωτικές επιδείξεις ανάμεσα κι άλλες παλιές δόξες του Κόμματος, χαϊδεμένο αδρά από πληρωμένες και ομήρους τιμημένο από παράγοντες και από νέο αίμα αλειμμένο με ιδεολογία γαλουχημένο στα δύο πρωτόγονα ένστικτα εξασκημένο στην ίντριγκα συνεπές στην επιτήρηση, κάθε μέρα βασιλεύει στο χοιροστάσιο νοσταλγώντας τον χαρούμενο μπαλτά τυλιγμένο με λάβαρο, προάγοντας σώματα εθισμένα στην ανάγκη τα λουσμένα εφ’ όρους ζωής με κρύο ιδρώτα που παλεύουν να βγουν από το μιαρό τους δέρμα, υμνώντας τον Αρχηγό με την ατσάλινη καρδιά, κατακρεουργώντας ό,τι προφτάσει. παριστάνοντας το μπαλέτο πάνω σε κρέατα, ελπίζοντας εις ανώτερα: Ω, μεγάλη γιορτή! Festë të madhe!
* Η μεγάλη γιορτή II
Η μεγάλη γιορτή συνεχίζεται με συναρπαστικές κληρώσεις και πλούσια δώρα. Όσο για τους μη έχοντες προσκλήσεις, Κακό του κεφαλιού τους έχουν όμως ποικίλες επιλογές φρικτού περάσματος στην ανυπαρξία. Παραδομένοι στη φωτιά μέσα σε τρέιλερ θα απολαύσουν το άγνωστο δάσος -την πράσινη ασπίδα που τους προστατεύει- να γίνεται όλο στάχτη όπως αρμόζει σε “προστατευμένη περιοχή” με σπάνια πτηνά. Άλλοι θα δοκιμάσουν την αυθεντική συνταγή “αερολίν-τραζοδόνη-λοραζεπάμη-κονιάκ” και διάφορες παραλλαγές της To πρόσωπο που βλέπω στις σελίδες θυμίζει πρόσωπα γνωστά κι ονόματα της δυστοπίας μα ένα πιο πολύ. Τα χαρακτηριστικά του κάτω από την πόρτα μου και πίσω από τα βήματα μου. Κλειδώνω την ταχυπαλμία δύο φορές. Εκεί ψηλά μες στον καπνό που σκέπασε τον ήλιο τα σύννεφα πυκνώνουν και όσο περιμένω να ξεπλυθεί το όνειδος, να πιούν τα διψασμένα μάτια. οι κρουνοί ανοίγουν.
*Από τη συλλογή “Δαιμονισμένες – Κείμενα όλο Triggers”, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες”, Θεσσαλονίκη 2024.
Μετά την ποίηση τι έμεινε να σε μαγέψει; Όσα το μέλλον υπόσχεται τα χρωστάς ήδη με τόκο. Κι έχεις βάλει υποθήκη το παρόν. Αλλά έτσι όπως σέρνεται ο χρόνος θα σου το βγάλουν κι αυτό στο σφυρί. Ούτε παρόν μετά. Μόνο παρελθόν. Όταν υπήρχε ποίηση.
*Από τη συλλογή “Μετά την ποίηση”, διαδικτυακή έκδοση, 2023.
Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων. Είμαι ευτυχισμένη, αφού έχω οικογένεια. Σύναψα συμφωνία με το υποσυνείδητο. Γράφω αυθόρμητα ποιήματα. Τώρα ξέρω, στα νιάτα μου υπήρξα όμορφη αλλά με μειωμένη αυτοπεποίθηση. Ας μου το έλεγε τουλάχιστον η μάνα. Είμαι πολύ ευαίσθητη κι ο αυθορμητισμός μου συχνά παρεξηγείται. Μικρή είχα ένα όνειρο τώρα δεν το θυμάμαι πια. Ζω τριάντα χρόνια στην Ελλάδα. Δεν ψήφισα ποτέ. Ανανεώνω την άδεια παραμονής μου ανά πενταετία. Η καλύτερη φίλη μου είναι η Ελπίδα. Φροντίζω τις αδέσποτες γάτες, Μοιράζομαι τα δρομάκια με την κυρά-Βιολέτα. Κάποιος πρέπει να το κάνει. Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων. Δεν έχω ακαδημαϊκή μόρφωση. Πάσχω από κοινωνική φοβία. Αναλαμβάνω τις ευθύνες των άλλων. Το βράδυ στο κρεβάτι πέφτω ξερή. Είμαι τυχερή που έχω έναν σύζυγο ο οποίος δεν αποπειράθηκε ποτέ να με δολοφονήσει.
*Από τη συλλογή “Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου και άλλα ποιήματα”
Μετέρχομαι το σκοτάδι, στον τρόπο να υποκρίνομαι την άγρυπνη τοξότρια. Ύπνε, δεν παίρνεις την ψυχή κι απορεί, ψηλώνει προς τα ιερά, ενώ από πίσω της ακολουθώ. Τήξις προ των οφθαλμών. Στη γλώσσα με βγάζουν οι δρόμοι, εκεί που ο ρυθμός με το θυμό μοιάζουν όπως και με το θυμάρι. Άραγε, όσοι οσφραίνονται θυμώνουν περισσότερο; Μπορώ να μικρύνω κι άλλο ώσπου να κλείσει η αφύπνιση, η θλυψικάμινος, για να γυρίσουμε στη λέξη της παράστασης, του γενικού αισθήματος και να κοιμηθούμε μακριά της γλυκά χωρίς αισθητό υλικό. Δύο ερωτηματικά μαζί δεν αντέχονται όπως ένα μόνο του και μια τελεία.
