Τα πουλιά προσπαθούν διαρκώς
χτίζουν και στους πιο άσχημους δρόμους
σε γυμνά στενά αδιέξοδα
στη Φυλής στη Μύρωνος
αδιάφορα για την απελπισία μας
τραγουδούν πάνω από χωματερές
πάνω από λίμνες πάνω από τάφους
κανείς δεν ξέρει τι λένε
σ’ έρημες σκονισμένες πλατείες
σε στέγες ρημαγμένων καφενείων
χειμώνα καιρό δε λογαριάζουν
πάνε κι έρχονται με τον ήλιο
και τα χρώματα στροβιλίζονται
γύρω τους ευκίνητα σκηνικά
μέχρι να βρουν
το ευαίσθητο σημείο σου
Κάπου έχεις ακουμπήσει τον εαυτό σου
δεν είσαι εσύ
ευτυχώς δε θυμάσαι
έτσι μπορείς και ακούς καλύτερα
Γιατί ποιος είσαι εσύ
που νόμιζες πως για σένα
τραγουδούν τα πουλιά
κι ανατέλλουν τα χρώματα
Θα ’σαι πολύ τυχερός
αν κάποτε γίνεις ένα μαζί τους
Author Archives: Το κόσκινο
Μαρλένο, ελληνάκο
κανένα ποίημά μας ποτέ δεν το εκδίδεις
έλληνα μονάκριβε σπουδαίε πρίγκιπα
έλληνα ιδιοκτήτη μονοκατοικιών πολυκατοικιών διαμερισμάτων
έλληνα διορισμένε έλληνα με τα κονέ έλληνα με το μέσο
έλληνα με τους μισθούς με τα ένσημα με τις διακοπές
έλληνα με την περιουσία την κληρονομιά τα δώρα
έλληνα με το διαβατήριο τα σωστά χαρτιά
έλληνα όμορφε ακούραστε πανευτυχή
έλληνα που βρίσκεις τον εαυτό σου
σε συνελεύσεις και βιβλιοπωλεία
στο κέντρο είσαι το κέντρο
έλληνα ασφαλή πολιτικοποιημένε
ευάλωτε άνθρωπε
τι όμορφα που είναι τα ποιήματα σου
έλληνα εξερευνητή
κάποια στιγμή μας ανακαλύπτεις
κι από όλη μας τη δυστυχία
συγκινείσαι
κανένα ποίημα μας ποτέ δεν έχει όντως σημασία
έλληνα γλυκέ μοντέρνε αποικιοκράτη
έλληνα αναγνώστη σπουδαγμένε καλλιτέχνη
έλληνα κοινοτικέ των φεστιβάλ και των ομιλιών
έλληνα ευγενικέ καθαρέ και καθωσπρέπει
έλληνα των συναισθημάτων της ελπίδας
έλληνα της ορθογραφίας και της σύνταξης
έλληνα ντόπιε δυναμικέ καλότυχε
έλληνα που βρίσκεις το σπίτι σου
κι ας ανεβαίνει παντού το νοίκι
ανεβαίνεις κι εσύ μαζί του
έλληνα πολύτιμε
μόνο εσύ μπορείς να είσαι όμορφος
έλληνα γουρλή
κάποια στιγμή μας αφήνεις να μιλήσουμε
σε αγγίζει η λυρικότητά μας
και για λίγο
ξεχνιέσαι
*Δημοσιεύεται στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024, σελ. 106.
Μαρία Πηνελόπη Σταυριανού, από το “παρεμπιπτόντως”
Όσο περνάνε τα χρόνια αρχίζω να ξεχνάω τα γράμματα.
Μόνο μου ‘ρχονται αριθμοί.
Τελικά δεν είναι εύκολο να ζεις με αριθμούς.
Όσο προχωράει η τεχνολογία παλιώνει το είδος μου,
μέχρι να σταματήσει να λειτουργεί.
*
Καλημέρα σας, ληξιαρχική πράξη γέννησης παρακαλώ.
