Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

Τους

Τους άρεσαν οι γυναίκες
με σγουρά μαλλιά
που βίαζαν τα μάτια
σε σκοτεινά δωμάτια
μαλακές ψυχές
ή οι άλλες
που καθρεφτίζονταν
σε τσιμεντένιες ταράτσες
όπως εγώ

*

Το queer φίλοι

Το καταπίεζε μέσα
στην οχλαγωγία
βασικό να το κρύψει
βυθίστηκε βαθιά
ανέτειλε σαν δάσος
πόσο λάθος χτένιζε
συμπλέγματα αιώνων
Άσε το σώμα
να γευτεί όποια χολή
επιθυμεί

*

Κουτσό

Στον Κόζιακα
η αγάπη μου
μακραίνει τα μαλλιά της
τα βράδια του καλοκαιριού
φτεροκοπάει στην Ασπροπόταμο
χίλια γραφτά χίλια γραμμένα
στην όχθη του
η αγάπη μου

*Από την συλλογή “στόμα”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΣΚΕΨΗ
(Χετζάζ μανές)

Όταν τα βράδια σου ρεμβάζεις
κάποιος θα βρεθεί
να χωθεί στο πηχτό σκοτάδι
Παίρνοντας το σχήμα αυτό που αγαπάς
και που κάποτε θα σε προδώσει
σαν την ξανθιά την τούφα
των μαλλιών του άτυχου Τζον Κιτς
που ονειρικά ανέμιζε στον ήλιο
μα πέθανε από φυματίωση αυτός
Το παθαίνουν μερικοί προπαντός ρομαντικοί
από έρωτα ή βήχα να πονούνε
αυτά τα δύο που κάθονται το ένα πλάι στ’ άλλο στα πλευρά
Όπως κορμιά σικελιανών πολεμιστών που αδρά κι
αρματωμένα
Σε τάφο αρχαίο πρωτάνοιχτο κοιτάς τα ακέραια στην αρχή
κι ως τα κοιτάς σιγά-σιγά βουλιάζουνε χαμένα
Όπως ο ορίζοντας όσο
και αν κρατάς την πόρτα σου κλειστή.

*

ΦΟΥΡΙΑ ΣΤ’ ΑΠΑΤΗΤΑ ΒΟΥΝΑ
(Τα γιούργια)

Με τον καιρό
οι συλλαβές που λένε τα ονόματα
Παλιώνουν
Εν συνεχεία
Γκρεμίζονται
Όπως γκρεμίζονται τα γήινα
Στο νόμο της βαρύτητας
και τέλος
Μόνο η ηχώ ξεφεύγει από τον όλεθρο
Ασίγαστη αυτή πολυλογού επιμένει – Γιούργια
πάνω στη χλόη
Φούρια στ’ απάτητα βουνά
Πετάει σαν γύφτος το σκεπάρνι
Τα κλαρίνα πιάνει

Σήκω καημένε Κωνσταντή-η-η-η
Το τσούζει απόψε η ψύχρα.

*Από τη συλλογή “Συρτός στα τρία”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2023.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

ΜΟΝΑΧΑ ΔΕΡΜΑ

Ετούτη η πόλη στέκει ορθάνοιχτο στόμα
στους δρόμους της φυτρώνουν φύκια
πλεγμένα από τα χέρια των παιδιών
κι ένας άνεμος τα κρατά πετρωμένα στο χώμα.

Τα βλέπεις μάτια φυλακή
να στέκουν μαύρα
να ορθώνουν τη ράχη στο πέρασμα του ήλιου
να χάσκουν.

Ορδές ξεκομμένες απ’ τον πόθο
δίχως σφραγίδα στη ματιά
μονάχα δέρμα.

*

ΤΑ ΒΑΜΒΑΚΙ

Στην Βιρτζίνια Γουλφ

Είναι το ποίημα μια σπείρα
στροβιλίζεται αέναα στο στέρνο του βυθού
κι η θάλασσα σεντόνι ασημένιο
σκεπάζει το μέταλλο που λάμπει.

Ο ποιητής απλώνει το χέρι
να σχίσει το βαμβάκι
που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων
καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια του.