*
Μπίκμπολ
Πώς παλεύουνε τα δυο τους Κυριακή μεσημεράκι, τα κοιτώ κάθε λίγο και λιγάκι.
Δυο περιστεράκια παίζουν μπάλα τις μικρές μπουκιές μου με το ράμφος πάνω κάτω, να αλαφρύνει κι άλλο το φαγάκι προτού το ανταλλάξουν σαν φιλάκι.
Μπίκμπολ παίζουν για τα μάτια μου που απορούν πότε με το ένα και πότε με το άλλο, η μπουκιά ατελείωτη πετιέται εδώ κι εκεί, απ’ το τσιμπητό πιο λίγη.
Κι όλα αυτά αναπάντεχα σαν ποίημα ρέουν μέσα στην ημέρα, στην ησυχία από ένα τόσο δα διάλειμμα με το μυαλό απρόβλεπτα το κουλούρι να εκθειάζει.
Πυρ και ταινία, η διάθεσή μου με εκπλήσσει, δεν της είμαι ποτέ ίση.
Συναντήσαμε τον ανοιχτά γκέι νέο ποιητή και μιλήσαμε για την ποίηση, την ορατότητα, τον ακτιβισμό, την αριστερά, την ομοφυλοφιλία
Ο ποιητής Νικόλας Κουτσοδόντης μιλάει για το βιβλίο του «Ίσως φύγεις στο εξωτερικό» (εκδ. Θράκα) με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα κατά της Ομοφοβίας (17 Μαΐου)
Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα κατά της Ομοφοβίας (17 Μαΐου), συναντήσαμε τον εξαιρετικό νέο ποιητή ―και ανοιχτά γκέι― Νικόλα Κουτσοδόντη, για να μας μιλήσει για το ολοκαίνουργιο βιβλίο του «Ίσως φύγεις στο εξωτερικό» (εκδ. Θράκα), τη σχέση της ποίησης με την ορατότητα και τον ακτιβισμό, τη σχέση της αριστεράς (του) με την ομοφυλοφιλία και, πάνω απ’ όλα, τη δύναμη της τρυφερότητας ν’ αλλάξει τον κόσμο.
Νικόλα Κουτσοδόντη, τι δουλειά έχει ένας ομοφυλόφιλος ποιητής στο ΚΚΕ; Να το αλλάξει εκ των έσω; Και πώς θα το κάνει δηλαδή; Και τι είμαι καλέ, η Παουλίνα η σφετερίστρια να διασώσω το εργοστάσιο Μπράτσο; Για την ακρίβεια, δεν έχω οργανωμένη πολιτική ζωή, συμβαίνει απλώς να διατηρώ αυτό που λέμε ταξική συνείδηση, γιατί έχω δει πόσο γλυκιά είναι η υπαλληλική ζωή και οι Δυνατοί αυτού του κόσμου.
Στο νέο σου βιβλίο, «Ίσως φύγεις στο εξωτερικό» (εκδ. Θράκα) ξεκινάς με μια φανταστική σκηνή από την επίσκεψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν στη Μόσχα τον χειμώνα του 1926, μια σκηνή τρυφερότητας και παιδικότητας στη νεότατη τότε ΕΣΣΔ. Πώς καταφέρνεις να βλέπεις τη Ρωσία (ή τη Σοβιετική Ρωσία, τέλος πάντων) με τόση τρυφερότητα, με τέτοια αθώα, παιδική ματιά, μετά από ολόκληρο 20ό αιώνα; Την βλέπω με τα μάτια ενός ερωτευμένου. Να πούμε εδώ ότι το «Ίσως φύγεις στο εξωτερικό» αφορά την αρχή και το τέλος της ερωτικής σχέσης δυο πλασμάτων, δυο αντρών. Αυτή η σχέση είναι, όπως και τελικά η ίδια η ποιητική διαδικασία, ένα ταξίδι στην ωρίμανση, στην ανακάλυψη του εαυτού μέσα απ’ τον κόσμο και μέσα από τον άλλον, τον σύντροφο, από το σώμα αυτού του ανθρώπου. Το ταξίδι αυτό δεν έχει χρονικά, τοπικά, υλικά όρια, γιατί τα υπερβαίνει το ονειρικό στοιχείο. Και το όνειρο είναι το τρυφερότερο δώρο που μπορεί να προσφέρει κανείς σε εκείνον που αγαπά. Όταν δύο ανθρώπινα πλάσματα βρεθούν, η ένωση αυτή ανοίγει έναν καινούργιο χώρο γύρω τους, έναν χώρο ασφαλείας. Τον δημιουργούν τα ίδια με την αγάπη τους, αλλά και με την ίδια την –πολιτική– δυναμική του να κρατάς τον άντρα σου από το χέρι στον δρόμο. Αυτός ο χώρος, φυσικά, βάλλεται από όλη την εξωτερική βία ενός αφιλόξενου και ανοίκειου κόσμου, φτιαγμένου «λες από εχέμυθα αγόρια», που καμιά φορά σε τρέπει σε φυγή και, όπως λέει το ποιητικό υποκείμενο για τον εραστή του: «απομακρυνόσουν/ ξεκινώντας το κλάμα ως τη στάση/ του λεωφορείου». Αυτή είναι η διάχυτη βία που βιώνουμε όλ@ γύρω μας. Όταν όμως αίρονται τα χρονικά και τοπικά όρια μου επιτρέπεται κι εμένα να ταξιδέψω και να κάνω σκανταλιές σε μια άλλη εντυπωσιακή εποχή, σε μια άλλη χώρα που μόλις γεννιόταν, και να συναντήσω τον φιλόσοφο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ερωτευμένο κι εκείνον τότε, όπως φαίνεται από το «Ημερολόγιο Μόσχας» του, και όντας σε σοβαρή σκέψη να οργανωθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ζούσε την αρχή μιας εποχής, προσωπικά και πολιτικά, όπως και οι ήρωες του βιβλίου.