Εν συνεχεία πτυχία, φορολογική δήλωση,
το τελευταίο εκκαθαριστικό σημείωμα και όχι παλαιότερα παρακαλώ.
ΕΝΦΙΑ – αν είσαι από τους τυχερούς και ημιπρονομιούχους-,
ΙΚΑ, το ΑΜΚΑ σας παρακαλώ πολύ,
απουσιάζει για Αύγουστο ο οδοντογιατρός.
Εφορία, ΟΑΕΔ -αν είσαι άτυχος-, χαρτάκι, αριθμοί, κομμάτι κρέας.
Παρεμπιπτόντως, σύμφωνο συμβίωσης –αν είσαι τυχερός ή άτυχος.
Επιπροσθέτως, ένσημα, ένσημα και άλλα ένσημα.
Αναμονή, καθυστέρηση, κρατήσεις, ληξιαρχική θανάτου.
Καλό ξημέρωμα.
*
Κομματοποιημένοι απολιτίκ, ομοφοβικοί πούστηδες,
αλλοδαποί ρατσιστές, ημεδαποί ιντελεκτουάλ
και απαίδευτοι διανοούμενοι.
Και σκοτωθείτε για τον δικομματισμό.
Και πηγαίντε στην παρέλαση φουσκωμένοι περηφάνια
δύο φορές το χρόνο.
Και καταβροχθίστε τα απαραίτητα ψάρια
στην απαραίτητη 25η Μαρτίου και Κυριακή των Βαΐων.
Και κοινωνήστε στην Ανάσταση.
Και ανοίξτε και τα κρασιά σας το Πάσχα.
Και τι κρασιά;
Καλά κρασιά.
Υ.Γ. Προσοχή με τόσα αρνιά και τόσους λύκους εκεί έξω μην αλληλοσουβλιστείτε.
*
Καρέλια χρυσή και μπάλανταϊνς.
Από τα ακριβά.
Η χλιδή της ύπαρξής μας.
Η ξεφτισμένη σύνταξη.
Τα δώρα στον πατέρα.
60 χρόνια το κυνήγι της *ευτυχίας.
Ξέρεις τι ζέστη κάνει στα νοσοκομεία;
Είναι η θερμοκρασία του άγχους και της απόγνωσης.
Της λύπης και της φθηνής ελπίδας.
Τα αποτελέσματα της *ευτυχίας που πάλλεται.
Τα 60 χρόνια που περίμεναν κάτι ν’ αρχίσει μα τελείωσε.
15 *ευτυχίες περίπου αναλογούν σε 60 χρόνια ζωής.
Έρχεσαι μετά να μου πεις για το ποιος φτάνει τα 60 ή τα 70
Θεός φυλάξει ή τα 40+ έστω.
Και ποιος θα ‘θελε.
60 χρόνια απόγνωση και λύπη;
Συλλογή από ενεργό άνθρακα και παρενέργειες.
Καλύτερα να μην.
Αλίμονο όμως κιόλας στα τριάντα μας να πεθαίνουμε.
*Όπου ευτυχία βλέπε κυβέρνηση.
**“παρεμπιπτόντως”, Εκδόσεις Κονιδάρη.
Thomas Bernhard, Μανία καταδιώξεως
Όταν πείνασα ξαφνικά
στο Χάινμπουργκ,
πήγα σ’ ένα εστιατόριο
ερχόμενος από την Κρακοβία
και παράγγειλα
χοιρινό με κνέντελ
και μια μικρή μπύρα.
Στο ταξίδι μου στη Σλοβακία
άδειασε πάλι το στομάχι μου.
Κουβέντιασα με τον πανδοχέα,
μου είπε πως θα έπρεπε να σκοτώσουν
όλους τους Πολωνοεβραίους
χωρίς εξαίρεση καμιά.
Ήτανε ναζί.
Στη Βιέννη πήγα στο ξενοδοχείο Αμπάσσαντορ
και παρήγγειλα ένα κονιάκ,
ένα γαλλικό φυσικά, είπα,
ένα Μαρτέλ
και συζήτησα με έναν ζωγράφο
που έλεγε συνεχώς πως ήταν καλλιτέχνης
και πως ήξερε τι σημαίνει Τέχνη,
και πως όλος ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχει ιδέα
τι σημαίνει Τέχνη.