*

ΚΥΜΑ

Κύμα που απλώνεις δίχτυα τρύπια
στη θάλασσα του ύπνου
σαλεύεις τη μιλιά σου στα χέρια μου
την αλείφεις στις σκάλες του νου που ξέμεινε
υγρό τρεμουλιαστό
φεγγίτης γκρίζου.
Μια γρίλια στρογγυλεύει στο μάτι του καπνού
κι εγώ ολάνθιστη απ’ αστραπές
που παγώνουν το κορμί μου
αυτό το κορμί που δεν όρισα
μια φυλακή
πλεγμένη στα ορυκτά γρανάζια του γκρεμνού
που σχίζει στα δύο
το ασάλευτη βλέμμα.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, Εκδόσεις Βακχικόν, Οκτώβριος 2018.

Στο αντίβαρο του κόστους [Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα σε μία πράξη, Ντίνα Καφίρη]

Αντιγόνη Κατσαδήμα*

Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα σε μία πράξη, Ντίνα Καφίρη, Εκδόσεις Γκοβόστη
Η ποιητική συλλογή της Ντίνας Καφίρη από τις εκδόσεις Γκοβόστη έρχεται σε μια στιγμή που η κοινωνική κρίση έχει οξυνθεί, τα φαινόμενα βίας έχουν πληθύνει και οι γυναικοκτονίες παγκοσμίως έχουν αποκτήσει ανησυχητική άνοδο. Ο κόσμος είναι σε κρίση, ο πλανήτης επίσης. Κοστίζουμε που ανασαίνουμε.

Στο αντίβαρο του κόστους, η Ντίνα Καφίρη αρχίζει την ποιητική συλλογή της με το ποίημα «Μαρία», για να θυμηθούμε τον Μαγιακόφσκι και εκείνη, τη δική του Μαρία- Αλεξάντροβνα Ντενίσοβα που γνώρισε στην Οδησσό σε ποιητική περιοδεία, στην επανάσταση, η Μαρία πολέμησε στις γραμμές του κόκκινου στρατού, σπούδασε γλυπτική και μετά τον θάνατό του τον απεικόνισε στο έργο της Ποιητής (Σύννεφο με παντελόνια, εισ-μτφρ Γιώργου Μολέσκη, τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1995).

Στον Μαγιακόφσκι, ο ποιητής απευθύνεται στη Μαρία, για να τον σώσει. Γράφει χαρακτηριστικά:

Μαρία!

Αγριεύουν οι δρόμοι.

Τα χέρια του συνωστισμού γρατσουνίζουν το σβέρκο μου.

Άνοιξέ μου!

Πονώ!

Στο ποίημα της Ντίνας Καφίρη, από την άλλη, η Μαρία έχει θέση παρατηρητή, ανθρώπου που συμπάσχει με τον ξένο που υποφέρει. Είναι ό,τι ήταν η θεά Αθηνά για τον Οδυσσέα, κατά κάποιον τρόπο.

Και η Ντίνα Καφίρη γράφει ως Μαρία:

Γεράκο

Τι κάθεσαι ολομόναχος

Αναπολώντας έναν πόλεμο από παλιά

(..)

Καθισμένη απέναντί σου

Παρακολουθώ το δάκρυ σου να κυλά.

Διόλου τυχαία η συλλογή αρχίζει με την προσφώνηση της Μαρίας προς τον γεράκο, καθώς σε όλη τη συλλογή καθίσταται σαφής η ανάγκη και επιθυμία της ποιήτριας να στρέψει το βλέμμα προς τις μεγαλύτερες γενιές και τις ρίζες της καταγωγής. Οι μεγαλύτεροι, οι γηραιότεροι, δεν είναι η εικόνα προς τα έξω τόσο, όσο το βιωμένο παρελθόν εκ των έσω. Είναι αυτό που άντεξαν και συνεχίζουν να μεταφέρουν. Όπως σημειώνει και στη εισαγωγή της χαρακτηριστικά, η Ντίνα:

«Ήταν θλιβερό να παρακολουθεί κανείς ένα έθνος να υπόκειται σε σκληρή κριτική και να καταδικάζεται από τους γείτονες Ευρωπαίους».

«Η λογοτεχνία είναι εκείνη στην οποία στρέφεται ο κόσμος όταν οι κυβερνήσεις είναι απρόθυμες να παράσχουν την αλήθεια».