Από τη Μόσχα και τον Μπένγιαμιν καταλήγεις στον JRBaker, στον Updike, σε Αμερικανούς (όχι μόνο, αλλά και σε αυτούς). Πώς; Γιατί; Και μήπως είσαι εσύ ένας Χάρι Άνγκστρομ; Οι Αμερικανοί πεζογράφοι μού έδειξαν τι πάει να πει οργή, φυγή και αποτυχία. Νομίζω ότι οι Αμερικανοί συγγραφείς μπορούν να περιγράψουν σπουδαία το αδιέξοδο της καπιταλιστικής κοινωνίας, καμιά φορά και το τέλμα της. Δηλαδή το πως το να είσαι στο έλεος των μεγάλων επιχειρήσεων και των κολαούζων τους πολιτικών, οδηγεί στον εξανδραποδισμό μιας ολόκληρης γενιάς λοατκια+ ατόμων από το AIDS (Μπέικερ)· πώς το να είσαι ένας νάρκισσος παρτάκιας, που εμμονικά επιζητείς και αναπολείς την επιτυχία που είχες ως αστέρι του γυμνασιακού μπάσκετ, οδηγεί στη φυγή, στην εγκατάλειψη της γυναίκας και του παιδιού σου, τους οποίους παίρνεις στον λαιμό σου (Άπντάικ) ή ακόμα και το πώς διαρκώς αποτυγχάνεις σε έναν κόσμο υποχρεωτικά πετυχημένων και πέφτεις στα μάτια όλων γιατί δεν πιάνεται ποτέ αυτή η καλή (Μπέλοου). Ο Χάρι Άνγκστρομ είναι ο παρτάκιας μικροαστός ήρωας του Τζον Απντάικ στο «Τρέχα λαγέ». Τρέχει, λοιπόν, φοβούμενος να ενηλικιωθεί, φοβούμενος τις ευθύνες του απέναντι σε άλλα πλάσματα, φοβούμενος τις δυσκολίες, και τελικά την πληρώνουν οι άλλοι για εκείνον. Δεν υπάρχει περιθώριο να σκεφτεί το πώς νιώθουν οι άλλοι γιατί πιέζεται και πρέπει επιτέλους να κοιτάξει τον εαυτό του, την όποια διέξοδο του δίνεται. Αλλά όπου και να πάει κουβαλά διαρκώς τον ίδιο φοβισμένο εαυτό. Σε πολλές σχέσεις, όταν τελειώνουν – ειδικά αν το τέλος είναι ιδιαίτερα άσχημο, υπάρχει αυτό το «Τώρα θα παίξουμε το αυτό θέλει η καρδιά μου / και το δεν βλέπουμε με το ίδιο μάτι». Όταν έγραφα το «Ίσως φύγεις στο εξωτερικό» ήθελα να είναι ένα κουίρ πολιτικό βιβλίο. Η Ελλάδα είναι η χώρα του brain drain, είναι ο τόπος που γράφονται ειρωνείες πως δεν είναι υποχρεωτικό να κάνεις διακοπές σε ακριβούς προορισμούς, την ώρα που όλη η χώρα μαστίζεται από την ακρίβεια. Δηλαδή είναι η χώρα που σπουδάζουν πολλά παιδιά και από μικρά έχουν στο μυαλό τους πως καριέρα θα κάνουν μόνο στο εξωτερικό. Ο εραστής της φωνής του βιβλίου φεύγει κι αυτός στο εξωτερικό αηδιασμένος από «της χώρας το λίμνασμα», ωστόσο κι αυτός που μένει πίσω κι αφήνεται να θρηνήσει ώρες και μέρες και μήνες ατελείωτους, καταλαβαίνει γιατί διαλύονται όσα είχε χτίσει και ξέρει πως στη μικρή ιστορία δυο ανθρώπων παρεμβαίνουν άλλες, ανώτερες δυνάμεις, η εποχή, η οικονομία, η κοινωνία η ίδια. Στο τέλος, η ίδια η φωνή του βιβλίου φεύγει κι αυτή, γεμάτη από όσα πήρε από την αγάπη που βίωσε και την πήγαν παρακάτω.