Σε λίγο διαπίστωσα πως ήτανε ναζί.
Στο Λιντς πήγα στο καφέ Ντράξελμαγερ
για να πιω καφέ
και μίλησα με τον σεφ
για τον αγώνα Ραπίντ- Λασκ
και ο σεφ μου είπε,
πως αυτούς της Ραπίντ
έπρεπε να τους στείλουν όλους
στους θαλάμους αερίων,
πως ο Χίτλερ θα ‘χε περισσότερα να κάνει σήμερα
από όσα στον καιρό του.
Σε λίγο διαπίστωσα
πως ήτανε ναζί.
Στο Ζάλτσμπουργκ συνάντησα
τον καθηγητή μας των θρησκευτικών.
Μου είπε κατάμουτρα,
πως τα βιβλία μου
και γενικά ό,τι έγραψα ως τώρα
είναι σκατά,
και πως την σήμερον ημέρα
μπορεί κανείς να δημοσιεύσει
τα μεγαλύτερα σκατά,
σε μια εποχή, είπε, που είναι,
έτσι κι αλλιώς σκατένια,
στο Τρίτο Ράιχ, είπε, δεν θα μπορούσα
να κυκλοφορώ τα βιβλία μου,
και πρόσθεσε πως ήμουνα γουρούνι
και ύπουλο σκυλί
και έφαγε το σάντουιτς
με λουκάνικο που κρατούσε,
έπιασε με τα δυο χέρια το ράσο του,
σηκώθηκε όρθιος και πήρε δρόμο.
Ήτανε ναζί.
Χθες έλαβα μια κάρτα από το Ίνσμπουργκ
με τη χρυσή στέγη,
όπου κάποιος είχε γράψει
χωρίς να λέει γιατί:
Όσοι είναι σαν εσένα πρέπει
να πεθαίνουν σε θαλάμους αερίων!
Περίμενε και θα δεις!
Διάβασα την κάρτα ξανά και ξανά
ώσπου άρχισα να φοβάμαι.
*Από το συλλογικό «Έξι Ερωπαίοι ποιητές».
**Αναδημοσίευση από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/09/17/mania-katadioxeos/
“Bird Shadows: Selected Poetry and Poetic Prose 1967-2020” by Veroniki Dalakoura
Veroniki Dalakoura (b. 1952) is considered one of the leading Greek poets of her generation. Her writing shows the influence of surrealism and her books often combine verse poems, prose poems, hybrid forms, and longer narratives in provocative ways.
Issued by Diálogos Books in New Orleans, Bird Shadows: Selected Poetry and Poetic Prose 1967-2020 gathers a generous selection, for the first time in English, of Dalakoura’s poetry and prose poetry. Masterfully translated by John Taylor, the book begins with a selection of her precocious first poems, which she began to write when she was fifteen years old and which immediately brought her originality to the attention of major Greek poets, while it also includes translations of her most significant pieces from her seven subsequent collections. Bird Shadows concludes with representative offerings from her two most recent books, Carny (2011) and Cappadocians (2020).
The project constitutes the culmination, and realization, of a project that Veroniki Dalakoura and John Taylor conceived in the early 1980s. After reading her book Hypnos (1982), the translator remained deeply impressed by the content and construction of the book, in which poetic prose texts and longer prose narratives trace out a spiritual quest of “rebirth”, an itinerary involving fragmentary love stories, nocturnal wanderings and unsettling encounters, sometimes in settings in or near Montpellier. As Taylor adds in his Translator’s Introduction, “although [Dalakoura’s] work now and then draws on classical mythology, as well as on Greek Orthodox theology, it essentially puts forward what renowned writer and literary critic Kostas G. Papageorgiou defines as ‘her absolutely own personal mythology [and her] own poetic universe, spacious enough to include everything that motivates her in her journey through the heart of time and the chaos of History’”.