Η συλλογή αποτελείται και από πεζά και ποιήματα. Στα πεζά έχουμε «Την αφέντρα», την «Νοσταλγία» και το «Ωσάν θεός» για τον Νάνο Βαλαωρίτη. Το ποίημα για τον υπερρεαλιστή Νάνο Βαλαωρίτη είναι ένα ζωντανό πορτρέτο, μια φωτογραφία από φωτογραφίες, στιγμιότυπα αγάπης κι αλήθειας. Διότι μόνο η αγάπη σφίγγει την αλήθεια, όπως τη βιώνει κάποιος σε επαφή πνεύματος και ψυχής, ώστε να μπορεί να γίνει φορέας και μεταφορέας της.

Γενικότερα, στα ποιήματα της Ντίνας Καφίρη διακρίνεται η αναλυτική διάθεση, η επαφή με την σκέψη και την υπόστασή της, η ματιά προς τους γύρω, η μεταναστευτική αύρα, καθώς η ποιήτρια μοιράζει το χρόνο ανάμεσα σε Αγγλία και Αυστραλία, και Ελλάδα, είναι μία κοσμοπολίτισσα που αρπάζει κενά και σιωπές ή θορύβους και υπερβολές, για να τα μετατρέψει όλα σε πρόταση, στίχο, γραφή. Άλλωστε, και ο Νάνος Βαλαωρίτης, στο κείμενό του το 2014, σημειώνει: «Η βελούδινη ματιά συναντά τη Ντίνα… και τη στέλνει μπρος στις ανεξερεύνητες θάλασσες… στον Ειρηνικό ωκεανό που η στάθμη του ανεβαίνει θορυβωδώς…ομφάλιο νησί της Ωγυγίας του Ωκεανού της κρυμμένης νύμφης Καλυψώς… που απελευθερώνει τον Οδυσσέα…

Είχε έναν τρόπο ο Νάνος Βαλαωρίτης να συνοψίζει ένα στίγμα κινδύνου και παγκοσμίου ενδιαφέροντος σε μία θέαση προσωπικού άξονα, δίνοντας προοπτική και συνέχεια στο μύθο αλλά και σε εμάς. Το μυθολογικό στοιχείο ήταν το καθημερινό για τον Νάνο Βαλαωρίτη και το συναντούσαμε στα καφέ, στην πόλη, στις τηλεφωνικές με τις ώρες ομιλίες. Το καθημερινό είναι αυτό που περιγράφει η Ντίνα Καφίρη και στο ποίημά της «Μια άλλη μέρα». Στην ουσία, εδώ, το ποίημα είναι εκ του αντιθέτου του. Ο τελευταίος στίχος δικαιώνει όλα τα προηγούμενα, ότι εν τέλει, αν δεν συμβαίνει και κάτι άλλο, πέρα από το προφανές, η ποίηση, η λογοτεχνία και οι Τέχνες, γενικότερα, τι ρόλο διαδραματίζουν;

Σχετικά με τον τρόπο που τα ποιήματα γίνονται, συμβαίνουν, ας σημειωθεί πως το ποίημα που είναι και τίτλος της συλλογής, Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα, σε μία πράξη, έχει γραφτεί στην Αυστραλία, στο Νιουτάουν του Σίδνεϋ το 2009. Παρόλα αυτά, η πρώτη εικόνα είναι αυτή της Αθήνας. Η Ελπίδα είναι ηθοποιός στο καμαρίνι, ρόλος συμβολικός και περιεχομενολογικά φορτισμένος, όπως νιώθουμε στη συνέχεια του ποιήματος. Πρόκειται για έναν διάλογο γυναικών επάνω στις εκ νέου δομημένες ιδέες -λιμπερτέ, εγκαλιτέ, φρατερνιτέ- ως Συνάθροιση, Αγάπη, Απελευθέρωση. Η ποιήτρια δεν χάνει την πίστη της στην πατρίδα, στη δύναμη της γυναίκας και των γυναικών.

