Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα στο φτερούγισμα των αγγέλων; Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ ο μέγας προσωπάρχης
Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη κανένας θεός στη μάχη κανένας ήρωας στον θρίαμβο και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας Oι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί
Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός αυτού του κούφιου κόσμου Που πας ψυχή μου με τέτοια ανθρωπότητα;
Ψάξε πουλάκι σε κλαρί βρες μιαν αγάπη δροσερή μίλα τη γλώσσα των βουνών
Στον Καύκασο του τρελό-Χάιλντερλιν το Φως.
*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.
είναι μια έρημος που τώρα περνώ το κορμί μου όταν πεινώ όταν διψώ όπως το μάννα βρέχει την ψυχή μου θάνατος δεν υπάρχει μόνον ο χωρισμός απ΄ τη μητέρα μετά όλα είναι ίδια στην ψυχή ενωμένα όπως το χώμα τι λοιπόν βλέπω τι δακρύζω τα μάτια μου έχει πνίξει το χώμα οι άνθρωποι τα σπίτια τα δέντρα συνεχίζουν το χώμα εξέχουν δειλά τα βουνά καθώς το χώμα απορώντας σηκώνει τους ώμους είναι όλα απλά ο ήλιος μόνο περισσεύει
*
ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ
έχει πέσει παντού ένα χιόνι γαλάζιο αγαπημένο μου λέω και σκύβοντας αγκαλιάζω σαν βρέφος το χιόνι πού είμαι συνέχεια ρωτώ πού άραγε έχω ξυπνήσει; το κρύο μόνο με ακούει και απαντά με το κορμί μου τι συμβαίνει; τι άραγε μου συμβαίνει; κάθε στιγμή σαν να έχω βγει από όνειρο μα δεν ξυπνώ αγρυπνώ προς τα μέσα
*Από τη συλλογή “Μουσική για την υποδοχή της ψυχής”, Εκδόσεις Ίνδικτος, 2024.
Η μάνα είχε βγει στην αυλή με το λάστιχο. Κοιτούσε στο τσιμέντο τα ρυάκια του νερού και δεν έβλεπε. Χελιδόνια πετούσαν χαμηλά ανάμεσα στα πόδια της. Δεν τα’ βλεπε. Είχε μάτια για το τσιμέντο μοναχά. Για τις βρώμικες πλάκες του πεζοδρομίου. Κι έριχνε το νερό με μανία να ξεπλύνει το κρίμα. Τις νύχτες Ερχόταν το κορίτσι της Μαμά μου Άσε το πια το λάστιχο Μια ζωή σκυμμένη στα νερά Μαμά μου Δες τα χελιδόνια Είναι πολλά Και πετούν χαμηλά Κι εσύ μαμά μου είσαι μοιρασμένη στα δυο Και δεν βρίσκεις τον τρόπο να το πεις Το κρίμα σου Σε άνθρωπο Που με γέννησες στη χώρα του ήλιου και της θάλασσας Που αχρείοι κυβερνούν Για να πεθάνω Στο τραίνο τους Ξημερώματα Τρίτης Στα δεκαεννιά μου
*
ΚΛΑΟΥΝΤΙΑ Την κόρη μου την είπα Κλαούντια. Μα τον τελευταίο χρόνο τη φώναζα γιατρίνα Ξέρετε Η κόρη μου έφυγε από τη Λάρισα Και πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Γιατρίνα τη φώναζα με καμάρι Κι αυτή θύμωνε Και μου’ λεγε Μαμά ακόμη στη σχολή είμαι Περίμενε να τελειώσω Κι έπαιρνε το τραίνο να πάει στη σχολή της Κι εγώ τη σταύρωνα κρυφά Να την προσέχει η Παναγιά Κρυφά Γιατί η γιατρίνα μου Δεν πίστευε σ’ αυτά. Τώρα περνώ από τον δρόμο που φτιάξαν, λέει, προς τιμήν της . Της άλλαξαν το όνομα. Την είπαν Αλεξάνδρα. Φαίνεται για το κράτος που τη σκότωσε Ακόμη και μετά θάνατον Το Κλαούντια Δεν ήταν αρκετά ελληνικό Για να μπει στην ταμπέλα του δρόμου.
*
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΓΩ
Είμαι η Ιφιγένεια Η γεννημένη από τη δύναμη Ματωμένη με αποθέσαν απ’ τα σκέλια της μάνας μου Στο στήθος της Με κοίταξε με μισάνοιχτα μάτια Και πόνεσε Γιατί το βρήκε σημάδι κακού Σκουπίστε το παιδί μου Τα αίματα ειναι σημάδι Φώναζε Μα οι άσπρες νοσοκομειακές ρόμπες Τη βρήκαν υπερβολική Δεν πίστευαν στα σημάδια Και κύλησε καιρός Και ήρθε η μέρα Που η Ιφιγένεια εγώ Από τη δύναμη γεννημένη Έγινα ένα όνομα μονάχα Να σέρνεται στα χείλη των αναιδών Είμαι η Ιφιγένεια Τη μάνα μου δεν άκουσε κανένας
Κλυταιμνήστρα τη φώναζαν τότε Που με θυσίασαν Για να φύγουν τα πλοία των φονιάδων Για την Τροία
Τη μάνα μου δεν άκουσε κανένας Σαν καταριόταν τον πατέρα μου Το παγωμένο στήθος της κανείς δεν ένιωσε Και τώρα Με φέραν πάλι ματωμένη στο γυμνό της στήθος Οι άσπρες νοσοκομειακές ρόμπες Κι αγνόησαν τα ουρλιαχτά της Μη Είναι σημάδι κακού Το αίμα σκουπίστε
Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια δεν τα φοράω πια. Τα χάρισα στην κόρη μου. Πάρε τα, της είπα, για να νιώσεις τον πόνο της ομορφιάς και κάνε λίγο θόρυβο όταν περπατάς διότι μια μέρα άλλο πια δεν θα τα θες, τη μέρα εκείνη που θα καταλάβεις ότι στη μήτρα της γης βαδίζουμε ξυπόλυτοι.