Takis Sinopoulos, who was the first major Greek poet to discover Veroniki Dalakoura’s poetry, wrote as early as 1973 of how she “deliberately and with a very logical determination… abolishes syntactically organized writing, exorcises punctuation, torments spelling, undermines the semantic function of the subject matter, arranges contradictory or irrelevant propositions, tiptoes like a tightrope walker between incoherent images—which creates the very conditions for the birth of surprise and of the unexpected”…
Through resonant and provocative verse poems, prose poems, hybrid forms, and longer narratives, Dalakoura, whose writing is marked by surrealism and informed by her own translations of French poets such as Desnos, Rimbaud, and Baudelaire, has continued to explore themes bringing together suffering and release, death and rebirth, eros and spirituality. As Taylor notes, “her provocative style, down to its most rudimentary ingredients (comprising as well various kinds of indentations and the justification, or not, of the righthand margins in prose passages), participates fully in the meaning of these texts in which the boundaries between poetry and prose, between lyricism and storytelling, are likewise often blurred”.
Dalakoura’s poetic language replicates the potpourri of thoughts, feelings, and sense impressions at a given moment when she faces—must face up to—an uncomfortable stimulus, be it an oppressive recollection, a disturbing event, an unavoidable fact. To cite Taylor, “often a prophetic vision seeks a form in her oeuvre, and her style, in its various manifestations, mirrors this ‘seeking’ more than any immobilizing conclusion. There is no shelter, stopover, place of rest”. In reaction to this linguistic anxiety and existential fright is the spiritual journey undertaken from book to book. “It is a journey that must be made, after the trauma of being thrown into the world at birth, or, later, of suffering loss, of divining the putrefaction beneath the pristine surface”.
In the words of distinguished Greek poet Maria Laina, Dalakoura’s symbols “raise not so much a problem of interpretation for the reader as that of expanding his or her own senses of perception”. As Pieretta Diamantopoulou eloquently puts it, “Reading Dalakoura’s work demands self-abandonment into the bizarre magic of its seemingly unrelated images (where sometimes even imagery by association seems to be abolished). It is a voluntary immersion in the dim light of an individual’s beyond, an exercise in apnea for that sacred moment of great terror when we approach at the end of life, when we step onto the threshold of death”.
*Firstly published here: https://www.greeknewsagenda.gr
Ζαφειρία Μολ, Τρία ποιήματα
ΣΥΝΕΔΡΙΟ
Έβγαλε ομιλία πολύ σημαντική
κριτήρια επιλεξιμότητας ανθρώπων
για ανένταχτες κοινωνίες,
τρόπους μόχλευσης κεφαλαίων
για πεζές επενδύσεις,
δείκτες απορροφητικότητας
για μουχλιασμένους σπόγγους
*
ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ
Ένας αστράγαλος
ολόκληρη παραγωγή ηλιοκαμένων
κορμιών.
Μια βέρα
πανοπλία μην τρυπήσουν οι ήχοι την
καρδιά.
Μια κιθάρα
δίκοπη συντροφιά για βυθό.
Κάτι μαλλιά
αυλαία σε μια απρόσιτη ομορφιά.
Ανακλήσεις μιας κοκκινόμαυρης
φωτογραφίας
από μια χώρα που δεν την αφήνουν
να έχει τον δικό τη ύμνο.
*
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ
ήταν
ο σαγαπών,
η σαγαπούσα,
ο χρόνος που ήταν πάντοτε απών,
κι η μοίρα που ήταν πάντοτε παρούσα
*Από τη συλλογή ¨”Κανένα φτυάρι δεν έθαψε ποτέ την /άνοιξη”, Κάπα Εκδοτική, 2023.