Επιπρόσθετα, από άποψη δομής, το ποίημα «Έφυγες αφήνοντας» είναι ενδιαφέρον μέσα από τις παρενθέσεις του, τα ίχνη είναι αυτά που μένουν έστω και ως κρυπτογραφίες που διαβάζουν μερικοί και όχι όλοι, οι παρενθέσεις είναι επεξηγήσεις των αισθήσεων. Ενώ το ποίημα «Να δίνεις» μιλά για την απλότητα που είναι η ευτυχία, αντί να χάνεται πολύτιμος χρόνος σε ισμούς και ενικούς αριθμούς. Μιλά για τα θέλω, πώς ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με όσα έχει, με τις επιλογές του αλλά και σε σχέση με τους άλλους που μπορούν να τον βοηθούν ή όχι. Να βοηθάς είναι επιλογή. Είναι απόφαση.

Όταν, λοιπόν, μένει η μνήμη – εμπειρία της φιλίας, χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως, έχουμε γίνει κοινωνοί της φιλίας και της συνέχειάς της. Αυτό είναι και βοήθεια. Είναι και τρόπος σκέψης απέναντι στους ευρύτερους άλλους, αν δεχτούμε ότι οι φίλοι είναι οι σχεσιακοί άλλοι, αυτοί που γνωρίζουμε και έχουμε συνενώσει δυνάμεις.

*Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.literature.gr/fos-ektyflotiko-stefanonei-tin-elpida-se-mia-praxi-ntina-kafiri-ekdoseis-gkovosti/

Μάρκος Μέσκος, Πρωινή αγορά

Όταν πάνω του κλείσουν οι ουρανοί για πάντα
απώθησε ελαφρά τα σύννεφα σκούπισε τα δάκρυα της Πούλιας
-κάθε πλάσμα επιθυμεί να γείρει στο άλλο
άρκτος αγαπημένη τρυφερέ μου λύκε, νυφίτσα πελαργέ
χελιδόνι εαρινό και στρουθί στον αέρα – αντίο!

Του αθώου αλυσοδεμένου στην αγορά
από ποιο θηρίο η φωνή κλεμμένη;

Νόα Τίνσελ, [Middle-class drag]

Νόα Τίνσελ, [Middle-class drag]

Ι.
Πόλη χωρίς βραδινά αστικά
Κοινοτικό κολλέγιο και βρέχει
Χρησιμοποιείς τη λέξη φτωχός και στη διορθώνουν
Κι εσύ εξακολουθείς να την ψάχνεις στα συνέδρια
Από όπου σε περιμένουν οι δικοί σου να γυρίσεις
Για να σε πουν προδότη
Ή να γελάσουν με τους νέους τρόπους σου

ΙΙ.
Όπως όταν σε ρωτούσαν οι συμφοιτητές στη δημιουργική γραφή
Αν απέδωσαν σωστά τη φτώχεια
Ή όταν περνούσες
Ιδρωμένη από τη δουλειά
Μέσα στα αρωματισμένα σώματά τους
Που δεν ήξεραν τι να κάνουν μαζί σου
Και σπρώχνονταν
Και η καθηγήτρια σε επαινούσε που υπήρχες

ΙΙΙ.
Μόλις τελειώνει με τους στίχους μου
Με καλεί και κλαίει
Στον διάδρομο της ογκολογικής
Σκέφτομαι: το μωρό μου
Πονάει παραπάνω και από μένα
Μου λέει: εσύ γράφεις για σπουδαία
Ενώ τα δικά μου είναι
-ξέρεις-
Αλλά εσύ είσαι τυχερή
Ο αδερφός σου θα πεθάνει
Ο μπαμπάς σου έχει εξαφανιστεί
-ακριβώς όπως σε ταινία-
Θα χάσεις το σπίτι σου από δάνεια
Είσαι άνεργη
Πίνεις
Έχεις περάσει ανορεξία
Ε, και καταλαβαίνεις πώς το λέω

Είναι άδικο

ΙV.
Μου κόβουν το ρεύμα
Και θα χάσω το ΚΕΑ
Γράφει- δίπλα μου εσύ
Με το μιλκσέηκ
Θέλεις να φιληθούμε τρυφερά
Χαμογελάω στις φίλες σου
Σκέφτομαι τις δικές μου
Μου λείπουν τρομερά
Σε βγάζω ασπροπρόσωπη
Περνάω κι απόψε ως μία της τάξης σας

V.
[Υπότροφος]

Στην κατώτατη εισοδηματική κλίμακα
Λαμπρό μυαλό
Επιδεικνύω καινοτομία σκέψης
Συντάσσω κειμενάκια στους σωτήρες μου
Σε κελιά 3.000 χαρακτήρων στριμώχνω τη ζωή μου
Θέλουν να δουν πόσο υπέφερα
Γυαλιστερό δολωματάκι
Ιστορία μεταμόρφωσης
Το δραματικότερο promo ever

*
Φοράω τα καλά μου

Κι ευχαριστώ τους sugar daddies μου
Με την πείνα της πουτάνας όταν της τα σκας

VI.