Αν δεν κάνω λάθος, έχεις ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για gay pulp fiction. Στο «Ο Τιμ κι ο Πητ τα ξαναφτιάχνουν» αναφέρεσαι στον «καταραμένο» γκέι συγγραφέα James Robert Baker, που έγραφε «περιθωριακά» αναρχικά γκέι μυθιστορήματα με ακραίες σκηνές βίας, σουρεαλισμό κ.λπ. Γιατί αυτό το ενδιαφέρον; Πώς συνδέεται με την ποίησή σου και με την πολιτική σου στάση; Το ενδιαφέρον μου είναι σε όλα εκείνα τα πλάσματα που χάθηκαν αβοήθητα τις δεκαετίες του ’80 και ’90 επειδή οι ζωές των λοατκια+ ατόμων μετρούσαν λιγότερο. Ξέρεις πόσα χρόνια πήρε στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρέιγκαν να ξεστομίσει τη λέξη AIDS; Ως κουήρ άτομο, δεν ξεχνώ πως ο ίδιος ο όρος κουήρ ξεπήδησε στα άγρια χρόνια που, αβοήθητα και αντιμετωπιζόμενα με απάνθρωπους, εξευτελιστικούς τρόπους, ως δημόσιοι κίνδυνοι, τα λοατκια+ άτομα χάνονταν κατά εκατοντάδες από τον ιό. Μέσα σε αυτόν τον εφιάλτη, ξεπήδησε η ριζοσπαστική κουίρ πολιτική, το ACT UP, με τις θρυλικές διαδηλώσεις έξω από φαρμακοβιομηχανίες, εκκλησίες και δημόσια κτίρια. Ενώ οι τράπεζες αίματος αρνούνταν να κάνουν τεστ ανίχνευσης του ιού στα αποθέματα αίματος, ενώ η εκκλησία μιλούσε για τιμωρία του Θεού και όλα έμοιαζαν να επιβεβαιώνουν το αφήγημά της, το μόνο που έμενε στα λοατκια+ άτομα ήταν ο ριζοσπαστικός αγώνας για επιβίωση, ήταν η μάχη να απαιτήσουν να αυξηθούν τα κονδύλια για την Υγεία. Να πούμε, βέβαια, ότι και σήμερα βλέπουμε μια ανάλογη αδιαφορία για την Υγεία, βλέπουμε πως κλείνουν νοσοκομεία, πως όλα μετρούνται με γνώμονα το κέρδος. Αν δεν είχαν κολλήσει AIDS κάποιοι άνθρωποι στις ΗΠΑ που είχαν τα λεφτά να κάνουν μηνύσεις στα νοσοκομεία για το μολυσμένο αίμα, το τεστ θα καθυστερούσε κι άλλο. Οι ζωές των φτωχών άλλωστε δεν έχουν συχνά την ίδια αξία. Μέσα σε αυτή την εποχή γράφτηκε το «Tim and Pit» (1993) του Μπέικερ, ένα από τα πιο οργισμένα μυθιστορήματα της λογοτεχνίας του AIDS. Αν είχα δει δικούς μου ανθρώπους να χάνονται και καθημερινά αντιμετώπιζα το σκληρό πρόσωπο της αδιάφορης εξουσίας, θα ήμουν κι εγώ ένας αναρχικός νιχιλιστής σαν τον Μπέικερ, ο οποίος, μετά την έκδοση αυτού του βιβλίου δεν βρήκε ποτέ ξανά εκδότη για τα έργα του. Τιμωρήθηκε για τη γραφή του και τελικά αυτοκτόνησε. Στην ατομική βία, έστω σε φαντασιακό επίπεδο, στην αντίδραση του θύματος, του ανίσχυρου, μπρος στη βία του ισχυρού, αυτά τα ποιήματα προτάσσουν την ανάγκη της πολιτικής της φροντίδας, του φεμινισμού, του να είμαστε ανώδυνοι μεταξύ μας, έστω στις ερωτικές μας σχέσεις. Αν σε αυτό το, καθαρά αντρικό, μυθιστόρημα, το «Tim and Pit», δίνεται η αρχετυπικά «αντρική» λύση της επίθεσης, της επαναλαμβανόμενης βίας, κι αν τη βία του καταπιεσμένου δεν μπορεί κανείς και καμιά να την ξεχωρίσει από εκείνη του καταπιεστή που την προκαλεί, το πιο «θηλυκό» δάνειο της φεμινιστικής πολιτικής είναι τελικά εκείνο που είναι απαραίτητο ώστε να είναι κάπως βιώσιμος ο κόσμος. Γιατί η απάντηση στη βία των ισχυρών δεν μπορεί να είναι ατομική, αλλά υπόθεση των πολλών.
Πώς προέκυψε η ιδιαίτερη αγάπη για τα Βαλκάνια (που έχουν την τιμητική τους στη νέα σου συλλογή); To 2021 είχα τη χαρά να συμμετάσχω στο πρόγραμμα λογοτεχνικών διαμονών «Το καταφύγιο του Οδυσσέα», χρηματοδοτημένου από το Creative Europe, με εταίρο του προγράμματος για την Ελλάδα τις Εκδόσεις Θράκα. Πέρασα τρεις εβδομάδες στη Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας, μένοντας στο σπίτι του ποιητή Ντάνε Ζάιτς, το οποίο άφησε μετά θάνατον στην Εταιρία Συγγραφέων Σλοβενίας ώστε να το αξιοποιήσει για να φιλοξενεί συγγραφείς. Η εμπειρία αυτή ήταν η αφορμή να γραφτεί μια ολόκληρη ενότητα του βιβλίου, με το όνομα «Βαλκανικό κρύο». Στην ενότητα αυτή ταξιδεύω στα μεταπολεμικά, μετασοσιαλιστικά βαλκανικά κράτη και παρατηρώ αυτό το ατελείωτο κενό που έρχεται και συμπληρώνει το κενό της εγκατάλειψης, του χωρισμού. Να αναφέρω εδώ πως μεγάλη έμπνευση για το βιβλίο αυτό υπήρξε ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης, με τη μοναδική του λυρική ικανότητα αποτύπωσης της συντριβής του έρωτα.
Έχεις, επίσης, ιδιαίτερη αγάπη για περιθωριακούς καλλιτέχνες (π.χ. Baker, Gerald Neveu) ή αποσυνάγωγους Γιατί; Ειδικά για τον Kοτσμπέκ, που κυνηγήθηκε τόσο από το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας. Τι θέλεις να μας πεις; Νιώθω μεγάλη στοργή για τους αδικημένους, για τους ταλαιπωρημένους αυτού του κόσμου. Ένας τέτοιος ήταν και ο Μπέικερ, ως εκφραστής αυτού του διαπεραστικού ουρλιαχτού της εποχής του AIDS, μιας εποχής που αναδύονταν το New Queer Cinema (η ταινία του Γκρεγκ Αράκι, «The Living End» (1992), έχει παραπλήσιο σενάριο με το «Tim and Pit»), και η Pulp λογοτεχνία, με την ακραία βία της, την πορνογραφία, το camp, pop art, trashy στοιχείο της, που θα άφηναν το στίγμα τους στην ιστορία της παγκόσμιας γκέι κουλτούρας. Η ματιά μου όμως, σε μεγάλο βαθμό, είναι στραμμένη στο δίκιο της εργατικής τάξης, εκείνης που, σαν τον καταραμένο Γάλλο ποιητή Ζεράρντ Νεβέ, είναι «χειροπεδεμένη στο πραγματικό». Αυτός ο άστεγος ποιητής που πέθανε στην απόλυτη ένδεια, για μένα έχει το ανάστημα όλων εκείνων που ατύχησαν στη ζωή τους. Ο Σλοβένος ποιητής Κοτσμπέκ είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Συνεργάτης του Τίτο την εποχή του αντιναζιστικού παρτιζάνικου αγώνα, είχε την διόλου ευκαταφρόνητη θέση του Υπουργού αρμόδιου για τη Σλοβενία, δηλαδή ήταν με τα μπούνια εκφραστής μιας εποχής αγώνα. Αργότερα γίνανε μάλλον μπίλιες με τον Τίτο, γιατί –και αυτό είναι μια στάση που με εκφράζει και πολιτικά και αισθητικά, όπως φαίνεται από τα ποιήματά μου– δεν έβλεπε άσπρο μαύρο τον αγώνα των παρτιζάνων και μιλούσε με ειλικρίνεια για τις αδυναμίες του. Περιορίστηκε, λοιπόν, για τα υπόλοιπα του χρόνια να κάνει σημαντικό μεταφραστικό έργο στη χώρα του. Υπενθυμίζοντας ότι το βιβλίο είναι μια ποιητική σύνθεση που αφορά τη σχέση δύο αντρών, το ποίημα για τον Κοτσμπέκ βρίσκεται στην ενότητα «Βαλκανικό κρύο», όπου τα Βαλκάνια, για μένα, είναι ένα σύμβολο κενού με τα εγκαταλελειμμένα κτίρια, τα μεταπολεμικά ερείπια, τα απομεινάρια του σοσιαλισμού – ένα σύμβολο εγκατάλειψης. Οι άδειοι δρόμοι της Λιουμπλιάνα είναι ένα κοντράστ με τους δρόμους του παρελθόντος, δρόμους αγώνα, τόπους συνάντησης ανθρώπων, ονείρων, του μοιράσματος μιας αίσθησης μέλλοντος. Αυτό το άδειο είναι και το τέλος μιας σχέσης. Θα πω, ωστόσο, πως του φέρομαι και λίγο άσχημα του ποιητή μας, όχι όσο ο «μπαμπούλας» Τίτο, αλλά ναι. Βλέπεις, λέει ένας στίχος του «αν μερικοί από μας / σταθούμε γνήσιοι άντρες». Συγγνώμη, αγαπημένε μου ποιητά, αλλά γκώσαμε από τα γνήσια αρσενικά σου. Προσωπικά προτιμώ να ασχοληθώ με ψαράκια σαν τις γόπες. Ξέρεις, από αυτά που έχουν τη συνήθεια να αλλάζουν το φύλο τους όποτε τους καπνίσει.
Πώς μπορεί να αλλάξει η ποίηση τα μυαλά των ανθρώπων; Είναι η ποίηση ακτιβισμός; Ποια η διαφορά ακτιβισμού και ποίησης; Σε ένα κριτικό κείμενο για τη δεύτερη συλλογή μου, το «Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι» (Θράκα, 2021), ο συγγραφέας της είχε θέσει το ερώτημα εάν η επαναστατικότητα στη γραφή μου εξαντλείται τελικά στο ίδιο το ποίημα, εάν η πολιτική μου θέση κι ακόμα η υπεράσπιση της λοατκια+ ταυτότητάς μου συρρικνώνεται σε γραφή. Μπορώ να απαντήσω πως η ίδια η γραφή είναι πράξη και η στάση που κρατάς στα πράγματα φαίνεται συχνά κι από εκεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ενεργή πολιτική δράση αντικαθίσταται από την ποιηματογραφία. Συνοδοιπόροι από το παρελθόν, όπως ο Αμερικανός μπιτ ποιητής Άλεν Γκίνσμπεργκ, όταν δενόταν στις ράγες των τρένων ενάντια στη μεταφορά υλικών για τα πυρηνικά όπλα στην περιοχή Rocky Flats τη δεκαετία του ’70, όπως ο κομμουνιστής Χιλιανός ποιητής και περφόρμερ Πέδρο Λεμεμπέλ όταν διάβασε σε παράνομη αριστερή συγκέντρωση επί δικτατορίας Πινοτσέτ, με ένα σφυροδρέπανο βαμμένο στο πρόσωπο του, το ποίημα του «Μανιφέστο: μιλώ για τη διαφορά μου», όπως ο δικός μας Λαπαθιώτης όταν, το 1927, μέσω του «Ριζοσπάστη» έστειλε επιστολή στον αρχιεπίσκοπο ώστε να τον διαγράψει από το χριστιανικό ποίμνιο ή ακόμα όταν οι Βρετανίδες κομμουνίστριες Σύλβια Τάουνσεντ Γουόρνερ και Βαλαντίν Άκλαντ, που ήταν ζευγάρι, πίεζαν το κομμουνιστικό κόμμα να τις στείλει στην Ισπανία να πολεμήσουν τον Φράνκο, δείχνουν ότι στην ιστορία υπάρχουν εκείνες οι λαμπρές μορφές όπου συνδύαζαν τη γραφή με τον αγώνα, όπως και την πάλη για μια άλλη δικαιότερη κοινωνία με την πάλη για τη δικαίωση των λοατκια+ πλασμάτων.
Τι μπορεί να πει η ποίηση (ή ένας ποιητής) για την παγκόσμια ημέρα κατά της ομοφοβίας; Είχα μια συζήτηση τις προάλλες με τον πορτιέρη του Ενόλα, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Μου είπε πως το μαγαζί πάνω έχει σκάσει στον τουρίστα, αλλά πιο πολύ του έκαναν εντύπωση κάτι Αμερικανοί από το τέρμα θεού που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη αφότου έμαθαν για το ομοφοβικό περιστατικό στην Αριστοτέλους φέτος τον Μάρτιο. Γίναμε τουριστική ατραξιόν, ζήσε τον γκέι τρόμο σου στην Ελλάδα, ίσως. Πέρα από την πλάκα, γνωρίζω κόσμο που φοβάται μετά από το περιστατικό αυτό, όπου εκατό+ έφηβα αγόρια, ως επί το πλείστον, έκαναν απόπειρα λιντσαρίσματος σε δύο non binary άτομα στην καρδιά του Κέντρου της Θεσσαλονίκης. Μετά το περιστατικό, τρανς άτομα νιώθουν την ανάγκη να ντύνονται πιο συμβατικά και cis gay άτομα να μην είναι πολύ εκδηλωτικά στον δρόμο με τον/την/το σύντροφοό τους. Δεν αφορά αυτό όλα τα πλάσματα, αλλά πολλά τα αφορά. Προσωπικά είχαμε δεχθεί χαλίκια στο pride πριν τρία χρόνια από έφηβα αγόρια στον Λευκό Πύργο, τα οποία ένιωσαν ότι με τον τρόπο αυτό θα έτρεπαν σε φυγή τον κόσμο στο μπλοκ μου. Αυτό είναι μια σημαντικη υπενθύμιση σε όλ@ μας πως ο φασισμός είναι εκεί έξω και τρέφεται από το ίδιο σύστημα που μας καταπιέζει έτσι κι αλλιώς στην καθημερινότητά μας, στην εργασία μας, ακόμη και στον ύπνο μας. Είναι το σύστημα που ωθεί νεαρές αρρενωπότητες να αναζητούν, ίσως, τη σταθερότητα του «αντρικού» προτύπου μέσα σε έναν ρευστό και διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο, στη ματσίλα, τον υπερπατριωτισμό, τον ρατσισμό, τη θρησκοληψία, τις γυναικοκτονίες, τις ζητωκραυγές όταν πνίγονται πρόσφυγες και μετανάστες κατά εκατοντάδες στις θάλασσές μας. Να τα θυμόμαστε αυτά κάθε που περνά από το μυαλό μας πως λύθηκαν το προβλήματά μας και ζούμε σε έναν θαυμάσιο pinkwashed κόσμο.