Λαμπριάνα Οικονόμου, από τον “Καγκελάρη”
[κέρινο φως: νύχτα κοιμίζει πέτρα – όλα τ’ αγκάθια:
κόκκινα – πώς μοιάζουνε στον ξένο, πώς –
χιόνι και παγανά στο ρέμα:]
χαράσσει αίμα η πλαγιά στο σβήσιμο του ήλιου
μόνο και θεοσκότεινο το μέγεθος της πλάσης
και στα ριζά βελανιδιάς καθίζω τη σκιά μου:
αυχένα στέρνο βροντερό πλάτη γερή και πόδια
σπαθί κραδαίνει θύμηση και λάμα τα ξεσκίζει
έτσι άνευρος να χαίρομαι σαν αποσβολωμένος
την ομορφιά της άνοιξης με σταυρωμένα χέρια
σαν σώμα παρασιτικό σε ρωμαλέο δέντρο
να του στερεύω δύναμη ώσπου να το εξαντλήσω:
και αλλού να σέρνομαι έπειτα για να παρασιτίζω
*
[ασβέστης άνοιξη και φως λεπίδι· δειλά η αυγή
απλώνεται στους φράχτες – και ο Σκοτεινός δεν
τάζει του βλαστού]
Πάνω που πάω να συνηθίσω
πετάγεται λερναίο φριχτό κεφάλι
[αυτήν τη μοχθηρία λέω επιστροφή]·
και ούτε που μάχομαι άνυδρα
μάτια έως την κόγχη: μα-
κροδικός με το πλατάνι
που με γνωρίζει αμίλητο
θυμό μες στη σκιά
-και σβήνονται τα νέα της ημέρας.
*
Παλιός είναι ο πλάτανος παλιά σκιά σκοτίζει
κουφάρι του μ’ εχθρεύεται, ζόφος του πήζει αίμα
βλέπω κλωνιά να σείονται και να αναμερίζουν
σπάζοντας νομοτέλεια του βέβαιου θανάτου
*
[post tenebras lux:]
Μετά, αστραπές· και σπεύδει ο κόσμος
να χωρέσει σκοτάδι στις παλάμες.
Κάποιος το κρύβει σε παγούρι· άλλος
κάτω από στρώμα. [Για την ιστορία:
το φως είναι σαν το νερό].
*
Μερεύει ανθρώπινη καρδιά και ρίχνει τα σκουτιά της
αντέχει ο κόσμος ερπετό: κάψα χιονιού πληγή του
*
[στάχυα:]
Άκου: λυγίζουν προσευχή· σκίζουν τα πόδια,
προσπερνάς, βλασταίνουν αίμα και –
[διακόπτει βίαια μια ύποπτη χημεία – καρποί
και άνυδρες φλέβες: συντρίμματα στα χέρια θεριστή].
*
[άγνωρη ησυχία σε έκταση· ώσπου στριγκλίζουν
φρένα – σύνορα πίσσα που καίγεται αίμα:]
Τροχός στα μάτια, Ντίσελντορφ –
και σάρκες του Εμίν [ο κόσμος λιώνει
επάνω μας γρανάζια]· Ντίσελντορφ:
δώδεκα μάρκα σώμα μίσος·
Ντίσελντορφ: ασημένιο σκυλί
που παίζει κόκαλο
το χέρι μου.
*“Καγκελάρης”, εκδόσεις Κοβάλτιο, Μάιος 2020.
Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα
Μια άλλη
Θα γίνομαι μια άλλη
θα εγκαταλείπω το σώμα
αλλιώς θα επιστρέφω
σαν των χρόνων οι μνήμες
την ορατότητα καλύψουν
σαν της ψυχής οι φωτιές
θα καίνε τα μάτια
σαν θα μιλά το στόμα
του ανέμου τη γλώσσα
Θα γίνω μια άλλη
θα ζω πένθος αμετάκλητο
π’ απασφαλίζεται απ’ τον πόνο
των ακάλυπτων πόρων
*
Εν σιωπή
Στα χρόνια της άγριας βοής
μέναμε σιωπηλοί
ως μένουν οι γενναίοι
των σκοτωμένων τα δόντια μοναχά
κάποια στιγμή μιλήσανε
βαστάμε ακόμη, είπανε
βαστάμε
έκτοτε
πνιγήκανε στη σιωπή
*
Ανυπεράσπιστα
Δυο γαλάζια περιστέρια μικρά
προσπαθούν να πετάξουν μονάχα
μια παιδίσκη ως αεράκι δροσερή
με πουλάκι αθώο μοιάζει
χάνεται βίαια η αγνότητα
καθώς η νιότη γοργά πεθαίνει
κάθε χρόνο δώδεκα μήνες η ζωή
κι όμως πάντα χειμώνα έχει
*Από τη συλλογή “Ενδορηγματώσεις”, Εκδόσεις στίξις, Ιούνιος 2022.