Είμαι το et.al.
Στο έργο του σπουδαίου ερευνητή
Που καταχειροκροτείται

*Από τη συλλογή “μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδόσεις θράκα, 2023.

Ευαγγελία Τάτση, Του παρελθόντος

[Το σπίτι]

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που ήταν δυο σπίτια.
Ένα κατώτερο κι ένα ανώτερο.
Ένα σπίτι που ήταν
κι ένα σπίτι που ήθελε να γίνει.
Η μισή στέγη με κεραμίδια
η άλλη μισή με τσιμεντένια πλάκα.

Η μια είσοδος υπερυψωμένη
με τρία σκαλοπάτια μάρμαρο, μωσαϊκό στη βεράντα.
Η άλλη, παραδομένη στα νερά της βροχής σε κάθε καταιγίδα
έβλεπε την αυλή να χαράζει τα γόνατα.
Οι μισοί τοίχοι ασοβάτιστοι και ασβεστωμένοι
οι άλλοι μισοί σε χρώμα πλαστικό φυστικί
με στάμπες λουλουδάκια.

Σκέφτομαι τώρα πως οι γονείς μου
δεν άντεχαν τους χωρισμούς.
Πως σ’ αυτήν την καινούρια γειτονιά
έχτισαν ένα σπίτι για να ζήσουν
κι ένα για να θυμούνται.

[Οικοδόμοι και άλλα]

Σε δέκα οικογένειες εφτά οικοδόμοι
δύο ιδιωτικοί υπάλληλοι
κι ένας χαφιές
που δεν θυμάμαι τη δουλειά του.

Κανείς δεν μπορεί να χωρίσει
απ’ αυτό που είναι, παρά μόνο
απ’ αυτό που δεν είναι.

Άλλο οικοδόμος, άλλο εργολάβος.
Απ’ όσους το κατάλαβαν
οι μισοί έγιναν κατασκευαστές.
Κάπως έτσι χώρισαν όλα
τα σπίτια, οι γειτονιές, η πατρίδα ξανά.
Σε μας έμειναν τα καρπούζια ολόκληρα
τα καφάσια με τις μπίρες,
οι καρέκλες στα πεζοδρόμια
στα πλατύσκαλα μοιρασμένες
και δίπλα στις εξώπορτες, το ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο
η μια μοναδική τηλεόραση.

Καθένας χρεώνεται τα δικά του
έμαθα αργότερα.
Εύκολος τρόπος να ξεχωρίζω
αυτό που δεν είμαι.

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζαν τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.
Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.
Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*Από τη συλλογή “Θα γίνουν όλα με τα μάτια ανοιχτά”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2024.

Reading Greece: Georgia Diakou on Writing as an Attempt to Map Femininity Within Patriarchal Structures

Interview by Athina Rossoglou*

Georgia Diakou (1995) was born and raised in Karditsa. She graduated from the Department of History and Archaeology (2017) and she is a senior student of the Drama Department of the Aristotle University of Thessaloniki with major in direction. She has published the poetry collection What is seen in the light looks familiar to me (Thraka, 2022), nominated for the Yannis Varveris Award of the Hellenic Authors’ Society, she has co-authored with Melina Apostolidou the play The city put its people on the benches and swallowed a mint (Vakhikon, 2022), and the novella Lavinia Schulz (Thraka, 2024). She has also published poems in print and online literature magazines and writes in her blog https://sociallubricant.espivblogs.net/.

Your latest writing venture Lavinia Schulz (Thraka, 2024) deals with the issue of female empowerment, through the heroine of the book, an artist from the early days of the modernist movement. Tell us a few things about the book.

Lavinia Schulz was a great modernist figure, actress, dancer, visual artist. She created and lived in an unconventional way for her time. She was a pioneer and became famous years after her death. She committed suicide after killing her partner Walter Holdt.