Γιατί ένιωσες την ανάγκη να γίνεις πιο προσωπικός/αυτοαναφορικός σε τούτο το βιβλίο; Είναι λες και πολιτικοποίησες το προσωπικό… Η αρχή μου στη γραφή είναι η παρρησία και η διακινδύνευση. Αυτό σημαίνει πως η αισθητική και πολιτική μου στάση στα γράμματα περιλαμβάνει το να μη μασάω τα λόγια μου, να εκτίθεμαι ανεπανόρθωτα, δίνοντας το πιο βαθύ και ωμό κομμάτι της ψυχής μου, αντιλαμβανόμενος πως για να αλλάξει ο κόσμος, το προσωπικό θα πρέπει να γίνει πολιτικό και το πολιτικό προσωπικό. Δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί κανείς να γράφει χωρίς να θυσιάζει κάτι δικό του, χωρίς αυτό που γράφει να τον/την καίει πραγματικά. Η γραφή είναι ένας από τους ομορφότερους τρόπους επικοινωνίας, είναι η συχνά απελπισμένη προσπάθεια ενός πλάσματος να πλησιάσει άλλα άγνωστά του πλάσματα. Καμιά φορά αναφέρω πως όταν ονειρεύομαι με πάω σε μια συνθήκη όπου κάποτε, στο μέλλον, ένας έφηβος στη Χιλή, μια ηλικιωμένη στην Τουρκία, ένας εργάτης στην Αμερική θα μπορούσε κάπως να βρεθεί μπροστά σε ένα ποίημά μου και να βρει εκεί ένα, μικρούλη έστω, κομμάτι και του δικού του εαυτού, όπως έχει συμβεί σε εμένα, με έργα άλλων ποιητών. Και για να γίνει αυτό θα πρέπει να πω την αλήθεια, την πάντοτε δυνατή αλήθεια, όπως ακριβώς κάνουν πολλοί σύγχρονοί μου συγγραφείς, σαν τον Εντουάρ Λουί και την Ανί Ερνώ. Μια αλήθεια από τα κάτω. Αυτή η συλλογή ήταν η προσπάθειά μου να γράψω για την πορεία ενός έρωτα και τον θρήνο για το τέλος του. Ποιος ξέρει πού να βρίσκεται άραγε εκείνος σήμερα κι αν χαμογελά με τον τρόπο που θυμάμαι ακόμα.
Μου αρέσει πάρα πολύ ο τρόπος που μιλάς για τα (ανδρικά) σώματα και την ερωτικότητά τους, την εξουσία που ασκούν, τη λαγνεία που βγάζουν. Είναι φοβερά ανεπιτήδευτος. Υμνείς, επίσης, τη λαϊκότητά τους. Πες μου δυο λόγια για έναν μη-μπουρζουά τρόπο να μιλήσει κανείς για την καύλα, την ομοφυλοφιλία, τον έρωτα. Σε ευχαριστώ, Κρυστάλλη. Είμαι της άποψης πως ο λαϊκότερος τρόπος να μιλήσεις για το σώμα είναι ο ρεαλιστικός. Όσο αντέχει ένας/μια δημιουργός να δώσει την περιγραφή του, με πάσα λεπτομέρεια, με όλη την ένταση της στιγμής που το κορμί πάλλεται από ανάγκη για ένωση, τόσο περισσότερο θα αγγίζει την παγκοσμιότητα της αλήθειας των ανθρώπινων πραγμάτων. Η ιστορία της λογοτεχνίας μάς διδάσκει πως το χυδαίο, το βλάσφημο και το διαβρωτικά αστείο είναι ο λαϊκότερος τρόπος, με τυπικότερο παράδειγμα τον αναγεννησιακό «Γαργαντούα» του Ραμπελαί ή τις σονάτες του Φρανσουά Βιγιόν, αλλά μιλώντας για την ομοφυλόφιλη έλξη θα έλεγα τον τρόπο που ο Καβάφης μιλούσε για τα δουλεμένα σώματα των νεαρών προλετάριων, τον τρόπο που ο Λαπαθιώτης έγραψε τους δύο ερωτευμένους εργάτες του στο «Τάμα της Ανθούλας», ή τους φαντάρους που αλληλοαυνανίζονταν δημόσια στο πάρκο μέσα στο έργο του Ρίτσου «Ίσως να είναι κι έτσι». Η καθημερινή γλώσσα των απλών ανθρώπων, η ρέουσα πραγματικότητα γύρω, ακόμη και οι διάλεκτοι ή οι σκόρπιες ξένες λέξεις των πολυπολιτισμικών λαϊκών γειτονιών των πόλεων και της περιφέρειας φτάνουν και περισσεύουν ώστε να πουν τα πράγματα με το όνομά τους.