Χαρά Χρηστάρα, Παρουσίες – Απουσίες
Πρώτη κραυγή του ανθρώπου
αυτή του πόνου…
Καλοκαίρι 2014
Ι. Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ
ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΟ ΚΑΦΕ ΖΟΥΡΝΑΛ
…την κυρία Όλγα
πρόσφυγα από το Ουζμπεκιστάν
–μου σέρβιρε τον καφέ
στις οκτώ το πρωί
αλλά όχι νωρίτερα–
την Ρούλα, χήρα σαράντα χρονών
με δυο παιδιά
την Τζούλια, την χαρούμενη,
από το Καζακστάν
–σπούδαζε τουριστικά επαγγέλματα–
την Έλλη με την μακριά
ολόσγουρη κόμη
–μού ’φερνε τις ελίτσες με το ποτό–
την Ξανθίππη, το αφεντικό,
–όλοι την αγαπούσαν κι
όλοι την φοβόνταν–
την Ελένη, την κουνιστή –κοίταζε
πώς θα πάρει πουρμπουάρ–
τον ευγενή Βαγγέλη
όμορφο μελαχρινό
την Μαρία την μικρή χαριτωμένη
–θα σπούδαζε θέατρο–
και τον αδελφό της τον ακόμα πιο
μικρό, μαθητής, γαρ,
–χαιρετούσε φασιστικά
μολονότι γλυκός και τρυφερός–
όλους αυτούς τους έχασα
όταν το Ζουρνάλ
όπου περνούσα τα καλοκαίρια μου
και τους χειμώνες μου
έκλεισε…
ΕΚΛΕΙΣΕ ΚΑΙ Η ΠΥΞΙΔΑ
Έκλεισε, είπαμε, το καφέ Ζουρνάλ.
Έκλεισε δίπλα και η Πυξίδα.
Η Ράνια που αγωνιζόταν
να την κρατήσει
με νύχια και με δόντια
μικρή παλεύοντας με τους
μεγάλους της δουλειάς
έλαβε απρόσμενα
τελειωτικό χτύπημα
από ασυνείδητο γιατρό…
Τόσα χαμόγελα καθημερινά
περνώντας από ’κει
τόσες καλημέρες
τόση εκατέρωθεν συμπάθεια
για τα ειπωμένα και
τα ανείπωτα
με την ίδια και την φίλη της.
Τέλος οι παραγγελίες
των βιβλίων.
Τέλος το βιβλίο μου
στην βιτρίνα
με την γαλάζια τουλίπα
περιποιημένο, τυλιγμένο
ίδια στο χρώμα του εξώφυλλου.
Το βιβλιοπωλείο Πυξίδα έκλεισε.
ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΦΑΡΜΑΚΙΩΤΗ ΕΚΛΕΙΣΕ
Έκλεισε το Ζουρνάλ
απέναντι απ’ το σπίτι μου.
Έκλεισε παραπάνω η Πυξίδα.
Πιο κάτω έκλεισε
σε κοντινή περίοδο
και το φαρμακείο Φαρμακιώτη.
Τα νεαρά αδέλφια
Απόστολος και Άλκηστη
όμορφοι και οι δυο
προπάντων ευγενείς
που ξεκίνησαν με όνειρα
πάλευαν κι αυτοί
με τους μεγάλους της δουλειάς τους.
Τους είχα αγαπήσει κυριολεκτικά.
Τους χάρισα βιβλίο.
Ό,τι χρειάστηκα μου τό ’φεραν
ακόμη και το πιο ακριβό
με τέτοια κρίση.