I came into contact with her by chance. I am studying at the Theatre Department of the Aristotle University of Thessaloniki – a department with majors in acting, directing, stage design, dramaturgy, a tremendously comprehensive school of theater education by the standards of the country – and that’s where I first learned about Lavinia. I came upon her during the stage design courses. I started studying images of her trying to visually understand what she was doing and how. I kept doing so and I gradually started to shift from the artwork to the woman, a femininity of the early last century. The little information we know about her ignited my interest even more. I started writing the first paragraph on a Monday night and continued to do so by answering questions the process itself posed to me.

It is a book that attempts to map femininity within patriarchal structures. Through the heroine’s inner view of her world, the systems in which she is entangled and the ways in which she exists within them are revealed. Furthermore, it was important for me that this book wouldn’t take a fictional biography turn, but rather raise issues of the broader context of that era through the fragmentary references to the historical events of Germany during the Weimar Republic, as well as issues of the present through the dialogue between Lavinia and myself. Finally, it is a book dedicated to my girlfriends, without whom I would not have been able to share and observe what it means to be a femininity in the present.

How could literature be used to deal with major social issues such as patriarchy, women’s rights, gender violence, etc?

Literature is a metaphor of the world. Long narratives are now a thing of the past. Instead, we experience a world of fragments. (Post)capitalism is hurting us. The new right, reactionary movements, the rise of neo-fascist movements are present in our daily lives. At the same time social struggles are active; feminist movements, movements for the rights of LGBTIQA+, anti-racist, labour movements.

Literature, initially literature written by femininities, attempts to record our own narratives. Literature has power and can display social issues given that it takes place within society. Even if you don’t write realistically your work constitutes a reflection of the historical moment and circumstance you are experiencing. We live in a patriarchy where gender violence is an everyday phenomenon. In Greece, in particular, there have already been 4 femicides in 2024, while in places of the world such as the US and Poland the right to self-determination of women’s bodies and termination of pregnancy is in question.

The position we have in the world, our gender, our class, our privileges, are the identities we start writing from. We don’t write about them, we are them and what we are passes into literature. Then the work leaves our hands and reaches readers open to interpretation in the multiplicity of eyes that read and perceive the world through the prism of literature.

Your poetic language becomes surrealistic at times, while it is characterized by a certain unfamiliarity and experimentation. What role does language serve in your writings?

Language is a tool that changes. We can no longer speak of a single language; language is a multiplicity used in different ways. In literature language is your matter, which is shaped historically while its use undergoes social transformation. Unfamiliarity and experimentation are constituent parts in writing; they are ways to exist in language and create a new realm of possibilities by sharpening my toolbox, by moving into terrifyingly unexpected areas myself (as my favorite Clarice Lispector writes on the book The hour of the Star). Language is potential.

How does your poetry converse with the world it inhabits? Could it be used to imagine what could be radically different realities?

Poetry is the real reality, given that it constitutes the transmuted recordings of the world within us. Literature can both transform reality and create a new one. To imagine and implement, at least at an imaginary level, new realities, new ways of being, new social structures and relationships opens up a vast field of possibilities. Imagination is the first pillar of action. When we can imagine how the world can change, we are one step closer to making it happen.

Which are the main challenges new writers face nowadays in order to have their work published? What role do social media play in the way people read and write? How is language affected in this respect?

The publication of a book is inextricably linked with the book market, a financial sector governed by profit, advertising etc. What comes first is the struggle of the subject who writes with herself and her material. Do I want to share what I write? Do I want to call myself a writer? With all the responsibility that such an identity carries both towards myself and society?

Social media play a major role especially in the dissemination of literature. I read many poems on Facebook every day and I myself post on social media the project my sweet dinosaur, hybrid auto-fiction texts – so far 54 in number – along with photos. The screen gives you a feeling closer to the printed word; by posting on social media you take the necessary distance from your writing, which enables you to edit it at the same time.

I believe that people have access through the internet to different kinds of writing and thus the ability to read enough worthwhile stuff to get in touch with how young people write. I don’t know if language is affected in the process. It is certainly shared, commonly used and transformed. Yesterday I was saying to my sister “think how much we use texting. You write to your friends. You don’t call them anymore. It’s your typed words that bring your relationship in dialogue through messenger.”

How do young writers relate to world literature? Where does the local and the national meet the global and the universal?