Η τρυφερότητα θα σώσει τελικά τον κόσμο, Νικόλα; Η τρυφερότητα είναι πολιτική. Στο μυαλό μου η τρυφερότητα είναι ένας συνεκτικός κρίκος των ανθρώπων που μπορεί να δώσει μια ανάσα, να επιτρέψει έναν βαθμό ξεκούρασης και σε εκείνους, οι οποίοι έχουν συνείδηση του τι καθιστά τη ζωή ανυπόφορη. Για μένα η βάση στην οποία αναπτύσσονται όλα τα δεινά της κοινωνίας δεν είναι άλλη από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Στο πιο προωθημένο κομμάτι της εργατικής τάξης, η έννοια της τρυφερότητας υπήρχε πάντα εγγενώς μέσα στη λέξη «σύντροφος» και είναι η γνώση του τι ενώνει τους ανθρώπους, ποιος σκοπός, ποια βιώματα. Η τρυφερότητα μπορεί να είναι επικίνδυνη για το status quo, γιατί ενδυναμώνει τους φορείς της αλλαγής, επειδή δείχνει πως οι άνθρωποι που πονάνε και βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας, δεν έχουν και πολλά να χωρίσουν μεταξύ τους. Κάτι αντίστοιχο σκέφτομαι και για την λοατκια+ κοινότητα. Στα πρώτα χρόνια μετά την εξέγερση του Stonewall ο ακτιβιστής κοινωνιολόγος Ντένις Άλτμαν (1971) μιλούσε για τα μπαρ της μοναξιάς και πρότεινε κοινοτικές χοροεσπερίδες, ασφαλέστερα δηλαδή περιβάλλοντα, πέρα από την πραγμοποίηση των ανθρώπων που τους καθιστά αποκλειστικά σεξουαλικά αντικείμενα. Στο σήμερα, κι ενώ δυστυχώς ακόμη ισχύουν τα παραπάνω, έχει παρατηρηθεί από επιστήμονες της κουίρ κοινότητας (Sarah Schulman, κ.λπ.) πως τα τραύματα ωθούν συχνά τα κουίρ υποκείμενα να είναι σκληρά και ανελέητα μεταξύ τους, η παραμικρή σύγκρουση να χαρακτηρίζεται κακοποίηση και να οδηγεί ακόμα και στον εξοστρακισμό ατόμων, την κοινωνική απομόνωση με ανυπολόγιστες ψυχολογικές συνέπειες. Έχω συχνά στο μυαλό μου τον Γερμανό γκέι κομμουνιστή συγγραφέα Ronald M. Schernikau (1960-1991) όταν έλεγε: «Αν ήθελα να είμαι καλός με όσους δεν κοιμάμαι μαζί τους, θα είχα πολλά να κάνω. Γι’ αυτό είμαι καλός με αυτούς με τους οποίους κοιμάμαι. Αυτό είναι πολιτική». Δυστυχώς κι εκείνος ήταν ένα από τα πολλά θύματα του AIDS. Επιστρέφοντας στο βιβλίο, οι δυο άντρες που πρωταγωνιστούν στα ποιήματα προσπαθούν να είναι ανώδυνοι ο ένας για τον άλλο, προσπαθούν να σώσουν ένα κομμάτι τους από την αγριότητα του κόσμου, από τη βία που εισπράττουν και τους εσωτερικεύεται, τους κατακλύζει, τους απομυζεί την ενέργεια. Γι’ αυτό έχουν τη φωλιά τους, το σπίτι τους δηλαδή και η φωνή στο ποίημα «Πράσινος ελαφρός καπνός (το σπίτι)» ομολογεί: «είπαμε να διασχίσουμε τον εαυτό μας, να βρεθούμε / να χτυπήσουμε την αγοραία διαίρεση / μ’ ένα σπίτι. Το δικό μας σπίτι / μέσα στη δίνη της ανθρώπινης σύγκρουσης». Δεν πιστεύω σε καμία σωτηρία, σε κανένα σώσιμο του κόσμου. Πιστεύω σε μια διαρκή κίνηση, μια αλλαγή η οποία, αναπόφευκτα, θα έχει πόνο. Πιστεύω επίσης ότι οι άνθρωποι δεν είμαστε ιδιοκτησίες άλλων ανθρώπων και ιδανικό θα ήταν να μπαίναμε σε σχέσεις ως ανεξάρτητα άτομα, που καθημερινά θα επιλέγουν τον σύντροφό τους, καθημερινά θα λένε στον εαυτό τους: εδώ είσαι, παραχωρείς ένα κομμάτι σου στον σωστό άνθρωπο. Σε αυτόν, λοιπόν, τον απάνθρωπο κόσμο πολλές φορές όταν πνίγεσαι και δυσφορείς, είναι μια μικρή ανατροπή να κλείνεις στα χέρια σου τον άντρα σου το πρωί όταν ξυπνάει κλαμένος και να του ψιθυρίζεις ένα πρωινό ποίημα. Αλλά υπάρχει τόση μοναξιά στον κόσμο μας…
Σημασία, σκέφτομαι, δεν έχει που γυρνάς, Διότι μαζί σου μ’ ένα τρόπο θα πηγαίνω. Παρόλο που, για γλυκύτερες ίσως στεριές, φύγεις, Σύντομα, απ’ τα χέρια μου δε θα ξεφύγεις. Ούτε κι απ’ τον τρόπο που το κεφάλι μου (ψηλά) κρατούσα, Ούτε και όσα νευρικά είπα και σ’ ανησυχούσα. Εμένα ακόμη θα βλέπεις, μικρή, λευκή, Και χαμογελαστή, μέσα στη νύχτα τη μυστική. Και τα μπράτσα μου θα αισθάνεσαι γύρω από σένα, Σαν, φτερουγίζοντας, θα ’ρχεται πίσω ξανά η μέρα. Νομίζω, όπου και αν πας Στη μνήμη σου θα με κρατάς κλεισμένη Εκεί, χωρίς εμένα, τη δική μου εικόνα θα φυλάς, Στις νέες μιλώντας, για την παλιά αγαπημένη.