Ακόμα και με κίνδυνο
ζημιάς δικής τους.
Δυο χρόνια πηγαινοερχόμουνα.
Πότε τηλεφωνώντας πρώτα
πότε ξαφνικά
ή, πρωί, για καλημέρα.
Μια μέρα του Νοέμβρη
που δεν απαντούσαν στο τηλέφωνο
σηκώθηκα, πέρασα από ’κει
κι όλα κλειστά και άδεια–
«ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» στο τζάμι.
Δεν είχα κινητό τους ή διεύθυνση.
Το φαρμακείο Φαρμακιώτη
έκλεισε…
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕΝΕΙ ΑΝΟΙΧΤΟΣ!
Ο μανάβης μου ο Σταύρος
μπακάλης–μανάβης για την ακρίβεια
μένει ανοιχτός
παρά την κρίση.
Άνδρας νέος, στα σαράντα
χοντρούλης και συμπαθής
με ξανθοκάστανα σγουρά μαλλιά,
λίγο φαλακρός
παντρεμένος με την Τασούλα
την χαμογελαστή κι ευγενική,
λιγάκι ευτραφή
που ονειρευόταν να γίνει
αστυνομικός
μα δεν την άφησε αυτός
«–Γυναίκα, γαρ», σου λέει.
Μαζί όμως στην οικογενειακή
επιχείρηση
με δυο παιδιά.
Τον Βασίλη –από παιδί τον γνώρισα
ώσπου έγινε δεκαοχτώ
κι έφυγε στρατιώτης–
Κρατούσε το μαγαζί απ’ όταν
ήταν στο γυμνάσιο
στις ώρες απουσίας του πατέρα.
Κι έκανε άρση βαρών.
με το σχολείο τίποτα.
Και την μικρή την Έφη
που την ξέρω από γεννησιμιού της.
Είναι τώρα στο δημοτικό.
Χαριτωμένη κι έξυπνη από νωρίς
καλή μαθήτρια, με όνειρα.
Τόσα χρόνια του ’λεγα του Σταύρου:
«–Εγώ, δεν πάω στο σούπερ μάρκετ,
ό,τι γίνει. Προτιμώ τους μικρούς
να ’χω σχέση προσωπική».
Δώσ’ του, λοιπόν, οι παραγγελίες
και το χρήμα να ρέει…
Ώσπου ήρθε η κρίση.
Με είδε από μακριά
να κουβαλάω από το σούπερ
για φθηνότερα
και μου φωνάζει:
«–Κυρία Χρηστάρα, μην
στέκεστε στην ουρά και περιμένετε.
Θα σας τα φέρνω εγώ από ’κει
χωρίς επιβάρυνση.
Με στηρίξατε τόσα χρόνια…»
Έτσι πια μισά-μισά.
Λίγα απ’ το μαγαζί
λίγα από την αλυσίδα,
χωρίς κόπο.
Τι σου κάνουν οι καλοί άνθρωποι.
Μιλάμε πλέον στον ενικό…
Και του βάζω ακόμη
ώρες-ώρες τις φωνές:
” -Θα τα φέρνεις στην
ώρα που υποσχέθηκες! “
Γρηγόρης Σακαλής, Κύμβαλο
Όταν θορυβείς
και διατυμπανίζεις
την ύπαρξη σου
με κάθε μέσον
όταν κυνηγάς
τα φώτα της ράμπας
και δίνεσαι
στο παιχνίδι της δημοσιότητας
απορώ
πώς θέλεις να λέγεσαι
πνευματικός άνθρωπος
εσύ που για άλλα
ήσουν ικανός
κι άλλα έκανες
γυρνάς τώρα με την αυλή σου
χρησιμοποιείς τη θέση σου
στον κρατικό μηχανισμό
για να υποβάλλουν
τα σέβη τους
οι νεότεροι υπηρέτες της τέχνης
σε σένα
τον μεγάλο δάσκαλο
ένα κύμβαλο αλαλάζον.