*
Οι δυο πληγές
Το βράδυ ξαπλώνουν οι δυο πληγές σε μαλακό κρεβάτι. Ανάμεσά τους αφήνουν ένα κενό για τα όνειρα να μην συγκρούονται η μία με την άλλη. Σκεπάζονται με μια κουβέρτα η καθεμία γυρνά από την αντίθετη πλευρά.
Κοιμήθηκες; Δεν μπορώ. Ούτε εγώ μπορώ.
Σηκώνονται οι δυο πληγές από το κρεβάτι τυλιγμένες με τις κουβέρτες θρυμματίζουν καπνό και τον τοποθετούν εκεί όπου στάζει αίμα. Κάθονται στις καρέκλες σαν δύο αρχαία αγάλματα που έχουν μόλις αποκαλυφθεί,
οι δυο πληγές γλείφουν η μία την άλλη ακριβώς εκεί που τους πονά.
*
Απόπειρα
Φοράω τα γυαλιά μου για να εισχωρήσω κάτω από το δέρμα μου μα σκαλώνω στη μεμβράνη της καρδιάς πάνω σε μια σκουριασμένη καρφωμένη θύμηση.
*Από τη συλλογή “Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάκτων.
Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής σου, ούτε έχω απαντήσεις για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙ όμως μπορώ να σ’ ακούσω και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω το παρελθόν ή το μέλλον σου. Όμως όταν με χρειάζεσαι θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου. Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου δεν είναι δικές μου. Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις, όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου όταν κάποιες θλίψεις σου σκίζουν την καρδιά, όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου και να μαζέψω τα κομμάτια της για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι ούτε ποιος πρέπει να γίνεις. Μόνο μπορώ να σ’ αγαπώ όπως είσαι και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν τους φίλους μου και τις φίλες μου, δεν ήσουν πάνω ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος ούτε τελευταίος στη λίστα. Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος. Να εκπέμπεις αγάπη. Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες. Να ακούμε την καρδιά μας. Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο. Ευχαριστώ που είμαι.
Φέρτε μου μπόλικο χαρτί. Θα πιαστώ από έναν απλούστατο συλλογισμό. Θα τον τραβήξω σα λάστιχο. Θα τον αφήσω λίγο πριν εκραγεί Και σας τυφλώσουν τα κομμάτια του. Το σοκ. Ο αιφνιδιασμός. Το αίσχος. Σαν σαστισμένα πρόσωπα που τρέχουν Σαν μερμήγκια που παραλίγο Να τα λιώσει μια πατούσα….
Φέρτε μου μπόλικο χαρτί. Με τα μωσαϊκά της ποίησης Θέλω να πω με τις παραλλαγές της Εξηγώ τον εαυτό μου στον εαυτό μου. Φρίκη! Με τα μωσαϊκά της ποίησης εξηγώ πρώτα Τον εαυτό μου στον εαυτό μου Κι ύστερα στους άλλους. Πάλι φρίκη Με τα μωσαϊκά της ποίησης Συγχύζομαι μέσα στους άλλους. Κοιτάχτε είμαι μια κλωστή που περνά μέσα από το λεπτό μάτι της βελόνας.
Λεπτεπίλεπτα Θα σας ράψω Στο τομάρι μου….
*Από τη συλλογή “Φόρος Τιμής στον Giorgio de Chirico”, Εκδόσεις “Γνώση”
Person not a member of a group. A visitor guest, or the breast that brushes your arm on the subway. Person with whom you’ve had no acquaintance but who’s taken your rocking chair from the curbside and cults up in it and closes her eyes. Person in line behind you now, waiting for a glass off water, Of whiskey, or elixir. Person logging online at the same second from the Home Depot in Lima or in search of the Dalai Lama. Person not privy or party to a decision, edict, etcetera, but who’s eaten from the same fork at the pizzeria and kissed your wilder sister on New Year’s. Person assigned to feed the tiger at the zoo where you slipped your hand once into the palm of somebody else’s father.
Μη Μέλος ομάδας. Επισκέπτης, φιλοξενούμενος, ή το στήθος που στιγμιαία αγγίζει το μπράτσο σου στο μετρό. Αυτός που δεν συνάντησες αλλά πήρε την κουνιστή πολυθρόνα που άφησες στην ανακύκλωση και κουλουριάστηκε μέσα της κλείνοντας τα μάτια. Αυτός πίσω σου, που στέκεται στην ουρά για νερό, ουίσκι ή ελιξίριο. Αυτός που μπαίνει στο διαδίκτυο την ίδια στιγμή απ’ το πολυκατάστημα Home Depot στη Λίμα ή ψάχνει τον Δαλάι Λάμα. Αυτός που ούτε γνωρίζει ούτε συμμετέχει σε αποφάσεις, διατάγματα, κτλ., αλλά έφαγε από το ίδιο πιρούνι στην πιτσαρία και φίλησε την ατίθαση αδερφή σου την πρωτοχρονιά. Ο φύλακας που ταΐζει την τίγρη στο ζωολογικό κήπο όπου γλίστρησες τα δάχτυλα σου κάποτε
στην παλάμη του πατέρα κάποιου άλλου.
*Από το βιβλίο “Το βλέμμα σου, κόσμε”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2022. Μετάφραση: Μαριάννα Πλιάκου, Jane Gregercen.