I have been working as a waitress (among other things) for years now. I have come to realize how almost all the time I am serving coffee and drinks I have the poetry foundation website open and read a poem every time I have a spare moment. Colleagues, bosses, customers think I’m scrolling down the instagram. This little workplace escape has offered me incredible moments. It was in one such circumstance that I first read Natalie Diaz.

I often think about the limits of language; the extent to which literature is defined by a national language. I write in Greek, a language that is far from widespread. Nowadays, the literary canon is dictated by the English language, the most widespread language in the world. I thus start from a locality defined by my Greek language and my life in Greece attempting to develop through reading and writing my relation to the global and the universal. The universal, however, is the veil within which every locality and language falls. Language is not the limit, it is the vehicle. Literature produces works in different languages that converse with each other and are contiguous in terms of both content and form, narrative techniques and style.

*First published here: https://www.greeknewsagenda.gr/reading-greece-georgia-diakou-on-writing-as-an-attempt-to-map-femininity-within-patriarchal-structures/?fbclid=IwAR3HRz2M9IzPjJFzoc6vB7yKIEz-PKb5Sr07CreqdMs-GXhP9vVq5AkgcQw

Γιάννης Στρούμπας, Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΥΜΠΑΝ
Της σήραγγας
η μαύρη τρύπα με ρουφά.
Μεταφορά ενέργειας.
Δεν ξέρω αν θα λιώσω
ή αν εξέλθω ζωντανός
σε σύμπαντα παράλληλα.

Ξανά στο φως.
Ξανά
στο ίδιο άγχος της πηχτής,
απόκοσμης ροής,
ξένης ροής
παράλληλων σωμάτων.

Είναι σαφές. Υπάρχουν
κι άλλα σύμπαντα.
Επακριβώς παράλληλα.

*

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΦΩΛΙΑ

Παρακαλούνται οι επιβάτες
μέχρι την ολοκλήρωση της συντήρησης
στις πυροσβεστικές φωλιές
να αποφεύγουν
σφιχτούς εναγκαλισμούς,
ασπασμούς γαλλικούς,
σπινθήρες πυρερωτικής φωλιάς.
Κίνδυνος πυρκαγιάς.

Nikola Madžirov, Δύο ποιήματα

Πατρίδα
 
Ζούσα στις παρυφές της πόλης
σαν φανοστάτης που τη λάμπα του
κανείς δεν αλλάζει.
Ιστοί αράχνης συγκρατούσαν τους τοίχους,
και ο ιδρώτας τα σφιχτοπλεγμένα χέρια μας.
Έκρυβα το αρκουδάκι μου
σε εσοχές χοντροφτιαγμένων πετρότοιχων
κι έτσι το έσωζα από τα όνειρα.
Μέρα νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν μέλισσα που
πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο λουλούδι.
Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα:
το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει,
στο γραμματόσημο ένα παλιό ερημωμένο σπίτι.
Από γεννησιμιού μου μεταναστεύω σε γαλήνια μέρη
και τα κενά κολλημένα κάτω απ’ τα πόδια μου
όπως το χιόνι που δεν γνωρίζει αν ανήκει
στη γη ή στον αέρα.

*
 
Σκιές μάς προσπερνούν

Θα συναντηθούμε μια μέρα,
όπως ένα χάρτινο καραβάκι και
ένα καρπούζι που παγώνει στο ποτάμι.
Η αγωνία του κόσμου θα
μας συντροφεύει. Οι παλάμες μας
θα κρύβουν τον ήλιο και θα
πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο κρατώντας φανάρια.
Μια μέρα, ο άνεμος δεν
θα αλλάζει κατεύθυνση.
Η σημύδα θα ρίχνει τα φύλλα της
στα παπούτσια μας στο κατώφλι της πόρτας.
Οι λύκοι θα κυνηγούν
την αθωότητά μας.
Οι πεταλούδες θα αφήνουν
τη σκόνη τους στα μάγουλά μας.
Μια ηλικιωμένη θα αφηγείται ιστορίες
για εμάς στην αίθουσα αναμονής κάθε πρωί.
Ακόμα κι αυτό που λέω τώρα έχει
ήδη ειπωθεί: περιμένουμε τον άνεμο
σαν δυο σημαίες σε ένα σύνορο.
Μια μέρα κάθε σκιά
θα μας προσπερνά.

Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα